Η Σύλβια Λιούλιου μιλάει στο Camerastylo για την πρώτη της αυτόνομη θεατρική παράσταση, τον Πελεκάνο του Στρίντμπεργκ. Συνέντευξη στην Κατερίνα Μπουρδούκου.

«Καίγεται όλο το παρελθόν, όλη η παλιά κακία, η αθλιότητα, η ασχήμια…» August Strindberg, Pelikanen

clip_image002

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ Η Σύλβια Λιούλιου σπούδασε Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, φοίτησε στη Δραματική Σχολή Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας Γιώργου Κιμούλη, στο Πανεπιστήμιο Royal Holloway στο Λονδίνο, όπως επίσης μετεκπαιδεύτηκε στο King’s College London και στην ιστορική Royal Academy of Dramatic Αrt, στο Λονδίνο. Στην Ελλάδα έχει συνεργαστεί με πολλούς ανθρώπους του θεάτρου όπως ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο Γιώργος Κιμούλης, η Ρούλα Πατεράκη, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Με δυο κούπες ζεστό τσάι, στο φιλόξενο καφέ του Bios, συζητήσαμε για την πορεία της στο θέατρο, τους δασκάλους, τις ανησυχίες της. Όλα αυτά, με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης, με βάση το κείμενο του έργου του Στρίντμπεργκ, Ο Πελεκάνος. Στην παράσταση όλους τους ρόλους (μάνα, υπηρέτρια, γιος, κόρη, γαμπρός) υποδύονται ή ενδύονται οι ηθοποιοί Λαέρτης Βασιλείου και Μιλτιάδης Φιορέντζης. Με βασικό άξονα το βίο και την προσωπικότητα του συγγραφέα και με έναυσμα φυσικά το ίδιο το κείμενο, η ομάδα επιχειρεί να μιλήσει για τις κρυφές, οικογενειακές συγκρούσεις, τους τρόπους που επιδρούν στο χαρακτήρα και την ποιότητα της ζωής μας, συχνά ερήμην μας. Σε ποιο βαθμό επηρεαζόμαστε και κατά πόσο είναι δυνατόν να ξεφύγουμε από τη διαδρομή που κατασκευάζεται κρυφά ή φανερά από το οικογενειακό μας περιβάλλον… Όλα αυτά διαγράφονται πάνω στο κείμενο της σμιλεμένης νέας ελληνικής μετάφρασης του Πελεκάνου από τα σουηδικά, από την θεατρολόγο Έρι Κύργια και επικοινωνούνται μέσω μιας λιτής φόρμας, που υποθάλπει πληθώρα συναισθηματικών αποχρώσεων, δουλεμένων στη λεπτομέρεια. Το σύνολο της παράστασης συμπληρώνουν η μουσική του Δημοσθένη Γρίβα, το βίντεο του Χρήστου Δήμα, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, οι φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου… Μεταφερόμαστε λοιπόν στην Πειραιώς, στον χώρο του Bios, ένα απόγευμα Φλεβάρη, λίγο μετά τη δύση του ήλιου κι ενώ ακόμα στέλνει το φως ο ουρανός… Όλα άρχισαν κάπως έτσι…

Έχεις ασχοληθεί με όλους τους τομείς του θεάτρου, θεωρητικούς και πρακτικούς. Ποιο είναι αυτό που αγαπάς περισσότερο στο θέατρο;

Όλα τα πράγματα που έκανα στο θέατρο αποτέλεσαν την πρακτική και θεωρητική εκπαίδευσή μου για να ασχοληθώ τελικώς με τη σκηνοθεσία. Μια εικόνα μπορεί να το περιγράψει καλύτερα: είναι σαν να υπάρχει ένας στόχος στον τοίχο, ο οποίος έχει ένα κέντρο που είναι η σκηνοθεσία και τα βελάκια που στέλνει κανείς πέφτουν λίγο πιο δεξιά ή πιο αριστερά, πιο μακριά ή πιο έξω από τον κεντρικό αυτό στόχο.

Επίσης σπούδασες ηθοποιός, ποια είναι η προσωπική σου σχέση με τη σκηνή;

Νομίζω πως πήγα στη δραματική σχολή με μύχια επιθυμία να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία σε ένα μέλλοντα χρόνο και έχοντας στο μυαλό μου ότι ο μόνος τρόπος για να προσεγγίσω αυτή την επιθυμία είναι να περάσω από τη δοκιμασία της εκπαίδευσης ενός ηθοποιού, γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι ένας καλός σκηνοθέτης δεν μπορεί να μην έχει υπάρξει αν όχι καλός, πάντως σίγουρα ηθοποιός. Και όλα τα λαμπρά παραδείγματα σκηνοθετών που εγώ θαυμάζω συμπίπτουν σε αυτό, ότι δηλαδή έχουν και τις δυο ιδιότητες αξεχώριστα. Με άλλα λόγια δεν ξέρω ποια ήταν ακριβώς η ώθησή μου στο συνειδητό επίπεδο, όταν πήγα στη σχολή. Πάντως τώρα εκ των υστέρων, καταλαβαίνω ότι σίγουρα ήταν ένα εκ των ων ουκ άνευ για να φτάσω εδώ που έφτασα σήμερα.

Ποια είναι η διαφορά της έκθεσης του ηθοποιού από αυτήν του σκηνοθέτη;

Ο βαθμός έκθεσης πάνω στη σκηνή, νομίζω ότι δεν μετριέται, είναι δηλαδή, εις την ν, και σίγουρα όταν εγώ έπαιζα τον αισθανόμουν σε μεγάλο βαθμό. Είχα όμως πάντα μια μεγαλύτερη αγωνία μέσα μου, αυτή του να δικαιώσω τον σκηνοθέτη κάθε φορά. Τώρα που βρίσκομαι στην πλευρά του σκηνοθέτη, όπως βιώνω εγώ την έκθεση, νομίζω ότι είναι ακόμα μεγαλύτερη. Η αγωνία που έχει ο σκηνοθέτης είναι ακόμη μεγαλύτερη, γιατί δεν αισθάνεσαι ότι εκτίθεσαι μόνον εσύ, το καλλιτεχνικό σου έργο και άρα όλες σου οι επιλογές, αλλά προπάντων οι ηθοποιοί με βάση τη δική σου καθοδήγηση. Αυτό το τελευταίο κομμάτι, είναι και το πιο επώδυνο αν θέλεις.

Με την έννοια ότι αισθάνεσαι ότι φέρεις ευθύνη για τη έκθεση και του ηθοποιού…

Σε μεγάλο βαθμό.

Τι είναι αυτό που σε κάνει να διαλέγεις ένα έργο και από το τυπωμένο χαρτί, να το ζωντανέψεις σε μια θεατρική πράξη;

Ο βασικός άξονας για μια τέτοια επιλογή είναι ο βαθμός της συγκίνησης που μου δημιουργεί το κείμενο τη συγκεκριμένη στιγμή. Εννοώ δηλαδή ότι η επιλογή μου έχει να κάνει με το πόσο με έχει συγκινήσει το κείμενο σε προσωπικό επίπεδο και με το κατά πόσο θέλω να ασχοληθώ με τον «κόσμο» που φέρει το κείμενο και ο συγγραφέας του. Δηλαδή το κατά πόσο θέλω να βυθιστώ στον κόσμο του Πελεκάνου στη συγκεκριμένη περίσταση, κατά πόσο θέλω να βυθιστώ για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, στον κόσμο του Στρίντμπεργκ. Είναι τόσο απλό. Αλλά το πρωταρχικό στοιχείο είναι πάντα η συγκίνηση. Και όταν λέω συγκίνηση, εννοώ ετυμολογώντας την έννοια, αυτό που αισθάνεσαι ότι κινείται μέσα σου, ότι δηλαδή κάτι ταρακουνιέται.

Τι σε συγκινεί σε αυτό το έργο;

Ο Πελεκάνος είναι ένα έργο που μιλάει για αυτό που ονομάζεται οικογενειακή συνθήκη του καθενός. Μια έννοια με την οποία όλοι νομίζω έχουμε άλυτα ζητήματα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν. Αισθάνομαι όμως ότι αυτό είναι κάτι που λειτουργεί σε συνειδητό επίπεδο αλλά και σε ένα άλλο απωθημένο. Επιπλέον, ο Στρίντμπεργκ είναι ένας συγγραφέας του οποίου τη βιογραφία, θεωρώ συνταρακτική. Έτσι, βρέθηκα να ασχολούμαι με τον Πελεκάνο, ένα έργο που μου έδωσε συνάμα ένα πεδίο ενασχόλησης με αυτό που ονομάζεται υψηλό θέατρο. Η αποκωδικοποίηση των δυναμικών των σχέσεων στον Στρίντμπεργκ είναι ένα πολύ μεγάλο μεταπτυχιακό που μπορεί να κάνει κανείς στη σκηνοθεσία.

Φαντάζομαι ότι έπειτα από όλη αυτή τη διαδικασία δεν βγαίνεις ίδια. Οπότε ποια ήταν η σχέση η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ εσένα, του έργου και του συγγραφέα;

Αυτό δεν περιγράφεται με λέξεις και ο λόγος είναι απλός, δεν έχει τελειώσει η διαδικασία. Είναι πολύ αρχή στις παραστάσεις, ακόμα κάνουμε πρόβες και ακόμα ανακαλύπτουμε πράγματα με τα παιδιά. Ένα πράγμα διδάχθηκα που να μπορώ να ονομάσω προς το παρόν, ότι κανείς καλείται να αναμετρηθεί με έναν πήχη ο οποίος είναι εξ’ ορισμού πολύ ψηλά. Οπότε, πρέπει να βασανιστείς, να κολλήσεις τον εαυτό σου στον τοίχο για να προσπαθήσεις να δικαιώσεις την επιλογή σου και τον συγγραφέα σου και άρα το κείμενό σου και σε καμία περίπτωση να μην προδώσεις τους ηθοποιούς σου και την εμπιστοσύνη τους.

Αισθάνομαι ότι εσύ σαν άνθρωπος, ερευνάς το κείμενο για να βρεις και να αναδείξεις τα μηνύματα που ενδεχομένως θέλει να περάσει ο συγγραφέας. Κατά πόσο τα μηνύματα αυτά έχουν σχέση με τον αναγνώστη κάθε φορά, δηλαδή με αυτό που ο αναγνώστης, διαβάζοντας ενεργητικά, θέλει να δει ανάμεσα στις γραμμές;

Είναι, θα έλεγα, δειλή ακόμα εμένα η προσέγγισή μου, όσο αφορά σε αυτό που ονομάζεται σκηνοθεσία, ή αν θες και εκ χαρακτήρος είμαι έτσι, για να πω ότι επιχρωματίζω το κείμενο με αυτό που εγώ νομίζω ότι είναι. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι γλιτώσαμε από αυτή την παγίδα. Προφανώς, αυτό που παρουσιάζω σε σχέση με την ουσία του έργου είναι αυτή που εγώ νομίζω ότι είναι ή εγώ κατάλαβα ότι είναι και αυτή είναι μια διαδικασία, η οποία διαρκώς ανανεώνεται και συνεχίζεται στο διηνεκές. Με αυτή την έννοια, καταλαβαίνω πλέον καλύτερα τι σημαίνει για έναν σκηνοθέτη ή για έναν ηθοποιό να επανέρχεται στα κείμενα. Για μένα δηλαδή, αυτός είναι και ο ορισμός αυτού που ονομάζουμε εύκολα πια work in progress.

Άρα αυτή η παράσταση είναι work in progress…

Ναι, αλλά μέσα στο πλαίσιο που σου περιέγραψα. Γιατί αλλιώς είναι μια πολύ εύκολη ετικέτα, την οποία εγώ δεν αποδέχομαι. Κατά μια έννοια δηλαδή, όλες οι παραστάσεις είναι ένα στάδιο, είναι μια παραδοχή ότι έφτασα μέχρι εδώ.

Σε ποιο βαθμό η διπλωματική σου εργασία στο Μεταπτυχιακό της Royal Academy of Dramatic Art, η οποία βέβαια ήταν μια παράσταση με τον τίτλο Love for Sale, που παρουσιάστηκε στη RADA τον Ιούλιο του 2010, σε οδήγησε στις επιλογές όσο αφορά στη φόρμα αυτής της παράστασης;

Στη RADA παρουσίασα μια παράσταση με θέμα τον ανεκπλήρωτο έρωτα, η οποία ήταν βασισμένη σε τρία έργα το Γυάλινο Κόσμο (Ουίλιαμς), τη Δεσποινίδα Ζυλί (Στρίντμπεργκ) και το Γλάρο (Τσέχωφ). Ακούμπησα στις ματαιωμένες ερωτικές ιστορίες που υπάρχουν σε αυτά τα τρία έργα, απέσπασα σκηνές από αυτά και δημιούργησα μια δραματουργία, με την οποία αναμετρήθηκαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τελειόφοιτοι σπουδαστές στη RADA. Κι έτσι κάπως τελείωσε η ιστορία της πτυχιακής μου εργασίας. Δεν την κουβάλησα εδώ, μαζί μου, συνειδητά. Την παραστάσιμη φόρμα, όταν ήρθα εδώ, την είχα ξεχάσει. Ξεκίνησα να δουλεύω τάμπουλα ράζα με ό,τι υλικό είχα από τη μελέτη μου και ότι υλικό μου έδιναν οι ηθοποιοί. Εκ των υστέρων, σωστά διαπιστώνεις ότι τα δυο πράγματα συνδέονται, αλλά κι εγώ εκ των υστέρων το διαπίστωσα.

Γιατί επέλεξες να ερμηνεύσουν όλους τους ρόλους δυο άνδρες;

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από μια πολύ εντατική και γόνιμη περίοδο στο Λονδίνο, βρισκόμουν αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα η οποία είχε ως επίγραμμα ένα μεγάλο ερωτηματικό για το τι θα κάνω. Προκειμένου λοιπόν να μην έρθω αντιμέτωπη με αυτό το κενό άρχισα να οργανώνω ένα project. Δηλαδή, μάζεψα όσες δυνάμεις μπορούσα να μαζέψω για να ετοιμάσω ένα project το οποίο στηρίζω μόνη μου. Θέλω να πω δεν υπάρχει παραγωγός πίσω από αυτήν την παράσταση. Η καλύτερη λοιπόν και η πιο τίμια επιλογή ήταν να ζητήσω τη βοήθεια ανθρώπων με τους οποίους έχω συμπορευτεί στη θεατρική μου ζωή και αυτοί δεν ήταν άλλοι από το Λαέρτη και το Μίλτο, το Λαέρτη Βασιλείου και το Μιλτιάδη Φιορέντζη. Έχουμε συνυπάρξει, έχουμε κατά μια έννοια κοινή πορεία με τα δυο αυτά παιδιά η οποία σημαίνει και πολύ μεγάλη αγάπη, εμπιστοσύνη και αλληλοστήριξη. Δέχθηκαν λοιπόν να συμπράξουν σε αυτή την ιστορία που λέγεται Πελεκάνος. Ζήτησα από την άλλη, από την πολύ φίλη μου και σπουδαία θεατρολόγο, κατά τη γνώμη μου, την Έρι Κύργια, να κάνει τη μετάφραση εκ νέου από τα σουηδικά. Αυτά ήταν τα πρωταρχικά μου υλικά. Έπειτα βρέθηκα στο Bios, που μου άνοιξε τις πόρτες πολύ ευγενικά, αν λάβω υπ’ όψιν μου ότι έχω δείξει ως τώρα μόνο μια δουλειά και αυτή είναι η δεύτερη. Κι έτσι έγινε. Από κει και πέρα αυτή την επιλογή ή αν θέλεις αυτή τη συγκυρία, ήθελα να τη στηρίξω θεωρητικά και να βρω έναν τρόπο να φτιάξω το παζλ. Δηλαδή είχα τα κομμάτια χωρίς να έχω το παζλ. Αυτή την ιστορία ήρθε να τη φωτίσει η ίδια η εικόνα του Στρίντμπεργκ και το ίδιο το έργο με τη έννοια της ανδρικής απουσίας. Μιας και λοιπόν αυτό που ονομάζουμε ολοκληρωμένο ανδρικό μοντέλο απουσιάζει από το έργο, οι δυο άνδρες ηθοποιοί λειτουργούν ως διαρκής υπενθύμιση αυτής της απουσίας. Επίσης, ένα από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν είναι η δουλειά στο βάθος του χαρακτήρα, ερήμην της έννοιας του γένους και επ’ αυτού δούλεψαν και τα παιδιά. Χτίσαμε τους χαρακτήρες, ξεσκονίσαμε τις σχέσεις των προσώπων μεταξύ τους και παρουσιάζουμε με την παράστασή μας τις συγκρούσεις τους.

Πόσο χρόνο διήρκησαν οι πρόβες;

Οι πρόβες διήρκησαν αρκετούς μήνες και ο βασικός λόγος δεν ήταν η ίδια η παράσταση, αλλά οι δυσκολίες που έχει κανείς να συντονίσει μια παράσταση, η οποία είναι να παρουσιαστεί για Δευτερότριτο, με ηθοποιούς οι οποίοι κάνουν και άλλες δουλειές. Κι έπειτα κι εγώ ή ίδια δούλευα και για τις Ευτυχισμένες Μέρες.

Παρόλο που έχεις σπουδάσει σε Ελλάδα και Αγγλία, στην παράσταση δεν βλέπουμε σχέση με το αγγλικό θέατρο.

Οι σπουδές μου είναι στη Αγγλία αλλά εγώ τις σπουδές μου, την ολοκλήρωση των σπουδών μου την έκανα πολύ μεγάλη, αρκετά μεγάλη σε σχέση με αυτό που ονομάζεται μεταπτυχιακό και σίγουρα αφού είχα δουλέψει αρκετά χρόνια στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν, έχω γαλουχηθεί με αυτό που ονομάζεται ελληνικό θέατρο και το δικό μας θέατρο συνδέεται πιο πολύ με τα Βαλκάνια και λιγότερο με την έννοια του ψυχαγωγικού θεάτρου που εκπροσωπεί το αγγλικό θέατρο. Για το αγγλικό θέατρο, πιστεύω ότι είναι ένα ψυχαγωγικό θέατρο, με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, οι οποίες εμένα μου γεννούν ερεθίσματα. Δε θεωρώ ότι γαλουχήθηκα θεατρικά τον ένα χρόνο που έμεινα στην Αγγλία. Θεωρώ ότι απλώς είχα την πολυτέλεια να κωδικοποιήσω τις γνώσεις μου και την εμπειρία μου. Ασφαλώς, αναγνωρίζω μέσα στη διαδικασία και τη διαμόρφωσή μου πάρα πολλά στοιχεία από τους δασκάλους μου. Αναγνωρίζω δηλαδή στην εμμονή για να ξεκλειδώσω το κείμενο, το δάσκαλό μου, τον Γιώργο Κιμούλη, που αυτό μας δίδαξε στη Σχολή. Και ακόμη αναγνωρίζω τον Andrew Visnevski ως τον άνθρωπο που σφράγισε αυτήν την προσπάθεια. Στη γενναιότητα για τη διατύπωση μιας θεατρικής πρότασης με όποιο κόστος, αναγνωρίζω τη Ρούλα Πατεράκη. Από κει και πέρα δεν ξέρω… Νομίζω ότι έχει να κάνει με το θέατρο που έχω δει, με τα ταξίδια που έχω κάνει για να δω παραστάσεις. Εν τέλει, με τη διαμόρφωση της γραφής, όπως συμβαίνει με τον καθένα καλλιτέχνη. Τελικά, κανέναν δεν μπορείς να μιμηθείς. Αν στύψεις τον εαυτό σου, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να διατυπώσεις το δικό σου λόγο, αν θες να είσαι ειλικρινής.

Αυτό φαίνεται στη δουλειά σου. Φαίνεται η αγωνία και διαδρομή να βρεθεί αυτή η προσωπική φωνή που είναι διαφορετική από όλες τις άλλες.

Έτσι γίνεται όμως, αλλιώς δεν μπορείς να δημιουργήσεις. Δεν μπορείς να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς μιμούμενος κάποιον. Τα πράγματα συμβαίνουν ερήμην μας. Η διατύπωση της προσωπικής φωνής, όπως τη λες εσύ, συμβαίνει ερήμην σου.

Έχει να κάνει με το χρόνο, την ηλικία, την εμπειρία;

Εγώ πιστεύω ότι έχει να κάνει με την ηλικία, γιατί εγώ δεν είχα τη γενναιότητα να αρθρώσω θεατρικό λόγο μικρότερη. Εννοώ, να παρουσιάσω μια δουλειά με την υπογραφή μου. Αλλά δεν το θεωρώ απαραίτητο. Θεωρώ, ότι υπάρχουν λαμπρά ταλέντα που ανθίζουν πολύ πιο γρήγορα. Έχει να κάνει με το πόσον καιρό χρειάζεται ένας καρπός για να ανθίσει.

Θα έρθω πάλι στη παράσταση. Όλα στην παράσταση έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης, όλα συνδέονται με κάποιον τρόπο και για κάποιον λόγο. Οπότε, έχω την απορία ποιος είναι ο ρόλος του τραγουδιού, μέρος του οποίου που επανέρχεται σαν μοτίβο κατά τη διάρκεια της παράστασης και παίζει ολόκληρο κοντά στο τέλος.

Το τραγούδι στο τέλος, και είναι πολύ ωραίο που στέκεσαι σε αυτό, είναι η στιγμή που δικαιώνεται η μάνα. Είναι η στιγμή που δικαιώνεται η φιγούρα της μητέρας. Η μητέρα, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, είναι ένα εξαιρετικά φαύλο πρόσωπο. Είναι μια από αυτές τις γυναικείες φιγούρες που δικαιώνουν τους εύκολους χαρακτηρισμούς, όσον αφορά στον Στρίντμπεργκ ως έναν μισογύνη άνθρωπο και συγγραφέα. Υπάρχει μια στιγμή στο έργο που αυτή η μάνα που έχει καταδικάσει τα παιδιά της στη δυστυχία, λαμβάνει άφεση από το γιο της. Πολύ κρυφά μέσα στο κείμενο λέει εκείνη: «Γιατί δε με ξυπνούσε κάποιος νωρίτερα;» Και λέει αυτός: «Αν δεν μπορούσες θα πει πως ήταν αδύνατον και αν ήταν αδύνατον δεν έφταιγες εσύ…» και λέει αυτή: «Πες πάλι αυτό που είπες» και λέει αυτός: «Δεν μπορούσες να είσαι αλλιώτικη». Λοιπόν αυτή είναι μια σκηνή που στην ουσία ο Φρέντρικ, ο γιος, τη μάνα του τη συγχωρεί. Το τραγούδι του τέλους, μιλάει για ένα σπίτι που καίγεται, μιλάει για τα έπιπλα ενός σπιτιού τα οποία ενώ καίγονται πετάνε με μια αργή κίνηση, μέχρι να προσγειωθούν. Κι έπειτα για μια γυναίκα σε πτώση. Όπως συμβαίνει με τη μάνα, η μάνα στο τέλος πηδάει από το παράθυρο. Κι έτσι όταν το άκουσα μια μέρα στο ραδιόφωνο ήταν για μένα αποκάλυψη…

Χωρίς να έχει καμία σχέση με την ταινία για τη οποία δημιουργήθηκε το πρωτότυπο;

Όχι. Και αυτή ήταν και η στιγμή που κατάλαβα ότι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να κάνει τη μουσική για την παράσταση, είναι ο Δημοσθένης ο Γρίβας, γιατί φαντάστηκα ακριβώς τον Δημοσθένη να διασκευάζει αυτό το τραγούδι, με αυτόν το εξαιρετικό τρόπο που το έκανε για την παράσταση. Κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας με τον Δημοσθένη, ο οποίος με έναν πολύ μοντέρνο, προσεκτικό τρόπο δημιούργησε τους αρμούς που συνδέουν τη μια σκηνή με τη επόμενη.

Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια για την ιδέα του βίντεο στο τέλος της παράστασης;

Το βίντεο αυτό είναι ένα homage στην παιδική ηλικία. Με όλο τον σπαραγμό.▪

clip_image004

Σε ένα έργο που αρχίζει με την οσμή της φορμόλης από το σώμα του νεκρού πατέρα και τελειώνει με τη μυρωδιά φλεγόμενου ξύλου, μπαχαρικών, κανέλλας και γαρύφαλλου και την αναδυόμενη μέσα στους καπνούς ανάμνηση των διακοπών από τα παιδικά χρόνια, στο νου του γιου… οι ηθοποιοί καταφέρνουν να μυήσουν τον θεατή σε έναν ρευστό χώρο μεταβαλλόμενων μορφών, σχέσεων και συγκρούσεων. Δημιουργούν κύματα εντάσεων, εναλλαγές στη θερμοκρασία, συγκινούν, αλλά με έναν αποστασιοποιημένο και βουβό τρόπο… Σαν εκεί που μιλούν και κινούνται, ενώ οι φλόγες μέσα τους αυξομειώνονται, σχεδόν μυστικά, να τυλίγονται διαρκώς από πηχτή σιωπή… Με αυτή τη διάθεση, στους καιρούς που ζούμε και με τη συγκατάθεση, ελπίζω, της σκηνοθέτιδας αφήνω τον τελευταίο λόγο στο συγγραφέα, μέσω της Γέρντα, της νεαρής κόρης από το έργο του Πελεκάνου, η οποία λέει… «Αν έτσι είναι, δεν θέλω να ζω, κι αν υποχρεωθώ, τότε θέλω να περάσω κουφή και τυφλή μέσα απ’ όλη αυτή τη μιζέρια, και με την ελπίδα ότι κάτι καλύτερο έρχεται μετά…»

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s