Άντζελα Μπρούσκου:«Στην Ελλάδα, το διαφορετικό είναι πάντα ανήλικο» (συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα[εφ] με αφορμή την παράσταση στην Επίδαυρο στις 22&23 Αυγούστου)

Επιλέγουμε τις πράξεις μας όπως μας συμφέρει

Ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα» θέτει, μεταξύ άλλων, και το δίλημμα αν τελικά πληρώνουμε τα σφάλματά μας ή είναι η μοίρα μας αυτή που αποφασίζει για την τύχη μας.

Ποια είναι η γνώμη σας;

Ο άνθρωπος είναι ευθυνόφοβος γι’ αυτό και έχει την ανάγκη να αποδίδει στο θεό τη μοίρα του. Έχει την ελευθερία της επιλογής, αλλά επειδή δεν θέλει να αποφασίσει, συνδέει το ριζικό του με την ανώτερη δύναμη. Η Άρτεμις δεν ήθελε ο Αγαμέμνονας να πάρει μέρος στον πόλεμο. Έτσι, προκειμένου να τον αποτρέψει, του είπε ότι έπρεπε να θυσιάσει την κόρη του, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον όρο, εκείνος θα έκανε πίσω. Όμως, ο Αγαμέμνων ερμήνευσε τα λόγια της θεάς ανάποδα: πίστεψε δηλαδή ότι η Άρτεμις του είπε πως, για να πάει στον πόλεμο, έπρεπε να θυσιάσει την κόρη του. Με άλλα λόγια, ερμήνευσε τα λόγια της με τον τρόπο που τον συνέφερε· γιατί στ’ αλήθεια ποθούσε να κάνει αυτήν την ιμπεριαλιστική εκστρατεία. Ο Αγαμέμνονας υπερέβη, λοιπόν, το όριο που του έθεσε η θεά κατ’ επιλογή του. Το θέμα λοιπόν είναι ακριβώς αυτό: πως δηλαδή ερμηνεύουμε τα σημάδια και τους οιωνούς. Και τελικά η μοίρα μας είναι ακριβώς αυτή η ερμηνεία που δίνουμε. Οι ερμηνείες μας πάντα θα καθορίζονται από τις ενδόμυχες επιθυμίες μας.

Η βία, η βία της θρησκείας που συχνά κρύβεται στην πίστη, η ελεύθερη βούληση, η μεταμφίεση της ελεύθερης βούλησης σε θρησκευτική επιταγή μόνο και μόνο για να κρύψει πίσω από «το θέλημα του θεού» ειλημμένες αποφάσεις από συμφέρον είναι θέματα που απασχολούν τη σκηνοθέτρια που σκηνοθετεί μεν για την Επίδαυρο «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, αλλά συνεχίζει να αισθάνεται στην κόψη του ξυραφιού. Την απασχολεί να μπορεί να συνεχίζει απερίσπαστη στο θέατρο, κάτι που δεν της το υπόσχονται ούτε η αγορά ούτε οι καλλιτεχνικοί θεσμοί. Αλλά δεν πειράζει, λέει. Οι δυσκολίες την πεισμώνουν, την οπλίζουν με θάρρος πολεμίστριας. Καλό βόλι.

Σε λίγες ημέρες η Άντζελα Μπρούσκου σκηνοθετεί, για πρώτη φορά, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. «Αγαμέμνονα». Τη συναντήσαμε ένα ζεστό μεσημέρι σ’ ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο στα Καμίνια, στο χώρο όπου γίνονται οι πρόβες. Ανάμεσα σε δυο μεγάλους ανεμιστήρες, μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης: για τη γοητεία που της ασκεί η τραγωδία, για την επιμονή της στα θέματα της βίας και της δικαιοσύνης, για τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάποιος κάνοντας ερευνητικό θέατρο στην Ελλάδα. Δίπλα μας στημένο ήδη το λιτό σκηνικό της παράστασης:  μια μεγάλη εξέδρα και ένα κόκκινο χαλί απλωμένο, να περιμένει το βασιλιά Αγαμέμνονα…

Από το «Blasted», ένα σύγχρονο έργο με στοιχεία τραγωδίας, στην αρχαία τραγωδία που ανεβάζετε φέτος στην Επίδαυρο· είναι φανερό πως έλκεστε από το είδος. Γιατί επιλέξατε τον «Αγαμέμνονα»;

Νομίζω ότι υπάρχει ένας άξονας, ένα αόρατο νήμα που συνδέει αυτά τα δύο έργα. Ξέρετε, από τον «Αγαμέμνονα» μέχρι το «Blasted» της Σάρα Κέιν δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα ανθρώπινα. Το θέμα της βίας και το θέμα του δικαίου, αλλιώς η ανάγκη να πάρει κανείς το δίκιο στα χέρια του, εξακολουθούν να αποτελούν πρωταρχικά ζητήματα για τη σύγχρονη κοινωνία. Από την άλλη, θεωρώ πως ο «Αγαμέμνονας» ήταν το αμέσως επόμενο φυσιολογικό βήμα μου. Ξέρετε, η τραγωδία θέτει τα ζητήματα με απόλυτο τρόπο· σε πηγαίνει στον πυρήνα· σε ξαναγυρίζει στην αρχή.

Το «Blasted» μελετά το θέμα της βίας, το θέμα του πολέμου ως εξής: το κακό για τους περισσότερους από εμάς, πάντα, βρίσκεται κάπου αλλού· πάντα αφορά κάποιους άλλους. Αυτό το κακό η Σάρα Κέιν το βάζει να εισβάλει αναπάντεχα μέσα στο σπίτι και τότε ο πόλεμος, από τηλεοπτικό θέαμα, γίνεται μια απρόσμενη πραγματικότητα. Ο Αισχύλος μας πηγαίνει στην πρωταρχική αιτία του πολέμου: στη μανία του ανθρώπου για εξουσία και για πλούτο και στην αλαζονία με την οποία αντιμετωπίζουμε τη φύση.

Πώς ήταν οι πρόβες;

Στα μεγάλα έργα, ο χρόνος μοιάζει να μην είναι ποτέ αρκετός. Γιατί τα ερωτήματα που θέτουν είναι σπουδαία και αμέτρητα. Έτσι, τα έργα αυτά μοιάζουν με πηγή, και εσύ, όσο και να πίνεις νερό, δεν ξεδιψάς ποτέ. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να είναι πολύ σεμνός όταν καταπιάνεται μαζί τους. Προσωπικά, με ενδιαφέρει κυρίως να είναι καθαρή η ανάγνωση του έργου. Ξέρετε, δεν με αφορούν καθόλου τα σοβαροφανή ανεβάσματα που απλώς και μόνο σέβονται το κείμενο. Δεν με αφορά καθόλου μια παράσταση βαριά και απρόσιτη που προκαλεί απλώς και μόνο δέος. Θεωρώ ότι το στοίχημα είναι να καταφέρει κανείς να εμπλέξει τον ίδιο το θεατή.

Έχετε δηλώσει ότι επιλέγετε έργα με τα οποία συγγενεύετε. Στο συγκεκριμένο έργο πού ακριβώς εντοπίζετε τη συγγένειά σας;

Νομίζω πως την εντοπίζω στο πάθος που υπάρχει διάχυτο μέσα στο έργο. Στο πάθος που είναι η κινητήριος δύναμη αλλά και η καταστροφή του ανθρώπου. Που λειτουργεί αυτογνωσιακά, διευρύνοντας τους ορίζοντές μας. Γιατί, τελικά, μου φαίνεται ότι ποτέ κανείς δεν έμαθε από το μέτριο.

Πώς διαβάζετε τα έργα;

Τα έργα είναι αφορμές πάντα για να πεις το ίδιο πράγμα, που δεν είναι άλλο από τον τρόπο με τον οποίο θέλεις να υπάρχεις. Προσωπικά, επιδιώκω τη συγκίνηση· αλλιώς την εσωτερική μετατόπιση προς κάτι αληθινά ανθρώπινο που γίνεται λυγμός· το σημείο που αρχίζει κανείς να αισθάνεται.

Στις δουλειές σας έχετε ασχοληθεί αρκετά με το θέμα της βίας. Τελικά θα λέγατε ότι ασκεί πάνω σας μια κάποια γοητεία;

Η βία δεν με γοητεύει· με τρομάζει. Πιστεύω ότι είναι ένα ένστικτο που ενυπάρχει σε όλους μας από τη γέννησή μας και καλλιεργείται με χιλιάδες τρόπους. Η καταπίεση, το ανικανοποίητο, η σιωπή, η αδιαφορία, ακόμα και η κριτική στάση των άλλων καλλιεργούν βία. Και αυτή τη βία εγώ την έχω υποστεί. Ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να εκπαιδευτεί για να χαλιναγωγήσει το σκοτεινό ένστικτό του και να το μετατρέψει σε κάτι δημιουργικό. Προσωπικά ασχολούμαι με το θέμα της βίας γιατί θέλω να συνδιαλλαγώ μαζί του· θέλω να το ονομάσω.

Ωστόσο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ο θεατής να καταναλώσει τη βία ηδονοβλεπτικά, αποκλειστικά και μόνο ως θέαμα. Ποιους τρόπους χρησιμοποιείτε για να αποφύγετε κάτι τέτοιο;

Προσπαθώ να χρησιμοποιώ τη μεταφορά και όχι εικόνες που σοκάρουν. Δεν με ενδιαφέρει το σοκ που προσφέρει, για παράδειγμα, η τηλεόραση. Δεν νομίζω πως άλλαξε κανείς προς το καλύτερο βλέποντας στο δέκτη του το αποτέλεσμα μιας βίαιης πράξης. Γιατί τελικά αυτό που μας λείπει είναι η συναίσθηση· το να μπούμε στη θέση του άλλου.

Και το θέατρο είναι ένας τρόπος για να καταλαβαίνουμε όσα δεν μπορούμε αλλιώς;

Ναι, νομίζω πως είναι ένας χώρος συναίσθησης. Φυσικά το θέατρο δεν λειτουργεί ως σχολική αίθουσα, δεν μας μαθαίνει τι πρέπει και τι όχι. Όμως είναι ένας χώρος που ησυχάζουμε και που, μέσα από αυτή τη σιωπή, ξαναβγαίνει στην επιφάνεια η χαμένη μας συνείδηση. Το θέατρο σε συμφιλιώνει με την πραγματικότητα· σε βοηθάει να πάψεις να φοβάσαι. Ωστόσο, κάποια στιγμή τα φώτα ανάβουν και ξαναβγαίνουμε στον πραγματικό κόσμο. Πιστεύω ακράδαντα ότι το καλό μεταδίδεται. Πιστεύω ότι επιστρέφοντας κάποιος από μια καλή παράσταση, εκείνο το βράδυ τουλάχιστον δεν θα δείρει τη γυναίκα του. Γιατί το θέατρο είναι θεραπευτικό και η θεραπεία –όπως άλλωστε και η βία– ανακυκλώνεται. Όταν βλέπεις καλό θέατρο κάτι συμβαίνει μέσα σου· είναι σαν να κουβαλάς πλέον ένα φορτίο αγάπης. Το θέατρο λύνει κόμπους.

Κάποιοι δημιουργοί, ωστόσο, θέλουν να «τρίψουν» το θέατρο στα μούτρα του θεατή. Σας ενδιαφέρει αυτό το είδος του θεάτρου;

Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτός ο τρόπος. Εγώ προσκαλώ τους ανθρώπους στο θέατρο· δεν θέλω ούτε να τους σοκάρω, ούτε να τους βιάζω με αυτά που κάνω. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από παρηγοριά, θεραπεία και αγάπη. Έχει ανάγκη να του πεις την αλήθεια και να σου αντιπροτείνει τη δική του. Δεν θέλω να πλασάρω τίποτα. Ακόμα και στο θέατρο έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος. Ακόμα και τη μεγαλύτερη αλήθεια να λες, αν τη λες βίαιο τρόπο, θα οδηγήσεις τον άλλο στην άμυνα.

Τι σημαίνει να κάνεις ερευνητικό θέατρο στην Ελλάδα;

Καταρχήν σημαίνει να υποφέρεις… (γελάει). Πιστεύω ότι, όπως στην ιατρική πρέπει να γίνει έρευνα για να βρεθούν αποτελεσματικά φάρμακα και κατάλληλες θεραπείες, έτσι ακριβώς και στο θέατρο υπάρχει η ίδια απολύτως ανάγκη. Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να λειτουργώ απλώς διεκπεραιωτικά. Φυσικά, η έρευνα ενέχει πάντα τον κίνδυνο της

απότυχίας. Όμως ενέχει και την πιθανότητα να φέρεις στο φως νέα, άγνωστα πράγματα. Γι’ αυτό και η έρευνα έχει ζωή και έρωτα.
Ο άλλος τρόπος, δηλαδή τα έτοιμα αποτελέσματα, είναι ένα πράγμα νεκρό. Είναι σαν να κουβαλάς στους ώμους σου ένα φέρετρο, ένα νεκρό σώμα. Κάθε παράσταση πρέπει να ανανεώνει τα κύτταρα του έργου. Γιατί και τα έργα πεθαίνουν, όσο δεν τα ψάχνουμε. Κι αν δεν έχεις κάτι να πεις, τότε δεν σε σώζει ούτε ο Ιψεν, ούτε ο Αισχύλος, ούτε κανένας συγγραφέας, όσο σπουδαίος και να είναι.

Τι είναι στη ζωή σας το θέατρο;

Οδηγός. Δεν είναι κάτι που το κάνω και μετά πάω διακοπές. Με καθορίζει· καθορίζει τον τρόπο που βλέπω και ψάχνω τα πράγματα. Με βάζει σε ένα δρόμο αυτογνωσίας και συνεχούς μάθησης. Με δοκιμάζει. Το θέατρο δεν είναι κάτι που απλώς μου αρέσει. Θεωρώ σπουδαίο δώρο το ότι μπορώ να ασχολούμαι με αυτό. Η ζωή μου είναι σταθερά συνδεδεμένη με το θέατρο. Κι όχι μόνο όταν κάνω μια παράσταση. Γιατί ξέρετε, ήταν πολλές οι φορές που δεν είχαμε λεφτά για να κάνουμε παράσταση και καθόμασταν στον καναπέ…

Νιώθετε μειονότητα στο χώρο του ελληνικού θεάτρου;

Ούτε μειονότητα ούτε μειοψηφία. Πιστεύω ότι οι άλλοι, η «πλειοψηφία», είναι αυτοί που ορίζουν ποιος θα είναι η μειοψηφία. Και δεν πιστεύω ότι η πλειοψηφία είναι πραγματική. Θεωρώ ότι αυτού του είδους οι συσχετισμοί έχουν οργανωθεί από άλλες δυνάμεις, οικονομικές και πολιτικές. Κι αυτό που αποκαλείται «μειοψηφία» είναι αυτό που πραγματικά εκφράζει τον κόσμο.

Θεωρείτε ότι έχετε καταφέρει να δημιουργήσετε μια δική σας αισθητική;

Ναι, το πιστεύω. Κι αυτή η αισθητική γεννιέται από μια ιδιαίτερη ηθική, πνευματικότητα και αίσθηση δικαίου. Και από μια ανάγκη προσωπική μεν, που, ωστόσο, αφορά και αναγνωρίζεται και από πολλούς άλλους.

Θα εγκαταλείπατε το θέατρο για κάποιο λόγο;

Καθώς δεν με καλύπτει, ούτε με προστατεύει κανένας θεσμός, το να κάνω θέατρο με τον τρόπο που το κάνω τις περισσότερες φορές μοιάζει με πόλεμο. Για να μπορώ λοιπόν να κάνω παραστάσεις πρέπει να είμαι πολεμίστρια. Έτσι, ίσως κάποια στιγμή πραγματικά κουραστώ και σταματήσω. Αν χάσω τη δημιουργικότητά μου, τότε ναι, νομίζω ότι θα

μπορούσα να εγκαταλείψω το θέατρο. Είναι γεγονός ότι οι ευκαιρίες που μου δόθηκαν από τους ανθρώπους του χώρου ήταν πολύ λίγες. Δέχθηκα αρνητικότητα και δυσπιστία κι έχω την αίσθηση ότι συνεχώς πρέπει να

τους πείσουμε για κάτι. Κι αυτό είναι πολύ κουραστικό.

Αυτό που λέτε θυμίζει λίγο το μύθο της Κασσάνδρας –για να συνδεθούμε με τον «Αγαμέμνονα»– η οποία είχε το χάρισμα να γνωρίζει την αλήθεια και ταυτόχρονα την κατάρα να μην γίνεται πιστευτή. Αισθάνεστε ως Κασσάνδρα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου;

Δεν θέλω να έχω το τέλος της… αλλά ναι, αισθάνομαι. Αισθάνομαι ότι έχω ένα χάρισμα για αυτή τη δουλειά. Όμως πιστεύω ότι «ουδείς προφήτης στον τόπο του» και επιπλέον θεωρώ ότι, όπως και στην περίπτωση της Κασσάνδρας, το χάρισμα σου το γυρίζουνε πίσω. Αν είναι να σου πάρει μια ζωή για να κάνεις πράγματα που έξω θα τα είχες κάνει στα 25 σου, ε, αυτό είναι λίγο άδικο… Στην Ελλάδα, όταν κάνεις κάτι διαφορετικό, ο χώρος σε θεωρεί πάντα παιδί· δεν μπορείς να ενηλικιωθείς. Έτσι σε αποκαλούν «νέο καλλιτέχνη», κι εσύ έχεις φτάσει τα 50· «αιρετικό» κι έχεις φτάσει στα 65. Στην Ελλάδα, το διαφορετικό είναι πάντα ανήλικο. Και η οικογένεια του χώρου σε αντιμετωπίζει πάντα σαν παιδί και δεν σου δίνει τα δικαιώματα σου, την περιουσία σου.

Αλήθεια σας αποκαλούν η «εναλλακτική» ή η «αιρετική» Άντζελα Μπρούσκου; Πώς νοιώθετε όταν τ’ ακούτε;

Σαν βιολογικό προϊόν… Σας είπα· το κανονικό στην Ελλάδα ονομάζεται εναλλακτικό. Κι αυτό που θα έπρεπε να είναι το ακαδημαϊκό είναι το αιρετικό.

Πώς νιώθετε που, για πρώτη φορά, φέτος ανεβάζετε παράσταση στην Επίδαυρο;

Μεγάλη χαρά και μια ευχάριστη αγωνία. Γιατί ο χώρος της Επιδαύρου με συγκινεί πολύ. Επιπλέον, με ενδιαφέρει πολύ η συνεύρεση με ένα πολύ μεγάλο και διαφορετικό κοινό. Στην Επίδαυρο έχεις την ευκαιρία να αναμετρηθείς με όλα όσα θεωρείς πως έχεις καταφέρει.

Η προοπτική της Επιδαύρου επηρέασε τη συγκεκριμένη σας δουλειά;

Την άποψη όχι· επηρέασε τα πρακτικά ζητήματα. Η Επίδαυρος σε θέλει πολύ ακριβή και καθόλου φλύαρο. Σε αναγκάζει να κάνεις μεγαλύτερη οικονομία. Έτσι, είναι πιθανόν τα σημαινόμενα της παράστασης να γίνουν πολύ πιο καθαρά απ’ ό,τι σε μια παράσταση κλειστού χώρου. Και εκεί ο ηθοποιός μπορεί να γίνει –όπως λέει και ο Αρτό– κάποιος που, καθώς καίγεται, κάνει σήματα μέσα από τις φλόγες. Γιατί σε αυτόν το χώρο πραγματικά κινδυνεύεις και είναι θέμα επιβίωσης να «περάσεις» τα σήματά σου.

Τελικά, αν σας ζητούσε κανείς να χαρακτηρίσετε με μια λέξη τον εαυτό σας ποια θα ήταν αυτή;

Θα τον χαρακτήριζα επίμονο. Θέλω να δω τι θα γίνει στο τέλος. Και θα το πάω μέχρι τέλους, για να δω τι θα γίνει.

Για το μέλλον τι σχέδια έχετε;

Ας μιλήσω πρώτα για το παρόν. Αυτή η ευκαιρία που μου πρόσφερε φέτος το Φεστιβάλ είναι ο παράδεισος στην καλλιτεχνική μου πορεία. Έχω στη διάθεσή μου αυτόν τον υπέροχο χώρο και τη δυνατότητα να επιλέξω τους ανθρώπους που θα συνεργαστώ. Το Φεστιβάλ μας πρόσφερε την παραγωγή αλλά και την ελευθερία να κάνουμε την παράσταση όπως τη θέλουμε εμείς. Μετά την Επίδαυρο, όμως, ξαναρχίζουμε από μηδενική βάση. Στην επόμενη δουλειά μου θέλω να ασχοληθώ με το θέμα της πίστης· με την ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει και με τη βία που υπάρχει στη θρησκεία. Όμως αυτή τη στιγμή δεν ξέρω καν αν έχω πάρει επιχορήγηση. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το ξέρω εδώ και ένα χρόνο. Με αυτά και μ’ αυτά υπολειτουργούμε διαρκώς. Εμείς μπορεί να δουλεύουμε, να γινόμαστε καλύτεροι και να θέλουμε να ανοίξουμε τα φτερά μας. Όμως κάθε φορά, ξαναρχίζουμε ξανά από την αρχή και αισθανόμαστε ότι όλα είναι στον αέρα.

Τεύχος 12

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.