Σωτήριο έτος 2010. Χρόνια πίσω υπάρχουν οι λέσχες, η Αλκυονίδα, το Studio, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, η Σοβιετική Ένωση, οι υπέρ, κυρίως οι κατά, ο Όταρ Ιοσελιάνι, ο γεωργιανός κινηματογράφος, ο αρμενογεωργιανός Σεργκέι Παρατζάνοφ, ο Ρώσος-σοβιετικός πολίτης τότε και δυτικός λίγο αργότερα Αντρέι Ταρκόφσκι, ο “Κότσυφας ο Μελωδός” όπως τον αποκάλεσε ο Δημήτρης Δανίκας με αφορμή μια προβολή στην τηλεόραση, που τότε ακόμα δεν είχε μετακομίσει στο συγκρότημα Λαμπράκη, η ΕΤ1 με τον Μπακογιαννόπουλο και η ΕΤ2 με τον Κώστα Πάρλα στον οποίο οφείλουμε από όσο γνωρίζουμε την απόκτηση όλων αυτών των αριστουργημάτων του “κινηματογράφου του δημιουργού” που προβάλλει για χρόνια σαν σε όαση η κρατική τηλεόραση, οι μόνες επαναλήψεις που ποτέ δεν βαριόμαστε και ανυπομονούμε να συμβούν ξανά και να συμβαίνουν στον αιώνα τον άπαντα, οι “Ευνοούμενοι του Φεγγαριού” που τώρα ίσως κοντύτερα στον πρωτότυπο τίτλο έγιναν από τον Νίνο Φενέκ Μικελίδη οι “Αγαπημένοι του Φεγγαριού”, τα ξεροσταλιάσματα στην Ομόνοια για την έλευση των εφημερίδων που η πιο πολύτιμη εξ αυτών θα περιείχε την ολοσέλιδη κριτική του γλυκού δασκάλου και πνευματικού πατέρα όλων όσων αγαπάμε τον κινηματογράφο, Βασίλη Ραφαηλίδη, που οι περισσότεροι σήμερα άνθρωποι του χώρου αγνοούν επιδεικτικά, την γλυκιά αναμονή έως ότου κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Αιγόκερως τα “Κινηματογραφικά Θέματα” με όλες τις κριτικές του δασκάλου, της χρονιάς συγκεντρωμένες, τότε που μια συνέντευξη στο χαρτί των δικών μας αστέρων, των κινηματογραφικών δημιουργών αποτελούσε ένα μεγάλο, συνταρακτικό γεγονός, τότε που υπήρχαν έστω και λίγα κινηματογραφικά περιοδικά, τότε που η Ταινιοθήκη, τα θερινά σινεμά και οι κινηματογραφικές λέσχες γέμιζαν με άδολους αυθεντικούς και πεινασμένους για καλό κινηματογράφο και ποιοτική τέχνη κινηματογραφόφιλους, ενώ σήμερα αγνοούνται από τους δημιουργούς και τον νόμο με σκανδαλώδη τρόπο και άλλα πολλά για τα οποία θα επανέλθουμε κάποια στιγμή.
Και σήμερα η όχι γεμάτη αίθουσα για την προβολή της πολύ σημαντικής τελευταίας ταινίας του Οτάρ Ιοσελιάνι την οποία θα αναλύσουμε σε άλλο κείμενο μας, η απουσία από την προβολή και το masterclass (που σε αυτό τουλάχιστον η συμμετοχή κοινού ήταν ικανοποιητική), της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελλήνων σκηνοθετών παλαιότερων και κυρίως των νεότερων που καθιστά την παρουσία τους στο νέο κινηματογραφικό στερέωμα αναίτια και άσκοπη, για να μην πούμε και “επικίνδυνη” αφού συνοδεύεται από την έλλειψη παιδείας και βαθύτερης γνώσης, που εκτός από τα έργα των ελλήνων συναδέλφων τους αγνοούν εδώ και πολλά χρόνια όλα σχεδόν τα έργα των μεγάλων δημιουργών του παγκόσμιου κινηματογράφου, αφού οι μόνες ταινίες που “αντέχουν” να βλέπουν είναι οι δικές τους, η απουσία των μαθητών των κινηματογραφικών και όχι μόνο σχολών, των περισσότερων μελετητών, η άγνοια των περισσότερων του “ψαγμένου” και άψαχτου κοινού και του ονόματος ακόμα του Ιοσελιάνι και των τίτλων των ταινιών του. Αλλά και η παρουσία αρκετών από όσους παραβρέθηκαν στον ΙΑΝΟ και παρακολουθούσαν υποτίθεται το masterclass συνοδεύτηκε από ασταμάτητες φωναχτές λογοδιάρροιες, θορυβώδεις συνομιλίες στα κινητά σαν να μην τρέχει τίποτα, κλεισίματα ραντεβού με γκόμενους & γκόμενες, ερωτήσεις του στυλ μετά βέβαια από τις αναλυτικές συνομιλίες στα κινητά, “ποιός είναι ο σκηνοθέτης;” που έπαιρναν την απάντηση που οδηγούσε στο έκπληκτο επιφώνημα (α, ο Ιοσελιάνι;!!) οι αγαπημένοι φωτογράφοι και τα γκαρσόνια που βέβαια τη δουλειά τους κάνουν μα δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι υπάρχουν και κάμερες που αγωνιούν και ανυπομονούν να διασώσουν τα θρύψαλα της ιστορικής πολιτιστικής και όχι μόνο μνήμης. Σταματάμε εδώ, προς το παρόν, ενώ έξω κυκλοφορεί ένας νόμος αληθινός τρομοκράτης και απειλών να εξολοθρεύσει και τα όποια καλά έχουν απομείνει στον ελληνικό ποιοτικό κινηματογράφο, εγειρόμενος και χρησιμοποιώντας σαν πρόφαση ένα βάσιμο σε ένα βαθμό επιχείρημα ότι η συμμετοχή των σωματείων στην λήψη των αποφάσεων δεν κατάφερε τα ποθούμενα αποτελέσματα για τον ελληνικό κινηματογράφο ή τα ποθούμενα αποτελέσματα για την ομάδα “ενεργών” κινηματογραφιστών που πιστεύει ότι τώρα είναι η ευκαιρία να έρθει στα πράγματα και να πάρει την τύχη στα χέρια της ταυτιζόμενη σε ένα τεράστιο βαθμό με τα συμφέροντα των παραγωγών και του κράτους;. Θα υπάρξει καμιά τύχη όμως για τον δύσμοιρο κινηματογράφο των νεανικών μας χρόνων και αυτόν που και σήμερα μας διατηρεί ακόμα νέους, ορεξάτους και με διάθεση να παλέψουμε χωμένοι και χαμένοι μέσα στα οράματα;