Συζήτηση του Γιάννη Οικονομίδη με τον Γιάννη Καραμπίτσο και του μαθητές του (του τμήματος σκηνοθεσίας ψηφιακού βίντεο του Μικρού Πολυτεχνείου) για την νέα του ταινία «Η Ψυχή στο Στόμα», το συνολικότερο έργο του και τον τρόπο δουλειάς του
Νίκος Σκαμπαρδώνης (μαθητής): Το ύφος των ταινιών σου, που μου άρεσαν πολύ και χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω, δεν το έχω συναντήσει σε καμία άλλη ταινία. Τι ακριβώς κινηματογράφο κάνεις;
Κάθε σκηνοθέτης σε ένα πρώτο αναπαραστατικό επίπεδο, βάζει ένα στόχο ανάλογα με το τι ταινία θέλει να κάνει. Άλλος είναι συμβολιστής, άλλος φαινομενολόγος, άλλος ρεαλιστής, άλλος κάνει ποιητικό κινηματογράφο. Και από κει και πέρα δουλεύει γι αυτό το στόχο. Δίνω μεγάλη σημασία στο πρώτο επίπεδο χωρίς, να παραμελώ και τα άλλα επίπεδα.
Ο ελληνικός κινηματογράφος υστερεί σε αυτό που λέμε ρεαλισμό και όχι απαραίτητα με την έννοια του νεορεαλισμού, αλλά με την έννοια του αναγεννησιακού ορισμού του ρεαλιστικού, δηλ. ακρίβεια και αναπαράσταση του πραγματικού. Αν αυτό συνέβαινε μπροστά μας , πως θα ήταν και πως θα το κινηματογραφούσαμε.
Πολύ λίγες ελληνικές ταινίες, καμιά δεκαριά σε πενήντα χρόνια, έχουν μια αξιοπιστία και ακρίβεια στην αναπάραστασή τους.
«Η Τιμή της Αγάπης» της Μαρκετάκη, «Οι Απέναντι» του Πανουσόπουλου, «Η Φωτογραφία» του Παπατάκη, ένα δύο ταινίες του Κακογιάννη, «Ο Δράκος» του Κούνδουρου, σε πείθουν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν κομμάτι της πραγματικότητας.
Η Ευρώπη έχει 5 αιώνες δουλειάς πάνω στην αναπαράσταση του κόσμου. Εμείς, ως τμήμα και της Ανατολής, μείναμε λίγο πίσω σε αυτό τον τομέα
Τώρα όσον αφορά την ουσία της ερώτησής σου. Είχα ένα πρόβλημα με την αληθοφάνεια των χαρακτήρων στις ελληνικές ταινίες. Πως μιλάνε, πως κινούνται, πως συμπεριφέρονται εν γένει.
Με το «Σπιρτόκουτο» νομίζω, προσθέσαμε και εμείς το λιθαράκι μας στη ρεαλιστική παράδοση του ελληνικού σινεμά. Για να μην παρεξηγούμε όμως την έννοια του ρεαλισμού, πίσω από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης υπάρχουν όπως προείπα και άλλα επίπεδα, μπορεί να υπάρχει ποίηση, υπερρεαλισμός ή ότι άλλο.
Νίκος Σκαμπαρδώνης (μαθητής): Η ερμηνεία των ηθοποιών στις ταινίες σου που βασίζεται;
Οποιοσδήποτε ηθοποιός θα μπορούσε να μας δείξει αυτό που μας δείχνεις στις ταινίες σου;
Σίγουρα, όχι. Υπάρχουν ηθοποιοί που είναι πιο χαρισματικοί ή το κυριότερο πιο διαθέσιμοι να δουλέψουν μαζί σου για ένα στόχο. Επίσης υπάρχουν ταιριαστοί με το ρόλο ή όχι. Από την άλλη πιστεύει κανείς ότι μόνο ο Ντε Νίρο σε ολόκληρη την Αμερική θα μπορούσε να κάνει αυτή την ερμηνεία στο «Οργισμένο Είδωλο»; Μία από τις πιο σημαντικές μέριμνες του σκηνοθέτη είναι να επιλέγει τους σωστούς συνεργάτες, που να είναι διαθέσιμοι να υπηρετήσουν το όραμά του.
Γ.Κ.: Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η ταινία δεν είναι υπερρεαλιστική αλλά αποδίδει με ακρίβεια αυτό που λέω πραγματική πραγματικότητα. Επίσης ότι οποιοσδήποτε από μας, κάτω από κάποιες συνθήκες μπορεί να χρησιμοποιήσει την ίδια λεκτική βία Πως κατέστη δυνατόν οι ηθοποιοί να αποδώσουν υποκριτικά κάτι τέτοιο; Ήρθαν στην ίδια κατάσταση στις πρόβες και τα γυρίσματα, με τους ήρωες για να το επιτύχουν; Και θα μπορούσε να συμβεί αυτό αν στη θέση του Βαγγέλη ή του Ερρίκου ή του Γιάννη ή του Κωστή ήταν κάποιος άλλος ηθοποιός;
Αν δεν είμαστε αυτή η ομάδα που είμαστε, δεν θα μπορούσε να γίνει αυτή η ταινία. Στη σκηνή με τα τιμολόγια ο Κωστής ο Σειραδάκης δεν θα καθόταν, αν δεν ήταν ο Βαγγέλης αυτός που τον υπέβαλλε σε αυτή την ταλαιπωρία. Όπως και η σκηνή με τα δύο αδέλφια, που ο Περικλής χάνει την ψυχραιμία του, ανήκει στην ίδια περίπτωση. Έγιναν σε αυτή τη σκηνή 4 λήψεις. Αλλά δεν έβγαζε αυτή την αλήθεια που θέλαμε. Τους είπα να το κάνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να βγει αυτή η αλήθεια της κατάστασης.
Η σκηνή γυρίστηκε ολόκληρη ξανά και δεν μπόρεσα να κάνω τα κοντινά που είχα αρχικά στο μυαλό μου, γιατί ήταν τόσο αληθινό το παίξιμό τους, ντοκουμέντο πραγματικό, που δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί σε άλλες λήψεις με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν ήμασταν αυτοί που ήμασταν και δεν γνωριζόμασταν τόσο καλά δεν θα έβγαινε αυτό το αποτέλεσμα. Και σίγουρα αυτό εμπεριείχε και ένα ρίσκο, το οποίο ξεπεράστηκε με την εμπιστοσύνη, οικειότητα και αγάπη που απόκτησε ο ένας ηθοποιός με τον άλλο στο πέρασμα του χρόνου.
Νίκος Σκαμπαρδώνης (μαθητής): Έκανες πολλές λήψεις για να γυρίσεις τις σκηνές από την «Ψυχή στο Στόμα»;
Άλλες πολλές και άλλες λίγο. Η δυνατότητα που μας δίνει το ψηφιακό μέσο είναι να μπορούμε και εμείς, όπως οι αμερικάνοι, να κάνουμε όσες λήψεις είναι απαραίτητο, για να πετύχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε.
Γ.Κ.: Προαισθάνομαι ότι εκτός από αρκετές λήψεις, θα πρέπει να κάνεις και πολύ καιρό πρόβες με τους ηθοποιούς. Στην «Ψυχή στο Στόμα» πόσο καιρό διάρκεσαν οι πρόβες;
Ναι αυτό είναι αλήθεια. Πρόβες όμως τύπου workshop. Οι πρόβες διάρκεσαν 9 μήνες, όπου δεν παρευρίσκονταν κάθε φορά όλοι οι ηθοποιοί, εκτός από τον Ερρίκο Λίτση που λόγω του ρόλου του παρευρέθηκε στο 80% των προβών.
Γ.Κ.: Θα θεωρούσες την ταινία νατουραλιστική;
Όχι, αν και το να κάνεις μια ταινία νατουραλιστική ούτε εύκολο είναι ούτε κατακριτέο.
Ίσως οι καλύτερες ταινίες του κινηματογράφου να είναι νατουραλιστικές. Όπως και να έχει η πραγματικότητα είναι μια αφετηρία. Που θα φτάσει κανείς είναι μια άλλη ιστορία. Για την «Ψυχή στο Στόμα» έχουν ακουστεί διάφορα ότι είναι υπερρεαλιστική κλπ. Συμφωνώ μαζί σου ότι αυτά που δείχνει η ταινία και ακόμα χειρότερα συμβαίνουν, ίσως όχι όλα μαζί αλλά σε στιγμές.
Νίκος Σκαμπαρδώνης (μαθητής): Οι πρόβες έγιναν σε στούντιο;
Όχι, σε ένα χώρο μιας φίλης του παραγωγού που ήταν σε πολυκατοικία και στην οποία ξεσηκώσαμε τον κόσμο όπως καταλαβαίνετε.
Αλέξης Σκόρδης (μαθητής): Για μένα ο πιο συναρπαστικός ήρωας στην ταινία είναι το αφεντικό,
ο Περικλής που υποδύεται ο Βαγγέλης Μουρίκης. Είναι πολύ πιο μπροστά από τους άλλους.
Δεν με απασχόλησε αν είναι ρεαλιστικός χαρακτήρας. Είναι ένας καθαρά κινηματογραφικός ήρωας και στενοχωριέμαι που πεθαίνει στο τέλος.
Το ότι δεν σε απασχόλησε δείχνει ότι η ταινία πέτυχε τον σκοπό της, ότι σε έπεισε ο χαρακτήρας. Πολλοί θεατές μου είπαν ότι στενοχωρήθηκαν με το τέλος. Το τέλος μας απασχόλησε πολύ, υπήρξαν συζητήσεις και εκδοχές, όπως και ακούστηκαν πολλές εκδοχές για το τέλος από τον κόσμο, τους κριτικούς κλπ. Έτσι είναι καλύτερα από το να σας πω εγώ τη δική μου εκδοχή για το τέλος.
Ευγενία Κουνιάκη (μαθήτρια): Εμένα το «Σπιρτόκουτο» μου άρεσε περισσότερο. Οι ήρωες στη «Ψυχή στο Στόμα» δείχνουν αρκετά απωθητικοί, μονοκόμματοι, μοιάζουν να έχουν μόνο μία πλευρά τη σκοτεινή, ενώ στο «Σπιρτόκουτο» ταυτίζεσαι κάπως μαζί τους παρόλα τα ελαττώματα τους. Εσύ μοιάζεις να συμπαθείς αυτούς τους ήρωες.
Καθόλου. Τους συμπαθώ σαν ανθρώπους όχι σαν ιδεολογία. Αποτελούν έκφραση ενός σύγχρονου προλεταριάτου, όχι με την παλαιοαριστερή ορολογία. Ναι, έχεις δίκιο, φωτίζω μόνο τη μία πλευρά, ενώ υπάρχει και η άλλη, σίγουρα. Αλλά αν βάλεις δύο νέους ανθρώπους αμόρφωτους και ακαλλιέργητους, που σφύζουν όμως από ζωή, όπως τα δύο χουλιγκάνια της ταινίας, πίσω από ένα πάγκο για δέκα ώρες, θέλει πολύ να αγριέψουν;
Ευγενία Κουνιάκη (μαθήτρια): Συμφωνώ σε αυτό, αλλά η μεγάλη πίεση που βιώνουν οι χαρακτήρες της ταινίας δεν υπάρχει ελπίδα να τους ωθήσει σε αντίδραση, να βγει από αυτό κάτι πιο φωτεινό, κάτι που θα κάνει τα πράγματα να πάρουν άλλη τροπή;
Πιστεύω ότι σύντομα θα συντελεστεί στην Ελλάδα το ξέσπασμα μιας τυφλής βίας και όχι μόνο λεκτικής και ότι οι άνθρωποι που ζουν κάτω από τέτοιες νοσηρές συνθήκες, ποιο εύκολα το κακό μπορούν να κάνουν παρά το καλό. Πάρε παράδειγμα τον Χίτλερ που υπήρξε εκφραστής μιας γενικότερης παρακμιακής κοινωνικής κατάστασης.
Οι δύο αυτοί παθητικοποιημένοι και εγκλωβισμένοι χαρακτήρες δεν είναι μόνο θύματα αλλά και θύτες. Όπως και να έχει, ο κάθε δημιουργός επιλέγει να φωτίσει ένα σημείο. Η τέχνη, κατά την άποψή μου, έχει σαν στόχο να αποκαλύψει και να «φωτίσει» το ζαβό και ο αποδέκτης του έργου τέχνης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να πράξει καταλλήλως. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο αυτό, να αντιλαμβάνεσαι δηλ. ότι η ανθρώπινη φύση περιλαμβάνει και αυτή τη σκοτεινή πλευρά, αλλά θα ήταν υποκρισία ενώ υπάρχει να μην την αποκαλύπτουμε.
Αλέξανδρος Παπαθανασίου (μαθητής): Οι γυναίκες στις ταινίες σου παρουσιάζονται σκληρές και ψυχρές και θα έλεγα ότι σε τελική ανάλυση χειραγωγούν τους άντρες τους. Αυτό φαίνεται και στο «Σπιρτόκουτο», αλλά και στη «Ψυχή στο Στόμα», ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο τοκογλύφος βάζει τον Τάκη να γλύψει τη ρόδα του αυτοκινήτου με την γλώσσα του και οι γυναίκες παρακολουθούν παθητικά, ενώ η συμπεριφορά του άντρα μοιάζει σαν να προσπαθεί να δείξει καλή διαγωγή μπροστά στη γυναίκα του και τις άλλες γυναίκες. Θέλεις να περάσεις μια τέτοια άποψη, ότι οι γυναίκες έχοντας υποστεί χιλιάδες χρόνια καταπίεσης, όταν έχουν την εξουσία ή την κατάσταση στα χέρια τους εκφράζονται με σκληρότητα;
Υπάρχει όντως αυτό στις ταινίες μου, απλά θα διαφωνήσω λίγο με τον όρο χειραγώγηση. Δεν γίνεται πάντα αυτό. Ο Περικλής ας πούμε όχι μόνο δεν χειραγωγείται από την γυναίκα του αλλά δείχνει να την «έχει γραμμένη». Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα σαν δραματουργό είναι να φτιάχνω ενδιαφέροντες γυναικείους χαρακτήρες, σεξπηρικού τύπου. Από τη στιγμή λοιπόν που έχω αυτό στο μυαλό μου, οι γυναίκες, μοιραία, θα βγουν δυναμικές, διεκδικητικές και επιθετικές.
Έτσι είναι η γυναίκα του πρωταγωνιστή στο «Σπιρτόκουτο» ενώ η Πόπη στη «Ψυχή στο Στόμα» είναι απλά μια γυναίκα που μιμείται αντρικές συμπεριφορές. Το θέμα αυτό ξεπερνάει τα φύλα. Όποιος κατά περίπτωση έχει την εξουσία φέρεται σκληρά και απάνθρωπα. Με ενδιαφέρει η κακότητα των ανθρώπων και δουλεύω πάνω σε αυτό, δεν παράγω όμως ιδεολογικά σχήματα του τύπου οι άνθρωποι είναι κακοί ή έχουν το κακό μέσα τους.
Τάνια Μπέκτα (μαθήτρια): Υπάρχει μια πυραμίδα εξουσίας και γι αυτό εκλείπει αυτός που αποτελεί την κορυφή της πυραμίδας.
Μπορεί κάποιοι θεατές να βρουν στη σχέση του Περικλή και του Τάκη ομοφυλοφιλικά στοιχεία, αλλά αυτό που υπάρχει σίγουρα είναι μια πολύ δυνατή σχέση εξουσίας.
Η γοητεία που βρήκε ο φίλος μας προηγουμένως στον Περικλή, που τονίζεται και από το διφορούμενο παίξιμο του Βαγγέλη (το δάκρυ που κύλησε στα μάτια του και το οποίο κρατήσαμε, δεν υπήρξε ποτέ σε κανένα σενάριο), είναι περισσότερο η γοητεία του διαβόλου. Στην αρχή της ταινίας όταν πηγαίνει δίπλα στον ψηλό και τον χαστουκίζει συνέχεια με τα τιμολόγια, το ρισκάρει όπως το ρισκάρει και στο τέλος της ταινίας, όταν επιλέγει να πάει να κάτσει δίπλα σε μια ζωντανή χειροβομβίδα, μόνο που εκεί τρώει το κεφάλι του. Είναι ένας χαρακτήρας πραγματικά ενδιαφέρων, που δοκιμάζει συνεχώς τα όριά του, αλλά δεν έχει μία πλευρά. Είναι ο ηθικός αυτουργός για πολλά από όσα συμβαίνουν στην ταινία.
Αλέξης Σκόρδης (μαθητής): Γιατί δεν έκανες την ταινία ακόμα πιο βίαιη, επιλέγοντας μόνο την λεκτική βία. Υπάρχουν σημεία όπως η σκηνή με τον τοκογλύφο όπου θα περίμενα η λεκτική βία να εκφραστεί και εξωτερικά.
Ήθελα να διερευνήσω τα όρια της πορνογραφίας της γλώσσας. Πως μπορεί δηλαδή κάποιος να «γαμήσει» το μυαλό κάποιου άλλου. Να του λερώσει τις εικόνες. Αυτή είναι η χειρότερη μορφή βίας, όχι τόσο η σωματική. Κατά πόσο μπορείς να βιάσεις κάποιον με τα λόγια. Ο Τάκης έχει ένα παιδάκι και προσπαθεί να έχει μια υγιή σχέση με τη γυναίκα του. Πηγαίνει στη δουλειά όπου οι συνάδελφοί του και ο Περικλής του λερώνουν συνεχώς τις εικόνες του και τελικά τη συνείδησή του. Εκεί που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη γυναίκα σα γυναίκα, οι άλλοι τον κάνουν να τη βλέπει σαν πουτάνα. Όλο αυτό έχει μια επίδραση μέσα του. Αυτό είναι που εννοώ πορνογραφία της γλώσσας.
Γ.Κ.: Η ταινία είναι βασισμένη και σε τι βαθμό στον «Βόιτσεκ»; Πίεσες καθόλου τα πράγματα για να μείνεις κοντά στο γράμμα και το πνεύμα του «Βόιτσεκ»;
Εμπνεύστηκα από τον «Βόιτσεκ» αλλά ως ελεύθερη διασκευή. Χρησιμοποίησα ως όχημα και ενσωμάτωσα δημιουργικά στην ταινία μου τον μύθο του «Βόιτσεκ», για να περάσω τις δικές μου απόψεις μου και προβληματισμούς για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα Άρα σε καμιά περίπτωση δεν πίεσα κάποιο δραματουργικό στοιχείο για να προσαρμοστεί στο «Βόιτσεκ» και ούτε είχα ανάγκη κάτι τέτοιο.
Γ.Κ.: Η συζήτηση μαζί σου είναι απολαυστική, όπως και οι ταινίες σου. Σε ευχαριστούμε πολύ.
(δημοσιεύτηκε στο Camera Professional)
Αναρτήθηκε στις CINEMA, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ | Ετικέτες: CINEMA, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ




