ΑΠΟ 22 ΜΑΪΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
Σε επανέκδοση με καινούριες κόπιες
Zabriskie Point
Credits
Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni
Σενάριο: Michelangelo Antonioni, Harrison Starr, Clare Peploe
Φωτογραφία: Alfio Contini
Μοντάζ: Franco Arcalli, Jim Benson
Σπέσιαλ εφέ: Earl McCoy
Μουσική: David Gilmour, Pink Floyd, Roger Waters
Παραγωγός: Carlo Ponti
Σχεδιασμός παραγωγής: Dean Tavoularis
Έτος: 1970
Είδος: Έγχρωμη
Χώρα: ΗΠΑ
Γλώσσα: Αγγλικά
Διάρκεια: 110’

Σύνοψη
Το Zabriskie Point είναι η μοναδική ταινία του μεγάλου Ιταλού δημιουργού που γυρίστηκε στην Αμερική. Μέσα από τη χαλαρή ιστορία ενός νεαρού πολιτικοποιημένου ακτιβιστή και της γραμματέως ενός επιχειρηματία, την τυχαία συνάντησή τους, τον έρωτά τους, την περιπλάνησή τους στην έρημο, την δολοφονία του νέου από τους αστυνομικούς και την επιστροφή της ηρωίδας στην καθημερινότητά της, ο Αντονιόνι καταθέτει την δική του ματιά στα ταραγμένα όσο και ανήσυχα sixties στις Η.Π.Α., στην ουτοπία της εξεγερμένης αμερικάνικης νεολαίας, στον διαρκή εφιάλτη της καταναλωτικής κοινωνίας, στην γοητεία της περιπλάνησης στην άγνωστη ήπειρο.
Με ένα σχεδόν ντοκιμαντερίστικο στυλ, με μουσικές των Stones, των Grateful Dead και των Pink Floyd, ο Αντονιόνι βρίσκει την αφορμή να διατρέξει μια δεκαετία και μια ήπειρο, να σημαδέψει την σεξουαλική απελευθέρωση με μια εμβληματική ερωτική σεκάνς, να καταλήξει στο οικείο «ψυχρό» μεγαλοαστικό περιβάλλον, πριν το κυριολεκτικά εκρηκτικό, αναπάντεχο φινάλε (που αντέγραψε και ο Φίντσερ στο Fight Club). Μολονότι εντελώς διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα φιλμ του μεγάλου κινηματογραφιστή, το Zabriskie Point παραμένει ακόμα και σήμερα μια αυθεντική δημιουργική κατάθεση για την έκρηξη των sixties, την αντικουλτούρα, την ιδεολογική σύγχυση, την λυσσασμένη επιθυμία για εξέγερση, το ουτοπικό πλην όμως διαρκές όραμα της ανατροπής, ένας νεολαιϊστικος και όχι μόνο στοιχειωμένος μύθος που επανέρχεται με κάθε προβολή, με κάθε νότα, με κάθε κραυγή…
ΑΠΟ 22 ΜΑΪΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
Σε Α’ προβολή
Ένα σπάνιο ντοκιμαντέρ
για τη Βολιβία και τον Έβο Μοράλες
Cocalero
Credits
Σκηνοθέτης: Alejandro Landes
Σενάριο: Alejandro Landes
Φωτογραφία: Jorge Manrique Behrens
Μοντάζ: Lorenzo Bombicci, Jorge Manrique Behrens, Kate Taverna
Μουσική: Leo Heiblum, Jacobo Lieberman
Παραγωγός: Ellyn Daniels, Julia Solomonoff, Alejandro Landes
Έτος: 2006
Είδος: Ντοκιμαντέρ
Χώρα: Αργεντινή, Βολιβία
Διάρκεια: 94’

Σύνοψη
Πρόσφατα, οι ΗΠΑ κατηύθυναν τον πόλεμό τους κατά των ναρκωτικών, εναντίον των Βολιβιανών περιφερειών που καλλιεργούν κόκα κι απ’ την πλευρά της η Βολιβιανή κυβέρνηση επιχείρησε να απαγορεύσει τις καλλιέργειες, στερώντας από τους ιθαγενείς τα βιοποριστικά τους μέσα. Ως αντίδραση, οι αγρότες σχημάτισαν μια ισχυρή ένωση. Ηγέτης τους ο ιθαγενής της φυλής Aymara, Έβο Μοράλες, ο ακλόνητος και ανεπιτήδευτος σοσιαλιστής, που το 2005 έκανε την ιστορική απόπειρα να κατακτήσει την προεδρία.
Το Cocalero είναι μια εντυπωσιακή ιστορία για τη γεωπολιτική, τις κινητοποιήσεις του λαού, τον πολιτισμό των ιθαγενών και την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί από κοντά την προεκλογική εκστρατεία του Μοράλες, προσεγγίζοντας σε προσωπικό επίπεδο τον υποψήφιο και την Ενωτική Οργάνωση που τον στηρίζει, ενώ παρουσιάζει καίριες απόψεις και των δύο.
Αυτό που κάνει τον Μοράλες τόσο συναρπαστικό είναι το πόσο ασυνήθιστος υποψήφιος είναι. Ένας χαλαρός 40άρης εργένης, που φορά τζιν και αθλητικά παπούτσια, μένει σε σπίτι με ένα μόνο δωμάτιο, πίνει μπίρα με τους κολλητούς του και κολυμπά με το εσώρουχό του. Κινείται χωρίς να καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια ανάμεσα σε επίσημες εκδηλώσεις για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του και σε μαζικές συγκεντρώσεις, όπου προτείνει με χαρισματικό τρόπο την ανακατανομή του πλούτου, την επανεθνικοποίηση των βιομηχανιών και τη νομιμοποίηση των προϊόντων της κόκας.
Δεν είναι καθόλου παράξενο που οι προεκλογικές διακηρύξεις του Μοράλες εγείρουν έντονες αντιδράσεις. Όταν απευθύνει χαιρετισμό στον Ούγκο Τσάβες και τον αποκαλεί Commandante, η Βολιβιανή τηλεόραση θέτει το ερώτημα αν ο υποψήφιος χρηματοδοτείται και η εμφάνισή του σε ένα αεροδρόμιο προκαλεί ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς.
Αλλά ο Μοράλες, υπερασπιστής των Βολιβιανών ιθαγενών, κερδίζει τις εκλογές με πρωτοφανή πλειοψηφία. Το Cocalero παρουσιάζει αυτά ακριβώς τα γεγονότα με ζωντανό τρόπο, καθώς και τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν στη Λατινική Αμερική.
ΑΠΟ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
Σε επανέκδοση με καινούριες κόπιες
Να πεθαίνεις στα τριάντα σου
Credits
Σκηνοθέτης: Roman Goupil
Σενάριο: Roman Goupil
Φωτογραφία: Sophie Goupil, Jean Chiabaut, Renan Polles
Μοντάζ: Francoise Prenant
Ήχος: Dominique Dalmasso, Jacques Kebadian
Παραγωγή: ΜΚ2
Έτος: 1982
Είδος: Ντοκιμαντέρ
Χώρα: Γαλλία
Διάρκεια: 97΄
A/M
Βραβεία
Χρυσή Κάμερα Κάννες 1982

Σύνοψη
Δεκάδες είναι τα φιλμ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναφέρονται στις ταραγμένες μέρες του Γαλλικού Μάη κι ακόμα περισσότερα αυτά που προσπαθούν να συλλάβουν, ακόμα και στις μέρες μας, το «πραγματικό» νόημα της πιο ανήσυχης μεταπολεμικής δεκαετίας. Ο Ρομάν Γκουπίλ, στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου τότε, έζησε τα γεγονότα «από μέσα» όντας οργισμένος ακτιβιστής, σε πεζοδρόμια και οδοφράγματα. Πάντα μαζί του μια οχτάρα κάμερα, καθώς από τα μικράτα του κιόλας έβρισκε πολύ πιο απλό να κινηματογραφεί παρά να μιλάει καν. Πολιτικός του μέντορας, αλλά και κολλητός του, τότε, ο Μισέλ Ρεκανατί, ταγμένος επαναστάτης, παρών σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε σύγκρουση, σε δεκάδες συζητήσεις για το μέλλον και την κατεύθυνση της επανάστασης, ταυτόχρονα, ένα παιδί με ένα διαρκές τραύμα μετά την ανακάλυψη πως ήταν υιοθετημένος. Για τον νεαρό Μισέλ, η διαρκής εξέγερση ήταν ο μοναδικός τρόπος επαφής με τον κόσμο. Κι ο Μάης πέρασε κι ο Ρομάν Γκουπίλ μπλέχτηκε για τα καλά με το σινεμά (βοηθός πια σε σημαντικούς Γάλλους δημιουργούς), ενώ ο Μισέλ αγωνιζόταν να προσαρμοστεί στις καινούριες εποχές. Δεν το κατάφερε ποτέ, το 1978, πριν κλείσει τα τριάντα χρόνια του, έδωσε τέλος στη ζωή του. Ο Ρομάν Γκουπίλ, συγκεντρώνει το υλικό που τραβούσε τις μέρες της εξέγερσης, από διαδηλώσεις, θυελλώδεις συζητήσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας, προσωπικές καθημερινές στιγμές και αποχαιρετά τον αγαπημένο του φίλο και μαζί τις μέρες της αθωότητας. Δεν πρόκειται για μια πένθιμη ελεγεία, ο Ρεκανατί μοιάζει περισσότερο με τον Αντουάν Ντουανέλ, τον ήρωα του Τρυφώ που σχεδόν αδυνατούσε να κατανοήσει τα κίνητρα οποιουδήποτε άλλου εκτός του εαυτού του. Δεν είναι μια αναπόληση των «παλιών καλών καιρών», αλλά μια επιστολή στο παρελθόν γεμάτη φρεσκάδα και χιούμορ (άλλωστε το μοναδικό στυλ χάρισε στον Γκουπίλ και την «Χρυσή Κάμερα» στο Φεστιβάλ Καννών. Είναι μια μοναδική μαρτυρία «από τα μέσα» για όλους αυτούς που προτίμησαν «να καούν παρά να σκουριάσουν», για αυτούς που πραγματικά πλήρωσαν το τίμημα της ουτοπίας, αυτούς που πίστεψαν σχεδόν παθολογικά στην δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου. Το «Να πεθαίνεις στα τριάντα σου» είναι η τελευταία λέξη για τον Γαλλικό Μάη, γλυκόπικρη, ανάλαφρη, ασπρόμαυρη, ανήσυχη κι αντικομφορμιστική, όπως κι οι πρωταγωνιστές της.
Αναρτήθηκε στις CINEMA, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: CINEMA, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ