ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ & ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ, ή ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ με αφορμή την παράσταση της Μήδειας από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας σε σκηνοθεσία Ανατόλι Βασίλιεφ και πρωταγωνίστρια την Λυδία Κονιόρδου

Το Camera Stylo Online δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχο σε όσα κωμικοτραγικά έγιναν το διήμερο στα πλαίσια της παράστασης «Μήδεια» από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Ανατόλι Βασίλιεφ και πρωταγωνίστρια την καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λυδία Κονιόρδου. Ξεκινάμε την δημοσίευση κειμένων, άρθρων, οπτικοακουστικών υλικών και ότι άλλο, προσπαθώντας να θέσουμε στη διάθεση όλων μας, τα κατάλληλα γνωστικά εφόδια ώστε η τοποθέτηση μας, να μην είναι «εν θερμώ» και σε πνεύμα αντιπαλότητας όπως δυστυχώς συνέβη στην Επίδαυρο μεταξύ θεατών και συντελεστών της παράστασης, σίγουρα  όχι αδικαιολόγητα, αλλά οπωσδήποτε  με απαράδεκτο τρόπο, στις 15 και 16 Αυγούστου του 2008. Ημερομηνία που ακόμα και αν δεν πάρουν οι αρμόδιοι φορείς τις αναγκαίες αποφάσεις για τον γράφοντα θα σημαίνει την απαρχή μιας μεγάλης αποχής, για να διατηρηθεί η μαγική εικόνα της Επιδαύρου μέσα του και για να μην αποδομηθούν, παρωδηθούν, διακωμωδηθούν και εντέλει χάσουν την αξία τους και οι καλές στιγμές του παρελθόντος.

 Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο που επιμελήθηκαν οι Stuart Hall, David Held, Antony Mc Grew  «Η Νεωτερικότητα Σήμερα» (Εκδόσεις Σαββάλας, Β΄ Έκδοση Μετάφραση: Θανάσης και Βίκτωρας Τσακίρης) και το παρόν  κείμενο αποτελεί ταυτόχρονα μια πρώτη παρουσίαση του παραπάνω βιβλίου.

 Στόχος να ανοίξει ο διάλογος και να συνεχιστεί. Το περιοδικό μας θα αναφερθεί πάντως κριτικά σύντομα και στην συγκεκριμένη παράσταση .

 Όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από το κεφάλαιο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ με συγγραφέα τον Kenneth Thompson Καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Open University. Όπου δεν αναφέρεται ποιός είναι ο εκφραστής της άποψης αυτή ανήκει στον Kenneth Thompson.

 Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να περιγράψει κανείς τι σημαίνει η λέξη μεταμοντερνισμός. Είναι ένας πολύ χαλαρός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις νέες αισθητικές, πολιτιστικές και πνευματικές τά­σεις και πρακτικές που αναδύθηκαν στις δεκαετίες του 1980 και τον 1990. Όπως υπαινίσσεται η λέξη, ο «μεταμοντερνισμός» ακολουθεί και ραγδαία αντικαθιστά το μοντερνισμό, τον όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και τα κινήματα του πρώ­του μισού του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός -μαζί με τις τεχνικές της αφαίρεσης, την ανεικονική ζωγραφική, τον τεχνικό λειτουργισμό στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, τους πειραματισμούς της πρωτοπορίας στη λο­γοτεχνία κ.ο.κ – ξεκίνησε τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα για να αμφισβητήσει το ρεαλισμό του 19ου αιώνα και να «σοκάρει» την αισθητική των αστών με τις πειραματικές και πρωτοποριακές τεχνικές. Όμως, όπως υποστηρίζουν οι μεταμοντέρνοι, τελικά «καθιερώθηκε», μιας και θεσμο­ποιήθηκε ως διεθνές στιλ, κυριαρχώντας στον ορίζοντα κάθε σύγχρονης πόλης, στα «μνημεία» του μεγαλοεπιχειρηματικού καπιταλισμού, στα γνωστά μουσεία, στις γκαλερί και στη διεθνή αγορά τέχνης. Σήμερα, μια νέα, πιο λαϊκή κουλτούρα αναδύεται, πιο κοντά στην καθημερινή ζωή, στην αγορά, στην κατανάλωση και στη νέα κουλτούρα των μμε – μια κουλτούρα που απορρίπτει την καθαρότητα, την κυριαρχία της δομής και του ελιτισμού και είναι πιο παιγνιώδης, ειρωνική και εκλεκτική σε ύφος.

 «Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας» του Ντέιβιντ Χάρβεϊ

 3. Ο μεταμοντερνισμός μοιάζει να τέρπεται με την αποσπασματικό­τητα, το εφήμερο και την ασυνέχεια, προτιμώντας τη διαφορά από την ομοιομορφία.

4. Μεταμοντέρνοι στοχαστές, όπως ο Φουκό και ο Λιοτάρ, επιτίθε­νται εναντίον κάθε ιδέας ότι μπορεί να υπάρχει μεταγλώσσα, μετα-αφήγηση ή μεταθεωρία διαμέσου της οποίας μπορούν να συνδεθούν, να αναπαρασταθούν ή να εξηγηθούν όλα τα πράγματα.

7. Οι μεταμοντερνιστές έχουν διαφορετική άποψη για τη γλώσσα και την επικοινωνία σε σχέση με αυτή των μοντερνιστών. Οι μοντερνιστές προϋπέθεταν μια στεγανή και αναγνωρίσιμη σχέση ανάμεσα σ’ αυτό που λέγεται (το σημαινόμενο ή «μήνυμα») και στον τρόπο με τον οποίο λέγε­ται (το σημαίνον ή το «μέσον»), ενώ οι μεταδομιστές τα βλέπουν να δια­χωρίζονται συνεχώς και να επανασυνδέονται σε νέους συνδυασμούς. Η «αποδόμηση» [συνδέεται με το έργο του Γάλλου φιλοσόφου Ντεριντά (Derrick)] θεωρεί την πολιτιστική ζωή διασταυρούμενα κείμενα η απο-δομητική πολιτιστική ανάλυση ασχολείται με την «ανάγνωση» κειμένων, αποδομώντας τα ή αναλύοντας την αφήγηση, για να δείξει πώς συντίθε­ται από διαφορετικά κειμενικά στοιχεία και σπαράγματα.

8. Η ολοκληρωτική ενασχόληση του μεταμοντερνισμού με την απο­σπασματικότητα και την αστάθεια της γλώσσας ενσωματώνεται σε μία σύλληψη της μετανεωτερικής προσωπικότητας ως «σχιζοφρενικής» (όχι με την ιατρική έννοια, αλλά σε σχέση με μια κατακερματισμένη αίσθηση ταυτότητας). Οι λέξεις βρίσκουν τη σημασία τους με το να αποτελούν τμήματα μιας σειριακής αλυσίδας από συνδεόμενα «σημαί­νοντα» σε μία πρόταση. Εάν οι δεσμοί γίνουν ασταθείς και αποσυνδε­θεί η σειρά, τότε θα υπάρξει κατάτμηση του νοήματος, που εκφράζεται με την αδυναμία θεώρησης της πραγματικότητας, ακόμη και της αδυ­ναμίας του ατόμου να ανασκοπήσει την ίδια του τη ζωή και να ενοποι­ήσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ίδιου του ψυχικού του βίου. Η εμπειρία ανάγεται σε μια «σειρά από καθαρές και άσχετες πα­ραστάσεις στο χρόνο» και οι εμπειρίες του παρόντος γίνονται συγκλο­νιστικά παραστατικές, καθώς εκφράζονται από τις εικόνες των ΜΜΕ και τη θεαματικότητα του εντυπωσιασμού (όχι απλώς στην ψυχαγωγία αλλά και στην πολιτική, στον πόλεμο και στην επιστήμη). Η αμεσότητα των γεγονότων και ο εντυπωσιασμός του θεάματος αποτελούν το υλικό από το οποίο σφυρηλατείται η συνείδηση.

9. Η άλλη πλευρά για την απώλεια της γραμμικής ή σειριακής έν­νοιας όσον αφορά το χρόνο και την αναζήτηση του στιγμιαίου αντίκτυ­που επιφέρει μια συνακόλουθη απώλεια του βάθους. Ο Τζέιμσον τονί­ζει το «αβαθές» και την ενασχόληση του σύγχρονου πολιτισμού με την επιφανειακή εμφάνιση.

10. Η ακαδημαϊκή αυθεντία για θέματα αισθητικής καταρρέει και αντικαθίσταται από τη λαϊκή κουλτούρα και τον καταναλωτισμό.

 

Jameson: Ενώ ο πολιτισμός της νεωτερικότητας μπορούσε να κριθεί με βάση ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια (ως εκ τούτου και η διάκριση ανάμεσα στην υψηλή κουλτούρα και στη χαμηλή ή λαϊκή) και να είναι ακόμη συγκρουσιακή ή προκλητική, ο μεταμοντέρνος πολιτισμός είναι εντελώς εμπορευματικοποιημένος και τείνει να κρίνεται από την άποψη για το τι δίνει άμεση ικανοποίηση και φέρνει κέρδη. Πράγματι, ο Τζέιμσον παραδέχεται ότι οι ιδέες του σχετικά με το μεταμοντερνισμό αναδύθη­καν στο πλαίσιο αρχιτεκτονικών συζητήσεων όπου, πιο αποφασιστικά απ’ όσο σε άλλες τέχνες ή μέσα, οι μεταμοντέρνες θέσεις καταλαμβά­νουν το κενό που άφησε η κριτική κατά του υψηλού μοντερνισμού, ο οποίος πιστώθηκε με την καταστροφή της δομής της παραδοσιακής πό­λης και της παλιότερης γειτονιάς. Ως εκ τούτου, οι αναφορές του στο σημαντικό μανιφέστο του Ρόμπερτ Βεντούρι (Robert Venturi), Learn­ing from Las Vegas (Μαθαίνοντας από το Λας Βέγκας) (Venturi et al, 1977), το οποίο τόνισε τη λαϊκή επιτυχία κτιρίων που οι καθαρολόγοι θα θεωρούσαν «απομιμήσεις» και «πρόχειρα». Τονίζει ότι οι μεταμοντερνιστές έχουν μαγευτεί από το «υποβαθμισμένο» τοπίο της τσαπατσουλιάς και του κιτς, της κουλτούρας των τηλεοπτικών σειρών και του Ρίντερς Ντάιτζεστ, της διαφήμισης και των μοτέλ, των μεταμεσονύχτιων τηλεοπτικών προγραμμάτων και των bmovies του Χόλιγουντ, της απο­καλούμενης «παραλογοτεχνίας» των ρομαντικών βίπερ και των θρίλερ, της λαϊκής βιογραφίας, των αστυνομικών μυθιστορημάτων, μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας (Jameson, σ. 54-55).

Τα υφολογικά χαρακτηριστικά συστατικά του μεταμοντέρνου πολιτι­σμού, κατά τον Τζέιμσον, είναι: η αγάπη για το σύμφυρμα· ο «επίπεδος» πολλαπλασιασμός και το κολάζ των στιλ, σε αντίθεση με το χαρακτηρι­στικό του μοντερνισμού, δηλαδή τη «βαθιά» εκφραστική αισθητική του μοναδικού ύφους- η υποχώρηση της ιδέας για την ενιαία προσωπικότη­τα στη «σχιζοφρενική» εμπειρία της απώλειας του εαυτού στον αδιαφο­ροποίητο χρόνο.

 

Από τη μεριά του, ο Λιοτάρ παρουσιάζει ένα παρόμοιο επιχείρημα, αν και σε μάλλον διαφορετική βάση. Πιάνει τη νεωτεριστική μονομανία με τη γλώσσα και τη διασπείρει στο έπακρο. Υποστηρίζει ότι, αν και «ο κοινωνικός δεσμός είναι γλωσσικός», εντούτοις «δεν έχει υφανθεί ούτε με μία κλωστή» αλλά με έναν «απροσδιόριστο αριθμό» από «γλωσσικά παίγνια». Ο καθένας από μας ζει «στο σταυροδρόμι πολλών τέτοιων παιγνίων» και δεν καθιερώνουμε αναγκαστικά «σταθερούς γλωσσικούς συνδυασμούς και οι χαρακτηριστικές ιδιότητες αυτών που καθιερώνου­με δεν είναι αναγκαστικά ευμετάδοτες». Κατά συνέπεια, «το ίδιο το κοι­νωνικό υποκείμενο φαίνεται να διαλύεται σ’ αυτή τη διασπορά γλωσσι­κών παιγνίων». Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Λιοτάρ χρησιμοποιεί μια μακροσκελή μεταφορά του Βίτγκενσταϊν (Wittgenstein) (του πρωτοπό­ρου στη θεωρία των γλωσσικών παιγνίων) για να φωτίσει την κατάσταση της μετανεωτερικής γνώσης: «Η γλώσσα μας μπορεί να θεωρηθεί σαν μια αρχαία πόλη: ένας λαβύρινθος από μικρούς δρόμους και πλα­τείες, παλιά και νέα σπίτια, και σπίτια με προσθήκες από διαφορετικές περιόδους· κι αυτός περιβάλλεται από ένα μεγάλο πλήθος νέων δημοτι­κών συνοικιών με ευθείες κανονικές οδούς και ομοιόμορφα σπίτια».

Η «εξατομίκευση του κοινωνικού σε ευέλικτα δίκτυα γλωσσικών παιγνίων» υπαινίσσεται ότι ο καθένας μας μπορεί να καταφύγει σε ένα αρκετά διαφορετικό σύνολο κωδίκων, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε (στο σπίτι, στη δουλειά, στην εκκλησία, στο δρόμο ή στην παμπ, σε επιμνημόσυνη δέηση κτλ.). Στο βαθμό που ο Λιοτάρ (όπως και ο Φουκό) αποδέχεται ότι στις μέρες μας «η γνώση είναι η κυ­ριότερη δύναμη της παραγωγής», το πρόβλημα είναι ο προσδιορισμός αυτής της εξουσίας, καθώς είναι φανερά «διασκορπισμένη σε νεφελώ­ματα αφηγηματικών στοιχείων» μέσα στο πλαίσιο μιας ετερογένειας γλωσσικών παιγνίων.

 

Οι μεταμοντερνιστές έχουν, επίσης, την τάση να αποδέχονται μια μάλλον διαφορετική θεωρία για το τι αφορά τελικά η γλώσσα και η επικοινωνία. Ενώ οι μοντερνιστές είχαν προϋποθέσει ότι υπάρχει μια στενή και προσδιορίσιμη σχέση ανάμεσα σ’ αυτό που λεγόταν (το ση­μαινόμενο ή «μήνυμα») και στο πώς λεγόταν (το σημαίνον ή «μέσο»), η μεταδομιστική σκέψη θεωρεί ότι «συνεχώς διασπώνται και επανασυν­δέονται σε νέους συνδυασμούς». Ο «αποδομισμός» [ένα κίνημα που ξεκίνησε με την ανάγνωση του Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heideg­ger) από τον Ντεριντά στα τέλη της δεκαετίας του 1960] μπαίνει τώρα στην εικόνα ως μια ισχυρή ώθηση για τον μετανεωτερικό τρόπο σκέψης. Ο αποδομισμός δεν είναι τόσο φιλοσοφική θέση όσο τρόπος σκέ­ψης για τα κείμενα και την «ανάγνωση» τους. Οι συγγραφείς που δημι­ουργούν κείμενα ή χρησιμοποιούν λέξεις το κάνουν στη βάση όλων των υπόλοιπων κειμένων και λέξεων που έχουν συναντήσει, ενώ οι ανα­γνώστες τα αντιμετωπίζουν κατά τον ίδιο τρόπο. Η πολιτιστική ζωή θε­ωρείται τότε ως μια σειρά κειμένων που διασταυρώνονται με άλλα κεί­μενα, παράγουν περισσότερα κείμενα (και αυτά των φιλολογικών κρι­τικών, που στοχεύουν στη δημιουργία ενός άλλου δείγματος λογοτε­χνίας, όπου τα υπό εξέταση κείμενα διασταυρώνονται ελεύθερα με άλ­λα κείμενα που τυχαίνει να έχουν επηρεάσει τη σκέψη του/της). Αυτή η διακειμενική διαπλοκή έχει μια δική της ζωή. Οτιδήποτε γράφουμε εκ­φράζει σημασίες που ούτε είχαμε κατά νου ούτε μπορούσαμε ενδεχο­μένως να έχουμε, και τα λόγια μας δεν μπορούν να δηλώσουν με βεβαι­ότητα τι εννοούμε. Είναι μάταιη η προσπάθεια να γνωρίσουμε στην εντέλεια ένα κείμενο, καθώς η αέναη διαπλοκή των κειμένων και των σημασιών είναι πέρα από τον έλεγχο μας. Η γλώσσα διαπλάθεται και μεταλλάσσεται μέσα από μας. Αν το αναγνωρίσουμε αυτό, η αποδόμηση μας ωθεί να δούμε ένα κείμενο μέσα σε ένα άλλο, να διαλύσουμε ένα κείμενο μέσα σε ένα άλλο, ή να ενσωματώσουμε ένα κείμενο μέσα σε ένα άλλο.

Συνεπώς, ο Ντεριντά θεωρεί το κολάζ/μοντάζ ως την πρωταρχική μορφή του μετανεωτερικού λόγου. Η εγγενής ετερογένειάτου (στη ζω­γραφική, στη συγγραφή ή στην αρχιτεκτονική) μας παρακινεί, ως δέ­κτες του κειμένου ή της εικόνας, «να δημιουργήσουμε μια σημασία που δε θα μπορούσε να είναι ούτε μονοσήμαντη ούτε σταθερή». Τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές του «κειμένου» (πολιτιστικά τε­χνουργήματα) συμμετέχουν στην παραγωγή σημασιών και εννοιών [εξ ου και η έμφαση του Χασάν (Hassan) στη «διαδικασία», στην «ερμη­νεία», στο «χάπενινγκ» και στη «συμμετοχή» στο μεταμοντερνιστικό στιλ]. Ελαχιστοποιώντας την εξουσία του πολιτιστικού παραγωγού, δη­μιουργεί την ευκαιρία για λαϊκή συμμετοχή και δημοκρατικού προσδιο­ρισμού των πολιτιστικών αξιών, με τίμημα όμως μια ορισμένη έλλειψη συνοχής ή, ακόμη πιο προβληματική, τον κίνδυνο χειραγώγησης από τις μαζικές αγορές. Όπως και να έχει το πράγμα, ο παραγωγός πολιτισμού απλώς δημιουργεί πρώτες ύλες (σπαράγματα και στοιχεία), δίνοντας το ελεύθερο στους καταναλωτές να συνδυάσουν εκ νέου τα στοιχεία αυτά ανάλογα με τις επιθυμίες τους. […]

Επιμέλεια Παρουσίασης: Γιάννης Καραμπίτσος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.