Τρεις ταινίες βασισμένες στο διήγημα “Φονιάδες”του Έρνεστ Χεμινγουέι
σε πρώτη προβολή στην Ελλάδα
«ΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ» του ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΙΟΝΤΜΑΚ
«ΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ» του ΝΤΟΝ ΣΙΓΚΕΛ
«ΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ» του ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
ΑΠΟ 8 ΜΑΪΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
Και οι 3 ταινίες καθημερινά με ένα εισιτήριο
“Οι Φονιάδες”
(The Killers)
Βραβεία Edgar Allan Poe 1947 Βραβείο Edgar Καλύτερης Ταινίας
Υποψήφιο για 4 Όσκαρ 1947(Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Μουσικής, Μοντάζ)
Credits
Σκηνοθέτης: Robert Siodmak
Σενάριο: Anthony Veiller, Richard Brooks, John Huston
Παίζουν: Burt Lancaster, Ava Gardner, Edmond O’Brien, Sam Levene, Albert Dekker, Vince Barnett, Virginia Christine, Charles D. Brown, Jack Lambert, Donald MacBride, Charles McGraw, William Conrad, Phil Brown, Mary Ellen Daugherty, Jeff Corey, Harry Hayden, Bill Walker
Φωτογραφία: Elwood Bredell
Μοντάζ: Arthur Hilton
Μουσική: Miklós Rózsa
Έτος: 1946
Είδος: Film Noir
Χώρα: Η.Π.Α
Γλώσσα: Αγγλική
Διάρκεια: 103′
Σύνοψη
Η ταινία ξεκινά με την καλύτερη εναρκτήρια σεκάνς σε φιλμ νουάρ. Σ’αυτή τη σκηνή, δύο πληρωμένοι δολοφόνοι εμφανίζονται στο εστιατόριο ψάχνοντας να εκτελέσουν τον κεντρικό χαρακτήρα Ole Anderson, που ερμηνεύει ο Burt Lancaster. Το πρώτο τέταρτο της ταινίας είναι πιστό στην ιστορία του Χέμινγουεϊ, ενώ το υπόλοιπο έργο αποτελεί απόλυτη παρέμβαση του σκηνοθέτη στην πλοκή, διατηρώντας, όμως, ανέπαφους τους λακωνικούς διαλόγους του συγγραφέα. Είναι η πρώτη διασκευή που έγινε στο μυθιστόρημα και σύμφωνα με τον βιογράφο του Hemingway, Carlos Baker, «αποτελεί το πρώτο φιλμ από τα έργα του, που ο Έρνεστ μπορούσε να θαυμάσει αληθινά».
“Οι Φονιάδες”
(The Killers)
Βραβεία Laurel 1965 Υποψήφιο για Χρυσό Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού
Βραβεία BAFTA 1966 Βραβείο Καλύτερου Ξένου Ηθοποιού
Credits
Σκηνοθέτης: Donald Siegel
Σενάριο: Gene L. Coon
Παίζουν: John Cassavetes, Lee Marvin, Angie Dickinson, Ronald Reagan
Φωτογραφία: Richard L. Rawlings
Μοντάζ: Richard Belding
Μουσική: John Williams
Έτος: 1964
Είδος: Φιλμ Νουάρ
Χώρα: Η.Π.Α
Γλώσσα: Αγγλική
Διάρκεια: 93′
Σύνοψη
Ο Τσάρλυ (Lee Marvin) και ο Λι (Clu Gulager) είναι καλοντυμένοι, επαγγελματίες δολοφόνοι, μισθωμένοι να σκοτώσουν τον πρώην ραλίστα Τζόνυ Νορθ (John Cassavetes) – που πλέον εργάζεται ως δάσκαλος σε σχολείο για τυφλούς. Παρά το γεγονός ότι προειδοποιήθηκε εκ των προτέρων, ο Νορθ μένει άπραγος και επιτρέπει στα δύο άτομα να τον σκοτώσουν. Κατόπιν, ο Τσάρλυ, ο παλαιότερος και ο πιο πεπειραμένος από τους δύο, προβληματίζεται για την υπόθεση. Αυτός και ο Λι αποφασίζουν να ανακαλύψουν τους ανθρώπους που ήξεραν τον Νορθ και να ανακαλύψουν γιατί το θύμα τους δεν απέδρασε, όταν είχε την δυνατότητα. Έτσι, καταλήγουν στο μηχανικό και καλύτερο φίλο του, Ερλ Σιλβέστερ (Claude Akins), και την ερωμένη του, Σέιλα Φαρ (Angie Dickinson). Οι δύο δολοφόνοι συναρμολογούν την ιστορία του Νορθ. Ερωτεύτηκε με τη Σέιλα που τον έπεισε να γίνει ο οδηγός σε μια ληστεία θωρακισμένων αυτοκινήτων σχεδιασμένη από το φίλο της Τζακ Μπρόουνινγκ (Reagan). Η «δουλειά» πηγαίνει στραβά και ο Μπρόουνινγκ, μισθώνει τελικά τον Τσάρλυ και τον Λι για να σκοτώσουν τον ραλίστα.
“Οι Φονιάδες”
(The Killers)
Credits
Σκηνοθέτης: Marika Beiku, Aleksandr Gordon, Andrei Tarkovsky
Σενάριο: Aleksandr Gordon, Andrei Tarkovsky
Παίζουν: Yuli Fait, Aleksandr Gordon, Valentin Vinogradov, Boris Novikov, Yuri Dubrovin, Andrei Tarkovsky, Vasily Shukshin
Φωτογραφία: Alfredo Alvarez, Aleksandr Rybin
Έτος: 1956
Είδος: Film Noir
Χώρα: Ρωσία
Γλώσσα: Ρωσική
Διάρκεια: 19′
Σύνοψη
Οι Φονιάδες είναι η διασκευή μυθιστορήματος του Ernest Hemingway. Η ιστορία διαιρέθηκε σε τρία μέρη: το πρώτο σκηνοθετήθηκε από τον Gordon, το δεύτερο και τρίτο από τη Μπέικου και τον Tarkovsky. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει τον Nick Adams να παρατηρεί δύο γκάνκστερ την ώρα που μπαίνουν στο εστιατόριο ενός μικρού χωριού. Οι γκάνκστερ αναφέρουν στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου ότι ψάχνουν τον μπόξερ Ole Andreson, τον οποίο θέλουν να σκοτώσουν. Ο Nick Adams μαζί με το μάγειρα περιμένουν για κάποια ώρα τον Ole Andreson να εμφανιστεί. Τρεις πελάτες μπαίνουν στο εστιατόριο, αλλά απομακρύνονται από τον ιδιοκτήτη. Ένα σύντομο cameo πέρασμα κάνει και ο Ταρκόφσκι.
Το δεύτερο μέρος δείχνει τον Nick Adams να επισκέπτεται τον Ole Andreson (Vasili Shukshin) στην κρυψώνα του, ένα μικρό δωμάτιο. Προειδοποιεί τον Andreson για τους δύο γκάγκστερ, αλλά ο ίδιος έχει αποδεχθεί στωικά το αναπόφευκτο και είναι απρόθυμος να φύγει.
Η τρίτη σκηνή παρουσιάζει τον Adams, όταν επιστρέφει στο εστιατόριο και λέει στον ιδιοκτήτη ότι ο Andreson έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια διαφυγής και ότι θα σκοτωθεί από τους δύο γκάνκστερ.
Σχετικά με το διήγημα του Ε. Χέμινγουεϊ “Οι φονιάδες”
«Οι Φονιάδες», διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ για δύο επαγγελματίες δολοφόνους που πηγαίνουν σε μια μικρή πόλη να σκοτώσουν έναν διάσημο πρώην πυγμάχο, πρωτοδημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1927 στο Scribner’s Magazine. Ο Χέμινγουεϊ αμείφθηκε με 200 δολάρια γι’ αυτό το διήγημα, το πρώτο έργο της ωριμότητάς του που δημοσιεύτηκε σε αμερικάνικο περιοδικό. Ο πρωτότυπος τίτλος ήταν “The Matadors”. Ο Χέμινγουεϊ συμπεριέλαβε το διήγημα αυτό στην συλλογή Men without Women (1927) και υπάρχει επίσης δημοσιευμένο στο The Nick Adams Stories (1972). Πρόκειται για ένα κείμενο που βρίσκεται σε πολλές ανθολογίες, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του ύφους και των θεμάτων που πραγματευόταν ο Χέμινγουεϊ, καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του. Αυτά τα θέματα αφορούν τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τη συντροφικότητα των ανδρών και το αναπόφευκτο του θανάτου, ενώ ο συγγραφέας τα διαχειρίζεται, χρησιμοποιώντας τις χαρακτηριστικές κοφτές του προτάσεις, την αργκό και σχήματα λιτότητας.
Ο Χέμινγουεϊ ισχυρίζεται ότι έγραψε το διήγημα σε δημιουργική έξαρση, στις 16 Μάη του 1926, πριν το μεσημεριανό του φαγητό. Όπως πολλά άλλα διηγήματά του, «Οι Φονιάδες» έχουν ως κεντρικό πρόσωπο τον Νικ Άνταμς, έναν τυπικό ήρωα του Χέμινγουεϊ, έναν απ’ τους πολλούς φανταστικούς εαυτούς του. Ο Χέμινγουεϊ εισήγαγε αυτόν τον χαρακτήρα στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του, Στον Καιρό Μας (1925). Ο Νικ είναι ένας έφηβος στους «Φονιάδες» κι οι κριτικοί υποστήριξαν ότι η εμπειρία του Νικ με τους επαγγελματίες δολοφόνους σηματοδοτεί την αρχή της ενηλικίωσής του και τη γνωριμία του με το κακό και τη βία.
ΕΡΝΕΣΤ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ Βιογραφικό σημείωμα
Ο Χέμινγουεϊ γεννήθηκε το 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλλινόις, κοντά στην πόλη του Σικάγο, αποτελώντας τον πρώτο γιο – και δεύτερο από τα συνολικά έξι παιδιά – του Κλάρενς Έντμοντς Χέμινγουεϊ και της Γκρέις Χωλ. Το Όουκ Παρκ, στο οποίο μεγάλωσε, ήταν μία συντηρητική πόλη, την οποία ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα «πόλη με ανοιχτές αυλές και στενά μυαλά», ενώ ανατράφηκε σύμφωνα με την παράδοση σε ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών, ο Χέμινγουεϊ διακρίθηκε για τις επιδόσεις του όχι μόνο στα γράμματα (ειδικότερα στη φιλολογία), αλλά και στα αθλήματα του μποξ και του αμερικάνικου ποδοσφαίρου. Παράλληλα, έγραψε τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα Trapeze καθώς και στο λογοτεχνικό περιοδικό Tabula του γυμνασίου του. Μετά την αποφοίτηση δεν συνέχισε τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο, αλλά ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος το 1917 στην εφημερίδα The Kansas City Star, θέση στην οποία τελικά παρέμεινε για μόλις έξι μήνες. Κατά τη σύντομη παραμονή του στην εφημερίδα, ο ίδιος έγραψε πως έμαθε τους καλύτερους κανόνες συγγραφής, αναφερόμενος προφανώς στις οδηγίες προς τους δημοσιογράφους, για σύντομες προτάσεις και παραγράφους, ενεργητικά ρήματα και αυθεντικότητα στη γραφή.
Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών ο Χέμινγουεϊ μετά από προτροπή του πατέρα του προσπάθησε να καταταχθεί στον Αμερικανικό στρατό για να λάβει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Οι εμπειρίες του στο μέτωπο, η ανάρρωσή του σε νοσοκομείο του Μιλάνου μετά τον τραυματισμό του, καθώς και η σχέση που ανέπτυξε με την νοσοκόμα Agnes von Kurowsky αποτέλεσαν υλικό για το μεταγενέστερο μυθιστόρημά του Αποχαιρετισμός στα όπλα.
Την περίοδο 1925-1929 ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων η συλλογή διηγημάτων Στον Καιρό μας (In Our Time), το μυθιστόρημα Ο Ήλιος ανατέλλει ξανά (The Sun Also Rises), η συλλογή Άντρες χωρίς γυναίκες (Men Without Women) και ο Αποχαιρετισμός στα Όπλα (1929), έργο με το οποίο γνώρισε σημαντική αναγνώριση και εμπορική επιτυχία. Γνωρίστηκε, επίσης, με τη Γερτρούδη Στάιν, η οποία τον εισήγαγε στον κύκλο των καλλιτεχνών με επίκεντρο την Μονμάρτρη και ειδικότερα την λογοτεχνική Χαμένη Γενιά (Lost Generation) των εξόριστων Αμερικανών συγγραφέων του Παρισιού. Η δημοσίευση του Αποχαιρετισμός στα Όπλα στις 27 Σεπτεμβρίου του 1929, του πρόσφερε σημαντική λογοτεχνική και εμπορική αναγνώριση. Το 1932 εκδόθηκε ο Θάνατος στο απομεσήμερο (Death in the Afternoon), έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύτηκε το θέμα των ταυρομαχιών, τόσο εγκυκλοπαιδικά, όσο και με αναφορές στην μεταφυσική και θρησκευτική τους διάσταση. Υπήρξε θαυμαστής των ταυρομαχιών ήδη από το 1925 μετά από ταξίδια του στην Ισπανία.
Μετά τον τρίτο του γάμο ο Χέμινγουεϊ εγκαταστάθηκε στην Κούβα στη βίλα Φίνκα Βίχια (Finca Vigia) κοντά στην Αβάνα. Είχε παλαιότερα ξαναταξιδέψει στην Κούβα (το 1928) και θα αποτελούσε τη βάση του σχεδόν μέχρι το θάνατό του. Τα γεγονότα του ισπανικού εμφυλίου αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα του Για ποιον χτυπά η καμπάνα, το οποίο ολοκλήρωσε στην Κούβα τον Ιούλιο του 1940. Το βιβλίο αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Χέμινγουεϊ και όταν εκδόθηκε είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, ενώ έλαβε και πολύ θετικές κριτικές. Το 1950 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα από την εποχή του Για ποιον χτυπά η καμπάνα, με τον τίτλο Across the River and Into the Trees, το οποίο έλαβε κακές κριτικές ενταγμένες σε μία γενικότερη αμφισβήτηση της ικανότητάς του να συνεχίσει να δημιουργεί σημαντικά έργα. Η θεώρηση αυτή ανατράπηκε δύο χρόνια αργότερα, με την ολοκλήρωση της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα, το 1951 και την έκδοσή της το Σεπτέμβριο του 1952. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Life και προκάλεσε θετικά σχόλια, οδηγώντας τελικά στη βράβευσή του με το Βραβείο Πούλιτζερ (1953) και το Νόμπελ λογοτεχνίας (1954). Τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα υγείας που στάθηκαν εμπόδιο στην συνέχιση του έργου του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε επιπλέον από την υπερβολική χρήση αλκοόλ καθώς και από την κατάθλιψη που εμφάνιζε. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Ιούλιο του 1960 και εγκαταστάθηκε στην πόλη Ketchum του Άινταχο. Τον ίδιο χρόνο νοσηλεύτηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης, αλλά κυρίως της κατάθλιψής και της παράνοιας του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 έως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες, όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν, αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά τη μελλοντική του αυτοκτονία.
Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την Άνοιξη του 1961 και τελικά στις 2 Ιουλίου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Ketchum.
Μυθιστορήματα
(1925) The Torrents of Spring (Οι Χείμαρροι της Άνοιξης)
(1926) The Sun Also Rises (Ο ήλιος ανατέλλει ξανά)
(1929) A Farewell to Arms (Αποχαιρετισμός στα όπλα)
(1937) To Have and Have Not (Να έχεις και να μην έχεις)
(1940) For Whom the Bell Tolls (Για ποιόν χτυπά η καμπάνα)
(1950) Across the River and Into the Trees
(1952) The Old Man and the Sea (Ο γέρος και η θάλασσα)
(1962) Adventures of a Young Man
(1970) Islands in the Stream (Νησιά της Καραϊβικής)
(1986) The Garden of Eden (Ο κήπος της Εδέμ)
(1932) Death in the Afternoon (Θάνατος το απομεσήμερο)
(1935) Green Hills of Africa (Οι πράσινοι λόφοι της Αφρικής)
(1960) The Dangerous Summer (Το επικίνδυνο καλοκαίρι)
(1964) A Moveable Feast (Μια κινητή γιορτή)
(2005) Under Kilimanjaro
ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΙΟΝΤΜΑΚ (1900 - 1973)
Βιογραφικό
Γερμανό-Αμερικανός σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου και πέθανε στις 10 Μαρτίου από ανακοπή καρδιάς και ήταν μέλος μια εβραϊκό-πολωνικής οικογένειας στο Dresden της Γερμανίας (ο μύθος της γέννησής του στο Memphis του Tennessee, του ήταν απαραίτητος για να προσκομίσει VISA στο Παρίσι). Δούλεψε ως Διευθυντής Σκηνής πριν γίνει μοντέρ και σεναριογράφος για τον Curtis Bernhardt, το 1925. Στα 26 του χρόνια, άρχισε να δουλεύει για τον εξάδελφό του και παραγωγό Seymour Nebenzal, μοντάροντας καινούργιες βουβές ταινίες από το απόθεμα μπομπίνας των παλιών. Εργάστηκε έτσι για δύο χρόνια, πριν πείσει τον Nebenzal να χρηματοδοτήσει την πρώτη του ταινία, το βουβό Ο Κόσμος την Κυριακή, (Menschen am Sonntag 1929).
Με την άνοδο του Ναζισμού, εγκατέλειψε τη Γερμανία για το Παρίσι και στη συνέχεια για το Hollywood, το 1939. Εκεί κινηματογράφησε 23 ταινίες, μεταξύ των οποίων πολλά θρίλερ που έγιναν ευρέως δημοφιλή και αστυνομικά μελοδράματα, τα οποία οι κριτικοί σήμερα θεωρούν κλασικά φιλμ νουάρ.
Επιλεγμένη Φιλμογραφία
1929 Ο Κόσμος την Κυριακή
1930 Αντίο!
1931 Ψάχνοντας τον Δολοφόνο
1933 Το πιο Αδύνατο Φύλο
1936 Η Ζωή στο Παρίσι
1942 Η Νύχτα Πριν τον Χωρισμό
1943 Ο Γιος του Δράκουλα
1944 Ο Ύποπτος
1945 Η Περίεργη Υπόθεση του θείου Harry
1946 Οι Φονιάδες
1949 Κρις Κρος
1950 Φάκελος Thelma Jordon
1954 Το Μεγάλο Παιχνίδι
1955 Οι Αρουραίοι
1957 Νύχτες που Έρχεται ο Διάβολος
1961 Υπόθεση Nina B
1962 Απόδραση από το Ανατολικό Βερολίνο
1964 Ο Πυροβολισμός
1965 Η Πυραμίδα του Θεού Ήλιου
1968 Μάχη για τη Ρώμη I
1969 Μάχη για τη Ρώμη II
ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΣΙΓΚΕΛ (1912 - 1991)
Βιογραφικό
Αμερικανός σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου στο Σικάγο και πέθανε στις 20 Απριλίου στην Καλιφόρνια από καρκίνο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 30’, ξεκίνησε την καριέρα του στο Hollywood ως μοντέρ και βοηθός σκηνοθέτη. Το 1945, σκηνοθέτησε δύο μικρού μήκους ταινίες(Ο Χίτλερ Ζει (1945) και Αστέρι στη Νύχτα (1945))και κέρδισε Όσκαρ και για τις δύο. Το 1946, έκανε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και συνέχισε με μια μεγάλη παραγωγή ταινιών, μέχρι και το 1982. είχε μακρόχρονη επαγγελματική σχέση και προσωπική φιλία με τον Κλιντ Ήστγουντ, ο οποίος συχνά δήλωνε ότι οτιδήποτε γνωρίζει πάνω στον κινηματογράφο, το διδάχθηκε από τον Ντον Σίγκελ.
Επιλεγμένη Φιλμογραφία
1945 Αστέρι στη Νύχτα (μικρού μήκους)
1945 Ο Χίτλερ Ζει(μικρού μήκους)
1946 Η Ετυμηγορία
1949 Η Μεγάλη Ληστεία
1952 Μάχη στο Ασημένιο Ποτάμι
1953 Μετρώντας τις Ώρες
1954 Ανταρσία στο Κελί 11
1954 Ιδιωτική Κόλαση 36
1956 Η Εισβολή των Τυμβωρύχων
1956 Έγκλημα στους Δρόμους
1959 Στο Χείλος της Αιωνιότητας
1960 Φλογερό Αστέρι
1962 Η Κόλαση Είναι για τους Ήρωες
1964 Οι Φονιάδες
1969 Δύο Μουλάρια για την Αδερφή Σάρα
1971 Ντέρτι Χάρρυ
1973 Τσάρλι Βάρικ
1974 Ο Μαύρος Ανεμόμυλος
1976 Ο Σκοπευτής
1979 Απόδραση από το Αλκατράζ
ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ (1932-1986)
Βιογραφικό
Ρώσος σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου, γεννήθηκε στην πόλη Zavraje, στις 4 Απριλίου και πέθανε στην Γαλλία από καρκίνο, στις 28 Δεκεμβρίου. Γιος του σημαντικού ποιητή Arseniy Tarkovsky. Σπούδασε μουσική, ζωγραφική, γλυπτική και αραβικά ενώ για ένα διάστημα εργάστηκε ως γεωλόγος στη Σιβηρία. Το 1956 παρακολουθεί μαθήματα, για περίπου τέσσερα χρόνια, στην κινηματογραφική σχολή VGIK (Ινστιτούτο κινηματογράφου της Σοβιετικής Ένωσης), υπό τις οδηγίες του Μιχαήλ Ρομμ. Ανέπτυξε μία προσωπική θεωρία γύρω από τον κινηματογράφο, που αποκαλείται συχνά και ως γλυπτική του χρόνου. Σύμφωνα με αυτή, ο Ταρκόφσκι πίστευε πως ένας από τους κύριους στόχους του κινηματογράφου ήταν η καταγραφή της αληθινής ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Σκηνοθέτησε τις περισσότερες ταινίες του στη Ρωσία. Το 1983 πραγματοποιεί για πρώτη φορά γυρίσματα εκτός της Ρωσίας, στην Τοσκάνη της Ιταλίας, για τις ανάγκες της ταινίας Νοσταλγία και στη συνέχεια εγκαθίσταται μόνιμα, αρχικά στην Ιταλία και αργότερα στη Γαλλία. Η τελευταία του ταινία Η Θυσία, γυρίστηκε στη Σουηδία το 1986, λίγο πριν πεθάνει.
Φιλμογραφία
1956 Οι Φονιάδες (Μικρού Μήκους)
1959 Δεν Έχει Άδεια Σήμερα (Μικρού Μήκους)
1960 Ο Οδοστρωτήρας και το Βιολί (Μικρού Μήκους)
1962 Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν
1969 Αντρέι Ρουμπλιόφ
1972 Σολάρις
1975 Καθρέφτης
1979 Στάλκερ
1983 Tempo di viaggio
1983 Νοσταλγία
1986 Θυσία
Βιβλιογραφία
Σμιλεύοντας τον Χρόνο (Sculpting in Time: Reflections on the Cinema), 1987 μτφ. Kitty Hunter-Blair
Μνημολόγια (Time Within Time: The Diaries 1970-1986), 1993, μτφ. Kitty Hunter-Blair
H Μαρία Μπέικου για το “The Killers”
«Tο ’56 ήμασταν στο τρίτο έτος και έπρεπε να κάνουμε ο καθένας κάτι από 100 μέτρα. Kαι μου λέει ο Aντρέι: Ξέρεις, Mάσα, βρήκα ένα διήγημα του Xεμινγουέι, –τότε μεταφράστηκε ο Xεμινγουέι στη Mόσχα– που μπορεί να το κάνουμε τρεις. Λέω: θα μας αφήσει ο Pομ; Nα του το πούμε, λέω, αν μας αφήσει και βέβαια, θα είναι καλύτερα να το κάνουμε τρεις. Kαι πήγαμε στον Pομ, λέει ο Pομ: εντάξει, δεν έχω αντίρρηση –είχε υπόψη του και το διήγημα– και μάλιστα λέει: Α, έχετε και τη Mαρία που θα σας βοηθήσει να γίνει το μπαρ αμερικάνικο. Eκεί ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεις μπουκάλια για το μπαρ. Kαι το κάναμε, εγώ, ο Aντρέι και ο Γκαρντόν. O Γκαρντόν είναι αυτός που παίζει τον μπάρμαν και έχει ένα πέρασμα και ο Aντρέι στην ταινία».
Alexander Gordon
“Student Years”
Ο Alexander Gordon ήταν συμφοιτητής, φίλος και τελικά γαμπρός του Αndrei Tarkovsky. Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα από το άρθρο του «Student Years», το οποίο συνέταξε για την έκδοση του βιβλίου για τον Andrei Tarkovsky, Memoirs and Biographies, εκδόσεις Progress Publishers, Μόσχα 1990.
Σχετικά με το The Killers
Εξαιτίας της έλλειψης εξοπλισμού του πανεπιστημίου, οι φοιτητές έπρεπε να δουλέψουν τα έργα τους σε ομάδες των δύο ή των τριών. Εμείς ζητήσαμε από μια συμφοιτήτριά μας, τη Μαρία Μπέικου, να δουλέψει μαζί μας. Την επιλέξαμε, γιατί ήταν ευγενική και καλόγνωμη. Η ιστορία του πώς γυρίσαμε το έργο του Hemingway, The Killers, είναι απλή. Κατά την περίοδο της άνοιξης, ο Romm μας είχε πει τι έπρεπε να κάνουμε – πλάνα μόνο σε κλειστό χώρο, χρήση μικρού αριθμού ηθοποιών και βάση της ιστορίας να αποτελεί ένα τραγικό γεγονός. Η ιδέα να γυρίσουμε τους «Φονιάδες» ήταν του Ταρκόφσκι. Τα κομμάτια έπρεπε να παιχτούν από συμφοιτητές – ο Nick Adams από τον Yuli Fait, ο Ole Anderson, ο αγρότης πυγμάχος, φυσικά, από τον Vasily Shukshin. Οι φονιάδες ήταν ο Valentin Vinogradov, ένας φοιτητής σκηνοθεσίας και ο Boris Novikov, ένας φοιτητής υποκριτικής. Εγώ έπαιξα τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου.
Το Πανεπιστήμιο είχε ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα. Φέραμε τα πάντα από τα σπίτια, τους συγγενείς και τους φίλους μας. Θυμάμαι, ο Αντρέι έφερε ένα ρολόι τοίχου και μια μικρή τσάντα της γιαγιάς του για τον Shukshin. Στο στούντιο του Πανεπιστημίου, κατασκευάσαμε ένα αμερικάνικο μπαρ (κάτι που να εκλαμβάνεται ως σύμβολο αθλιότητας) με μπουκάλια στα οποία κολλήσαμε ξένες ετικέτες. Ήταν μεγάλο γεγονός στο Πανεπιστήμιο, οι φοιτητές έρχονταν στο πλατό κατά ομάδες.
Χωρίσαμε την ιστορία σε τρία μέρη. Εγώ είχα αναλάβει τη σκηνή με τον πυγμάχο-Shukshin. Η βασική σκηνή ήταν στο εστιατόριο, όπου οι φονιάδες φορώντας μαύρα παλτά, καπέλα και γάντια, περίμεναν το θύμα τους. Ο Andrei και η Μαρία είχαν αναλάβει αυτό το μέρος, αλλά ουσιαστικά ο Andrei ήταν ο επιβλέπων. Ο Tarkovsky ήταν πολύ σοβαρός στη δουλειά του, αλλά και ευχάριστος την ίδια στιγμή. Έδωσε στους φοιτητές φωτογραφίας, Alvarez και Rybin, άπλετο χρόνο για να κάνουν τον φωτισμό σωστά. Δημιούργησε μεγάλες παύσεις, ανέπτυξε μεγάλες εντάσεις κατά τη διάρκεια των παύσεων και απαίτησε από τους ηθοποιούς να είναι φυσικοί. Δεν υπήρχε μουσική, παρά μόνο οι διάλογοι και το σφύριγμα ενός από τους πελάτες του μπαρ, που τον υποδυόταν ο ίδιος ο Andrei. Ο Romm επαίνεσε το έργο. Άρεσε και στους συμφοιτητές μας, εξίσου.
Κριτική για τους «Φονιάδες» του Ρόμπερτ Σιόντμακ
Όταν διάβασε το διήγημα του Χέμινγουεϊ το 1927, ο Έντουαρντ Χόπερ έγραψε στον εκδότη του Scribner τα εξής: «Είναι αναζωογονητικό να διαβάζεις κάτι τόσο έντιμο σε ένα αμερικανικό περιοδικό, αφού επί καιρό τσαλαβουτούσαμε σε μια τεράστια θάλασσα ζαχαρωμένου πολτού που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της πεζογραφίας μας». Ενέπνευσε τον πιο διάσημο πίνακά του, το «Nighthawks» (Νυχτοπούλια), και αποτέλεσε μόνιμο σημείο αναφοράς για το φιλμ-νουάρ.
Γιατί ο Σουηδός δεν φεύγει για να γλυτώσει; Ο Χέμινγουεϊ δεν δίνει απάντηση, η ταινία, όμως, δίνει συνυφαίνοντας 5 βασικά σχήματα του νουάρ: Μια έρευνα τύπου Πολίτη Κέιν με πολλά φλας-μπακ που διεξάγει ένας ντετέκτιβ ασφαλιστικής εταιρείας. Την τέλεια ληστεία που χαλάει μετά από διάφορα λάθη και προδοσίες. Η ιστορία των παιδικών φίλων που μεγαλώνουν μαζί και ο ένας γίνεται αστυνόμος, ενώ ο άλλος κακοποιός. Την απόπειρα ενός πρώην κακοποιού να γίνει νομοταγής μετά από τη φυλάκισή του. Τον αδύναμο άντρα που παρασύρεται από τη μοιραία γυναίκα.
Στην ταινία γίνεται η πρώτη εμφάνιση του Μπαρτ Λάνκαστερ, ο οποίος έγινε αμέσως σταρ, όπως συνέβη και με την άσημη τότε Άβα Γκάρντνερ που φλέγεται σαν την Αίτνα. Σε κάθε σχεδόν ρόλο συναντάμε κάποιον σημαντικό ηθοποιό. Ο Έντμοντ Ο’ Μπράιεν στον ρόλο του ερευνητή. Ο Άλμπερτ Ντέκερ, ο αρχηγός της συμμορίας εμφανίστηκε για τελευταία φορά στην οθόνη στην Άγρια Συμμορία, όπου κυνηγούσε τον Ο’Μπράιεν και τους υπόλοιπους. Ο Φιλ Μπράουν (Νικ Άνταμς) και ο Τζεφ Κόρεϊ (Μπλίνκι) μπήκαν στη μαύρη λίστα για τις αριστερές τους πεποιθήσεις. Το σάουντρακ αποτελεί μια από τις καλύτερες δουλειές του Μίκλος Ρόζα, ενώ η ατμοσφαιρική φωτογραφία του Γούντι Μπρέντελ είναι μια σκοτεινή απόλαυση.
Το 1964 έγινε ριμέικ της ταινίας από τον Ντον Σίγκελ με τον Ρόναλντ Ρίγκαν να κάνει την τελευταία του εμφάνιση στην οθόνη στον ρόλο του κακού. Η επιρροή της ταινίας εκτείνεται 60 χρόνια μετά, όταν ο Κρόνεμπεργκ αποτίει φόρο τιμής στην ταινία του Ιστορία της Βίας.
Philip French
GUARDIAN
Κριτική για τους «Φονιάδες» του Ντον Σίγκελ
Σε διάφορες βιογραφίες σημειώνεται πως ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ θεωρούσε την παραγωγή του Μαρκ Χέλινγκερ το 1946 για το διήγημά του “The Killers” σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Σιόντμακ την καλύτερη από όλες τις διασκευές που είχαν γίνει σε έργα του.
Το “Killers” του Σιόντμακ είναι ένα αληθινά σπουδαίο φιλμ, ταινία-ορόσημο για το φιλμ-νουάρ και για τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά περίπου πραγματικά η καλύτερη μεταφορά που έγινε σε έργο του Χέμινγουεϊ. Μάλιστα η φήμη της ταινίας του ’46 ήταν τέτοια που το ριμέικ του ’64 από τον Ντον Σίγκελ κατηγορήθηκε από τους πουριτανούς κινηματογραφόφιλους που έσπευσαν να προασπιστούν την τιμή της πρώτης ταινίας με τέτοια σπουδή, ώστε μέσα στις κατηγορίες «φτηνό», «κακόγουστο», «αρρωστημένο» δεν πρόσεξαν πως το φιλμ του Σίγκελ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ανατρεπτικό αριστούργημα.
Οι δύο πρωταγωνιστές, ο Τσάρλι και ο Λι είναι δύο επαγγελματίες δολοφόνοι που γίνονται περισσότερο εύγλωττοι, όταν βασανίζουν κάποιον άσκοπα. Σε μια αποστολή ρουτίνας πηγαίνουν σε ένα σχολείο τυφλών για να «καθαρίσουν» έναν από τους δασκάλους. Ανακαλύπτουν πως το θύμα τους παρόλο που έχει ειδοποιηθεί για την άφιξή τους, δεν κουνιέται από τη θέση του. Καθώς επιστρέφουν με το τρένο, ο Τσάρλι είναι μπερδεμένος. Γιατί ο άνθρωπός τους απλά στεκόταν εκεί αποδεχόμενος τη μοίρα του; Ήξερε πως έρχονταν και επιπλέον ο Τσάρλι αναγνωρίζει τον «ανόητο». Ήταν ένας πολύ καλός οδηγός σε αγώνες αυτοκινήτων που λεγόταν Τζόνι Νορθ (Τζον Κασσαβέτης). Στάθηκε όμως άτυχος καθώς ένα ατύχημα διέκοψε πρόωρα μια σπουδαία καριέρα. Ο Τσάρλι γνωρίζει από έγκυρη πηγή πως ο Τζόνι ήταν μπλεγμένος σε μια ένοπλη ληστεία και σύμφωνα με την ιστορία το ‘σκασε με τα λεφτά. Τι κάνει λοιπόν ένα εκατομμυριούχος, κρυμμένος, να διδάσκει μηχανολογία σε τυφλούς; Αν δεν έχει αυτός το χρήμα τότε κάποιος άλλος το έχει. Αυτό που ακολουθεί είναι μια αναδρομή που θυμίζει τον Πολίτη Κέιν με τους δύο κακοποιούς να ανασυνθέτουν - μέσα από όλο και πιο βίαιες συναντήσεις με τους φίλους, τους προδότες και τους εχθρούς του Τζόνι – την καθοδική πορεία της ζωής ενός ανθρώπου για τον οποίο δεν δίνουν δεκάρα.
Όλα αυτά τους οδηγούν σε ένα κτηματομεσίτη, τον Τζακ Μπράουνινγκ (ο Ρόναλντ Ρίγκαν στην τελευταία του εμφάνιση), τη γυναίκα του Σίλα (Άντζι Ντίκινσον) και μια αιματηρή αναμέτρηση στα προάστια.
Στον ρόλο του Τσάρλι του κακοποιού που ετοιμάζεται να αποσυρθεί, ο Λι Μάρβιν δίνει μια από τις πλέον αλησμόνητες ερμηνείες του. Αντίθετα από την ταινία του Σιόντμακ, ο σκηνοθέτης μας προσκαλεί σε μια ηδονή συνταύτισης με τις ανήθικες συμπεριφορές που παρακολουθούμε. Κανένας από τους ήρωες της ταινίας δεν εξιλεώνεται με οποιονδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου ο θεατής δεν έχει κάπου να στραφεί. Ο Σίγκελ μας πηγαίνει εκεί που ο ίδιος θέλει. Ο Ντον Σίγκελ ήταν πάντα ικανός στο να στήνει παγίδες σε εκείνη τη μερίδα του κοινού που αναζητά την ταύτιση με κάποιον από τους ήρωες στο πανί. Έχει ειπωθεί πως στις ταινίες του Ντον Σίγκελ όλοι ενέχονται σε κάτι. Συμπεριλαμβανομένου και του κοινού, θα προσέθετε κάλλιστα.
Σε τελική ανάλυση, ο Σίγκελ λέει πως δεν ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τον Τζόνι Νορθ από τους φονιάδες του. Αν πρέπει να ταχθούμε στο πλευρό κάποιου, η μόνη επιλογή που μας δίνεται είναι οι δύο κακοποιοί. Το γεγονός πως ο Σίγκελ μας αναγκάζει να δούμε την ηθική κατάπτωση από τη σκοπιά δύο πληρωμένων φονιάδων κάνει την ταινία μοναδική. Καμιά ταινία στο παρελθόν δεν υπονόμευσε με τόσο τολμηρό τρόπο την επιθυμία του κοινού για ήρωες. Δεν υπάρχει εξιλέωση για κανέναν. Η γιαγιά μας μπορεί να μισούσε την ταινία, σίγουρα όμως θα ξαγρυπνούσε για να τη δει.
H. Quinlan
Αναρτήθηκε στις CINEMA, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: CINEMA, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
