Μετά το “Σπιρτόκουτο” και την “Ψυχή στο Στόμα“, ο Γιάννης Οικονομίδης ετοιμάζει την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, τον “Μαχαιροβγάλτη“. Αποσπάσματα από το σενάριο και μίνι συνεντεύξεις των συντελεστών.

το υλικό αναδημοσιεύεται μετά από άδεια από το blog της ταινίας http://maxairovgaltis.wordpress.com

Μίνι Συνεντεύξεις των συντελεστών

ΣΚ.7/ΕΣΩΤ./ΜΕΡΑ/ΚΟΥΖΙΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ

Ο Νίκος και ο Αλέκος κάθονται στο τραπεζάκι της μικρής κουζίνας. Πίνουν καφέ. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά.

ΑΛΕΚΟΣ
Πας δουλειά αύριο;

ΝΙΚΟΣ
Μπα!
Δεν πα’ να γαμηθούνε…

ΑΛΕΚΟΣ
Τι έγινε, ρε;

ΝΙΚΟΣ
Τους παράτησα, μωρέ…

ΑΛΕΚΟΣ
Και τι θα κάνεις, ρε Νίκο;
Πάλι τα ίδια;

ΝΙΚΟΣ
‘Ντάξει, ρε θείε… ’Ντάξει!
Θα δούμε…
Και τι έγινε;

 

Το σενάριο – 1

Ο Νίκος αρχίζει να δυσανασχετεί…
Ο Αλέκος σκεφτικός, πίνει μονορούφι το νερό του.

ΑΛΕΚΟΣ
Έλα κάτω.
Γάμα τα όλα κι έλα κάτω.
Σ’ εμένα!

ΝΙΚΟΣ
Τι σ’ εσένα;

ΑΛΕΚΟΣ
Μαζί μας!
Στο σπίτι.
Σου ‘χω δουλειά.

ΝΙΚΟΣ
Καλά, μωρέ, θα δούμε…

ΑΛΕΚΟΣ
Τι θα δούμε και θα δούμε; Ε;

Ο Νίκος δεν του απαντά.
Ο Αλέκος μένει για λίγη ώρα σιωπηλός και αμήχανος.

ΑΛΕΚΟΣ
Νίκο, εμείς οι δύο μείναμε απ’ το σόι…
Αδερφός τού πατέρα σου είμαι, ρε!
Γιατί δεν ακούς τι σου λέω;
Τι με στεναχωράς, τώρα;
Κόψε τις μαλακίες
κι έλα μαζί μου να δουλέψεις.

 

Το σενάριο – 2

ΣΚ.16/ΕΞΩΤ./ΠΡΩΙ/ΔΡΟΜΟΣ-ΜΟΝΟΚΑΤΟΙΚΙΑ

Δρόμος, σε αραιοκατοικημένη περιοχή, στα Άνω Λιόσια.

Το ταξί κάνει την εμφάνισή του, πλησιάζει και σταματά μπροστά σε μια υπερυψωμένη, νεόκτιστη μονοκατοικία.

Μέσα από το ταξί, βγαίνει ο Νίκος κρατώντας ένα σακβουαγιάζ.

Το ταξί κάνει επιτόπια αναστροφή και φεύγει.

Ο Νίκος προχωρά και φτάνει στο σπίτι. Ανοίγει την καγκελόπορτα και ξαφνικά πετάγεται πίσω τρομαγμένος.
Δύο μεγάλα Dobermann, μέσα από έναν περιφραγμένο χώρο στην αυλή, τον γαυγίζουν με λύσσα.

Ένας κακόμοιρος Πακιστανός, που κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα, στην πυλωτή, σηκώνεται και πάει
να ηρεμήσει τα σκυλιά.

Την ίδια στιγμή, η εξώπορτα του σπιτιού ανοίγει.
Ο Αλέκος βγαίνει στο κατώφλι και του κάνει νόημα
από ψηλά.

ΑΛΕΚΟΣ
(Φωνάζοντας)
Έλα μέσα, ρε!
Δε θα σε φάνε!

Τα σκυλιά, μόλις ακούνε τη φωνή του αφεντικού τους, σταματούν να γαυγίζουν.

Ο Νίκος διασχίζει διστακτικά την αυλή, ανεβαίνει καμιά δεκαριά σκαλιά και μπαίνει μαζί με τον Αλέκο στο σπίτι.

Το σενάριο – 3 & 4

ΣΚ.43/ΕΣΩΤ./ΜΕΡΑ/ΚΑΒΑ

Μεγάλη κάβα στα Δυτικά προάστια.

Η Γωγώ, συνοφρυωμένη, πίσω από το ταμείο
κοιτάζει έξω …

Στο στενό πεζοδρόμιο μπροστά, ο Αλέκος σε έξαλλη κατάσταση, λογομαχεί χειρονομώντας με κάποιον από τον πάνω όροφο. Το station wagon, που είναι παρκαρισμένο στο δρόμο, είναι πιτσιλισμένο με βρομόνερα.

Ο Αλέκος κλιμακώνει τον καβγά… Φωνές! Κακό!

Η Γωγώ παρακολουθεί γεμάτη περιφρόνηση τον άντρα της.

ΣΚ.52/ΕΣΩΤ./ΜΕΡΑ/ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ

Ο Νίκος στη γνωστή συνοικιακή καφετέρια.

Καθισμένος σ’ένα απόμερο τραπεζάκι, γράφει ένα μήνυμα στο κινητό του: ΚΑΒΛΑ ΜΟΥ Ο ΠΟΥΤΣΟΣ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΑΨΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ.

Στέλνει το μήνυμα στη Γωγώ.

Αφήνει το κινητό στο τραπεζάκι και σοβαρός συνεχίζει να πίνει την μπύρα του.

 

Το σενάριο – 5

ΣΚ.56/ΕΣΩΤ./ΜΕΡΑ/ΨΗΣΤΑΡΙΑ, ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΑ

Μεγάλη ψησταριά της περιοχής.

Ο Νίκος κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι και περιμένει την παραγγελία του.

Το γκαρσόνι έρχεται, φέρνοντάς του το κουβέρ και μια μπύρα.

Ο Νίκος πιάνει το μπουκάλι και πάει να βάλει…
Το αφήνει κάτω “στραβωμένος”…

ΝΙΚΟΣ
Πάρ’ την πίσω, ρε!

ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Γιατί;

ΝΙΚΟΣ
Γιατί δεν πίνεται, ρε!
Δεν σου ‘πα την πιο παγωμένη;

ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Παγωμένη είναι, ρε φιλαράκο…
Κρύα είναι!

ΝΙΚΟΣ
Πιάσε, ρε.

Το γκαρσόνι πιάνει με δυσαρέσκεια το μπουκάλι…

ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Ε;
Τι;
Μια χαρά είναι.
Κρύα είναι.

ΝΙΚΟΣ
Κρύο είν’ το κεφάλι σου, ρε!
…Που θα με δουλέψεις εμένα;
Άντε φέρε μια παγωμένη μπύρα
της προκοπής…
… μη σηκωθώ πάνω!

ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Ρε άνθρωπε…
Είσαι με τα καλά σου,
να πούμε;
Κρύα είν’ η μπύρα!

ΝΙΚΟΣ
Ρε, φέρε μια άλλη,
να τελειώνουμε…
Άντε… ξεκουβάλα!

Το γκαρσόνι “την κάνει γαργάρα” και φεύγει.
Ο Νίκος αράζει πίσω στην καρέκλα του,
ικανοποιημένος…

 

Το σενάριο – 6

 

ΣΚ.66/ΕΞΩΤ./ΜΕΡΑ/ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΟΠΑΠ-ΔΡΟΜΟΣ

Ο Νίκος βγαίνει από το πρακτορείο και πάει στο μηχανάκι του. Το καβαλάει, κλείνει το μπουφάν και ετοιμάζεται να βάλει μπρος.

Την ίδια στιγμή, χτυπάει το κινητό του. Το βγάζει από την κωλότσεπη, βλέπει ποιος τον καλεί και δυσφορεί.

Μετά από έναν στιγμιαίο δισταγμό, απαντά.

ΝΙΚΟΣ
Έλα, ρε φίλε…
«…………»
Καλά είμαι.
Όλα κομπλέ!
«…………»
Θα σ’ έπαιρνα, μωρέ μαλάκα!
Γκρινιάρη!
«…………»
Ρε, φίλε, αφού σου ‘πα, να πούμε!
Δεν παίζω!
Δεν θέλω να παίξω σ’ αυτό το game!
Πώς θα γίνει, τώρα;
Με το ζόρι;
«…………»
Δε με παίρνει, ρε φιλαράκο,
αυτό που ζητάς…
Σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες…
…αλλά δεν μπορώ.
«…………»

Ρε συ,
είναι μεγάλη μανούρα για μένα τώρα,
αυτή η ιστορία…
Χέσε με, να πούμε!
«…………»
Ξέχασέ το, ρε μαλάκα!
Δε γίνεται…
Δεν κολλάει…
Άσ’ το!
«…………»
Ναι!
Το σκέφτηκα ένα εκατομμύριο φορές.
«…………»
Ναι!
Είμαι χαζός, στραβός, κολλημένος!
Τι θες τώρα, ρε μεγάλε;
«…………»
Όχι, ρε! Όχι!
Δεν γίνεται!
Ούτε έτσι…
«…………»
Ναι! Είμαι σίγουρος!
Όχι! Όχι! Όχι! Όχι! Όχι! Όχι! Όχι!
Γάμησέ με, μ’ αυτό το θέμα!
Δεν είμαι μέσα, ρε!
Τέλος!
«…………»
Ναι…
Καλά, καλά…
«…………»
Πούτσες μπλε!
Άρχισε τώρα, να με γκαντεμιάζεις…
…μωρή, κωλόγρια!

Ο Νίκος κλείνει απότομα το τηλέφωνο.

Ζοχαδιασμένος, βάζει μπροστά και φεύγει.

Το σενάριο – 7

ΣΚ.74/ΕΣΩΤ./ΒΡΑΔΥ/ΚΟΥΖΙΝΑ-ΣΑΛΟΝΙ

Ο Αλέκος ανοίγει κάποιο ντουλάπι και βγάζει από μέσα
ένα μπουκάλι με κόκκινο ποτό.
Το δίνει στον ανιψιό του.

ΝΙΚΟΣ
Τι είν’ αυτό;

ΑΛΕΚΟΣ
Δώρο!
Βότκα με κόκκινη πιπεριά και μέλι.
Ουκρανέζικη! Πολύ σπέσιαλ!
Δεν έχεις ξαναπιεί τέτοιο πράμα…

Ο Νίκος, διστακτικά πιάνει το μπουκάλι.

ΝΙΚΟΣ
Γουστάρω!
Για να δούμε…

ΑΛΕΚΟΣ
Μην αμφιβάλλεις, καθόλου, μάγκα μου!

ΝΙΚΟΣ
Εσύ ξέρεις…
Φχαριστώ πάντως.

Ο Νίκος πάει αργά προς την εξώπορτα, ρίχνοντας μια δήθεν αδιάφορη ματιά στο βάθος του σπιτιού.
Κοντοστέκεται και γυρίζει πάλι προς τον θείο του.

ΝΙΚΟΣ
Η Γωγώ μέσα είναι;
Να φωνάξω μια καληνύχτα;

Ο Αλέκος πλησιάζει τον Νίκο και με τρόπο τον σπρώχνει προς τα έξω…

ΑΛΕΚΟΣ
Τι να φωνάξεις;
Στο μπάνιο είναι.
Μπανιαρίζεται…
Πλένει το μουνάκι της, το μωρό μου!

Ο Αλέκος του ανοίγει την πόρτα κι ο Νίκος βγαίνει.

ΑΛΕΚΟΣ
(Συνωμοτικά)
Ανιψιέ, θα γίνει της πουτάνας απόψε!

Ο Αλέκος κλείνει την πόρτα στα μούτρα τού Νίκου.

 

Η ζωή δεν είναι στο Κολωνάκι αλλά στις γειτονιές…

Η Αθήνα του Γιάννη Οικονομίδη
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ

Το «Σπιρτόκουτο» τοποθετείται κάπου στον Κορυδαλλό. Η «Ψυχή στο στόμα» γυρίστηκε στο Περιστέρι, στο Αιγάλεω, στη Νίκαια. Σε λίγους μήνες, ο Γιάννης Οικονομίδης θα αρχίσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του κάπου στις βορειοδυτικές συνοικίες της πόλης, στις παρυφές της Πάρνηθας. Θα μας αφηγηθεί πάλι μία από εκείνες τις χαρούμενες, φωτεινές ιστορίες του, που σε κάνουν να βγαίνεις από την αίθουσα προβολής με το στομάχι διαλυμένο και την αίσθηση πως έχεις φάει πολύ ξύλο; Ο «Μαχαιροβγάλτης» δεν θα είναι κομεντί, αυτό είναι βέβαιο. Ούτε η ιστορία ενός ανθρώπου που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, λέει. «Σφάλλουν όσοι λένε πως κάνω ταινίες για το περιθώριο. Η ζωή σε αυτήν την πόλη είναι πολύ άγρια και γι’ αυτήν τη ζωή μιλάω». Για τον Οικονομίδη η Αθήνα είναι μια τεράστια δεξαμένη από ιστορίες που περιμένουν τους αφηγητές τους. «Η πραγματικότητα που βιώνουμε δεν έχει αποδοθεί ακόμη με μια σύγχρονη ματιά. Παραμένουμε γαντζωμένοι σε έτοιμες μυθολογίες. Δεν αντέχω άλλη μια ιστορία για τη χούντα ή τη μεταπολίτευση. Τη στιγμή που η πόλη βράζει». Εκείνος επιλέγει συνειδητά να τοποθετεί τη δράση των ηρώων του στις υποβαθμισμένες γειτονιές της. «Υποβαθμισμένες είναι και πολλές γειτονιές στο κέντρο», με διορθώνει – έχει δίκιο, δεν λέω. «Η Αθήνα, όμως, είναι πια μια μητρόπολη εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο κέντρο της πόλης. Η ζωή παίζεται σε μια τεράστια αρένα κι εμείς αρκούμαστε στην ελάχιστη, περιορισμένη εικόνα του κέντρου», διαμαρτύρεται. Ο άνθρωπος, βέβαια, δεν κάνει ντοκιμαντέρ -είναι πρώτα απ’ όλα αισθητικοί οι λόγοι που τον ωθούν να προσγειώσει τις ιστορίες του στα δυτικά της πόλης.

«Για μένα αυτές οι γειτονιές είναι το Φαρ Ουέστ της Αθήνας. Χαμηλά κτίρια, άναρχη δόμηση, χώμα, εκεί έχεις ακόμη και την αίσθηση της φύσης, οι εικόνες και οι μυρωδιές είναι πιο έντονες. Το αστικό τοπίο έχει κάτι ανολοκλήρωτο», περιγράφει. Σε αυτές τις γειτονιές, εξηγεί, μπορείς να καταλάβεις καλύτερα τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, «ίσως γιατί υπάρχει και μια σιωπή. Δεν υπάρχει αυτό το νεύρο του κέντρου», λέει στρέφοντας το βλέμμα του προς την Ιπποκράτους, που ωρύεται έξω από την τζαμαρία του παλιού ζαχαροπλαστείου όπου καθόμαστε. «Εκεί τα πράγματα είναι πιο υποχθόνια, έχεις πιο έντονα την αίσθηση της παρακμής». Για τον Οικονομίδη, είναι οι τόποι όπου καταλαβαίνει καλύτερα την σύγχρονη Ελλάδα. «Σε αυτές τις περιοχές νιώθω πως γεννιούνται ιστορίες. Εκεί εκτείνεται η πραγματική Αθήνα». Μήπως υπερβάλλει; Αθήνα είναι και το Κολωνάκι. Και σε τελική ανάλυση, παντού γεννιούνται ιστορίες. «Οχι, το Κολωνάκι και η Πλάκα είναι μουσειακή Αθήνα», είναι απόλυτος. «Για μένα δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Δεν παράγουν ιστορίες. Είναι όμορφα να ζεις σε αυτές τις γειτονιές ή να πηγαίνεις εκεί να διασκεδάζεις, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για τη βιτρίνα της πόλης». Μιας πόλης που για τον Οικονομίδη είναι βίαιη, άναρχη, άσχημη και χωρίς καμία ελπίδα. «Μια σκατότρυπα είναι η Αθήνα, όπου οι άνθρωποι αγωνίζονται να επιβιώσουν, με τα νεύρα τους μονίμως σπασμένα. Με το παραμικρό είμαστε έτοιμοι να εκραγούμε». Δεν του αρέσει καθόλου ετούτη η πόλη, με διαβεβαιώνει.

Αλλά και δεν έχει σκοπό να την εγκαταλείψει. «Την Αθήνα τη βιώνω σαν την προσωπική μου κόλαση. Αλλά το σπίτι μου είναι εδώ. Σε αυτήν την πόλη, σε αυτήν κοινωνία ανήκω κι αισθάνομαι πως το δικό μου χρέος ως καλλιτέχνη είναι να αφηγηθώ τις ιστορίες της. Θέλω να μιλήσω γι’ αυτό που ζω και για τους ανθρώπους όπως τους ξέρω, για μια κοινωνία σε παρακμή, σε τροχιά πρόσκρουσης. Η μοίρα μου είναι δεμένη με αυτόν τον τόπο», επιμένει. Με είχε προειδοποιήσει -περιττό, όταν έχεις δει τις δουλειές του- πως είναι «βαρύς». Αλλά επιμένω κι εγώ με τη σειρά μου πως, δεν μπορεί, κάτι ωραίο θα βρίσκει σε τούτη τη σκατότρυπα. Αφελώς επιστρέφω την κουβέντα στο κέντρο: Εχει ομορφύνει λίγο τα τελευταία χρόνια, έτσι δεν είναι;

«Μα τι ανάπλαση και ανάβάθμιση μου λες. Αυτά είναι για γέλια», και πράγματι γελάει, για δεύτερη μόλις φορά μέσα σε μία ώρα. «Ας φτιάξουν πρώτα τις πλάκες στο πεζοδρόμιο για να μπορούν να κινούνται οι άνθρωποι με προβλήματα όρασης ή κινητικά, και μετά μιλάμε», σαρκάζει. Να είναι τυχαίο που στους δρόμους της Αθήνας σπάνια κυκλοφορούν Αθηναίοι με κινητικά προβλήματα; Κι όσο για την ομορφιά; «Υπάρχει τέτοια ασχήμια και τέτοια κακογουστιά, που θα άξιζε να κυκλοφορούν αισθητικοί τρομοκράτες». Το ξανασκέφτεται… «Βέβαια, τότε δεν θα είχε μείνει κανείς μας», προσθέτει και αυτή τη φορά το γέλιο του είναι δυνατό και χαρούμενο.

Συμφωνούμε πως οι αισθητικοί τρομοκράτες δεν θα κατέφευγαν στη βία, ακριβώς γιατί είναι (και) χαμηλής αισθητικής.

«Δεν γκρινιάζω», μου λέει όταν διακρίνει στο βλέμμα μου μια απόγνωση -μα τίποτε δεν του αρέσει πια; Καλά, όχι ότι είναι κι υποχρεωτικό. «Κι αν μιλάω και λέω ιστορίες για μια κοινωνία σήψης, όπως είναι η δική μας, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως πάνω απ’ όλα πιστεύω πάντα στους ανθρώπους. Κριτική κάνω». Και προορισμός του αισθάνεται πως είναι να αφηγηθεί κινηματογραφικά τις ιστορίες που γεννιούνται σε αυτήν την πόλη, σε αυτήν την ιστορική στιγμή. «Ας μη γελιόμαστε, θα μπορούσε να είναι και χειρότερα», μονολογεί. «Φαντάσου να είσαι καλλιτέχνης στην Καμπούλ». Καλλιτέχνης ή όχι, ούτε για πλάκα… «Από την άλλη, θα μπορούσε να είναι καλύτερα».

 14/06/2008

ΜΕ ΤΟ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ @ “η σημερινή
Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

«ΜΠΡΟΥΤΟΣ, αδέξιος, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, εισέβαλε στο χώρο του μακαρίως κοιμωμένου ελληνικού κινηματογράφου και με την πρώτη του κιόλας απόπειρα, το ‘Mέχρι το πλοίο’, τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα» έγραψε ο κριτικός Kώστας Σταματίου για τον Αλέξη Δαμιανό, που -οπλισμένος με τη φλόγα και τη δίψα να «πει αλήθειες για την Eλλάδα και τους ανθρώπους της»- συνέταξε το συντακτικό ενός άλλου κινηματογράφου.
Κάτι τέτοιο δεν κάνει σήμερα και ο Γιάννης Οικονομίδης, με τις φλογισμένες από πάθος αλήθειας ταινίες του, που δίνουν γροθιά στο στομάχι των καλόβολων μύθων και της ησυχίας μας; Ένας ανελέητος κινηματογράφος, που πάει σαν ‘απορρυθμισμένος’ ήλιος αντίστροφα μέσα στις εποχές, ρίχνοντας το σκοτεινό, διαπεραστικό φως του, εκεί που χρειάζονται μάσκες ν’ ‘αντικρίσουμε’ ο ένας τον άλλον και τον εαυτό μας.
Ταινίες χωρίς make up, ταινίες που κτυπούν στο στομάχι, όπως οι στίχοι του Καρούζου ή τα φιλμ του Γιόνας Μίκας. Ταινίες που παραβιάζουν τις «έτοιμες μυθολογίες» και πιάνουν το σφυγμό μιας «πόλης που βράζει». Αυτές είναι, με δυο φράσεις, οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη… Που μετά το «Σπιρτόκουτο» και το «Η ψυχή στο στόμα», άρχισε, πρόσφατα, τα γυρίσματα της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας του, «Μαχαιροβγάλτης». Μια ιστορία για την Αθήνα και τους ανθρώπους της, την «κολασμένη» Αθήνα, που «αλέθει» ιστορίες ανθρώπινες όπως μια κρεατομηχανή αλέθει το κρέας. Φέρνω στο μυαλό τα λόγια του Δαμιανού: «Oι άνθρωποι της γενιάς μου έκαναν αυτό που ήταν να κάνουν. Aυτό που τους αντιστοιχούσε. H εφηβεία μας ταυτίστηκε με τη λαμπερή ανάταση ενός ολόκληρου λαού. Oι άνθρωποι της γενιάς μου δεν διαμαρτυρήθηκαν, γιατί δεν φοβήθηκαν ποτέ, παραμόνο το φόβο. Σήμερα συνθλίβονται και για πρώτη φορά φοβούνται την ευτέλεια που μας κατακλύζει». Αυτήν τη σύνθλιψη κάτω από «την ευτέλεια που μας κατακλύζει» είναι που επιχειρεί να αποτρέψει με τις ταινίες του ο Γιάννης Οικονομίδης. Με την ίδια ‘ζωώδη ορμή’, η οποία είναι η μοναδική αληθινή φαρμακεία ενός πολιτισμού ανθρώπων, που μπορούν να υπάρξουν μόνο στο φως της φλόγας που καίει μέσα τους. Τα υπόλοιπα είναι ωραία κύμβαλα αλαλάζοντα, που μας συνοδεύουν ευχάριστα στο λήθαργο της διανοητικής ραστώνης μας…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s