“Ο Ηλίθιος” του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Απόσπασμα (Μάτια). Με αφορμή την ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ 2010 της Λέσχης Ανάγνωσης “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι” Αθήνας. Θέμα: “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο μεγάλος αμαρτωλός”. Παρουσίαση της βιογραφίας του μέσα από τις σελίδες βιβλίων που καταπιάστηκαν με αυτή. Κυριακή 28/2/2010, 15.00, Μεθώνης 46, Εξάρχεια.

Απόσπασμα από τον Ηλίθιο (Μάτια)

300px-dostoevsky_1872.jpg

Ήταν φανερό πως τ’ όνομα του πρίγκιπα της έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Ο πρίγκιπας την κοίταξε αφηρημένα, γύρισε και τράβηξε για το ξενοδοχείο του. Δε βγήκε όμως απ’ της Φιλίσοβας με το ίδιο ύφος που είχε μπει. Του συνέβη και πάλι, μέσα σε μια στιγμή θα ‘λεγες, μια ασυνήθιστη αλλαγή: περπα τούσε και πάλι χλομός, εξασθενημένος, βασανιζόμενος, ταραγμέ νος. Τα γόνατα του τρέμανε κι ένα αόριστο, αφηρημένο χαμόγελο τρεμόπαιζε στα μελανιασμένα χείλη του: «η αναπάντεχη σκέψη» του επιβεβαιώθηκε ξαφνικά και δικαιώθηκε – ξαναπίστευε πάλι στο δαίμονα του!
Μα επιβεβαιώθηκε τάχα; Δικαιώθηκε; Ποιος ο λόγος που τον ξανάπιασε πάλι αυτό το ρίγος, αυτός ο κρύος ιδρώτας, αυτό το ψυχικό σκοτάδι και το κρύο; Μήπως επειδή ξανάδε τώρα αυτά τα μάτια; Μα αφού είχε ξεκινήσει απ’ το Θερινό Κήπο μ’ αυτόν ίσα-ίσα το σκοπό – για να τα δει! Αυτή ήταν η«αναπάντεχη σκέψη».
Γεννήθηκε μέσα του η επίμονη επιθυμία να δει αυτά τα «προτερινά μάτια», να πειστεί τελειωτικά πως θα τα συνάντησε: το δίχως άλλο εκεί, κοντά σε κείνο το σπίτι. Αυτό ήταν μια σπασμωδική επιθυμία και γιατί λοιπόν είναι τόσο συντριμμένος και κατάπληκτος τώρα επειδή τα ‘δε πραγματικά; Λες και δεν το περίμενε!
Ναι, ήταν εκείνα τα ίδια μάτια (και για τ’ ότι ήταν τα ίδια δε χωράει τώρα πια καμιά αμφιβολία) κείνα τα ίδια που τον κοίταζαν αστράφτοντας το πρωί, όταν έβγαινε απ’ το βαγόνι της αμαξοστοιχίας, στο σταθμό Νικολάγιεβσκη· κείνα τα ίδια (απολύτως τα ίδια!) που έπιασε το βλέμμα τους πάνω του, πίσω απ’ τους ώμους του, καθώς καθόταν στην καρέκλα, στο γραφείο του Ραγκόζιν. Ο Ραγκόζιν τότε τ’ αρνήθηκε: ρώτησε μ’ ένα στραβό, παγωμένο χαμόγελο:
«Ποιανού να ‘ταν λοιπόν τα μάτια;» Και τον πρίγκιπα τον έπιασε μια τρομερή επιθυμία, μόλις λίγη ώρα πριν, στο σταθμό του Τσάρσκογε Σελό – όταν καθόταν στο βαγόνι για να πάει στην Αγλαΐα και ξανάδε ξάφνου αυτά τα μάτια για τρίτη πια φορά κείνη τη μέρα – να πλησιάσει το Ραγκόζιν και να  του    πει   «ποιανού ήταν αυτά τα μάτια!»
(Μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη)

“Ο Ηλίθιος” του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Απόσπασμα (Αύρα). Με αφορμή την ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ 2010 της Λέσχης Ανάγνωσης “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι” Αθήνας. Θέμα: “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο μεγάλος αμαρτωλός”. Παρουσίαση της βιογραφίας του μέσα από τις σελίδες βιβλίων που καταπιάστηκαν με αυτή. Κυριακή 28/2/2010, 15.00, Μεθώνης 46, Εξάρχεια.

Απόσπασμα από τον “Ηλίθιο” (Αύρα)

300px-dostoevsky_1872.jpg
Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Continue reading

FREE CINEMA (Βρετανικός Ελεύθερος Κινηματογράφος) του Τάσου Γουδέλη. Με αφορμή το αφιέρωμα στο FREE CINEMA στο Σχολείο Θεωρίας, Ιστορίας, Κριτικής Κινηματογράφου “Β. Ραφαηλίδης”. Σάββατο 27/2/2010, 16.00-20.00, Μεθώνης 46, Εξάρχεια. Είσοδος Ελεύθερη.

image

Με αφορμή το αφιέρωμα στο Free Cinema Σάββατο 27/2/2010, 16.00 στο Σχολείο Β. Ραφαηλίδης 1VELOS

Μετά και το θάνατο και του Κάρελ Ράις, δεν υπάρχει πια έστω και ένας σημαντικός σκηνοθέτης (με εξαίρεση τον ήσσονα Μπράιαν Φορμπς και τον «ύστερο» Κεν Λόουτς ) σκηνοθέτης, που να μας θυμίζει με την παρουσία του, τυπικά, εκείνη την «οργισμένη» «Σχολή» του αγγλικού σινεμά της δεκαετίας του ’50: εννοώ, βέβαια, το Free cinema, που κείται δαφνοστεφές και νεκρό, σε νεαρή μάλι­στα ηλικία κάπου στο τέλος της δεκαετίας του ’60.

Φυσικά η τοποθέτηση της Σχολής αυτής στο παρελθόν του σινε­μά γίνεται με κριτήρια ιστορικά και δεν αφορά στην επίδραση που άσκησε και ασκεί στους επιγενόμενους. Διότι τη βρίσκουμε ζωντα­νή σε πολλές σημερινές εκφάνσεις του ρεαλισμού και των ταινιών με κοινωνικό περιεχόμενο. .

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 50, σε μια εποχή οπού ο ιταλικός νεορεαλισμός είχε αφήσει ανεξίτηλα σημά­δια στην παγκόσμια κινηματογραφία. Δεν μπορούσε να μείνει ανε­πηρέαστος και το αγγλικό σινεμά. Τα κοινωνικά και αισθητικά του μηνύματα πέρασαν στις συνειδήσεις ειδικά των νέων δημιουργών, οι οποίοι θέλησαν να σκύψουν με περισσότερη ένταση στα προβλήματα της χώρας τους και παράλληλα να ασκηθούν στους κινηματογραφι­κούς τρόπους της ιταλικής «Σχολής». Η γαλλική «Νουβέλ Βαγκ» επι­πλέον είχε μεταγγίσει τις αισθητικές ελευθερίες και τη διανοητικό­τητα της στην απέναντι όχθη της Μάγχης. Έτσι, νεαροί συγγρα­φείς, «οργισμένοι», όπως ονομάσθηκαν (Τζων Όσμπορν, Τζων Μπρέι, Τζο Όρτον κ.α.) καθώς και σκηνοθέτες όπως ο Τονυ Ρίτσαρντσον , ο Λίντσαιυ Άντερσον, ο Τσέχος Κάρελ Ράις , ο Τζων Σλέσιντζερ, ο Μπράιαν Φορμπς κ.α., ακολούθησαν έναν δρόμο ανεξάρτητο από την θεσμική κουλτούρα, αναζητώντας καινούργιες λύσεις στην μορφή και στις ιδέες. Το κινηματογραφικό, θεωρητικό περιοδικό «Sight and sound», στο οποίο συνεργάζονταν οι περισσότεροι μετέπειτα «πρωταγωνιστές» του «αγγλικού Νέου Κύματος» (Αντερσον, Ρίτσαρντσον κ.α.), ακολουθώντας τα χνάρια των γαλλικών «Κινηματογραφικών Τετραδίων», έβαλαν τις βάσεις για την πρακτική που θα ακολουθούσαν οι σινεφίλ συντάκτες του και οι άλλοι νέοι κινηματογραφιστές.

Αξιοποιώντας, λοιπόν, τις ιδέες του νεορεαλισμού και του γαλ­λικού «Νέου Κύματος» οι κριτικοί αυτοί πέρασαν στη σκηνοθεσία ονομάζοντας το κίνημα τους «Ελεύθερο κινηματογράφο» ( «Free cinema»). Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον «συνασπισμό» των συγκεκριμένων κινηματογραφιστών και «Σχολή» δεδομένου ότι ένωναν τους τελευταίους κοινές αισθητικές απόψεις και ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν εν συντομία στα εξής σημεία:

1. Κοινωνικός προβληματισμός

2. Έξοδος από τα στούντιο και κινηματογράφηση σε εξωτερικούς χώρους ούτως ώστε ο φακός να συλλαμβάνει το θέμα «εξ επαφής», με ντοκιμαντερίστικο στυλ χωρίς εξιδανικεύσεις και

3. Εμβάθυνση στην ατομική ψυχολογία των ηρώων.

image

Αυτό, κυρίως, που απασχόλησε τους σκηνοθέτες της Σχολής ήταν η έκφραση των αισθημάτων οργής και αμφισβήτησης απένα­ντι στις κατεστημένες ιδέες της εποχής παρά η στιλιστική ανανέ­ωση. Continue reading