Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη από το Θέατρο Νοτίου Αιγαίου στη Ρόδο – Αισχύλεια Ελευσίνας στις 9/9/2012 | Κριτική Δήμητρας Γιαννακού

troades

Μέσα στο σύγχρονο κλίμα οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, ηθικής κρίσης και γενικότερης κατάρρευσης, το Θέατρο Νοτίου Αιγαίου -στα πλαίσια της προσπάθειάς του να καθιερώσει το αρχαίο δράμα στο νησί της Ρόδου- αποφάσισε για τα δύο τελευταία καλοκαίρια (2011 και 2012) να ανεβάσει στη Ρόδο την τραγωδία του Ευριπίδη «Τρωάδες». Εγχείρημα διόλου τυχαίο αν αναλογιστεί κανείς ότι η συγκεκριμένη τραγωδία οφείλει τη διαχρονικότητά της στο γεγονός ότι αποτελεί έναν εκτενή θρήνο για τα θύματα πολέμου προβληματίζοντας ταυτόχρονα πάνω στις ξαφνικές ανατροπές που μπορεί να πάρει η μοίρα των ανθρώπων. Η Εκάβη μάλιστα κάποια στιγμή αναφωνεί: «Κανέναν μην πεις ευτυχισμένο πριν δεις το τέλος του», συμπυκνώνοντας τη σκέψη του Ευριπίδη –σαφώς πεσιμιστική- πάνω στην κυριαρχία του χάους, της αταξίας και της συνεχούς μεταβολής των πραγμάτων.

Η Ιστορία, μετά τον Ευριπίδη, δικαίωσε τις απόψεις του πάνω στον παραλογισμό του πολέμου που εξακολουθεί να υφίσταται, δυστυχώς, ακόμη και σήμερα παίρνοντας διάφορες μορφές, αφανίζοντας όνειρα, σχέδια, λαούς στο βωμό της αισχροκέρδειας και της αδηφάγας φύσης των κατακτητών-κερδοσκόπων.

Πώς όμως μπορεί να αναπαρασταθεί αυτή η διαχρονική-προφητική διάσταση του πνεύματος του Ευριπίδη στις μέρες μας; Το Θέατρο Νοτίου Αιγαίου αποφάσισε να ξεκινήσει την παράσταση αυτής της τραγωδίας με την προβολή εικόνων από διάφορα αρχεία ταινιών-ντοκιμαντέρ: σφαγιασμένα παιδιά, καταστροφές, ερημώσεις και συνωστισμένα πτώματα κατακλύζουν την όραση του θεατή, προλογίζοντας τις «Τρωάδες» και συνδέοντάς τες άμεσα με το σήμερα. Μια κατανυκτική ατμόσφαιρα δημιουργείται ήδη από την αρχή, που έρχονται να την ενισχύσουν επιδεικτικά τα λόγια από τον 10ο Ψαλμό του Δαυίδ καταλήγοντας πάνω στο πεσμένο στο χώμα σώμα της Εκάβης και των γυναικών του Χορού, μέσα σε ένα διάκοσμο λιτό και αφαιρετικό.

Οι Τρωάδες, έχοντας χάσει στον πόλεμο της Τροίας παιδιά, συζύγους περιουσίες, περιμένουν αιχμάλωτες κάτω από τα τείχη της Τροίας να χάσουν και το τελευταίο που τους απέμεινε: την τιμή και την αξιοπρέπειά τους, αφού θα υπηρετούν ως δούλες ή παλλακίδες τους αιμοχαρείς αφέντες τους, τους Αχαιούς. Ο Ευριπίδης έγραψε αυτό το έργο το 415 π.Χ. καταδικάζοντας τα εγκλήματα των Αθηναίων στη Μήλο, όπου έσφαξαν τους άνδρες και εξανδραπόδισαν τα γυναικόπαιδα. Μέσα σε αυτή τη γενικότερη ατμόσφαιρα απαξίωσης και βαναυσότητας των κατακτητών Αθηναίων καθώς και στις παραμονές της Σικελικής εκστρατείας, ο «τραγικότερος των τραγικών» έγραψε το αντιπολεμικό έργο «Τρωάδες» αναπαριστώντας τα δεινά του πολέμου μέσα από τη θέση και την οπτική γωνία των θυμάτων. Οι «Τρωάδες», εξάλλου, αποτελούν το τελευταίο έργο και την κατάληξη μιας τριλογίας που είχε ως θέμα τον πόλεμο της Τροίας. Τα άλλα δύο έργα, “Αλέξανδρος”, “Παλαμήδης” έχουν χαθεί.

Η Εκάβη (Νίτα Παγώνη) βρίσκεται στο κέντρο της δράσης ενώ γύρω της οι γυναίκες του Χορού σιγοντάρουν και συνοδεύουν το θρήνο της. Η Νίτα Παγώνη-Εκάβη, με τον γεμάτο παλμό λόγο της, γίνεται το κέντρο του σύμπαντος και της σκηνής (όπως φυσικά αρμόζει στη γλώσσα του θεάτρου) εκπέμποντας όλο τον πόνο και τη δυστυχία της χαροκαμμένης χήρας και μάνας που θα χάσει άδοξα ακόμη και τον εγγονό της. Οι γυναίκες του Χορού πλαισιώνουν το πρόσωπό της και –κατά τη σύμβαση του αρχαίου δράματος- απηχούν με τα λόγια και τις κραυγές τους όλη τη συμφορά και το απαράδεκτο των περιστάσεων. Αποτελούν τον αντίλαλο όχι μόνο των κυρίων προσώπων (της Εκάβης, της Ανδρομάχης και της Κασσάνδρας) αλλά και όλης της πόλης της Τροίας που χάνεται. Παρότι λιγοστές, με τη στάση και το ανάστημά τους πάνω στη σκηνή, με ενορχηστρωμένες ρυθμικά τις κινήσεις των χεριών αλλά και όλου του σώματός τους, με ιαχές απόγνωσης για τα ανατριχιαστικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τους συνοδευόμενες από εκφράσεις και μορφασμούς προσώπου όμοια με μάσκες αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, έρχονται να δώσουν «σάρκα και οστά» στη ρήση του Αντονίν Αρτώ (‘’Το Θέατρο και Το Είδωλό του’’) : «Το να κάνει κανείς αυτό, να ενώνει δηλ. το θέατρο με τις δυνατότητες της έκφρασης μέσα από τις μορφές/φόρμες, και από οτιδήποτε είναι χειρονομίες, θόρυβοι, χρώματα, πλαστικότητα, κτλ, ισοδυναμεί με το να το αποκαθιστά στον πρωταρχικό του προορισμό, σημαίνει να το επανατοποθετεί μέσα στην θρησκευτική και μεταφυσική του όψη, σημαίνει να το συμφιλιώνει με το σύμπαν».

Η τελετουργική πλευρά του έργου ενισχύεται με την παρουσία της Κασσάνδρας (Βάσω Αγγελάκου), ιέρειας του Απόλλωνα, που σε μια κρίση έκστασης και προφητικής μανίας προλέγει τις συμφορές που θα βρούνε στο μέλλον τους Έλληνες. Τα άσπρα της πέπλα πέφτουν το ένα μετά το άλλο κατάχαμα, επιδεικνύοντας με επιδέξιο τρόπο το αμετάκλητο χάσιμο της αγνότητάς της, εφόσον από ιέρεια θα γίνει ερωμένη του Αγαμέμνονα.

Χαρακτηριστικές είναι και οι ερμηνείες της Ανδρομάχης (Μαίρη Βιδάλη) όπως και της Ελένης (Κατερίνα Ζαφειροπούλου) κατά τη λογομαχία της («αγώνα») με το Μενέλαο. Αξιοπρόσεχτο είναι ότι η τελευταία αλλάζει πρόσωπο –από γυναίκα του Χορού μετατρέπεται σε Ελένη- πάνω στη σκηνή και όχι πίσω από αυτή.

Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ζαχαρία Αγγελάκου, αποτελούν ένα θέαμα που συγκινεί προκαλώντας τον τρόμο, το έλεος και την κάθαρση στο σύγχρονο ανήσυχο θεατή και δρώντα της εποχής που βιώνουμε.

Δήμητρα Γιαννακού

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s