Σε μερικούς δίνει την εντύπωση ενός πεισματάρη ρομαντιστή, σε άλλους ενός τρελού μεγαλομανή. Για όλους όμως έχει καταξιωθεί ως ένας από τους πιο τολμηρούς και ξεχωριστούς σκηνοθέτες, ο οποίος απαίτησε να μεταφερθεί ένα αληθινό ατμόπλοιο 340 τόνων πάνω σε ένα βουνό για χάρη της τέχνης και κατάφερε να το πετύχει.
Ποιος είναι ο Werner Herzog;
Ο Werner Herzog γεννήθηκε στο Μόναχο στις 5 Σεπτεμβρίου του 1942 ως Werner H. Stipetic. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό της Βαυαρίας και υποστηρίζει ότι σαν παιδί δεν είδε ποτέ του τηλεόραση, δεν πήγε ποτέ στον κινηματογράφο μέχρι τα 11 του και δεν χρησιμοποίησε ποτέ τηλέφωνο ως τα 17. Η πρώτη ταινία που παρακολούθησε ήταν ένα ντοκιμαντέρ για τους Εσκιμώους και το πρώτο του κινηματογραφικό εκπόνημα έγινε το 1961, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Από τότε, δεν έχει σταματήσει να παράγει, να γράφει και να σκηνοθετεί, στοιβάζοντας στο βιογραφικό του γύρω στις 50 ταινίες, καμιά δωδεκαριά πεζογραφήματα και, εν αντιθέσει με τον πολύκροτο χαρακτήρα του, τη σκηνοθεσία μιας ντουζίνας παραστάσεων όπερας. Ο ίδιος πάντως χαρακτηρίζει τον εαυτό ως «κλινικά τρελό αλλά πάντα επαγγελματία».
«Herzog on Hergoz»
Στο ομότιτλο βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 2002 με συνεντεύξεις του σκηνοθέτη (στην προσωπική του ιστοσελίδα το χαρακτηρίζει ως το μόνο αυθεντικό και εγκεκριμένο σύγγραμμα για το άτομό του), παραθέτει τις απόψεις του για την κινηματογραφική τέχνη.
Γι’ αυτόν, η σκηνοθεσία έχει πάρα πολύ μεγάλη σχέση με τη μουσική. Ο ρυθμός μιας ταινίας δεν εξασφαλίζεται στο μοντάζ, αλλά στα πλάνα, στις επί τόπου λήψεις, οι οποίες πρέπει να έχουν το σωστό «ρυθμικό» μέτρο. «Μέτριοι σκηνοθέτες κινούν την κάμερα χωρίς λόγο και χρησιμοποιούν χτυπητά τρικς και πληθώρα κατ, γιατί ξέρουν πως το υλικό τους δεν είναι τόσο δυνατό ώστε να υποστηριχτεί από μια παθητική κάμερα». Για τον Herzog όμως η κινηματογραφική κάμερα είναι μέρος της κίνησης, που ακολουθεί τον ηθοποιό κατά πόδας, χωρίς όμως να αναλώνεται σε κινήσεις που φανερώνουν την ύπαρξή της στον θεατή· είναι μέρος του χαρακτήρα των ηρώων.
Για τον ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη, η σημερινή ζωή έχει αποσυνδέσει τον άνθρωπο από τις πιο βασικές απολαύσεις και οι ταινίες είναι μια απόπειρά του να συνδέσει τους σύγχρονους κινηματογραφόφιλους με τους «αρχέτυπους εαυτούς τους». «Στις ταινίες μου τα αισθήματα είναι πάντα πρωτόγονα, τα τοπία συνδέονται με το δράμα. Δεν θα δεις ποτέ ανθρώπους να μιλάνε στο τηλέφωνο, να οδηγούν αυτοκίνητο, ή να ανταλλάσσουν ειρωνικά αστεία. Είναι πάντα κάτι μεγαλύτερο, βαθύτερο».
Είναι μια συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση, μια ντοκουμενταρίστικη διάθεση να αποτυπωθούν τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα, ατελή. «Είναι η αποκάλυψη της εκστατικής αλήθειας της ανθρωπότητας».
Rescue Dawn
Με το πέρασμα του χρόνου θα περίμενε κανείς πως αυτός ο άνθρωπος θα άλλαζε και θα ηρεμούσε. Κάθε άλλο. Με το τελευταίο σκηνοθετικό του εγχείρημα “Rescue Dawn” αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι διατηρεί απεριόριστα την τρέλα της νιότης του.
H κινηματογραφική βερσιόν του ντοκιμαντέρ «Little Dieter Needs to Fly», που γυρίστηκε το 1997, είναι η ιστορία ενός γερμανο-αμερικανού στρατιώτη, του οποίου το αεροπλάνο καταρρίφθηκε κατά τις πρώτες μέρες του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο πιλότος, ονόματι Ντίετερ Ντένγλερ, βασανίστηκε επί έξι μήνες σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Λάος, μέχρις ότου κατάφερε να δραπετεύσει, παίρνοντας μαζί του και άλλον ένα αιχμάλωτο, τον Ντιν Μάρτιν. Ο Ντένγκλερ βοήθησε τον Μάρτιν, που ήταν άρρωστος, διασχίζοντας την αφιλόξενη ζούγκλα που μαινόταν από τους μουσώνες, φτιάχνοντας μια σχεδία, καμουφλάροντάς τον με κλαδιά και οδηγώντας τον μέσα από βάλτους δια του ποταμού Μεκόνγκ. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, έπεσαν σε μια ομάδα χωρικών που τους επιτέθηκε, αποκεφαλίζοντας τον Μάρτιν. Ο Ντένγκλερ κατάφερε να διαφύγει, παραμένοντας στο δάσος για βδομάδες, τρώγοντας μόνο φίδια και σκαθάρια, μέχρι να καταφέρει να διασωθεί από ένα ελικόπτερο του αμερικανικού στρατού.
Στο ντοκιμαντέρ, που προηγείται της ταινίας, ο Ντίετερ μέσω ενός μονολόγου περιγράφει με ζωηρά χρώματα τη φρίκη που έζησε χαμένος στη ζούγκλα. Με το τωρινό του εκπόνημα ο Herzog επιχειρεί να μεταφέρει αυτόν τον μονόλογο σε μια μεγάλου μήκους ταινία, αποδίδοντας ταυτόχρονα φόρο τιμής και στον προσωπικό του φίλο, που πέθανε το 2001, και που ενσάρκωνε για τον σκηνοθέτη «ό,τι μου αρέσει για την Αμερική: αυτοπεποίθηση, κουράγιο, πίστη και αισιοδοξία, ένα περίεργο είδος ειλικρίνειας και χαράς για ζωή».
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Herzog είχε να αντιμετωπίσει πληθώρα αρνητικών σχολίων από τους δύσπιστους συνεργάτες του, καθώς για πρώτη ίσως φορά δούλευε με ένα μεγάλο συνεργείο, αφού τη χρηματοδότηση της ταινίας ανέλαβαν αμερικανικά στούντιο. Σε κάθε ευκαιρία, του μετέδιδαν τη δυσπιστία τους για τον παράξενο, ενστικτώδη, ακόμα και ερασιτεχνικό τρόπο σκηνοθεσίας. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έπρεπε να είναι ο ίδιος που θα έκοβε τα ζαχαροκάλαμα όταν το συνεργείο ήχου έκανε την ηχογράφηση. Προβληματίζονταν από την άγνοιά του γύρω από το σενάριο, το οποίο δεν είχε ξαναδιαβάσει από τότε που ολοκλήρωσε τη συγγραφή πριν 3 χρόνια, γιατί ήθελε να αντιδράσει «στην κατάσταση στη ζούγκλα με μια φρέσκια ματιά». Ενοχλούνταν από την ασυνέπεια στην αλληλουχία των σκηνών για την οποία ο Herzog έλεγε ότι είναι «ασήμαντης σημασίας», από την ικανοποίησή του με βιαστικά αυτοσχεδιασμένα πλάνα με hand-held κάμερα ή από την επιμονή του να χρησιμοποιεί μόνο μία κάμερα για την μαγνητοσκόπηση.
Σε όλες τις επικρίσεις, ο Herzog απαντούσε ότι η προσέγγισή του δημιουργεί μια «δυναμική στην ταινία και ένα αίσθημα παρακολούθησης της όλης σκηνής». Οι περισσότεροι συνεργάτες του πάντως επέμειναν πως η όλη συμπεριφορά του μάλλον επιδεικνύει την έλλειψη τεχνικών γνώσεων εκ μέρους του, σχόλιο που ο Herzog αγνοούσε, όπως και όλα τα υπόλοιπα, με ευγενικό τρόπο πάντα, προσποιούμενος πως ήταν μόνο αυτός, οι ηθοποιοί του και η ζούγκλα.
Επικίνδυνες σφαίρες
Ο Werner Herzog είναι περισσότερο γνωστός για τα ευτράπελα που έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων των ταινιών του, παρά για την παράξενη θεματολογία των κατά τα άλλα περίφημων έργων του. Το βιογραφικό του βρίθει επικίνδυνων κινηματογραφικών αποστολών και παράδοξων περιστατικών στα γυρίσματα, τόσα που θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρο τόμο.
Όταν ρωτάται γιατί τα γυρίσματά του χαρακτηρίζονται από αυτήν την πληθώρα ίντριγκας, φόβου, υπερβολής, καταστροφής και μερικές φορές θανάτου (στο «Fitzcarraldo» ένα μέλος του συνεργείου αυτό-ακρωτηρίασε το πόδι του όταν δαγκώθηκε από δηλητηριώδες φίδι, έναw άλλος έμεινε παράλυτος, ενώ ο εικονολήπτης τραυματίστηκε στο χέρι και υποβλήθηκε σε ράμματα χωρίς αναισθητικό), απαντά πως είναι καθαρά θέμα –αφύσικων- «στατιστικών». «Ο χαρακτήρας μου δεν έχει καμία σημασία, ακόμα και αν κανείς δεν το πιστεύει. Οι άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν πιστεύουν πως μου αρέσει να είναι η κινηματογράφηση δύσκολη. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν παίρνω αχρείαστα ρίσκα».
Απλά φαίνεται πως οι μπελάδες κυνηγούν τον σκηνοθέτη. Ή μήπως το αντίθετο; Ο Joseph Lieck, πρώτος βοηθός του στο “Rescue Dawn” που παραιτήθηκε όμως πριν τελειώσουν τα γυρίσματα, έχει διατυπώσει μια θεωρία για τον Werner Herzog, που ίσως και να περιέχει μια δόση αλήθειας: «πιθανώς από την εφηβεία του, (ο Werner) έχει προσπαθήσει πολύ σκληρά να πετύχει έναν μεγάλειώδες, ποιητικό θάνατο. Όποτε υπάρχει κάτι επικίνδυνο, μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι θα τρέξει για να το κάνει πρώτος. Προσωπικά όμως σκέφτομαι ότι θα ζήσει μέχρι τα 105 του, πεθαίνοντας ήσυχος στον ύπνο του».
Αθανασία Μιχοπούλου
Αναρτήθηκε στις CINEMA, ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ | Ετικέτες: CINEMA, ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ


