Μικρές ταινίες, μεγάλες προσδοκίες της Βούλας Παλαιολόγου

-Φεύγουν τα αεροπλάνα;

-Έχω καιρό να δω.

-Δε μπορεί. Θα φεύγουν.

-Δεν έχει τίποτα εκεί…

Transit / Γιάννης Γαϊτανίδης

image

Έχει τίποτα εκεί; Ρωτούν σκηνοθέτες, παραγωγοί, τεχνικοί, μελετητές, καλαμαράδες, θεσμικοί, επιτελείς, θεατές και φανατικοί του σινεμά που …τα λέει σβέλτα. Η ελληνική ταινία μικρού μήκους και το εξόριστο κοινό της. Το Φεστιβάλ της Δράμας και άλλα κινηματογραφικά events που πληθαίνουν τελευταία (κυρίως τα digital). Οι καινούργιες τάσεις στην επίκαιρη εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή, οι νέοι, πρωτοεμφανιζόμενοι κινηματογραφιστές και οι αχαρτογράφητες ορέξεις τους. Η είσοδος της ψηφιακής τεχνολογίας και οι επερχόμενες εξελίξεις στην πολύπαθη –φευ!- εθνική μας κινηματογραφία.

Μια Θέση στον Ήλιο

image

Τι καινούργιο φέρνει η νέα εποχή στους τομείς παραγωγής /θεματολογίας/ προβολής/ διανομής/ κ.ά.; Πόσο ανταγωνιστικά μπορούν να σταθούν οι ελληνικές μικρού μήκους παραγωγές απέναντι στις ξένες; Μπορεί μια μικρή ταινία να ξεπεράσει τον φεστιβαλικό της προορισμό, πείθοντας τους διανομείς που θα αναλάβουν το ρίσκο να τη φέρουν στις αίθουσες ότι θα συναντήσει το ευρύτερο κοινό; Υπάρχουν άλλοι τρόποι να βγάλει τα λεφτά της; Τι συμβαίνει με την αργοπορούσα κρατική αρωγή σε ζητήματα κινηματογραφικής εκπαίδευσης, θεσμικών αλλαγών, επιχορηγήσεων, φοροαπαλλαγών, κλπ;

Η μικρού μήκους ταινία έχει τη δυνατότητα να θέσει ερωτήματα περί ηθικής/αισθητικής και να αναμετρηθεί με το κινηματογραφικό κεκτημένο ή ο νέος (=νεοφώτιστος) κινηματογραφιστής οφείλει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο δημιουργικό μόχθο, φρενάροντας την αγωνία του να απαντήσει; Ήξεις, εκτιμήσεις, αφίξεις νέων δεδομένων (π.χ. ελληνο-διεθνείς συμπαραγωγές με υψηλά καλλιτεχνικά στάνταρς, ελπιδοφόρες υπογραφές Ελλήνων κινηματογραφιστών του κόσμου που μετά από σπουδές σε ξένα πανεπιστήμια και ποικίλες εμπλοκές στο σύγχρονο διεθνές οπτικοακουστικό γίγνεσθαι, κομίζουν ανανεωτικό αέρα στα στάσιμα πεπραγμένα της ημετέρας, κλπ), σχόλια, παράπονα. Τα αιτήματα διαχρονικά, διαρκή, επίκαιρα. Εδώ και χρόνια. Γι’ αυτό, προσοχή στα ερωτηματικά. Προσοχή στις αποφάνσεις. Εκεί παραμονεύει η αμηχανία όσων επιχειρούν να συνοψίσουν…

…………………………………………………………………………

Μικρής διάρκειας, συμπυκνωμένη, αυτοτελής και ολιγαρκής, η μικρού μήκους ταινία, άγνωστη και απρόσιτη στους πολλούς, πολυσήμαντη, συγγενής σε ουκ ολίγους σεσημασμένους θιασώτες της –συναζόμενοι κάθε φθινόπωρο στη Δράμα έχουν «μοιραστεί» εκατοντάδες εμπειρίες συν-αίσθησης- διεκδικεί μια θέση στην καλλιτεχνική επικαιρότητα, με δείγματα μιας αυτόνομης κινηματογραφικής γραφής που εμπλουτίζει πεδία της κινηματογραφίας εξ ορισμού εξόριστα από την μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας (πειραματικό σινεμά, ντοκιμαντέρ, animation, κ.ά.).

………………………………………………………………………..

Κλείσε τα μάτια και χρωμάτισε

image Όσοι ξέρουν, όπως η Αλίντα Δημητρίου, [παλαίμαχη και βραβευμένη σκηνοθέτης, φανατική του ντοκιμαντέρ -σκηνοθέτησε πάνω από 50- και μυημένη στα μυστικά της κινηματογραφικής τέχνης], επιμένουν: «Κύριο στοιχείο της μικρού μήκους ταινίας είναι ο ρόλος που μπορεί να παίξει στην ανάπτυξη του κινηματογράφου και του πολιτισμού», γράφει το 1993 στην εισαγωγή του βιβλίου της ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 1939 – 1992, (εκδ. Καστανιώτη): «Η ταινία μικρού μήκους, πλουτίζοντας τον ορίζοντα της κινηματογραφίας, πλουτίζει τον ορίζοντα του πολιτισμού. Μπορεί να παίξει ρόλο ιστορικής αναστύλωσης, διανομής γνώσης, ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης για όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής πραγματικότητας. (…) Στόχος της να είναι η αντίσταση στα στερεότυπα της μαζικής κουλτούρας, η αυθεντικότητα, η επιστροφή στις αξίες του ανθρώπου».

Σινεφιλίας εγκώμιον; Ερωτηματικό. Παρά τις ελπίδες που γεννούν κάθε χρόνο οι νέες προτάσεις πρωτοεμφανιζόμενων κινηματογραφιστών, λίγοι καταφέρνουν να εξαργυρώσουν ενώπιον κοινού τις ένθεν και ένθεν κινηματογραφοφιλικές προσδοκίες. «Πέρασαν αρκετά χρόνια», εξηγεί ο Κώστας Κωνσταντινίδης, [κριτικός κινηματογράφου, ένθερμος θιασώτης της μικρής ταινίας, παρακολουθεί από το ’77 ανελλιπώς την καθ’ έτος εθνική κινηματογραφική σοδειά], «διανύοντας αρκετά χιλιόμετρα δύσπεπτου «επί οθόνης» φιλμ προσωπικού προβληματισμού, ώστε οι Έλληνες σκηνοθέτες μικρού μήκους να αποκτήσουν πλέον θεματική συνείδηση: ματιά γύρω από την ελληνική πραγματικότητα, αποκέντρωση από μονοπάτια πολύπλοκων κινηματογραφικών διαδρομών και αφηγήσεων, μετανάστευση της κάμερας από το κέντρο προς την ελληνική περιφέρεια, «προσγείωση» σε επαγγελματικό προσανατολισμό των ηρώων τους». Στοιχεία απλής καθημερινότητας, όπως σημειώνει, «που βελτιώνουν την επικοινωνιακή προσέγγιση και ωθούν προς την φιλμική ταύτιση του θεατή με το υποκείμενό του».

Τα Μάτια που Τρώνε

(30 χρόνια Φεστιβάλ Δράμας)

Ο Σταύρος Ζαλμάς γυρίζει τα μανίκια στο λευκό του πουκάμισο. Κουμπώνει ένα ένα τα κουμπιά. Δένει τα κορδόνια του. Πιάνει τη γραβάτα από την καρέκλα και κοιτάζοντας κατάματα την κάμερα του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, αφηγείται μια από τις πιο ωραίες ιστορίες αγάπης που αποτυπώθηκαν στο εκράν (σημ. αποκλειστικής ευθύνης μας ο κομπασμός παρόμοιων γενικεύσεων, γούστα είναι αυτά): «Μια Θέση στον Ήλιο», 18ο Φεστιβάλ ελληνικών ταινιών μικρού μήκους Δράμας, βραβείο καλύτερης ταινίας 1995 για τον –μόλις αφιχθέντα εκ Λονδίνου τότε-τολμηρό κινηματογραφιστή (που μας εξανάγκασε να αγαπήσουμε τα βρώμικα καφενεία και όλα τα χαμαιτυπεία της Ομόνοιας) και ειδικό βραβείο ερμηνείας για τον εν λόγω ηθοποιό (βλέμμα ανυπάκουο, αυθάδες, με το καρύκευμα της ειρωνείας να συναγωνίζεται σε έμπνευση –ή μήπως έπαρση;- τα ακραιφνή, ασπρόμαυρα πλάνα του σκηνοθέτη του).

Παρόμοιες συγκινήσεις από ενδιαφέροντα φιλμάκια -μικρής διάρκειας πλην μεγάλης ελπίδας- ακολούθησαν πολλές ύστερα από την πρώτη μας αυτή επίσκεψη στη Δράμα. Και καθώς στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είχαμε στο μεταξύ γνωρίσει -αναδρομικά- τις πρώτες ταινίες μερικών από τους εξάρχοντες συμπατριώτες μας κινηματογραφιστές (από το ιστορικό πλέον «Τζίμης ο Τίγρης» του ‘ 66 σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη στο «Απεταξάμην» της Φρίντας Λιάπα (1980), «Fragile» του Πάνου Καρκανεβάτου (1988), «Βέρα Κρουζ» (1989) του Τάκη Σπυριδάκη, «Μάρμαρα» (1989) του πρόωρα χαμένου Αλέξη Μπίστικα, «Runaway» (1992) του Σπύρου Ταραβήρα, «Δονούσα» (1992) της Αγγελικής Αντωνίου, «Ισμαήλ» (1994) του Γιώργου Ζαφείρη και λοιπά …«νεόχτιστα» καλλιτεχνικά ψελλίσματα δημιουργών που στη συνέχεια επιβεβαίωσαν με έργο το πρώιμο τότε ταλέντο τους), είμαστε από τότε ένθερμοι εσαεί…

……………………………………….

Επιχειρώντας να διαρρήξουμε τον ασκό στον οποίο συνωστίζονται εκατοντάδες φιλμάκια που είδαμε τα τελευταία χρόνια, συναντάμε ουκ ολίγα δείγματα εξαιρετικής γραφής (φρέσκα, συμπυκνωμένα …μεγαλεία κινούμενης εικόνας για συλλέκτες σινεφίλ, νοτισμένα σε αυτήν τη δεξαμενή ιδεών που λέγεται κινηματογράφος): «Κλείσε τα μάτια και χρωμάτισε» (1996) / Γιάννης Λεοντάρης, «Μικρά Πρελούδια» (1998) / Βαγγέλης Καλαμπάκας, «Ένα Ουρανός Γεμάτος Αστέρια» (1995) + «Αμερικάνος» (1999) /Χρήστος Δήμας, «Ένας Λαμπερός Ήλιος» (2000) / Βασίλης Λουλές, «Τα Μάτια που Τρώνε» (2000) / Σύλλας Τζουμέρκας, «Ο Γκόγκος» (2001) /Παναγιώτης Φαφούτης, «Προστασία» (2005) / Χρήστος Νικολέρης, Cheap Dayz (2005) / Βασίλης Κεχαγιάς, κ.ά.

…………………………………………………………………….

Ένας Ουρανός Γεμάτος Αστέρια

Στα 30 χρόνια παρουσίας του, το Φεστιβάλ Δράμας, ενηλικιωμένο πλέον, «στιβαρό στις επιλογές» όπως υποστηρίζει ο Κώστας Κωνσταντινίδης, και «αυστηρό στη φιλοξενία των ταινιών των διαγωνιστικών του τμημάτων, αποτελεί όχι μόνον αστείρευτη πηγή τροφοδοσίας πρωτογενούς κινηματογραφικού υλικού, αλλά και τόπο πνευματικής συνάντησης ανάμεσα στα βρέφη (χαριτολογώντας), τους έφηβους και τους ενήλικες ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου», επισημαίνει μιλώντας με ευθύνη και δικαίωμα κάποιου που έχει γνωρίσει πρισματικά το φεστιβάλ [ως απλός θεατής στα πρώτα χρόνια, ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα του Φεστιβάλ «ΥΠΟΤΙΤΛΟΙ», μέλος τους γραφείου τύπου τα τελευταία χρόνια, καθώς και μέλος 2 Προκριματικών Επιτροπών και αριθμητικός ερευνητής- μελετώντας και καταγράφοντας χρήσιμα στατιστικά στοιχεία από τα οποία έχει ξεχωρίσει κατά καιρούς διάφορα …«διαμάντια»].

Πέρασαν κιόλας 30 χρόνια από τότε που η Κινηματογραφική Λέσχη Δράμας διοργάνωσε ένα φεστιβάλ για τους μκρομηκάδες. Το γεγονός ενθαρρύνθηκε από την τοπική αυτοδιοίκηση, εμπλουτίστηκε από επαγγελματίες του χώρου, επιχορηγήθηκε από την πολιτεία, το κατέκτησε η πόλη. Πρώτο και μοναδικό Εθνικό Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Ταινιών, από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα της γόνιμης περιφέρειας, εδώ και 13 χρόνια είναι και Διεθνές και κατατάσσεται ανάμεσα στα σημαντικότερα φεστιβάλ στον κόσμο.

image Εδώ πρωτογνωρίσαμε ταλαντούχους Έλληνες σκηνοθέτες της γόνιμης επικαιρότητας, στα πρώτα τους βήματα (π.χ. Φίλιππος Τσίτος, Γιώργος Ζαφείρης, Χρήστος Δήμας, Αλέξης Αλεξίου, Γιώργος Λάνθιμος, κ.ά.).

imageimage

Μεταξύ τους αρκετές γυναικείες υπογραφές (Φωτεινή Παπαδόδημα, Ειρήνη Βαχλιώτη, Ελισάβετ Χρονοπούλου, Μόνικα Βαξεβάνη, Ηρώ Σαφλιάκη, Ιρίνα Μπόικο, Κωνσταντίνα Βούλγαρη, Μαρία Μαγκανάρη, κ.ά.) που κάθε χρόνο αυξάνονται ολοένα, διεκδικώντας διεθνείς διακρίσεις στα φεστιβάλ του κόσμου (το εξαιρετικό 26΄λεπτο «Έλα να σου πω» της Κατερίνας Φιλιώτου, βραβευμένο σε Δράμα και Θεσσαλονίκη, συμμετείχε σε δεκάδες ξένα φεστιβάλ, αποσπώντας Grand Prix καλύτερης ταινίας 2001 στο Φεστιβάλ Clermont Ferrand, από τις σημαντικότερες διεθνείς διοργανώσεις μικρομηκάδων στον κόσμο).

image

«Ελα να σου πω», της Κατερίνας Φιλιώτου

Εδώ και τα πρώτα ελληνικά ντοκιμαντέρ. Λίγα στην αρχή -με τη στήριξη της ΕΡΤ βέβαια- όλο και περισσότερα σήμερα, γυρισμένα με ψηφιακά μέσα. Αρκετά από αυτά έχουμε την ευκαιρία να δούμε και αλλού (Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και Χαλκίδας, EcoFilms, Ecocinema, Φεστιβάλ Βίντεο Νάουσας, κ.ά.). Αγαπημένο μας; «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η Γιαγιά μου» / Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος

………………………….

Τον Σεπτέμβρη ανοίγουν οι πύλες του 31ου Ελληνικού – 14ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στη Δράμα (15- 20 Σεπτεμβρίου 2008), που για άλλη μια χρονιά φιλοδοξεί να «αγκαλιάσει τις νέες τάσεις στην ελληνική αλλά και διεθνή κινηματογραφία». Θα προβληθούν 33 συνολικά ελληνικές ταινίες (γυρισμένες σε φιλμ 16 mm ή 35mm) στο εθνικό διαγωνιστικό (3 από αυτές συμμετέχουν και στο διεθνές), 25 στο digi 2008 (νεότευκτο τμήμα του Φεστιβάλ, δημιουργήθηκε πέρσι, απευθύνεται σε ταινίες low budget, γυρισμένες σε ψηφιακό format), 20 στο πληροφοριακό τμήμα.

……………………………………………………………

Cheap Dayz

«Ο ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών που μαθαίνουν κινηματογράφο στον ελληνικό χώρο και των σπουδαστών του εξωτερικού είναι άσπονδος», αναφέρει ο Κώστας Κωνσταντινίδης, σχολιάζοντας την υπεροχή των Ελλήνων που φτάνουν στη Δράμα με ταινίες που υλοποίησαν εκτός συνόρων: «Η διαφορά, που σαφώς δεν έγκειται σε θέματα καλλιτεχνικής αναζήτησης, αφορά κυρίως στην αισθητική αντιμετώπιση του συνόλου μιας ταινίας, κάτι που τελικά δεν έρχεται νομοτελειακά ή ουρανοκατέβατα. Προϋποθέτει βαθιά γνώση του αντικειμένου εκ μέρους των δασκάλων, αυστηρή επιτήρηση των «μικρών» στη διάρκεια της σπουδής τους και άπλετη διάθεση / χορήγηση μέσων». Μμμμ… Γι’ αυτό ουκ ολίγοι υποστηρίζουν πως χρειάζεται πολύ καύσιμο ακόμα, ώστε να «σηκωθεί» ψηλότερα το φρόνημα του ελληνικού σινεμά. Γι’ αυτό επιμένουμε στα ερωτηματικά… Το σκεπτικό το εν λόγω πονήματος φιλοδοξεί –αποσπασματικά έστω, πλημμελώς – να εξερευνήσει πτυχές μόνο, επιχειρώντας έναν απολογισμό των τελευταίων χρόνων στα πεπραγμένα της Δράμας ή στις ταινίες που βραβεύτηκαν εδώ ή σε ξένα φεστιβάλ και άφησαν το στίγμα τους, αλλά και σε δημιουργούς που ανανεώνουν την …υπόσχεση ή σε αμετανόητους φανατικούς, που στο σινεμά επιμένουν στις μικρές αφηγήσεις.

Οψόμεθα… Ίσως δεν ήρθε ακόμα εκείνη η ώρα που θα πάψουμε να μιλάμε για την προοπτική μιας τέχνης (νηπιακής ακόμα για τους γηγενείς) και θα αρχίσουμε να συζητάμε για την τέχνη μιας νέας προοπτικής… Ίσως όμως προκύψουν οσονούπω και νέα θέματα προς συζήτηση. Ίσως του χρόνου μιλάμε με άλλους όρους για τους νέους, wannabe σκηνοθέτες και τους μέλλοντες ανυποψίαστους νομάδες του νέου οπτικοακουστικού /ψηφιακού σύμπαντος που (είθε!) να επιταχύνει τη φόρα τους να μιλήσουν μέσω της κινούμενης εικόνας.

Μικρά Πρελούδια

«Οι βετεράνοι σκηνοθέτες ποτέ δεν επιστρέφουν στο βέβηλο μήκος», έγραφε πριν 25 χρόνια η Αλίντα Δημητρίου. Ισχύει και σήμερα. «Είναι το μοναδικό πολιτιστικό προϊόν που το βάρος του προσδιορίζεται από το μέγεθος. Γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να συζητηθούν τα πάγια προβλήματα της από τους δημιουργούς, αφού κάθε φορά αυτοί είναι περαστικοί ή περιστασιακοί για το είδος».

image Να όμως που κάποιοι –ήσσονες είναι αλήθεια- την διαψεύδουν. Ανάμεσά τους ο Αχιλλέας Κυριακίδης, συγγραφέας 8 βιβλίων [το διήγημά του «Τεχνητές αναπνοές» – εκδ. Πόλις- τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2004), μεταφραστής δεκάδων άλλων, σεναριογράφος («Έναστρος Θόλος», «Η εποχή των Δολοφόνων», «Ο παράδεισος είναι Προσωπική Υπόθεση»), κριτικός κινηματογράφου και σκηνοθέτης –αποκλειστικά και αμετανόητα- 8 (βραβευμένων) ταινιών μικρού μήκους: «Είναι πια καιρός να γίνει συνείδηση σε όλους ότι η ταινία μικρού μήκους δεν είναι (μόνο) άσκηση, δεν είναι (μόνο) προθάλαμος της ταινίας μεγάλου μήκους, δεν είναι (μόνο) τεστ για χορήγηση διπλώματος κινηματογραφικής οδήγησης», απαντά στην ερώτησή μας για την ευγενή εμμονή του με τη μικρού μήκους δημιουργία, «αλλά αυτόνομο αφηγηματικό κινηματογραφικό είδος, με τη δική του (σκληρή) οικονομία, τους δικούς του (σκληρούς) κανόνες. Υπ’ αυτήν την έννοια, βλέπω πολλές αναλογίες ανάμεσα σε αυτήν και στο διήγημα: δεν ξέρω κανέναν, μα κανέναν πεζογράφο στην παγκόσμια γραμματεία που να θεώρησε το διήγημα πεδίο ασκήσεων ή διαβατήριο για να περάσει στο μυθιστόρημα», προσθέτει, ξεδιαλύνοντας τυχόν απορίες σχετικά με το πόσο σκηνοθέτης αισθάνεται έναντι του λογοτέχνη.

Συμφωνεί με όσους τον χαρακτηρίζουν επαγγελματία της γραφής και ερασιτέχνη του σινεμά; «Είμαι έτσι κι αλλιώς ερασιτέχνης υπό την αρχική, ακριβή ετυμολογία του όρου, είτε γράφω, είτε μεταφράζω, είτε σκηνοθετώ. Η παράλληλη ενασχόληση και με τις δύο τέχνες βοηθάει στη μεταφορά αφηγηματικών τρόπων από τη μία στην άλλη, αν και, συχνά, συλλαμβάνομαι να σκέφτομαι με εικόνες όταν γράφω και με λέξεις όταν κινηματογραφώ. Γόνιμη σύγχυση, δε λέω»… Κάθε ταινία του μια σπουδή (περί αφήγησης, μέσων, αποδόμησης, κλπ). Πειραματίζεται με τα είδη, με τα μέσα, με την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα. Πώς συνοψίζει τα χαρακτηριστικά της προσωπικής του γραφής στο σινεμά; «Δεν πειραματίζομαι ποτέ· απλώς, προσπαθώ κάθε φορά να εφαρμόσω στην κινηματογραφική μου αφήγηση τον τρόπο εκείνο που (νομίζω πως) υπηρετεί καλύτερα το θέμα γενικότερα ή, ειδικότερα, αυξομειώνει τη θερμοκρασία μιας συγκεκριμένης σκηνής. Αυτό δεν (πρέπει να) κάνουν όλοι; Στην προηγούμενη ταινία μου («Εσωτερικό, νύχτα» (2007), μια θρασύτατη απόπειρα σπονδυλωτής ταινίας 16 λεπτών(!), καθεμία από τις τρεις ιστορίες που την απαρτίζουν ήταν γυρισμένη με διαφορετικό τρόπο (μηχανή στο χέρι η μία, αργά, γενικά πλάνα η άλλη, κλασικό πλανάρισμα και μοντάζ η τρίτη). Μιαν άλλη, παλαιότερη («Αλληλουχία των Κήπων») δε δίστασα να τη γυρίσω σε μονοπλάνο 4 λεπτών, ενώ σ’ όλη τη διάρκειά της ακουγόταν off ολόκληρο το μονοσέλιδο διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ στο οποίο είχε βασιστεί».

Στην πλούσια εργογραφία του (μετά το βραβευμένο ντοκιμαντέρ «Πύργος-Τάκης Σινόπουλος» (1992) και τις ταινίες «Νυμφίος», «Recitativo», «Jazz», «Καφές», «Μπαρόκ»), προστίθεται και η 9η φετινή, «Nebraska». Το σενάριο βασίζεται στο ομότιτλο διήγημά του που ανήκει στη συλλογή «Τεχνητές αναπνοές» (2004): «Ένας άνδρας και μια γυναίκα (Γιώτα Φέστα, Τάκης Σπυριδάκης), αμφότεροι γύρω στα 50, που περνάνε την προβλεπόμενη συναισθηματική και σεξουαλική κρίση, αποφασίζουν υποδυόμενοι άλλους να ερωτεύονται σε φτηνά ξενοδοχεία, μήπως έτσι αναζωπυρώσουν καθετί στη σχέση τους που είναι σβησμένο. Το πράγμα στραβώνει όταν καθένας ταυτιστεί με το ρόλο που υποδύεται, και μαζί μ’ αυτούς αρχίζει να τρελαίνεται και το σενάριο, που οδηγείται σε απροσδόκητες (ακόμα και για τον σεναριογράφο) ατραπούς».

Κλαίνε την Ώρα που τα Σκοτώνουν

image Διαφορετική είναι η περίπτωση της ηθοποιού Μαρίας Μαγκανάρη, [ξεχώρισε φέτος στο θέατρο, στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας στην «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ, που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Λεοντάρης, πρωταγωνίστρια και σε ταινίες μικρού μήκους άλλων], που η απόφασή της να περάσει πίσω από την κάμερα ως σκηνοθέτης δικαίωσε τις αισθητικές της ανησυχίες ως προς την καλλιτεχνική της πορεία: «Κλαίνε την Ώρα που τα Σκοτώνουν», ταινία σχόλιο για την παρουσία της κάμερας στις σύγχρονες αστικές μητροπόλεις και τις κοινωνίες του Big Brother, βραβευμένη σε Ελλάδα (βραβείο ΠΕΚΚ 2007, βραβείο Σεναρίου Ίδρυμα Κοτρώνη) και Τουρκία (Ειδικό Βραβείο Μυθοπλασίας), που έχει μέχρι στιγμής προβληθεί σε αρκετά ξένα φεστιβάλ (Παρίσι, Μαρόκο, Νάπολη, Λέτσε, Ταϊβάν), επελέγη να συμμετάσχει στο Τάλεντ Κάμπους του Φεστιβάλ Βερολίνου τον περασμένο Φεβρουάριο, «εξαιρετική εμπειρία», όπως λέει και συνεχίζει… Πώς ορίζει τη θέση της στο εγχώριο επαγγελματικό τοπίο της τρέχουσας κινηματογραφικής δημιουργίας. Υπάρχουν στοιχεία τα οποία η ιδιότητα του σκηνοθέτη δανείζει στην ηθοποιό και τανάπαλιν; «Δεν έχω απάντηση που να ορίζει με ακρίβεια τη σχέση μου με τις δύο αυτές ιδιότητες. Και οι δύο προέκυψαν από πραγματική ανάγκη, με κόπο αλλά, παρότι παράδοξα, απολύτως φυσικά. Και το ίδιο αμφισβητούνται καθημερινά και επανεξετάζονται, πρώτα απ’ όλα από εμένα την ίδια. (…) Η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι μοναχική, δεν εξαντλείται στην πάλη με τον εαυτό του- που αναμφίβολα υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει. H σκηνοθεσία στον κινηματογράφο είναι πιο συγκεντρωτική αλλά έχει απεριόριστες δυνατότητες. Μου αρέσει να «υπηρετώ» ως ηθοποιός τις συνθήκες που δημιουργεί άλλος σκηνοθέτης (μαγική διαδικασία, όταν υπάρχει εμπιστοσύνη). Δεν ανταλλάσσω όμως με τίποτα το ταξίδι που μου χάρισε η προσπάθειά μου να φτιάξω το σύμπαν στο οποίο θα ζούσαν οι ηθοποιοί της ταινίας μου».

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικής της γραφής στο σινεμά; «Η προσωπική γραφή του σκηνοθέτη χτίζεται μέσω του έργου του. Έχω κάνει μία ταινία που είχε την αγωνία της αναζήτησης των εκφραστικών της μέσων. Το περιεχόμενο δεν δημιουργήθηκε ερήμην των εικόνων. Οι εικόνες προϋπήρχαν. Ίσως και κάποιες φράσεις. Με ενδιαφέρει η εικόνα να δημιουργεί ένα σύμπαν που να παγιδεύει όχι μόνο τον θεατή αλλά και εμένα την ίδια. Δεν επικοινωνώ με τον τηλεοπτικού τύπου ρεαλισμό ούτε στη φόρμα, ούτε στο λόγο. Δεν με ενδιαφέρει να αντιγράψω την πραγματικότητα. Δεν θεωρώ ότι η αισθητική που μας επιβάλλεται πανταχόθεν είναι πιο κοντά στην αλήθεια του ανθρώπου. Μου αρέσει ο κινηματογράφος να ασκεί κριτική όχι μόνο μέσω των ιδεών που ενδεχομένως εκφράζει, αλλά και μέσω της φόρμας του», συμπληρώνει.

Transit

image image

Λίγο πριν την εμφάνισή της στην Αθήνα, η Μαντόνα πρωταγωνιστεί (!) σε μια ελληνική -ακριβέστερα ελληνο-βρετανική- ταινία. «Madonna Calls Fassbinder»: η νέα ταινία του Δημήτρη Αθανίτη, ενός καταξιωμένου σκηνοθέτη που επανέρχεται στο …«βέβηλο μήκος», «βουτηγμένη στο μαύρο χιούμορ μιας παράλογης πλην απόλυτα πραγματικής κατάστασης», δεν είναι παρά μια κλεφτή ματιά σε έναν κόσμο «…που μοιάζει απίστευτα απόμακρος, αλλά ίσως βρίσκεται δίπλα μας». Τι μπορεί όμως να θέλει από τον νεκρό σκηνοθέτη η ποπ σταρ; Τι μπορεί να επιδιώκει ένας σκηνοθέτης παρουσιάζοντας την νέα 15΄λεπτη, ασπρόμαυρη και απροσδόκητη ταινία του, που μόλις ολοκληρώθηκε; «Μάλλον να βάλω ερωτηματικά», εξηγεί. «Ερωτηματικά για πράγματα που θεωρούμε δεδομένα. Για αξίες που μοιάζουν παγιωμένα κλισέ».

image image

image

«Μικρού μήκους -μεγάλου ενδιαφέροντος», αναφέρει ένα website για αυτήν. Θα μπορούσε να είναι μια απάντηση στο ερώτημα πώς ένας σκηνοθέτης με 5 ήδη μεγάλου μήκους ταινίες στο βιογραφικό του (όπως το ανεξάρτητο, χαμηλού προϋπολογισμού και cult «Αντίο Βερολίνο» ή το βραβευμένο «Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο», κ.ά.) και την 6η σε προετοιμασία, επανέρχεται στο μικρό μήκος, σκηνοθετώντας «μια απίθανη συνάντηση που μοιάζει ρεαλιστική». «Δεν υπάρχουν μικρές και μεγάλες ταινίες», απαντά ο Δημήτρης Αθανίτης.

image

«Υπάρχουν απλά ταινίες. Η διάρκεια προκύπτει από το θέμα. Φυσικά, το κλειδί, είναι η οπτική. Και σαν χειρονομία ακόμη, η Madonna υποστηρίζει με την παρουσία της, την αιρετική λογική της ίδιας της ταινίας, αυτό που είναι το ουσιαστικό θέμα της. Την αποδόμηση των κλισέ, που ονομάζουμε σκέψη και συχνά ζωή. Όπως θα ΄λεγε ένα πρόσωπο της ταινίας, ο Φρανκ. It’s not a short movie. It’s simply short!».

Τον πρωτογνωρίσαμε πιτσιρικά, 10-11 χρόνια πριν, με το πρωτόλειό του φιλμ «Ο Αυτόχειρας», ταινιάκι που ξεχώρισε με τη φρεσκάδα του, παρότι δεν αξιώθηκε βραβείων, τίτλων και προβολών. Επιμένοντας στη μικρού μήκους αφήγηση και στην οικονομία του μέσου, ο Γιάννης Γαϊτανίδης ενηλικιώνεται, γυρίζει μικρού προϋπολογισμού ταινίες («Η Σκέψη της Ημέρας», «Transit») και εμπλέκεται δυναμικά στο παιγνίδι της οπτικοακουστικής δημιουργίας υπογράφοντας παράλληλα τη σκηνοθεσία σε διαφημιστικά, βίντεο για θεατρικές παραστάσεις, κ.ά. Απαντώντας στην ερώτηση τι καινούργιο φέρνει η νέα εποχή στην μικρού μήκους ταινία, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης παρατηρεί βελτίωση «κατ’ αρχήν σε επίπεδο τεχνικό. «Η σημερινή digital εποχή μας διευκολύνει να υλοποιήσουμε τις ταινίες μας, γεγονός που βοηθάει να προχωράμε χωρίς τον πονοκέφαλο του υψηλού κόστους του φιλμ, και συνάμα, να ανακαλύψουμε τα μέσα μας σε σχέση με αυτό που κάνουμε», επισημαίνει.

Αν και σε επίπεδο αισθητικό το digital δεν τον καλύπτει, «ως σκηνοθέτης ακόμα ψάχνομαι», όπως λέει, αναγνωρίζει την ευκολία που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία: «Αν έχεις μια ιδέα για ταινία, δεν έχεις λεφτά αλλά θέλεις να την πραγματοποιήσεις, μπορείς να το κάνεις. Κάτι που δεν συνέβαινε λίγα μόλις χρόνια πριν».

Παραδέχεται ωστόσο ότι ως προς τη θεματολογία υπάρχει περιορισμός: «Είμαστε εγκλωβισμένοι στα όρια της τηλεοπτικής ή διαφημιστικής αισθητικής. Λίγες ταινίες μικρού μήκους διαθέτουν αμιγώς κινηματογραφική αισθητική. Όταν είσαι συγκεκριμένος στο θέμα σου, το αναπτύσσεις και το εξελίσσεις, βρίσκεις αυτό που θέλεις να πεις. Εξάλλου είναι και η καλύτερη άσκηση, να μιλήσεις λιτά σε περιορισμένο χρόνο. Εκτός του ότι πρόκειται για αυτόνομο, ανεξάρτητο κομμάτι του κινηματογράφου, για μένα η αξία της μικρού μήκους ταινίας βρίσκεται στο γεγονός ότι ο σκηνοθέτης δουλεύει με την αφαίρεση. Εγώ πάντως αυτό επιδιώκω να κατακτήσω: να πω αυτό που θέλω να πω μέσω κινούμενης εικόνας, με τον πιο άμεσο και αφαιρετικό τρόπο», λέει… Δεν πετυχαίνουν όλες οι απόπειρες… Είμαι ακόμα στην προσπάθεια…»

image Αντώνης Παπαδόπουλος / Καλλιτεχνικός Διευθυντής, Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Βρέθηκε στη Δράμα αρχικά ως σκηνοθέτης το 1985. Δηλώνοντας πάνω από όλα δημιουργός, «όχι –μόνο- πολιτιστικός μάναντζερ, αλλά κατ’ αρχήν κινηματογραφιστής»- ασχολείται ενεργά με τη διοργάνωση από το 1989, αναλαμβάνοντας τα τελευταία χρόνια το φορτίο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης: «Είμαι καταδικασμένος να βλέπω ταινίες. Σε Φεστιβάλ, στο γραφείο, στο σπίτι μου. Πάνω από 300 ταινίες μικρού μήκους, ελληνικές και ξένες, με περιμένουν αυτή τη στιγμή να τις δω. Σε κάποιους φαίνεται καταδίκη, εμένα με κρατάει σε εγρήγορση…»

«κουκούλι νέων κινηματογραφιστών»

Έτσι έχει ονομάσει το Φεστιβάλ Δράμας, που έχοντας πλέον συμπληρώσει μια 30ετή θητεία στη συνείδηση όσων ασχολούνται με τον κινηματογράφο, βοηθάει στην ανέλιξη, προστατεύει, ενισχύει τους νέους δημιουργούς: «Από τα βραβεία που δίνει και τα κίνητρα για επαγγελματική καταξίωση, μέχρι την προώθησή του σε διεθνή φεστιβάλ ή σε ξένα τηλεοπτικά κανάλια. Προσπαθούμε να εντάσσουμε καινούργια πράγματα χρόνο με το χρόνο, να επικεντρώσουμε στον νέο κινηματογραφιστή και στο έργο του, να αναζητούμε πάντα υψηλά στάνταρ, κυρίως, να μη χάσουμε τη διασύνδεση με την τοπική κοινωνία. Πολύ σημαντικό για ένα φεστιβάλ εξειδικευμένου και υψηλού πολιτιστικού επιπέδου να συνδέεται με τον τόπο. Η Δράμα καλλιέργησε την αγάπη του κόσμου για τη μικρού μήκους ταινία. Αυτό παραμένει αδιασάλευτο κεκτημένο…».

ο πρόσκοπος και ο αστροναύτης

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε 20 χρόνια πριν, που ο θεσμός ήταν ακόμα τα σπάργανα. «Σήμερα είναι ένα φεστιβάλ κραταιό, αναγνωρίζεται κατά γενική ομολογία ως ένα από τα 2-3 καλύτερα στον κόσμο. Καμιά σχέση με τότε. Είναι σαν να συγκρίνεις ένα πρόσκοπο με έναν αστροναύτη. (…)

Θυμάμαι ότι κάναμε προβολές με μια μηχανή 16άρα, φορητή. Παλιά. Όταν πεταγόταν το ελατηριάκι τρέχαμε να προλάβουμε για να μη σταματήσει η προβολή. Έχει αλλάξει η κοινωνία, όπως και το μικρό κομμάτι της που είμαστε εμείς οι κινηματογραφιστές… (…) Το Φεστιβάλ έχει πλέον επαγγελματικοποιηθεί, υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν γι’ αυτό όλο τον χρόνο, με μέλημα να θεσπίσουμε για όλους ισότιμη συμμετοχή –τεράστιο ζητούμενο στα επιμέρους τμήματα –εθνικό ή διεθνές ή digi- που παραμένει ζητούμενο, δεν το έχουν λύσει πολλά φεστιβάλ. Εμείς έχουμε κατακτήσει κοινό, αναγνώριση, προβολές, παράλληλες εκδηλώσεις, αφιερώματα ουσίας. Επιχειρούμε να ανοιγόμαστε περισσότερο στην ελληνική κοινωνία (π.χ. το πρόγραμμα «Η Δράμα Ταξιδεύει»), στην κοινωνία της Δράμας (συνεργασίες με τοπικούς φορείς) και να ενδυναμώνουμε όλο και πιο πολύ τις παιδευτικές κατευθύνσεις του Φεστιβάλ (π.χ. προβολές για μαθητές της περιοχής, τα εργαστήρια, οι ανταλλαγές με ξένους φορείς, κ.ά.). Φέτος φιλοξενούμε δύο σημαντικά σεμινάρια / εργαστήρια, το «Stop By Shoot Film» σε συνεργασία με την KODAK καθώς και ένα 2ήμερο εργαστήριο με την ΕΡΤ με θέμα «Το σενάριο στη μικρού μήκους ταινία». Επίσης έχουμε κατακτήσει διεθνείς συνεργασίες με καταξιωμένους εκπαιδευτικούς φορείς (π.χ. Ίδρυμα Θερβάντες, Ινστιτούτο Γκαίτε, Βρετανικό Συμβούλιο, κ.ά.).»

ελληνική μικρού μήκους ταινία

«Σε επίπεδο παραγωγής η εγχώρια δημιουργία έχει ελάχιστα να ζηλέψει από αντίστοιχες ξένες παραγωγές. Απόδειξη ότι διαγωνίζονται αλλά και διακρίνονται ελληνικές ταινίες σε ξένα φεστιβάλ. Η ελληνική μικρού μήκους ταινία έχει να ζηλέψει κυρίως το ύψος του κόστους. Ευτυχώς τελευταία περνάει σε πιο ώριμο στάδιο παραγωγής, σε καλλιτεχνικό επίπεδο απευθύνεται σε μεγαλύτερο κοινό -χωρίς να καταντάει λαϊκότροπη. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της είναι και η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης: το Κέντρο Κινηματογράφου προχώρησε σε περισσότερες παραγωγές, η ΕΡΤ το ίδιο, οι ιδιώτες επαγγελματίες του χώρου κλπ. Αυτό ανέβασε τον πήχη και για τους ανεξάρτητους παραγωγούς που ρισκάρουν να μπουν στο παιγνίδι, προτείνοντας αξιόλογες εργασίες…».

στάσεις και σταθμοί

«Το 1989 με το τέλος της μονοπωλιακής δημόσιας τηλεόρασης επήλθε άλωση του καλλιτεχνικού προϊόντος προς όφελος του εμπορικού, μοιραία διαταράσσοντας και το εγχώριο κινηματογραφικό τοπίο. Ήταν και εποχή που το Κέντρο Κινηματογράφου δεν είχε λεφτά… (…) Ευτυχής συγκυρία ήταν το 1994, χρονιά καμπή, όπου στην ίδια διοργάνωση εμφανίστηκαν πολλοί και σπουδαίοι δημιουργοί: Άρης Φατούρος, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιώργος Ζαφείρης, Γιάννης Λεοντάρης, κ.ά. που εξελίχθηκαν σε μεγάλους κινηματογραφιστές. Ερχόταν μετά από περίοδο κρίσης για το ελληνικό σινεμά. Χρονιά σημαίνουσα, έδωσε ώθηση, δημιούργησε ζύμωση. (…) Κορυφαίες παρουσίες μεταξύ σπουδαίων υπογραφών; «Μμμμ, είναι αρκετοί: Γιάνναρης, Μπίστικας, Σπυριδάκης, Ζαφείρης, Τσίτος, Χαρίτος, Κυριακίδης, Φιλιώτου, Χρονοπούλου, Μαχαίρας, Κατσάμπουλας, Φαφούτης, Νικολέρης, και τόσοι που τους αδικεί η μνήμη μου»…

περισσότερα για τη μικρού μήκους ταινία:

*Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

http://www.dramafilmfestival.gr

Ε-mail: kinfest@dra.forthnet.gr

Δράμα: Αγ. Βαρβάρας 9, 66100

Τηλ: 25210 47575

Αθήνα: Εμμ. Μπενάκη 71, 10681

Τηλ: 210 3300309

*«μικρό» / σωματείο για τη διάδοση της ταινίας μικρού μήκους

Τοσίτσα 11, Αθήνα 10683, τηλ.: 210-8228163,

http://www.shortfilms.gr

Ε-mail: mikrosomateio@yahoo.gr

*http://www.bigbang.gr / on line short film festival +

http://www.t-short.gr + http://www.shortfilm.gr

Ε-mail: info@t-short.gr

υπεύθυνος Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης

Πλαταιών 39 – Κεραμικός, 10435

Ε-mail: kirhatz@t-short.gr

*μικροφίλμ 2008

Τμήμα Δραματοποιημένων Προγραμμάτων της Γεν. Διεύθυνσης της ΕΡΤ

http://www.ert.gr/microfilm

υπεύθυνος Βασίλης Λουλές

Τηλ: 210 776 10 59 & 210 776 13 75

Ε-mail: microfilm@ert.gr

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό HIGHLIGHTS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.