Τα δώρα της Artfree συνεχίζονται χωρίς σταμάτημα και πρέπει να ευχόμαστε τη μακροημέρευση αυτής της ανεξάρτητης μικρής εταιρείας τόσο στο χώρο της διανομής κινηματογραφικών ταινιών όσο και σε αυτό του DVD.

Ο Τζον Κασαβέτης υπήρξε ένας ριζοσπάστης, αντικομφορμιστής, ηθοποιός και σκηνοθέτης του αμερικάνικου κινηματογράφου (σαν σκηνοθέτης δηλώνει «ερασιτέχνης» και σαν ηθοποιός υπογράφει επαγγελματίας) κινούμενος μέσα και έξω από το σύστημα, δίπλα του και απέναντι. Σπούδασε ηθοποιία στην Academy of Dramatic Arts της Νέας Υόρκης υιοθέτησε τις αρχές του Actor’s Studio αλλά πολύ σύντομα δημιούργησε το δικό του πρωτότυπο και ιδιότροπο εργαστήρι για νέους ηθοποιούς στη Νέα Υόρκη. Πέρασε στη σκηνοθεσία γιατί είχε πάρα πολλά να πει και γιατί ήταν πεπεισμένος ότι αν δεν τα έλεγε ο ίδιος, δεν θα μπορούσε να τα πει με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον, κανείς άλλος. Κινήθηκε χαράζοντας τη δική του μοναχική και πρωτοποριακή πορεία ανάμεσα στον αμερικάνικο ανεξάρτητο underground κινηματογράφο και στο περιθώριο του Χόλιγουντ, φροντίζοντας να βρίσκει κάθε φορά τρόπο να ολοκληρώνει τις ταινίες του, χωρίς να αλλοιώνει σχεδόν καθόλου το αρχικό του όραμα. Με επιθετικότητα και αξιοθαύμαστη διορατικότητα διείσδυσε κάτω από την επιφάνεια του μεσοαστικού αμερικανικού κοινωνικού στρώματος «αποκαλύπτοντας την χρεοκοπία του ζευγαριού, τη κόλαση της οικογένειας, τον ίλιγγο της μοναξιάς, την απογοήτευση από το μύθο της επαγγελματικής καταξίωσης» (Μισέλ Δημόπουλος από την εισαγωγή του βιβλίου του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον Τζον Κασαβέτη). Επιστράτευσε εκτός από τους μόνιμους συνεργάτες και φίλους του επαγγελματίες ηθοποιούς (Πίτερ Φολκ, Μπεν Γκαζάρα, Σίμουρ Κασέλ) και την αγαπημένη του συνεργάτη και σύντροφο «φαινόμενο» ηθοποιίας Τζίνα Ρόουλαντς και πολλούς «ερασιτέχνες» μεταξύ των οποίων τη πεθερά του και τα παιδιά του. Αφήνει τους ηθοποιούς του να αυτοσχεδιάζουν πάντα όμως κινούμενοι στα πλαίσια ενός προϋπάρχοντος αυστηρά προκαθορισμένου σεναρίου. Πρόκειται για αυτοσχεδιασμό με καθοδήγηση. Όπως γράφει ο Άντριου Σάρις στα 1968 «ο τρόπος που σκηνοθετεί, όπως και ο τρόπος που παίζει ταλαντεύεται ανάμεσα στον ανορθόδοξο (έως έξαλλο) αυτοσχεδιασμό και τη κραυγαλέα εφευρετικότητα». Γύριζε πολλά μέτρα υλικού και μόνταρε πάρα πολύ καιρό, για χρόνια, δημιουργώντας μια μπομπίνα ξεχωριστή για κάθε έναν από τους βασικούς ήρωες της ταινίας (αυτό συνέβη ιδιαιτέρως στους Συζύγους), συνθέτοντας μια ενιαία κόπια, καταβάλλοντας μεγάλο κόπο κάθε φορά να αποχωριστεί το μέγεθος του υλικού του για να καταλήξει σε μια επικρατούσα εκδοχή.
Η συλλογή που κυκλοφόρησε η Artfree αποτελείται από 5 από τις καλύτερες ταινίες του Κασαβέτη αν και όλες οι ταινίες του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον (Σύζυγοι,1970, Μίνι και Μόσκοβιτς, 1971, Γκλόρια, 1981, Ερωτική Θύελλα, 1984, ακόμα και αυτές που πραγματοποίησε με επεμβάσεις των παραγωγών όταν δούλεψε στα μεγάλα στούντιο Όταν ο πόθος προστάζει, 1961, Το παιδί μας σε περιμένει, 1963).
Οι Σκιές είναι η πρώτη ταινία του Τζον Κασαβέτη γυρισμένη το 1958, σε δύο εκδοχές μια 60λεπτη που κέρδισε το θαυμασμό του πάπα του underground κινηματογράφου Τζόνας Μήκας και σε μια 87λεπτη που παίχτηκε ένα χρόνο μετά και στοίχισε την αποπομπή του νεωτεριστή κινηματογραφιστή από τους κόλπους του ανεξάρτητου κινηματογράφου, κάτι αντίστοιχου με το γαλλικό νέο-κύμα. Κυρίαρχα θέματα της ταινίας, αυτό των φυλετικών διακρίσεων που εισάγεται με πρωτότυπο και ευφυή τρόπο και αυτό της φιλίας. Μορφικά στοιχεία που σε άλλες ταινίες θα εκλαμβάνονταν σαν ελαττώματα (με κύριο την ντοκιμαντερίστικη φωτογραφική αισθητική) εδώ θεωρούνται αρετές.
Για τα Πρόσωπα, 1968, τέταρτη ταινία του Κασαβέτη και ίσως την πιο αντιπροσωπευτική του ύφους του, χρειάστηκαν έξι μήνες γύρισμα, εκατόν είκοσι πέντε ώρες υλικό, δυόμισι χρόνια μοντάζ. Η δράση εξελίσσεται σε δώδεκα ώρες, σε δύο διαμερίσματα και ένα μπαρ με ένα εξόχως μινιμαλιστικό τρόπο. Η ιστορία της απομάκρυνσης ενός ζευγαριού, της αμοιβαίας μοιχείας του και της αδυναμίας να προχωρήσει στον οριστικό χωρισμό του, δοσμένη με τον ανελέητο τρόπο του Κασαβέτη όπου τις πολλές στιγμές υστερίας ακολουθούν κάποιες λιγότερες ηρεμίας. Στο σινεμά του Κασαβέτη κυριαρχούν το αλκοόλ, η βία των λέξεων και των σωμάτων. Ο φιλμικός χρόνος πλησιάζει τον πραγματικό, ο Κασαβέτης κάνει χρήση των γκρο-πλάνων αλλά και του παράλληλου αντιστικτικού μοντάζ, εντείνοντας το αίσθημα της θλίψης και της μοναξιάς.
Τρίτη ταινία της συλλογής το Μια γυναίκα εξομολογείται, 1974, το αμερικάνικο αντίστοιχο του «Σκηνές από ένα Γάμο» του Μπέργκμαν. Η κρίση του γάμου και η «γυναικεία τρέλα» είναι τα θέματα αυτής της ταινίας του ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη που καταλάβαινε όσο πολύ λίγοι δημιουργοί τις γυναίκες αλλά και τους άντρες. Ο Κασαβέτης γνωρίζει ότι η «ασθένεια των γυναικών» είναι η αρρώστια του κόσμου, η μαύρη τρύπα του σύγχρονου ανθρώπου, σημειώνει εύστοχα ο Γιώργος Μπράμος στο προαναφερθέν βιβλίο της ιδιαίτερα πετυχημένης σειράς για σκηνοθέτες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το πάθος, το χιούμορ, το σοβαρό και το γελοίο αλληλοδιαδέχονται στην ταινία όπως άλλωστε και οι διαθέσεις της Μέιμπελ. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους οι Πίτερ Φολκ και Τζίνα Ρόουλαντς πραγματοποιώντας δύο αξεπέραστες ερμηνείες.
Στη Δολοφονία ενός κινέζου μπουκμέικερ, 1976 στο οποίο πρωταγωνιστεί ο εις εκ των βασικών συνεργατών του Μπεν Γκαζάρα, ο Κασαβέτης εισβάλλει στο κόσμο του φιλμ-νουάρ σκορπώντας στην αφήγηση και την κινηματογράφηση της ταινίας ένα διφορούμενο στοιχείο, συσκοτίζοντας συνεχώς την εξέλιξη του μύθου. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης συντελείται εκτός κάδρου. Ο Κόσμο ιδιοκτήτης ενός στριπτιζάδικου για να πληρώσει τα χρέη του και να σώσει τη ζωή του γίνεται εκτελεστής, σε μία άλλη κατά Κασαβέτη εξιστόρηση αναζήτησης του αμερικάνικου ονείρου και της κατακρήμνισης του όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα.
Και τέλος στο Νύχτα Πρεμιέρας, 1978, που θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά τη Σώτη Τριανταφύλλου ένα ρημέικ των Συζύγων με μια γυναίκα στο ρόλο ενός από τους τρεις συζύγους, έχουμε μια ταινία γύρω από την ανάγκη διατήρησης της παιδικότητας, γύρω από το δικαίωμα στο όνειρο και την ιδιωτικότητα. Επίσης μια ταινία γύρω από την δυσκολία να συμφιλιωθεί η κοινωνικότητα με την ταυτότητα του προσώπου, γύρω από την αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας θαμμένης κάτω από τις μάσκες εκατοντάδων ρόλων. Η Τζίνα Ρόουλαντς θειική, μας χαρίζει άλλη μια ασυναγώνιστη ερμηνεία.
Με κάποια λίγα extras και ίσως λιγότερη επιμέλεια στους υπότιτλους από όσο θα έπρεπε η συλλογή του Τζον Κασαβέτη δεν πρέπει να λείπει από κανέναν.
Τρεις από τις σημαντικότερες ταινίες περιλαμβάνει η μίνι συλλογή του μεγάλου δάσκαλου του κινηματογράφου και του θεάτρου (ανέβασε πολλές παραστάσεις στο Μπροντγουέι πριν περάσει στην κινηματογραφική σκηνοθεσία στην οποία εισήγαγε μέσω του Actor’s Studio του οποίου υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη τη μέθοδο Στανισλάβσκι στο παίξιμο των ηθοποιών με εντυπωσιακά αποτελέσματα) Ηλία Καζάν που έμεινε δυστυχώς περισσότερο γνωστός για την «προδοσία» του την εποχή του μακαρθισμού, για την οποία δεν μπόρεσε να συγχωρεθεί ποτέ (εντελώς) από το καλλιτεχνικό στερέωμα μέχρι πρόπερσι που πέθανε παρόλο που ζήτησε συγνώμη δημόσια, αλλά και μέσα από το έργο του. Ο συμβιβασμός (τίτλος ίσως και της καλύτερής του ταινίας το 1969) αποτελεί την αναπόφευκτη παρόλο ανεπιθύμητη κατάληξη της πορείας των ηρώων του που θέλουν να ζήσουν κόντρα στο κατεστημένο και τα καθιερωμένα.
Baby Doll (Η Φωνή του Πόθου, 1956) σε σενάριο του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα Τένεσση Ουίλιαμς όπου η κουκλίτσα Κάρολ Μπέηκερ αν και παντρεμένη (με ένα είδος λευκού γάμου που θα ενεργοποιούταν όταν θα έκλεινε τα είκοσι χρόνια της κάτω από κάποιες προϋποθέσεις) συνεχίζει να βυζαίνει το δάχτυλό της, αν και αυτό δεν εμποδίζει να αποτελέσει το οδυνηρό αντικείμενο του πόθου των αντρών έστω και αν δεν καθομολογείται πάντοτε ως τέτοιο. Το διφορούμενο στοιχείο που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στο σενάριο του Τενεσσή Ουίλιαμς αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ταινίας.
Face in the crowd (Μια Μορφή μέσα στο Πλήθος, 1957) μια προφητική ταινία για τα μέσα επικοινωνίας και τη δύναμη και επιρροή της τηλεόρασης που αντέχει άνετα μέχρι σήμερα. Συστήνεται ανεπιφύλακτα όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες ταινίες του σημαντικού δημιουργού.
America America (1963) αυτοβιογραφική, λυρική εξιστόρηση της περιπέτειας του θείου του δημιουργού, Σταύρου μέχρι να καταφέρει μετά χιλίων βασάνων και κόπων να φτάσει στην Αμερική όπου θα ακολουθήσει στην συνέχεια όλη η οικογένεια του Ηλία Καζαντζόγλου και που θα πλουτίσει από το εμπόριο χαλιών. Πολλές φορές θα συναντήσουμε από δω και πέρα το αυτοβιογραφικό στοιχείο στο έργο του Ηλία Καζάν υλοποιημένο με συγκλονιστικό τρόπο, ιδίως στο αριστούργημά του, Ο Συμβιβασμός, που προαναφέρθηκε. Χωρίς extras ίσως λόγω και της κυκλοφορίας από τις εφημερίδες.
Tokyo Story (1953) του Γιασουζίρο Όζου και Χαρακίρι (1963) του Μαζάκι Κομπαγιάσι δύο συγκλονιστικά αριστουργήματα του ιαπωνικού κινηματογράφου που θα μπορούσαν να γραφτούν εκατοντάδες σελίδες γι αυτά κυκλοφορούν και σε DVD έπειτα από την προβολή τους από την Artfree στις αίθουσες το χειμώνα σε καινούργιες αποκατεστημένες κόπιες. Η είσοδος των δυτικών ηθών οδηγεί στην κατάρρευση την παραδοσιακή ιαπωνική δομή και ηθική. Οι δύο γέροι γονείς είναι τα θύματα της βίαιης αυτής ανατροπής που συντελέστηκε σταδιακά μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η μάνα μετά την επίσκεψή της στο Τόκυο και τα παιδιά της, πεθαίνει. Στο τέλος της ταινίας ο πατέρας με αξιοπρέπεια και τελείως ανεξήγητη για μας τους δυτικούς στωικότητα και εγκαρτέρηση (που έχει σχέση με τη φιλοσοφία του ζεν) αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της ανελέητης μοναξιάς του που επιβάλλεται από τα νέα ήθη. Σταθερή λήψη από το ύψος των γονάτων περίπου, σε κοντρ-πλονζέ που τονίζει την εντύπωση του μεγαλείου και του σεβασμού του ανθρώπου, συνεχής καταστρατήγηση των βασικών κανόνων του κλασικού αφηγηματικού κινηματογράφου (κυρίως του άξονα) δημιουργούν ένα μοναδικό πρωτοποριακό σκηνοθετικό στιλ ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου.
Σε αντίθεση με τον υπέρμαχο της παράδοσης Όζου, ο μαρξιστικής κατεύθυνσης σκηνοθέτης Κομπαγιάσι μάχεται την παράδοση και την «ιαπωνικότητα» ασκώντας μια δριμεία και ανελέητη κριτική στη τελετουργική αυτοκτονία γνωστή με το όνομα χαρακίρι. Μέσα από ένα πρωτότυπο και ευφυές σενάριο καταδείχνει τις αντιδραστικές και απολυταρχικές δομές της ιαπωνικής κοινωνίας δημιουργώντας μερικές συγκλονιστικές σεκάνς, όπως αυτή όπου ο νεαρός και εξαθλιωμένος από τη φτώχια σαμουράι, που απειλεί με χαρακίρι ζητώντας ελεημοσύνη για να σώσει το ετοιμοθάνατο παιδί του, εξαναγκάζεται από τους φεουδάρχες να κάνει χαρακίρι (ώστε να λειτουργήσει ο θάνατός του αποτρεπτικά για άλλους που θα είχαν την ίδια ιδέα να πράξουν το ίδιο), με ένα ξύλινο σπαθάκι αφού είχε πουλήσει το αληθινό.
Μια μυθική ταινία κυρίως για τον τρόπο που γυρίστηκε είναι το «Αλάτι της Γης» του Χέρμπερτ Μπίμπερμαν ενός από τους δέκα που βρίσκονταν στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ την εποχή του μακαρθισμού. Σκηνοθετημένο ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους μεταλλωρύχους που έπαιξαν τους εαυτούς τους και αναβίωσαν για τις ανάγκες της κινηματογραφικής τέχνης την απεργία που είχαν πραγματοποιήσει δύο χρόνια πριν στο Σίλβερ Σίτυ (1951) με αιτήματα για ισότητα και αύξηση των πενιχρών μισθών τους. Δεν θα λέγαμε ότι η ταινία άντεξε αισθητικά στο χρόνο, αλλά σίγουρα διατηρεί αναλλοίωτη την αξία της σαν πράξη αντίστασης στην επιβολή της ολοκληρωτικής λογικής στο χώρο της τέχνης.
Στις 8 Μάη του 1938 που ο Χίτλερ επισκέπτεται τη Ρώμη και συναντιέται με τον Μουσολίνι, αυτή την ξεχωριστή μέρα που δονείται από πατριωτική ένταση, τελείται η συνάντηση μιας ιταλίδας νοικοκυράς μητέρας 6 παιδιών και συζύγου φασίστα άντρα (Σοφία Λόρεν) και ενός ομοφυλόφιλου (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) καταδιωγμένου λόγω της «ιδιαιτερότητας» του αυτής από το καθεστώς που καταλήγει σε ερωτική επαφή. Ο Έτορε Σκόλα με το μια «Ξεχωριστή Μέρα»,1977 καταγγέλλει τη σαπίλα και το θάνατο που αποπνέει ο φασισμός που καταπνίγει κάθε ανθρωπιά, μέσα από το σύνηθες περίτεχνο σεναριακό, σκηνοθετικό, υποκριτικό και φωτογραφικό του στιλ, χωρίς όμως να βρίσκεται στην καλύτερη σκηνοθετική του στιγμή. Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι και η ηχητική μπάντα της ταινίας.
Για τον «Καιρό των Τσιγγάνων» ότι και να πούμε θα είναι λίγο. Πρόκειται για την εκδοχή που παίχτηκε στη τηλεόραση περιέχοντας πολύ περισσότερες σκηνές από ότι η κινηματογραφική εκδοχή. Παρόλο που θα προτιμούσαμε να συμπεριλαμβάνεται και η κινηματογραφική εκδοχή, η κυκλοφορία ενός από τα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα του σύγχρονου κινηματογράφου, αποτελεί γεγονός στο χώρο του DVD. Στο «Καιρό των Τσιγγάνων», 1989, συναντάμε όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του μεγάλου δημιουργού που τώρα βρίσκεται σε κρίση, την ποίηση, τον λυρισμό, την ονειρική ατμόσφαιρα, τη μαγεία, το γλυκόπικρο τόνο. «Το παράδοξο σμίγει με το μαύρο χιούμορ και η ποίηση με το σουρεαλισμό και το γκροτέσκο».(Θόδωρος Σούμας, 12 Ευρωπαίοι Σκηνοθέτες). Στη σκηνή του ονείρου στη λίμνη, όπου κυριαρχούν το νερό και η φωτιά, ο Κουστορίτσα δημιουργεί ένα απίστευτου ομορφιάς μουσικό-οπτικό ποίημα με την επικουρία της ελεγειακής μουσικής του Μπρέγκοβιτς, που παρόμοιο δεν έχουμε δει στην ιστορία του κινηματογράφου. Την ίδια ομορφιά αναδύει η σεκάνς του τέλους όπου ο Περχάν εκδικείται τον υπεύθυνο για το χάσιμο της παιδικής του αθωότητας και αγνότητας.
Mahabharata σημαίνει η «Ιστορία της Μεγάλης Ινδίας» και επειδή σε όλα τα μεγάλα έπη το ειδικό συναντά το γενικό, το τοπικό το παγκόσμιο και το πανανθρώπινο, έτσι Mahabharata καταλήγει να σημαίνει «η ιστορία του ανθρώπινου είδους». Ο Πίτερ Μπρουκ δούλεψε πολλά χρόνια για να ανεβάσει στο θέατρο σε συνεργασία με τον Ζαν Κλόντ Καριέρ που έγραψε τα κείμενα το Mahabharata, το οποίο περιόδευσε με μεγάλη επιτυχία σε όλα τα μέρη του κόσμου, ενώ το 1989 κινηματογραφήθηκε. Η Artfree κυκλοφόρησε σε μια κασετίνα 2 DVD την διαρκείας 5 ωρών και 25 λεπτών κινηματογράφηση της παράστασης από τον Πίτερ Μπρουκ και ένα πολύ ενδιαφέρον making of της ταινίας.
Όλες οι ταινίες που έκανε ο Παύλος Τάσιος στα πλαίσια του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (αφού σκηνοθέτησε και κάποιες στα πλαίσια του παλιού εμπορικού) κυκλοφόρησαν από την Artfree. Ναι μεν, αλλά…(1972), όπου ο Φάνης Χηνάς ένας καταπιεσμένος παντρεμένος με μια επαρχιοτοπούλα που δεν αγαπά, αφού σκοτώσει μια νεαρή φοιτήτρια στο πρόσωπο της οποίας δολοφονεί κάθε γυναίκα που δεν μπορεί να αποκτήσει, αυτοκτονεί δημόσια, Οι προστάτες (1973), με τον Μάνο Κατράκη στο ρόλο του αντικομφορμιστή ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, Το βαρύ πεπόνι (1977),από τις πιο δημοφιλείς ταινίες της δεκαετίας με το Μίμη Χρυσομάλλη σε μια έξοχη ερμηνεία, Παραγγελιά (1980), που είναι εμπνευσμένη από τη γνωστή ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, άψογα ερμηνευμένο από τον Αντώνη Αντωνίου, Το Στίγμα (1982), ίσως η πιο καλλιτεχνική δουλειά του, που αναφέρεται στην αντιμετώπιση ενός νέου ζευγαριού του «στίγματος» που συνιστά η γέννηση του πάσχοντος από μογγολισμό παιδιού τους (Αντώνης Καφετζόπουλος, Όλγα Λαζαρίδου) που καταλήγει στο έγκλημα για να απαλλαγεί από αυτό, ταινία που βραβεύτηκε και στο Κάρλοβι Βάρι, Τα βαποράκια (1983) και Νοκ-άουτ (1986), η τελευταία του ταινία με το Γιώργο Κιμούλη. Κατόπιν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο και ασχολήθηκε με την τηλεόραση. Ο Παύλος Τάσιος υπήρξε συνεπής θιασώτης ενός κοινωνικού κινηματογράφου με μήνυμα αρκετά μονοσήμαντο πολλές φορές. Ο κινηματογράφος του είχε ικανοποιητική επιτυχία σε κοινό και κριτικούς, ενώ απέσπασε πολλά βραβεία στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αξίζει το κόπο να ανακαλύψετε το έργο του συμπαθούς δημιουργού έστω και αν είχε ορισμένες χτυπητές αδυναμίες. Extras δεν υπάρχουν.
Ανακεφαλαιώνοντας να πούμε ότι το προηγούμενο διάστημα κυκλοφόρησαν και άλλοι πολλοί ενδιαφέροντες τίτλοι από την Artfree που γι αυτούς μπορείτε να πληροφορηθείτε από το site της εταιρίας (www.artfree.org) και που λόγω χώρου δεν μπορούμε να αναφερθούμε σε αυτές.
Γιάννης Καραμπίτσος
Αναρτήθηκε στις ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ DVD | Ετικέτες: CINEMA, ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ DVD












