Δρόσου Δρόλαπα Μίμηση Αγάπης: Συνέντευξη του συγγραφέα στον Μίμη Τσακωνιάτη

Πάντα θαύμαζα τους δημιουργούς που ανεπηρέαστοι από τις κυρίαρχες αισθητικές σειρήνες και τάσεις ακολουθούν το δικό τους προσωπικό δρόμο σε αναζήτηση μίας βαθύτερης αλήθειας. Αυτούς που διασχίζουν την πνευματική έρημο της κάθε εποχής και ανακαλύπτουν μυστικές οάσεις με πηγές στις οποίες μετά και κάποιοι άλλοι με τη σειρά τους θα ξαποστάσουν λίγο και θα δροσιστούν προκειμένου να συνεχίσουν το ατέρμονο ταξίδι… Κάπως έτσι αισθάνθηκα διαβάζοντας και το βιβλίο του Δρόσου Δρόλαπα “Μίμηση Αγάπης” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Όσοι λοιπόν αγαπούν την Οδύσσεια του νου και της ψυχής ας πάρουν το ρίσκο σπεύδοντας στο βιβλιοπωλείο. Ενώ όσοι νομίζουν ότι έχουν φτάσει στον προορισμό τους καλύτερα να το ξεχάσουν…

-Στο χώρο της τέχνης επικρατεί η αίσθηση ότι το να είσαι καλλιτέχνης είναι κάτι πολύ σημαντικό. Εσύ νιώθεις συγγραφέας;

Αν μ’αυτό εννοούμε ότι έχω καταποθεί από κάποια αυτόνομη οντότητα, που με χειραγωγεί ώστε να φέρομαι σύμφωνα με εγκαθιδρυμένα αλλότρια πρότυπα, ικανοποιώντας έτσι τις κοινωνικές αξιώσεις περί του πως οφείλει να είναι ένας συγγραφέας, τότε, ευτυχώς, δεν το έχω πάθει. Αν πάλι είσαι ό,τι κάνεις, γιατί να μη δηλώσω υδραυλικός, αφού σήμερα άλλαξα μια βρύση;

-Αυτός είναι και ο λόγος που απεχθάνεσαι τη δημοσιότητα;

Ναι, είναι πολύ εύκολο, με συνεχείς μικρές παραχωρήσεις, να βρεθείς εξάρτημα ενός μηχανισμού του οποίου δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο. Και το κακό είναι διπλό: πρώτον, εκτρέπεσαι από το αντικείμενο σου, και δεύτερον, οι βιογραφικές πληροφορίες μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από το δημιούργημα στον κατασκευαστή του, με συνέπεια να χρωματίζεται το έργο ανάλογα.

-Στο βιβλίο θίγεις το πρόβλημα της ασυμφωνίας του πιστεύω και των πράξεων. Αυτό που με εντυπωσιάζει από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω την τέχνη είναι ότι δυστυχώς αυτή αντί να κάνει τον “άνθρωπο” καλύτερο τις περισσότερες φορές τον κάνει πολύ χειρότερο. Αυτό συμβαίνει επειδή και αυτή δεν είναι παρά ένα κλαδί ενός αρρωστημένου δέντρου που είναι η κοινωνία μας;

Η τέχνη για την τέχνη ισχύει στην ιδιωτική σφαίρα. Το έργο που προορίζεται για το κοινό πρέπει να αξιολογείται βάσει της αναμενόμενης επίδρασης –επ’αγαθώ ή μη– και να κρίνεται βάσει της πρόθεσης του καλλιτέχνη. Σε περίοδο λοιμού λαμβάνονται μέτρα που εμποδίζουν την εξάπλωση της αρρώστιας. Στο χώρο της τέχνης επικρατεί ασυδοσία –στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης– με αποτέλεσμα η ψυχική πανούκλα ν’ απειλεί με πανδημία.

-Γι’αυτό λοιπόν είσαι υπέρμαχος του περιεχομένου και όχι της φόρμας;

Μακάριος όποιος συνδυάζει περιεχόμενο και φόρμα σε υψηλό επίπεδο αμφότερα. Όμως ποτέ η όποια αισθητική σε βάρος της ουσίας. Αν προσπαθούσαμε να τραφούμε με πανέμορφα στο μάτι ομοιώματα φαγητών, θα πεθαίναμε από ασιτία. Πόσο μάλλον αν η τροφή είναι δηλητηριασμένη.

-Αφού όλα έχουν ειπωθεί γιατί το ανθρώπινο γένος αδυνατεί να κάνει κάποιο ουσιαστικό βήμα μπροστά;

Μπορεί να έχουν ειπωθεί όσα μας χρειάζονται, αλλά ποτέ δεν έγιναν πραγματικά αποδεκτά. Άλλωστε, η μοίρα των ιδεολογιών είναι να διαστρέφονται στην εφαρμογή τους. Από τον άνθρωπο των σπηλαίων μέχρι σήμερα έχουμε ελάχιστα εξελιχθεί. Απλώς πειθαρχούμε –όπως τα ζώα στο τσίρκο– στις εκάστοτε εντολές. Οι ηθικές μας επιτεύξεις μπορεί να χαθούν πανεύκολα, γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων δεν ανήκει στο επίπεδο τους, μόνο φέρεται σαν να ανήκει. Βέβαια, όταν αυτό γίνεται συνειδητά είναι πολύ χρήσιμο, στην περίπτωση μας όμως η συμπεριφορά μας είναι μηχανική.

-Θεωρείς ότι ένα έργο μπορεί να μείνει άφθαρτο από το πέρασμα του χρόνου ή αυτό έχει να κάνει κάθε φορά με τον αποδέκτη του;

Το έργο που καταπιάνεται με το ουσιώδες, που θίγει την αλήθεια, έχει διαχρονική αξία γιατί μιλάει κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων πέρα από πολιτισμικά σκαμπανεβάσματα και δοξασίες του συρμού. Το όντως μεγάλο έργο δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο, έχει την ιδιότητα ν’ αποκαλύπτει σε όλους κάτι, ανάλογα με τη δύναμη του καθενός. Γι’αυτό και προκύπτουν ασυμφωνίες εκτιμήσεων και ερμηνειών, είναι φυσιολογικό.

-Τι σε σπρώχνει να γράφεις; Ποιο το ελατήριοσου;

Όταν γράφω για τον εαυτό μου, επιζητώ την ικανοποίηση που δίνει κάθε δημιουργική εργασία, και δε δίνω πουθενά λογαριασμό. Όμως η δημόσια έκθεση είναι άλλο πράγμα, χρειάζομαι καλή δικαιολογία. Έτσι, απευθύνομαι σ’ εκείνους που βρίσκονται στην έρημο, γιατί εκεί και η πιο μικρή γουλιά νερό μπορεί να είναι σωτήρια. (Όπως άλλοι το έκαναν για ’μένα, ήρθε τώρα η σειρά μου να ξεχρεώσω). Όμως, όποιος δε διψάει ας μη διαβάσει το βιβλίο∙ θα είναι σαν να υποκλέπτει επιστολή προορισμένη για άλλον παραλήπτη.

-Το κακό τελικά βρίσκεται μέσα μας;

Θα έλεγα ότι το κακό βρίσκεται και μέσα μας, άλλωστε το έξω από εμάς κακό δε βρίσκεται μέσα σε κάποιον; Αν πολεμήσουμε τους άλλους, παραβλέποντας το εσωτερικό μας πεδίο μάχης, το μόνο που είναι δυνατόν να πετύχουμε είναι η αλλαγή της διαχείρισης του κακού. Το αποδεικνύει η ανάγνωση της Ιστορίας, που είναι ιστορία παραφροσύνης και φρίκης. Όπως έλεγε και ο Γιουνγκ, αρνούμενοι να συνδιαλλαγούμε με τη σκιά μας προβάλλουμε το κακό στους άλλους με τα γνωστά επακόλουθα.

-Γιατί ο άνθρωπος φοβάται να δει την πραγματική εικόνα του κόσμου του, εσωτερικού και εξωτερικού; Μοιάζει μήπως με «τα λέπια στα μάτια»  που είχε ο Απόστολος Παύλος;

Είναι εκδήλωση του ένστικτου αυτοσυντήρησης. Γνωρίζουμε, κατά βάθος, ότι εδώ που βρισκόμαστε η πρόσκαιρη ύπαρξη μας είναι εύθραυστη. Μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη μας δόση πραγματικότητας μπορεί να μας διαλύσει. Απ’ την άλλη, η τακτική «σφυρίζω στο σκοτάδι» έχει αποδειχτεί ατελέσφορη, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας. Αντί να στενεύουμε την πραγματικότητα επειδή δεν τη χωράμε, καλύτερα να διευρυνόμαστε εμείς διαρκώς, αλλά με περίσκεψη, όπως το φίδι που αλλάζει με προσοχή πουκάμισο γιατί τότε είναι ευάλωτο.

-Που έγκειται η προσωπική ευθύνη του καθενός για την κατάντια της κοινωνίας σήμερα; Στο να χειροκροτεί από το καθιστικό του τις σκουπιδοεκπομπές της τηλεόρασης εναποθέτοντας πάνω τους τις φαντασιακές προβολές για δικαιοσύνη ή στο να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια τα πανομοιότυπα πολιτικά κόμματα;

Για να πούμε την αλήθεια, δεν είναι λογικό να ζητάμε από ένα ανδράποδο να φερθεί όπως ένα ελεύθερο και αυτεξούσιο ον. Όλοι μας είμαστε δέσμιοι της χρονικής στιγμής που γεννηθήκαμε. Οι πληροφορίες που μας ταΐζουν καθορίζουν την εικόνα της πραγματικότητας, που όσο πιο περιορισμένη είναι τόσο επιλεκτικότερη η αντίληψη, τυφλή σε οτιδήποτε διαφορετικό. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι πήραμε στραβό δρόμο, τα συμπτώματα της κοινωνικής παθογένειας το δείχνουν: κατάσταση ανίας, φόβου, άγχους, παράνοιας, κτλ. Αυτό που είναι ο καθένας μας αποτελεί την προσωπική μας συμβολή στο γενικό πρόβλημα. Όμως κάθε απόπειρα να ξεφύγουμε απ’ την πεπατημένη αντιμετωπίζεται με το ερώτημα: «Εσύ θ’ αλλάξεις τον κόσμο;» Εγώ όχι, εσύ όχι, αυτός όχι΄ τότε ποιος; Και ο κόσμος αλλάζει εν απουσία μας. Ουδείς αθώος και άμοιρος ευθύνης. Ακόμη και ο δήμιος μπορεί να βελτιώσει την ανθρωπιά του τροχίζοντας το τσεκούρι του. Δε λείπουν οι ευκαιρίες από την καθημερινότητα μας, μόνο που επιλέγουμε να κοιτάζουμε αλλού.

-Το συναισθηματικό έλλειμμα που παρατηρούμε τόσο έντονο στις μέρες μας που νομίζεις ότι οφείλεται και γιατί οι “άνθρωποι” πάντα όταν προσφέρουν κάτι στον άλλο το κάνουν με το νου τους στο “ταμείο”;

Ο λεγόμενος εγωισμός, το ατομικό συμφέρον, η ιδιοτέλεια είναι φυσικά δεδομένα, είναι ορμέμφυτα που εξυπηρετούν το χωρίς έλεος παιχνίδι της ζωής και είναι απίθανο ν’ απαλλαχτούμε από αυτά. Μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε την ώθηση των βιολογικών μας επιταγών σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, εξευγενίζοντας τις επιδιώξεις μας. Ποιος θα μας διδάξει όμως; Όλες οι θρησκείες ξεκίνησαν για ν’ απαντήσουν περί του πρακτέου, αλλά σύντομα εκφυλίστηκαν έως πλήρους αναστροφής. Ειδικά ο χριστιανισμός “διόρθωσε” τόσο τα λόγια του Χριστού, ώστε οδηγεί τους ανθρώπους που διαθέτουν στοιχειώδη λογική στο εξής συμπέρασμα: καλύτερα να μην υπάρχει θεός, γιατί αν υπάρχει, τέτοιος που είναι, δεν θέλω να τον ξέρω.

-Και ο ρόλος της επιστήμης όμως σήμερα μοιάζει πιο σκοτεινός και από εκείνον της εκκλησίας στο μεσαίωνα. Συμφωνείς;

Ναι, γιατί η επιστήμη παρουσιάζεται ως φορέας φωτός, ενώ ο ρόλος των λεγόμενων θρησκειών είναι εμφανώς σκοταδιστικός. Οι Εκκλησίες απολιθώνονται, η Ζωή εξελίσσεται. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, η επιστήμη θα προχωρήσει στο δρόμο της μέχρι το τέλος. Η πρόγνωση δεν είναι καλή, γιατί η διανοητική υπερανάπτυξη δεν ελέγχεται από αντίστοιχο ηθικό επίπεδο. Και δεν εννοώ την ηθική που μας επιβάλλεται, αλλά εκείνη που κατακτάται. Η επικρατούσα ηθική αχρωματοψία μόνο ως ένδειξη ψυχικής αναπηρίας νοείται.

-Πως εξηγείς το γεγονός ότι η μάζα είναι πρόθυμη να ακούσει μόνο τους ειδικούς ή τους επώνυμους;

Αυτό δεν είναι κατ’ αρχήν κακό. Συμφωνεί και με τη Σωκρατική αντίληψη περί επαΐοντος. Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν πρόκειται για απατεώνες. Για τυφλούς οδηγούς τυφλών που διακηρύσσουν ότι βλέπουν. Τα ψέματα τους είναι ευχάριστα στην ακοή και τα προτιμούμε γιατί μας γλυκονανουρίζουν. Ο προφήτης, ο δάσκαλος, ο φιλόσοφος δρουν σαν αλογόμυγες και αναλόγως αντιμετωπίζονται.

-Τι θα συμβούλευες ένα νέο σήμερα που αισθάνεται έστω και ομιχλωδώς ότι το κτηνώδες σύστημα θα τον καταπιεί αν δεν αντισταθεί με νύχια και με δόντια;

Φοβάμαι ότι η όποια προβλεπτή αντίσταση του δε θα τον ωφελήσει πολύ. Θα’ ρθει ο καιρός που θα εκπροσωπεί ο ίδιος τη νέα έκδοση του συστήματος. Είμαστε μαριονέτες στα χέρια της κατεύθυνσης που έχει πάρει η εξέλιξη του είδους μας. Ως νέοι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε –εφόσον δεν ξέρουμε τι μας γίνεται– είναι να ευχόμαστε να μην πάθουμε κάτι ανεπανόρθωτο. Γιατί αργότερα δε θα μπορούμε να αναθεωρήσουμε όλες μας τις απόψεις, να διακρίνουμε δηλαδή το καλό απ’ το κακό, όχι πλέον ως παραδεδομένα αλλά ως δικό μας πόρισμα. Δε φταίνε λοιπόν μόνο τα πολιτικά συστήματα, εμείς δεν είμαστε το χωράφι που τα γεννάει και τα τρέφει;

-Βλέπεις την ζωή ως αυτοσκοπό ή ως ένα μέσο, ένα σκοπό για κάτι άλλο πιο αληθινό;

Όπως είπαμε η Ζωή εξελίσσεται, κι αυτό θα διαρκέσει ως το τέλος του σύμπαντος – τουλάχιστον. Το ζήτημα είναι: μπορούμε, εκτελώντας παράλληλα το αδήριτο καθήκον της απλής ύπαρξης ως απαιτούμενη συνεισφορά, να επιταχύνουμε, να κόψουμε δρόμο, να φτάσουμε κάπου τώρα ως άτομα; Και τον εαυτό μας θα ωφελήσουμε και το σύνολο, αφού ως γνωστόν λίγη μαγιά φουσκώνει –κάτω από προϋποθέσεις– όλο το ζυμάρι. Για να μη φανεί ότι δεν απάντησα, σκέψου πως όταν σπέρνουμε το χωράφι, όλοι οι σπόροι έχουν τον αυτό σκοπό, αλλά η τύχη ενός εκάστου μπορεί να είναι διαφορετική.

-Κάπου λες ότι «Αν ο θάνατος είναι ένας εραστής, τότε θα πρέπει να τον υποδεχτούμε όσο γίνεται πιο όμορφοι. Τον παρομοιάζεις με ένα όμορφο παλικάρι με σκληρά, σκοτεινά μάτια…». Γιατί ενώ ο Ταρκόφσκι λέει ότι «δεν υπάρχει θάνατος παρά βάσανα και πόνος» η δυτική αντίληψη τρέμει στην ιδέα του θανάτου;

Προφανώς γιατί η αναγνώριση ότι ο θάνατος μας βάζει οριστικό τέλος στη προσωπική μας ύπαρξη μειώνει τη σπουδαιότητα μας, ευτελίζει τα επιτεύγματα μας, μας ακυρώνει ολότελα. Ματαιότης ματαιοτήτων… Με την επίγνωση της θνητότητας οι όποιες πράξεις μας θ’ αποκτήσουν άλλη βαρύτητα, η ζωή μας θα γίνει πιο αληθινή. Αλλά ποιος πιστεύει ότι θα πεθάνει; Τι θα έκανες αν μάθαινες ότι σου μένει λίγος καιρός ζωής; Κάνε το τώρα!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s