Συνέντευξη του Κονσταντίν Λοπουσάνσκι στον Γιάννη Καραμπίτσο (δημοσιεύτηκε στο Camera Professional)

«ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΕΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ»

 

Συνάντησα τον Κονσταντίν Λοπουσάνσκι αμέσως μετά το πολύ ενδιαφέρον workshop που πραγματοποίησε ενώπιον των ελλήνων δημιουργών ταινιών μικρού μήκους με τίτλο «Από την σύλληψη της ιδέας ως την μεγάλη οθόνη. Ο ρόλος  του σκηνοθέτη δημιουργού» στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων του 30ου Φεστιβάλ Δράμας για να μας πει λίγα λόγια για εκείνον και το έργο του. Η σκηνοθέτης Ιρίνα Μπόικο είχε την ευγενή καλοσύνη να μεταφράζει από τα ρώσικα στα ελληνικά και το αντίστροφο.

Την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το masterclass του διακεκριμένου παγκοσμίως Ρώσου σκηνοθέτη Κονσταντίν Λοπουσάνσκι είχαν οι προσκεκλημένοι στο Φεστιβάλ της Δράμας.

Η συνάντηση του κ. Λοπουσάνσκι με τους νέους, και όχι μόνο, κινηματογραφιστές δόθηκε στις 11.00 το πρωί της Παρασκευής 21 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Ωδείο της Δράμας, με θέμα «Από τη σύλληψη της ιδέας έως τη μεγάλη οθόνη. Ο ρόλος του σκηνοθέτη δημιουργού».

Κονσταντίν Σεργέγεβιτς Λοπουσάνσκι

Γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1947 στην πόλη Ντνιεπροπετρόβσκ. Αρχικά σπουδάζει μουσική και το 1970 αποφοιτά με δίπλωμα στο Βιολί, από το Κρατικό Ωδείο του Καζάν. Λίγο αργότερα μεταπτυχιακές σπουδές στο Ωδείο του Λένινγκραντ, όπου συνεχίζει σπουδάζοντας μουσική σκηνοθεσία. Από το 1980 εργάζεται στο κινηματογραφικό Στούντιο Λενφίλμ. Με την πτυχιακή του εργασία ακόμη, μια μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο «Solo» καταφέρνει και ταράσσει τα νερά της δημοσιότητας. Συνεχιστής του έργου του Α. Ταρκόφσκι και εκφραστής καλλιτεχνικών αναζητήσεων σκηνοθετών όπως: Ι. Μπέργκμαν, Ρ. Μπρεσόν και Κ. Μιζογκούτσι, ο Λοπουσάνσκι, στο έργο του εφαρμόζει κοινούς αισθητικούς άξονες με αυτούς των εμπνευστών του, δίχως όμως αυτό να αποτελεί αντικείμενο απαξίωσης του προσωπικού του στυλ και υποβάθμιση της βαθύτατης πνευματικής εργασίας που απαιτεί η προετοιμασία της κάθε νέας του ταινίας. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Γράμματα Ενός Νεκρού Ανθρώπου» (1986) χαρακτηρίζεται ως το γεγονός της χρονιάς πολιτικά, αφού συνδέεται με την Περεστρόικα, αλλά και κινηματογραφικά, αφού 15 εκατ. θεατές μόνον στη Σ. Ένωση την παρακολούθησαν. Στην καρδιά της Περεστρόικα κι όταν ο Σοβιετικός κινηματογράφος περιορίζεται σε θεματική καθημερινότητας, αντλώντας «σχηματικά» υλικό του «πεζοδρομίου», ο Λοπουσάνσκι κατανοεί και καταφέρνει να εικονοποιήσει το αιτιατό του μεταφυσικού κακού σκηνοθετώντας τη δεύτερή του ταινία «Επισκέπτης του Μουσείου» (1989). Μια θρησκευτική παραβολή για την αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος, μια καταγραφή της θυσίας και του φανατισμού, μια κατάθεση ψυχής για την αιώνια αντιπαλότητα του καλού με το κακό. Η ταινία, στο σύνολό της, εκτιμάται πολύ από τους κριτικούς στο εξωτερικό, παρουσιάζει έντονη φεστιβαλική ζωή και τιμάται επίσης με πολλά βραβεία. Ουσιαστικά, με αυτήν την ταινία ο Λοπουσάνσκι, καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση στο ρωσικό κινηματογράφο. Με το τέλος του Αιώνα βρίσκεται για μια 5ετία σε κατάσταση αναμονής. Όταν το 1996 καταθέτει το σενάριο, στο Ρώσικο Κέντρο Κιν/φου για επιχορήγηση, η επιτροπή το απορρίπτει εξαιτίας των υψηλών οικονομικών απαιτήσεων της παραγωγής, Ωστόσο, το σινεμά του Λοπουσάνσκι, εξακολουθεί να διατηρεί δυνατά ποσοστά θέασης και να τυγχάνει υψηλής καλλιτεχνικής αποδοχής από το ανά την υφήλιο κοινό. Το απρόβλεπτο, συνήθως κυριαρχεί έντονα στις ταινίες του, ενώ οι θεματικοί του άξονες πάντα σε ατέρμονη περιστροφή προβληματισμού γύρω από έννοιες όπως: αγάπη, επανάσταση, ιστορία, ανθρώπινη μνήμη… λέξεις, έννοιες, δυναμικές, που τουλάχιστον φιλμικά, διατηρούν ανέπαφες τις διαχωριστικές τους λωρίδες και υποχρεώνουν το θεατή σε συνειδητή ανάλυση των επιμέρους αυτών συνιστωσών.
Η τελευταία του ταινία με τον τίτλο «Ασχημόκυκνοι» (2006) βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα των αδερφών Στρουγκάτσκι. Η ταινία διανέμεται στις αίθουσες το φθινόπωρο του 2006 και μέχρι στιγμής έχει προβληθεί σε περισσότερα από 30 φεστιβάλ ανά τον κόσμο, τιμήθηκε δε με πολλά βραβεία ανάμεσα στα οποία και: «Βραβείο Καλύτερης Ευρωπαϊκής Φανταστικής Ταινίας» στην Ελβετία καθώς και «Κρατικό Βραβείο της Αγίας Πετρούπολης».

 

Όταν μιλάμε για σενάριο και κατασκευή της ταινίας στον κλασικό αφηγηματικό κινηματογράφο και στον κινηματογράφο που αποκαλούμε ποιητικό υπάρχει διαφορά;

 

Είτε πρόκειται για τον κινηματογράφο του δημιουργού είτε για οποιονδήποτε άλλον κινηματογράφο αυτός μπορεί να βασιστεί στην κατασκευή του σεναρίου και της ταινίας σε ορισμένα στερεότυπα. Και όταν μιλάμε για σινεμά του δημιουργού, δεν μιλάμε μόνο για ποιητικό κινηματογράφο, αλλά και για την προσωπικότητα του δημιουργού που αραιώνει τα σύνορα μεταξύ του στερεότυπου και ποιητικού κινηματογράφου.

 

Ποια είναι η συνέχεια του ρώσικου σινεμά που εμείς γνωρίσαμε ως σοβιετικό αφού σήμερα οι ταινίες που βλέπουμε από τη Ρωσία είναι ελάχιστες; Πιστεύετε ότι ο ρώσικος κινηματογράφος δίνει περισσότερο σημασία στην εικόνα από ότι άλλες κινηματογραφίες;

 

Όπως σε όλο τον κόσμο έτσι και στη Ρωσία κέρδισε αυτό που λέμε εμπορικός κινηματογράφος και έτσι το 80% των ρώσικων ταινιών είναι εμπορικές ταινίες. Κινηματογραφιστές από όλο τον κόσμο που ανήκουν στον κινηματογράφο του δημιουργού έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ότι κινηματογραφιστές της ίδιας χώρας. Ο Βιμ Βέντερς που είναι φίλος μου μόλις τελείωσα την τελευταία μου ταινία μου τηλεφώνησε και μου ανακοίνωσε ότι βρήκε αίθουσα στο Βερολίνο για να παιχτεί η ταινία μου. Είναι άλλος ο στόχος του κινηματογράφου του δημιουργού και άλλος του εμπορικού κινηματογράφου.  Αν σήμερα πιστεύω ότι πρέπει να εκφραστώ περισσότερο με την εικόνα το κάνω, αν με τον ήχο το ίδιο. Δεν έχει σχέση με τον εμπορικό κινηματογράφο στοχεύει να διηγηθεί μια ιστορία με καλοχωνεμένο τρόπο. Αλλά σαφώς όπως στη μουσική η βάση είναι ο ήχος, έτσι και στον κινηματογράφο η βάση είναι και παραμένει η εικόνα.

 

 

Υπάρχει η έκφραση αυτού που αποκαλούμε «ρώσικη ψυχή» στον ρώσικο κινηματογράφο;

 

Τώρα πια που είναι όλα ισοπεδωμένα μερικές φορές βλέπεις την ταινία και δεν καταλαβαίνεις που την έχουν γυρίσει. Αλλά σαφώς αυτό που λέμε «ρώσικη ψυχή» ισχύει ως έκφραση αυτού που λέμε ρώσικη νοοτροπία, ρώσικος πολιτισμός. Μου αρέσει ο Κιμ Κι Ντουκ και ο Γουόνγκ Καρ Βάι επειδή ακριβώς φτιάχνουν την ατμόσφαιρα, το συναίσθημα στον περίγυρο της ιστορίας και δίνουν σημασία σε αυτή την λεπτομέρεια που ξεχωρίζει. Είναι μια πολύ λεπτή γραμμή και όλα τα άλλα είναι δίπλα.

 

Πιστεύετε ότι η αναζήτηση του βαθύτερου και του πνευματικού στην τέχνη οδηγεί αναγκαστικά στην μεταφυσική;

 

Ναι πιστεύω ότι οδηγεί στη μεταφυσική γιατί αν δεν θέλεις να πεις απλά μια ιστορία αλλά αναζητάς το βαθύτερο πιστεύεις ότι πέρα από τα σύνορα της πραγματικής ζωής υπάρχει κάτι το άγνωστο και δημιουργεί εντελώς άλλη ατμόσφαιρα αν προσπαθείς να το δείξεις με κάποιο τρόπο.

 

Τι πιστεύετε για την ψηφιακή τεχνολογία και την εισχώρησή της στον σύγχρονο κινηματογράφο;

 

Είμαι σαφώς υπέρ των νέων τεχνολογιών γιατί μας λύνει τα χέρια και μας δίνει νέες δυνατότητες και με οτιδήποτε καινούριο μου παρέχει μια παλέτα στα χέρια μου για να ζωγραφίσω. Η τελευταία μου ταινία «Ασχημόκυκνοι» (2006) (αυτή που αναλύθηκε στο workshop) η οποία γυρίστηκε σε φιλμ περάστηκε ολόκληρη στο κομπιούτερ, καθίσαμε με τις ώρες μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας και ζωγραφίσαμε καρέ-καρέ το κάδρο και μετά το γυρίσαμε στο φιλμ.

 

Πόσο σας έχουν βοηθήσει οι μουσικές σπουδές σας στην διαδικασία της κινηματογραφικής δημιουργίας;

 

Πολλοί σκηνοθέτες στον κόσμο αλλά και στην Ρωσία όπως ο Ταρκόφσκι και ο Κοντσαλόφσκι είχαν μουσική παιδεία. Πιστεύω ότι βοηθάει σε αίσθηση ρυθμού και δομής της ταινίας. Όταν ένα παιδάκι είναι μικρό και κάτι το τραβάει προς την τέχνη, η μουσική παιδεία είναι ένα καλό βήμα. Όσον αφορά τον κινηματογράφο του δημιουργού ο σκηνοθέτης είναι σαν διευθυντής ορχήστρας για τα μέλη του συνεργείου που συνεργάζονται στο γύρισμα μιας ταινίας και όλη η ομάδα είναι σαν μια ορχήστρα.

 

Ποια είναι η επίδραση του έργου σας στους νέους ανθρώπους και η επαφή μαζί τους, αφού είστε ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης στη χώρα σας και από όσο ξέρω διδάσκετε και στο Πανεπιστήμιο;

 

 

Νοιώθω πολύ περήφανος αλλά και μεγάλη ευθύνη γι αυτό, μου αρέσει πολύ η επαφή με τη νέα γενιά σκηνοθετών, πάντα πλουτίζομαι από αυτούς και θέλω να πιστεύω ότι και εγώ τους πλουτίζω όσο μπορώ.

 

Ποιες ταινίες θα ξεχωρίζατε από το έργο σας;

 

Σίγουρα την πρώτη «Τα Γράμματα ενός Νεκρού Ανθρώπου» που σκηνοθέτησα το 1986 ενώ βρισκόμασταν εν μέσω της περεστρόικα πότε επιτρεπόταν και πότε απαγορεύονταν τα γυρίσματα, αλλά κατάφερα να την ολοκληρώσω με προσωπική παρέμβαση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, είχε καλή αποδοχή από τον κόσμο και την κριτική και με καθιέρωσε. Όπως κάθε σκηνοθέτης όμως λέει καλύτερη και πιο αγαπημένη μου ταινία είναι η τελευταία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.