Η “Χρυσόσκονη” προβάλλεται σήμερα (7/11/2009) στις 20.45 στην Έλλη στα πλαίσια της εβδομάδας προβολών FOG films που διοργανώνουν οι “Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη” και σημειώνει μεγάλη επιτυχία αφού όλες οι προβολές γίνονται με κατάμεστη την αίθουσα, με ένα πολύ ζεστό και εκδηλωτικό κοινό και αρκετό κόσμο στις συζητήσεις. Πιο πριν θα προβληθεί το σημαντικό ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου “Η ΖΩΗ ΣΤΟΥΣ ΒΡΑΧΟΥΣ” στις 19.00 και στις 22.30 η πολύ ενδιαφέρουσα νέα ταινία της Στέλλας Θεοδωράκη RICORDI MI.
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΕ ΓΙΑ ΕΣΑΣ Ο @rtD Culture Internet TV ΜΕ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ “ΕΝΑΣ ΝΟΜΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ;” ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 5/11/2009 ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ FOG films.
H Σχέση του Ειδικού με το Γενικό στην “Χρυσόσκονη” και στα “Παιδιά του Ντιγιάρμπακιρ”
Ο παραστρατιωτικός δολοφόνος ζει την καθημερινή ζωή του με την όμορφη γυναίκα του και το χαριτωμένο παιδί του κανονικά χωρίς να διαφέρει από κανέναν μικροαστό “άνθρωπο της διπλανής πόρτας”. Η μεγάλη ψυχή του μικρού κοριτσιού από το Κουρδιστάν (Γκουλιστάν) με τα πανέμορφα μάτια και η πρώιμα αποκτηθείσα σοφία των “των παιδιών του Ντιγιάρμπακιρ” θα του αποδώσουν την τιμωρία που του αξίζει, χωρίς να κάνουν χρήση του “Οδόντα αντί Οδόντος”.
Την ταινία που προβλήθηκε στο Ιντεάλ στα πλαίσια του Πανοράματος του Ευρωπαϊκού Σινεμά παρακολούθησαν ελάχιστοι θεατές. Μόλις πριν προβαλλόταν η “Χρυσόσκονη”, της Μαργαρίτας Μαντά σε μια κατάμεστη αίθουσα όπως συνηθίζεται στις πρεμιέρες όπου εκτός των σινεφίλ που σπεύδουν να παρακολουθήσουν την ταινία, είναι μια ευκαιρία να συμβεί το ίδιο με τους συντελεστές της ταινίας, τους συγγενείς τους κλπ.
Η Χρυσόσκονη αν και πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Μαργαρίτα Μαντά, μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Η απόδοση της πεζής καθημερινότητας με έναν τρόπο που σπάνια βλέπουμε στον ελληνικό κινηματογράφο αντιπαρατίθεται με τον “ιδιότυπο” ρομαντισμό της ηρωίδας που δεν θέλει να πουληθεί το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε με τα άλλα δύο αδέρφια της, συνεισφέροντας έτσι στην γενική τάση που θέλει να αλλάξει για πάντα η όψη της πόλης, το ανθρώπινο πρόσωπο της ζωής μας (ότι έχει απομείνει τουλάχιστον), υπερασπίζοντας έτσι ταυτόχρονα και το γενικό.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το ειδικό της ηρωίδας είναι σε αρμονία με το γενικό, αλλά η διεισδυτικότητα της ταινίας δεν μένει εκεί μπαίνει στην θέση και των άλλων 2 αδελφιών και μας παρουσιάζει πως το ειδικό της κεντρικής ηρωίδας της “Χρυσόσκονης” ανεξάρτητα αν εκφράζει και το γενικό, καταπιέζει την ζωή τους (σε ένα βαθμό και την δική της) και δημιουργεί χάσμα στην επικοινωνία τους. Η ταινία εύστοχα σχολιάζει την περιθωριοποίηση που οδηγούνται οι ήρωες που επιμένουν “κόντρα στο ρεύμα” να οραματίζονται έναν άλλο κόσμο, μια άλλη ποιότητα ζωής, αλλά και τον προσωπικό αγώνα για την μετάβαση από την παιδική ηλικία και εποχή στην ωρίμανση και ωριμότητα , κάτι που η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα προσεγγίζοντας την ζωή και των τριών αδελφιών βαθιά, πολύπλευρα και με ευαισθησία. Με το ανοιχτό τέλος της αφήνει την δυνατότητα στον θεατή να προσεγγίσει το ζήτημα, να αναζητήσει την εξεύρεση της ισορροπίας ειδικού και γενικού και να βρει ενδεχόμενα την απάντηση.
Πέρυσι στην Πάτρα σε μια εκδήλωση της Καλλιτεχνικής Διάδρασης που για τρία χρόνια οργάνωσε προβολές και συζητήσεις με ελεύθερη είσοδο με μεγάλη επιτυχία αφού η συντριπτική πλειοψηφία των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε σε κατάμεστες αίθουσες, την πρώτη προβολή του προγράμματος εκείνης της μέρας παρακολούθησαν αρκετοί θεατές για τα δεδομένα του χώρου, καλεσμένοι ήταν και οι δύο σκηνοθέτες και μόλις τελείωσε η ταινία αποχώρησαν σχεδόν στο σύνολό τους (έμειναν 5) αφήνοντας πίσω τους διοργανωτές και τον σκηνοθέτη της δεύτερης ταινίας. Επειδή και οι δύο ταινίες ήταν άγνωστες στο πατρινό κοινό, οι θεατές της πρώτης ταινίας ενδεχόμενα γνώριζαν ή είχαν ακούσει για τον κινηματογραφιστή και τον τίμησαν. Δεν έκαναν το ίδιο για το τον δεύτερο που και η ταινία του άξιζε τον κόπο και ο ίδιος.
Το γενικό παίρνει την θέση που του αξίζει στις ταινίες της Μαργαρίτας Μαντά και του Μιράζ Μπεζάρ. Το ειδικό υπερισχύει για πολλοστή φορά όσον αφορά το κοινό και η συμπεριφορά του αγγίζει τα όρια του προσβλητικού για τους δημιουργούς των ταινιών και το έργο τους άσχετα αν είναι παρόντες ή όχι στις δύο περιπτώσεις που αναφέρουμε παραπάνω. Επίσης μια άλλη πλευρά της σχέσης ειδικού-γενικού έχει σαν αποτέλεσμα την μη στήριξη θεσμών, αφού όσο και αν ενισχύσει ο Δήμος Αθηναίων το εγχείρημα (ο κάθε Δήμος Αθηναίων και το κάθε εγχείρημα) δεν θα μπορέσει να επιβιώσει αν δεν το στηρίξει το κοινό, ειδικό ή μη. Και οι καλλιτέχνες που τους δίνεται η ευκαιρία σε κατάμεστες αίθουσες να πραγματοποιήσουν τις πρεμιέρες των ταινιών τους, να μην έχουν τέτοια ευκαιρία στο άμεσο μέλλον.
Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε την χαμένη ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με μια διαφορετική ριζοσπαστική άποψη που ενδεχόμενα μπορεί να συνεισφέρει στην λύση ενός προβλήματος ή στην αλλαγή ακόμα της ζωής μας, στο χάσιμο του ραντεβού μας με το timing, την ευτυχή συγκυρία που είναι αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό μιας ανιδιοτέλειας για τα πράγματα, όπως κάλλιστα θα μπορούσε να συμβεί αν το ζήτημά μας ήταν η αναζήτηση ενός συντρόφου, τότε αυτό που χάνουμε είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο από μια ταινία.
Τέλος αυτό που είναι γενικό σε μια περίπτωση είναι ενδεχόμενα ειδικό όσον αφορά ένα άλλο ευρύτερο ζήτημα. Η διαλεκτική σχέση ειδικού και γενικού, η αρμονία και η ισορροπία που δημιουργεί στην καθημερινή ζωή λύνει στην πραγματικότητα πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα εμπόδια μοιάζει να δημιουργεί. Γ.Κ.
Ο Φατίχ Ακίν παρουσιάζει το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του συμπατριώτη του Μιράζ Μπεζάρ, «Τα Παιδιά του Ντιγιάρμπακιρ», ένα επώδυνα ρεαλιστικό δράμα, με θέμα τις περιπέτειες δύο ανήλικων αδερφών, τα οποία, ακολουθώντας τον αναπάντεχο χαμό των γονιών τους, προσπαθούν «με νύχια και με δόντια» να τα βγάλουν πέρα με τη γεμάτη αντιξοότητες καθημερινότητα, σε μια από τις πλέον αφιλόξενες γειτονιές της Τουρκίας, στη δεκαετία του ’90.
Επιστρέφοντας από ένα γάμο σε γειτονική πόλη, ένας Κούρδος δημοσιογράφος, η σύζυγός του και τα τρία τους παιδιά – η Γκουλιστάν, ο Φιράτ και ο νεογέννητος αδερφός τους – πέφτουν σε ενέδρα τριών ενόπλων ανδρών, οι οποίοι εκτελούν εν ψυχρώ τους γονείς μπροστά στα έντρομα μάτια των παιδιών. Η θεία τους, μια ακτιβίστρια με έντονη «υπόγεια» δράση, αναλαμβάνει την κηδεμονία τους. Καθώς όμως ετοιμάζεται να τα πάρει μαζί της στη Σουηδία, όπου ζει ο παππούς τους, πέφτει θύμα απαγωγής από παραστρατιωτικούς, με αποτέλεσμα τα τρία αδέρφια να μείνουν ολομόναχα. Κι ενώ πλέον η καθημερινή διαβίωσή τους φαντάζει ολοένα και πιο δύσκολη, μια άστεγη νεαρή «μπασμένη» στα κόλπα και μία πόρνη με «χρυσή καρδιά», θα τους απλώσουν χέρι βοήθειας, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να τη βγάλουν όσο το δυνατόν πιο «καθαρή»…
«Η Χρυσόσκονη γεννήθηκε από την ανάγκη να μιλήσω για την πόλη μου. Την Αθήνα», σημειώνει η Μαργαρίτα Μαντά. «Μια πόλη που μεταλλάσσεται εξαφανίζοντας το βιωμένο της παρελθόν. Θέλησα να προβάλλω αυτή τη μετάλλαξη της πόλης πάνω στην εσωτερική ζωή των ηρώων της ταινίας. Έφτιαξα μια ιστορία προσωπικών απολογισμών σε μια ηλικία ιδιαίτερα αποφασιστική: αυτή των σαράντα. Τότε που οι απώλειες κάθε είδους είναι πλέον αμετάκλητες. Που συντελείται ο οριστικός αποχαιρετισμός της παιδικής ηλικίας. Που ο χρόνος είναι ακόμα ολάνοιχτος μπροστά μας και μας προκαλεί. Να πούμε αυτά που δεν έχουν λεχθεί. Να διαχειριστούμε το παρελθόν μας. Να καθορίσουμε το παρόν μας. Να ξαναδημιουργήσουμε το μέλλον μας».
Στην ταινία Χρυσόσκονη, σε σενάριο και σκηνοθεσία της Μαργαρίτας Μαντά, τρία αδέρφια που διανύουν τη δεκαετία των σαράντα, αντιμετωπίζουν την προοπτική πώλησης του πατρικού τους σπιτιού, μετά το θάνατο των γονιών τους. Οι υποψήφιοι αγοραστές σκοπεύουν να το κατεδαφίσουν για να ανεγείρουν στη θέση του ένα σύγχρονο κτίριο. Η αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ τους ενεργοποιεί μια διαδικασία προσωπικών απολογισμών, φέρνοντας τους ήρωες αντιμέτωπους με τη δική τους πραγματικότητα, καθώς συγκρούονται με τον εαυτό τους μέσα σε μια πόλη που συγκρούεται με τη μνήμη της ιστορίας της.
Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Μάνια Παπαδημητρίου, Άννα Μάσχα, Αργύρης Ξάφης, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Δέσποινα Κούρτη και Θανάσης Χαλκιάς.
Ο Μιράζ Μπεζάρ, ο οποίος έχει αποσπάσει στο παρελθόν ποικίλες διακρίσεις για τις μικρού μήκους δουλειές του, πραγματοποιεί το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό και σεναριακό ντεμπούτο του με μια ταινία που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του ιταλικού νεορεαλισμού, αποσπώντας παράλληλα θαυμάσιες ερμηνείες από τους ερασιτέχνες, ανήλικους πρωταγωνιστές του. Ιδιαίτερα δε από τη 10χρονη Σενάι Οράκ με τα μεγάλα, εκφραστικότατα καστανά μάτια, η οποία παίρνει ουσιαστικά όλη την ταινία «πάνω της». Αποφεύγοντας τους περιττούς μελοδραματισμούς, κρατώντας ιδιαίτερα χαμηλούς τους τόνους και προσθέτοντας κάποιες ελάχιστες πινελιές χιούμορ, όπου έκρινε σκόπιμο, ο κουρδικής καταγωγής 38χρονος δημιουργός κερδίζει σε επίπεδο ρεαλισμού, πετυχαίνοντας έτσι να «κλειδώσει» την προσοχή των θεατών στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία του, ούτως ώστε οι όποιες τεχνικές ατέλειες (κυρίως ένεκα του ιδιαίτερα περιορισμένου budget) να περάσουν σε δεύτερη μοίρα.
Ο ιδιαίτερα δημοφιλής στο ελληνικό κοινό τουρκικής καταγωγής Γερμανός σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν ανέλαβε χρέη συμπαραγωγού της ταινίας, μέσω της εταιρείας παραγωγής του Corazon Intl., εντυπωσιασμένος από μια ακατέργαστη κόπια της, που τού παρουσίασε ο Μπεζάρ. Ο τελευταίος, πραγματοποιώντας γυρίσματα στο Ντιγιάρμπακιρ της Τουρκίας, την περιοχή με τη μεγαλύτερη Κουρδική μειονότητα στη χώρα, πετυχαίνει, μεταξύ άλλων να αποτυπώσει «ανάγλυφα» και τις εντονότατες αντιθέσεις της – από τη μία βλέπουμε κακόφημες γειτονιές που μαραζώνουν μέσα στην ανέχεια και από την άλλη «καλογυαλισμένες» αστικές συνοικίες, οι προνομιούχοι κάτοικοι των οποίων διάγουν «ζωή χαρισάμενη», αδιαφορώντας πλήρως για τους καταπιεσμένους Κούρδους συμπολίτες τους.
Η ταινία τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Φλάνδρας και με το Βραβείο Νεότητας σε εκείνο του Σαν Σεμπαστιάν, ενώ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, κατά την προβολή της στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Golden Orange της Αντάλειας.
Η ταινία τα «Παιδιά του Ντιγιάρμπακιρ» προβλήθηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος η Διεθνής Εικόνα σε Πρώτη Προβολή του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου, στις 10.45 το βράδυ, στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ. Στο φιλμ πρωταγωνιστούν οι Σενάι Οράκ, Μοχάμεντ Αλ, Χακάν Καρσάκ, Σουζάν Ιλίρ, Μπεριβάν Αγιάζ.
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο















