Η Σκόνη του Χρόνου (2008) του Θόδωρου Αγγελόπουλου:Κριτικές για την ταινία. Πού παίζεται…

γιώργος πήττας (σε ένα σχόλιό του στον Πολίτη) βαθμολογία: 100

Ο Αγγελόπουλος δεν κάνει «σινεμά».

Ποίηση δημιουργεί. Αν δεν είχε την κάμερα και κρατούσε πένα, θα ήταν ίσως, ο Σεφέρης. Μόνο αν σταθείς έτσι απέναντι στη δουλειά του μπορείς να της επιτρέψεις να σε αγγίξει.

Η Σκόνη του Χρόνου ***

Το «άγγιγμα» του σκηνοθέτη
Καλύπτεται πίσω από την Ιστορία, ενώ εμπνέεται από ένα μεγάλο έρωτα

Της Μαριας Kατσουνακη

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ
Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Ερμηνεία: Γουίλεμ Νταφόε, Ιρέν Ζακόμπ, Μισέλ Πικολί, Μπρούνο Γκανζ, Ρένη Πιττακή, κ.ά.

Όλα είναι γνώριμα στην αρχή: η μουσική (της Ελένης Καραΐνδρου), οι φράσεις («τίποτα ποτέ δεν τελειώνει»), η ατμόσφαιρα των προσώπων. Στη συνέχεια, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μας καλεί να τον επανανακαλύψουμε. Σε αυτήν την ταινία, δεν είναι ο απόλυτος κυρίαρχος και ενορχηστρωτής. Οι ήρωες λες και αυτενεργούν, ανεξαρτητοποιούνται για το δικό τους ταξίδι. Αυτό είναι και καλό και κακό. Ισως είναι η πρώτη ταινία, μετά το «Ταξίδι στα Κύθηρα», όπου το γενικευτικό: «ανθρώπινο τοπίο» μπορεί να αντικατασταθεί από το πιο συγκεκριμένο: «άνθρωπος». Οι πρωταγωνιστές είναι τέσσερις. Μια γυναίκα, δύο άντρες και ο νεαρός σκηνοθέτης – γιος. Ταινία μέσα στην ταινία, αισθήματα και αισθήσεις που διασχίζουν έναν αιώνα. Ενας έρωτας που διαρκεί όσο και η προδοσία.

Ανεκπλήρωτες αισθήσεις

Ο αναγνωρίσιμος Αγγελόπουλος είναι παρών: Η Ιστορία (με το Ι κεφαλαίο) κάνει τις διαδρομές της. Ο θάνατος του Στάλιν το 1953, το Γουότεργκεΐτ το 1974, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην αυγή του 21ου αιώνα, ζυγιάζονται, ως χρόνος ενιαίος, στις ζωές των ηρώων. Κι από κοντά, οι ίδιοι, επάλληλοι κύκλοι θεμάτων: η απώλεια, η μελαγχολία, το τέλος της ουτοπίας, η εξορία, η ανάπηρη ελευθερία.

Ο διαφορετικός Αγγελόπουλος κάνει τις πρώτες του πτήσεις: συγκρούσεις ανέφικτων σχέσεων, δράματα επαναλαμβανόμενα και συνηθισμένα, κινήσεις μικρές, ανεπαίσθητες που υπονοούν ή αναζητούν, ελπίζουν. Ομως, αυτόν τον κώδικα δεν μπορεί να τον σαρκώσει κινηματογραφικά. Η τελετουργία τού είναι πιο οικεία από την καθημερινότητα, η ρητορεία πιο προσφιλής από τις σκόρπιες, ασήμαντες ή κοινότοπα φορτισμένες φράσεις ενός χωρισμού. Μόνο ο Μπρούνο Γκανζ βρίσκει τον τρόπο να ισορροπήσει, να ακροβατήσει δεξιοτεχνικά πάνω στο τεντωμένο σχοινί του συναισθήματος, να απελευθερώσει ενέργεια, να λικνιστεί, να θυμηθεί, να συγκινηθεί, να θυσιάσει και να «θυσιαστεί». Να δώσει ένα τέλος, όχι γιατί πίστεψε σε μια αλλαγή που δεν συντελέστηκε αλλά γιατί πίστεψε στον έρωτα και δεν μπόρεσε να τον ζήσει.

Το ερώτημα αν ο Γιάκομπ (Μπρούνο Γκανζ), ο Σπύρος (Μισέλ Πικολί), η «μοιραία» Ελένη (Ιρέν Ζακόμπ) αλλά και ο πρωταγωνιστής σκηνοθέτης Α (Γουίλιεμ Νταφόε), όλα τα πρόσωπα της «Σκόνης του χρόνου» είναι υποκείμενα ή αντικείμενα της Ιστορίας, δεν μας απασχολεί. Κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι ενιαίος στις στιγμές της εγκατάλειψης, του θρήνου, των συναντήσεων, του έρωτα, του θανάτου. Στα δωμάτια που ο Γιάκομπ, ο Σπύρος και η Ελένη, προσπαθούν να συνυπάρξουν χρόνια μετά. Τόσο γεμάτα από φαντάσματα, επιθυμίες, ανεκπλήρωτες αισθήσεις, αδικαίωτες προθέσεις. Είναι οι στιγμές που η ταινία απογειώνεται. Οταν όμως ο χρόνος γίνεται ρεαλιστικός καταγράφει σκηνές δράσης, μια συμπλοκή στο δρόμο ή την κατάληψη ενός κτιρίου ή την κρίση πανικού της μικρής εγγονής, η εικόνα φαίνεται πλαστή και άτεχνη.

Το υπερβατικό, ποιητικά στυλιστικό είναι το δικό του πεδίο. Ο αισθητικός συμβολισμός που χειρίζεται με απαράμιλλη τέχνη ο Θ. Αγγελόπουλος εδώ έχει μια μεγάλη λιτότητα και αυστηρότητα. Τα σύνολα (όπως στην αναγγελία του θανάτου του Στάλιν) κινούνται σαν σκιές ενός άλλου κόσμου. Σιωπηλές και ηττημένες.

Η σύνθεση του τέλους αφήνει το αίμα να κυλήσει στις φλέβες. Να αρδεύσει τα πλάνα, να στάξει σα νερό από τα δάχτυλα. Δακρύζει η χειρονομία, η μνήμη που εγκλωβίζεται (ή αποθηκεύεται) σε ένα νεύμα. Η Σκόνη του Χρόνου είναι το «άγγιγμα» του σκηνοθέτη που μένει ανολοκλήρωτο· καλύπτεται πίσω από την Ιστορία, ενώ εμπνέεται (και αναπνέει) από τις μικρές συναντήσεις ενός μεγάλου έρωτα. Τόσο απλό και τόσο μοναχικό.

Για τη «Σκόνη του χρόνου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Για τη «Σκόνη του χρόνου»

(Αναδημοσιεύω παρακάτω κείμενο του φίλου Βασίλη Τσιράκη για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου “Η σκόνη του χρόνου”, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 30 Νοεμβρίου 2008).

Στο χαμόγελο του Μπρούνο Γκανς (πέφτοντας από το πλωτό ταξί στο ποτάμι του Βερολίνου), νομίζουμε πως συμπυκνώνεται ο πλούτος και η ποικιλία των μηνυμάτων που μας στέλνει η νέα ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Ένα χαμόγελο γεμάτο, αποχαιρετισμός μιας γενιάς που δεν υπέκυψε, μιας γενιάς που μετρούσε το χρόνο με γεγονότα. Εμείς χάσαμε -σαν μας λέει- αλλά παίξαμε το παιχνίδι μέχρι τέλους, εσείς;

Ένα χαμόγελο ειρωνικό προς την επόμενη γενιά, που ταλαντευόμενη ανάμεσα στο συλλογικό όνειρο και την ατομική καταξίωση, άφησε το ταξίδι στη μέση και έμεινε να μετρά τα γεγονότα με το χρόνο.

Ο Γιάκομπ (Μπρούνο Γκανς σε μια ερμηνεία που θα μείνει στην ιστορία) τα έχει ζήσει και τα έχει χάσει όλα. Την κοινωνία που ονειρευόταν, τη χώρα του, τους φίλους του και το μεγάλο του έρωτα, την Ελένη. Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει. Ακόμα και τώρα που τα μαλλιά έχουν ασπρίσει και τα δάχτυλα υγραίνονται, συνεχίζει να διεκδικεί την Ελένη, να την προσκαλεί σε χορό στα σκαλιά του μετρό. Κι όταν αυτή καταρρέει, τότε μόνο συνειδητοποιεί πως ήρθε το τέλος, ενώ ο Σπύρος, έχει από καιρό αποδεχτεί παθητικά την απόφαση της ιστορίας «που μας έβαλε στο περιθώριο».

Η Ελένη συλλαμβάνεται στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια του εμφύλιου. Ο μεγάλος της έρωτας, ο Σπύρος (Μελισσοκόμος, Ταξίδι στα Κύθηρα), την αναζητά και την βρίσκει στην Τασκένδη. Είμαστε στο 1953. Εξορίζονται και οι δυο στη Σιβηρία, από όπου φεύγουν μετά το θάνατο του Στάλιν. Δυο πλάνα σεκάνς, αυτό της ανακοίνωσης του θανάτου του Στάλιν και αυτό στο βαγόνι (που αιτιολογεί συμβολικά την εξορία), δίνουν αριστουργηματικά το κλίμα της εποχής.

Το ταξίδι συνεχίζεται, οι τόποι εναλλάσσονται, ο χρόνος γυρνά πίσω, όχι όμως με φλας μπακ, ο χώρος και ο χρόνος συμπλέκονται, διαστέλλονται και συστέλλονται, ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας, οι εποχές και οι γενιές συνομιλούν άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις. Φιλανδία, Αυστρία, Ρώμη, Νέα Υόρκη, Τορόντο, Βερολίνο, τα σύνορα έχουν πέσει, παγκοσμιοποίηση.

Ο Νταφόε, γιος της Ελένης και του Σπύρου, γυρίζει ταινία την ιστορία των γονιών του (Ταξίδι στα Κύθηρα). Εκπροσωπώντας την επόμενη γενιά, ψηλαφεί τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος προσπαθώντας να ανιχνεύσει το παρόν (η σκηνή στο πιάνο με την Πιτακή είναι από τις ωραιότερες της ταινίας). Μένοντας άναυδος αλλά και μετέωρος απέναντι στα γεγονότα, αναζητά κι αυτός την Ελένη, την κόρη του, που παραπαίει στο φόντο ενός άγριου καπιταλισμού (πλάνο σεκάνς με τις μοτοσικλέτες). Την Ελένη που προσπαθεί να καταλάβει, αλλά δεν μπορεί, που το βάρος του παρελθόντος (σκηνικό του παιδικού δωματίου) την πλακώνει, αναζητώντας το τέλος στο κατειλημμένο από άστεγους κτίριο. (Ένας από τους άστεγους έρχεται από τη σκηνή του θανάτου του Στάλιν)

Μετά το αρκετά επιτηδευμένο «Λιβάδι που δακρύζει», είναι φανερή η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον «παλιό» εαυτό του, κρατώντας μεν τον άξονα της νέας τριλογίας, (ατομικό-συλλογικό, έρωτας και επανάσταση, ως υποκείμενα και αντικείμενα της ιστορίας), αλλά αποφεύγοντας επιμελώς τόσο την τεχνική της συναισθηματικής ταύτισης, όσο και την οπτική της «αβάσταχτης ελαφρότητας» των πραγμάτων.

Όπως είναι φανερή και η αγωνία του να ξαναβρεθεί με τους «κάτω», λέγοντας μας με λόγια, πως «κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για το τέλος της ιστορίας», αλλά και δείχνοντάς μας μέσα από μια προκάτ μεν, αλλά περίτεχνη σκηνή (αυτή του σκονισμένου παλιού μουσικού οργάνου), πως η ταξική πάλη συνεχίζεται και στο χέρι μας είναι να βγει ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας. Αρκεί να διώξουμε τη σκόνη; Θα ρωτήσουμε εμείς.

Όμως είναι και φανερή η αδυναμία του να προσεγγίσει τη νέα εποχή και τη νέα γενιά και να πιάσει τα σύγχρονα υπόγεια ρεύματα (η μορφή της μικρής Ελένης είναι μάλλον απλουστευτική και ξεπερασμένη από τις εξελίξεις).

Κινηματογραφική γλώσσα σταθερή, όπου τα γεγονότα αναγγέλλονται από τους ηθοποιούς και τα μηνύματα αναδείχνονται μέσα από τα πλάνα σεκάνς. Τα αγάλματα (του Σεφέρη;) επαναφέρονται με τα κομμένα κεφάλια (Τοπίο στην ομίχλη, Βλέμμα του Οδυσσέα), μετά την κατάρρευση ίσως θα μπορούσε να προστεθεί κι αυτό του Λένιν (για να συνδιαλέγονται τα αίτια της ήττας;)

Οι νεκροί χρόνοι κυριαρχούν ως σημείο τομής του ανθρωπολογικού και του φιλμικού, όπως και η φωνή οf και το espace of (σκηνή αναγγελίας του γάμου), ενώ στην πορεία μειώνονται τα πανοραμίκ εξωτερικά πλάνα και αυξάνονται τα κοντινότερα εσωτερικά, όπως και ο ρυθμός (η επικράτηση του ατομικού απέναντι στο συλλογικό;).

Ιδανική η φωτογραφία του Α. Σινάνου και επιβλητική η μουσική της Ε. Καραϊνδρου.

Τέλος ο σκηνοθέτης μας αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο με την αναφορά του στην επόμενη ταινία της τριλογίας. Θα είναι άραγε η «Αιώνια επιστροφή» η ανάκληση και ανάπλαση εικόνων -απόκρυφων πτυχών- της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης, πάνω στο έδαφος της νέας κοινωνικής πραγματικότητας και των μεγάλων αντιθέσεων της;

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Η σκόνη του χρόνου

του Νίκου Αντωνάκου στον Ριζοσπάστη

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αναμφισβήτητα, έχει προσφέρει στον παγκόσμιο κινηματογράφο μερικές ανεπανάληπτες, θαυμάσιες, μοναδικές εικόνες. Με την τελευταία του ταινία η πλούσια αυτή συνεισφορά του στην παγκόσμια 7η τέχνη πλουτίζει ακόμα περισσότερο.

Οι εικόνες, γενικά όλες οι εικόνες, δεν είναι άδεια πουκάμισα. Ακόμα και οι καρποσταλικές μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα, πόσο μάλλον οι εικόνες του Αγγελόπουλου, ο οποίος «κατηγορείται» για ιδιαίτερο «φόρτωμα» των πλάνων του. Και ενώ για τις εικόνες του, ακόμα και για τις πιο αδύνατες, υπάρχει σχεδόν γενική συμφωνία για την αισθητική τους, το περιεχόμενό τους, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, σήκωνε και σηκώνει πάντα διαφωνίες. Η άποψη του άξιου Έλληνα δημιουργού για τον κόσμο, και για τον κόσμο της αριστεράς ιδιαίτερα, είναι μεροληπτική, απαισιόδοξη και, εν κατακλείδι, κόντρα στην ιστορική αλήθεια. Δυστυχώς και «Η σκόνη του χρόνου» ακολούθησε τις ίδιες συντεταγμένες!

Και εδώ έχουμε τα γνωστά θολά (κυριολεκτικά και μεταφορικά) κινηματογραφικά τοπία. Παντού ομίχλη. Ούτε μια χαραμάδα γαλάζιου, μια σχισμή ουρανού, μια ελπίδα! Τίποτα! Τοπία χωρίς ορίζοντα. Και η ταινία, σκεφτείτε, μιλάει για τον περασμένο αιώνα. Για την ιστορία του περασμένου αιώνα. Για τον αιώνα που ο άνθρωπος και ο κομμουνισμός αναστάτωσαν την Ιστορία. Μόνο στο τελευταίο πλάνο της «Σκόνης» ο Αγγελόπουλος, κόντρα στην αφόρητη απελπισία των 125΄ λεπτών, ανοίγει μια μικρή πονηρή ροζ τρυπούλα για να ικανοποιήσει και το «περιθώριο», τους κομμουνιστές που τους έστειλε όλους, μαζί με την ιδεολογία τους, στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας!

Δεν ικανοποιεί η τυχόν δικαιολογία που θα ακουστεί, ότι, τάχα, ο Αγγελόπουλος οδηγήθηκε στην απελπισία από πόνο! Η εξελικτική πορεία του κόσμου, η εξελικτική πορεία των κοινωνικών συστημάτων, γινόταν πάντα με την ίδια «μέθοδο». Μια απλή ματιά προς τα πίσω θα αποδείξει πως η ζωή προχωρούσε πάντα με νίκες και με ήττες! Και ο κομμουνισμός, δε θα αποτελέσει εξαίρεση. Η ήττα, το προσωρινό πισωγύρισμα, δε σημαίνει θάνατο, όπως παρουσιάζεται στην ταινία. Οι κομμουνιστές δεν είναι απλώς ζωντανοί, είναι και δραστήριοι, όπως πάντα! Ο κομμουνισμός δε, έχει, πια, περάσει στο DNA του ανθρώπου! Θα πάψει να υπάρχει αν και όταν πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος.

Το θολό κινηματογραφικό τοπίο του Αγγελόπουλου, δεν είναι απλώς μια αισθητική παραξενιά, μια ρομαντική άποψη για τον κόσμο, μια καλλιτεχνική εμμονή του δημιουργού για όμορφα, ποιητικά, εικαστικά αποτελέσματα. Τα χρώματα, το άσπρο, το μαύρο …αποκαλύπτουν ψυχικές διαθέσεις. Διαθέσεις που προέρχονται από τα βάθη της «ψυχής» αυτού που τα επιλέγει. Και τα επιλέγει, ακριβώς, για να αποκαλύψει με αυτά τις ψυχικές διαθέσεις του, τα ιδεολογικά του «πιστεύω» και όχι απλώς για να εντυπωσιάσει. Στην περίπτωση του Αγγελόπουλου, άλλωστε, υπάρχει απόλυτη ταύτιση φόρμας και περιεχομένου. Θολή η φόρμα, θολό και το περιεχόμενο.

Είναι φανερό, λοιπόν, άλλωστε δεν το κρύβει και ο ίδιος, πως η γνώμη του για τον σημερινό κόσμο είναι όπως τα κινηματογραφικά τοπία του. Ο σημερινός κόσμος, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, είναι κόσμος χωρίς μια χαραμάδα γαλάζιου, μια σχισμή ουρανού, μια ελπίδα. Κανένα φως στον ορίζοντα. Όλα έχουν ηττηθεί, όλα έχουν χαθεί! Απελπισία! Άθλια στον καπιταλισμό, άθλια και στον κομμουνισμό. Βουτιά στο ποτάμι, λοιπόν, όπως ο ιδεολόγος ήρωας της ταινίας του, μας προτείνει! Ο ίδιος, ωστόσο, γεννάει και μεγαλώνει παιδιά, γυρίζει ταινίες, ζητάει αναγνώριση, απαιτεί βραβεία, ανησυχεί όταν βήχει!

Βέβαια, δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος δημιουργός, ο οποίος νιώθει ηττημένος και ότι τα πάντα έχουν χαθεί. Και με αυτή την έννοια η κραυγή του για τη χαμένη επανάσταση, ας πούμε, αν όλα αυτά τα εννοεί, είναι μια κραυγή τραγική. Εκείνο, όμως, που ενδιαφέρει εμάς, και την Ιστορία, δεν είναι η απελπισμένη κραυγή του απελπισμένου καλλιτέχνη (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τον συμπονάμε). Εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν η απελπισία του καλλιτέχνη είναι πραγματική ή κατασκευασμένη.

Δεν είναι δουλειά του κριτικού να παραδίδει μαθήματα Ιστορίας. Όμως, όταν καλείται να κρίνει ιστορικά θέματα, καλλιτεχνικά έργα που βάζουν ιστορικά ζητήματα, οφείλει να δίνει ιστορικές απαντήσεις. Εγώ θα δεχτώ, γιατί δεν έχω λόγους και κυρίως αποδείξεις για το αντίθετο, πως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι, πράγματι, βαθιά πληγωμένος, όπως δηλώνει, βαθιά πονεμένος, που χάθηκε, κατ’ αυτόν, και μάλιστα οριστικά, η κόκκινη επανάσταση (αυτό διακηρύσσει στην τελευταία του ταινία «Η σκόνη του χρόνου»). Η πραγματικότητα, όμως, η οποία δεν υποκύπτει σε συναισθηματισμούς, άλλα δηλώνει. Η κόκκινη επανάσταση δεν είναι μια φούσκα που φούσκωσε και κάποια στιγμή έσκασε. Η κόκκινη επανάσταση, για να θυμηθούμε τον ποιητή, έρχεται από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά. Για τον Οχτώβρη του 1917 εργάστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, για εκατομμύρια χρόνια. Η επανάσταση των προλετάριων δεν έγινε ξαφνικά και από θαύμα. Δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν εξελικτικό βήμα μιας μακρόχρονης ανθρώπινης αγωνιστικής πορείας, που έχει τις ρίζες της στον πρωτο-άνθρωπο και τα κλαριά της στον μελλοντικό άνθρωπο.

Αυτή η πορεία, αυτό το προτσές, δεν είναι ραβανί για να το κόβεις. Η κόκκινη επανάσταση ξεκίνησε και θα διανύσει, οπωσδήποτε, τη νομοτελειακή πορεία της. Αυτά είναι πράγματα που τα ξέρουν ακόμα και οι εχθροί της. Οποίος έχει διαβάσει Ιστορία, ακόμα και αυτή του σχολείου, θα γνωρίζει πως οι κοινωνικές αλλαγές δεν έγιναν ποτέ μια και έξω. Η πορεία του κόσμου έχει την ομορφιά, την ορμή και το μεγαλείο της σπειροειδούς κίνησης.

Αλλά, και αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει, και καλό θα ήταν να το λάβει υπόψη του ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για τις μελλοντικές δημιουργίες του, η κόκκινη επανάσταση δεν εκφράστηκε μόνο με τη δημιουργία του κράτους των σοβιέτ, το οποίο νομοτελειακά θα επανέλθει. (Αυτό το ξέρει πολύ καλά ο καπιταλισμός, γι’ αυτό παίρνει όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει). Η κόκκινη επανάσταση πέρασε και εγκαταστάθηκε οριστικά στις ανθρώπινες συνειδήσεις ακόμα και στις πιο αδύνατες… Εκεί μέσα ανανεώνεται η λάβα της. Σήμερα ο εργαζόμενος κόσμος ξέρει πως μπορεί. Ξέρει πως το μέλλον τού ανήκει, γιατί δοκίμασε την έφοδο στον ουρανό. Δεν πήγε χαμένη η έφοδος στον ουρανό, όπως λαθεμένα προπαγανδίζει «Η σκόνη του χρόνου». Στον ουρανό οι προλετάριοι κάρφωσαν τη σημαία τους.

Δεν είναι αναχρονιστικοί και αιθεροβάμονες όσοι πιστεύουν, πως όχι μόνον δε χάθηκε τίποτα, αλλά πως όλα τώρα αρχίζουν! Από καλύτερες θέσεις, αφού έχουν τη γνώση και την εμπειρία. Αφού μάθανε από τα λάθη τους. Η αισιοδοξία τους στηρίζεται σε ιστορικά δεδομένα. Αναχρονιστικοί είναι οι απαισιόδοξοι, που όταν όλα γύρω τους φωνάζουν «εδώ είμαστε», εκείνοι επιμένουν να φορούν τις μαύρες πλερέζες τους και να μυξοκλαίνε! Ο καλλιτέχνης έχει υποχρέωση να κοιτάζει και να προβάλλει αυτούς που δε σήκωσαν τα χέρια, που δεν παραδόθηκαν. Αν ο Αγγελόπουλος έβαζε μπροστά στο φακό του αυτούς τους αγωνιστές, αυτή την επανάσταση, αυτούς που δεν παραδόθηκαν, το έργο του δε θα μύριζε θάνατο. Θα μύριζε ιδρώτα, αίμα, ζωή. Θα ήταν αληθινό, ολοκληρωμένο, επιστημονικά ορθό, αντίθετο στην κυρίαρχη ιδεολογία, μακριά από «μεγάλες» πρεμιέρες, από χαϊδέματα της μεγαλοαστικής τάξης και από υπουργικές στηρίξεις.

Τελικά, επειδή θεωρώ πως πολύ το κουράσαμε, όποιος πιστεύει ότι η Ιστορία της ανθρωπότητας τελείωσε, ότι η πορεία του κόσμου σταμάτησε οριστικά, για να είναι τίμιος και σύμφωνος με τις πεποιθήσεις του, δεν έχει παρά να ακολουθήσει το παράδειγμα του Τζάκομπ της ταινίας. Να βγάλει μια δυνατή κραυγή και να βουτήξει στο Ρήνο ή όπου αλλού έχει νερά θολωμένα. Δεν έχει νόημα 125΄ ολόκληρα λεπτά να χτυπιέσαι στο κλάμα για τη χαμένη Ελένη (επανάσταση) και στο τέλος, για να τα έχεις με όλους καλά, να τη βάζεις να τρέχει σε σλόου μόσιον (αργή κίνηση) και μάλιστα μπροστά από την πύλη του Βραδεμβούργου! `Η πέθανε η επανάσταση ή δεν πέθανε. Δε γίνονται και τα δύο.

Παίζουν: Γουίλεμ Νταφόε, Μπρούνο Γκανζ, Μισέλ Πικολί, Ιρέν Ζακόμπ, Ρένη Πιττακή, Κώστας Αποστολίδης κ.ά.

Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 2 αστεράκια

από τον Χρήστο Μήτση

Δραματική 2008 (Έγχρ.) Διάρκεια: 125′

Ελληνική ταινία σε σκηνοθεσία Θόδωρου Αγγελόπουλου, με τους: Γουίλεμ Νταφόε, Ιρέν Ζακόμπ, Μπρούνο Γκανζ, Μισέλ Πικολί, Κριστιάνε Πάουλ

Ο Α., Αμερικανός σκηνοθέτης ελληνικής καταγωγής, γυρίζει μια ταινία πάνω στην ιστορία της μητέρας του Ελένης. Από την Ιταλία και το Βερολίνο ως το Καζακστάν, η ιστορία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα μπλέκεται με προσωπικές αναμνήσεις και μια παθιασμένη ερωτική ιστορία.

Η ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΔΙΑΣΗΜΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ, ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΟΜΩΣ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΑΝΙΕΡΑ ΕΝΟΣ ΔΥΣΚΙΝΗΤΟΥ, ΠΟΜΠΩΔΟΥΣ ΚΑΙ ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΙΝΕΜΑ.


Η Βαθμολογία μου:

Το «φάντασμα του Στάλιν» συναντά το «φάντασμα του Αγγελόπουλου» και τα δυό μαζί το δυστυχή θεατή…

Η ταινία που δείχνει με μεγαλοπρέπεια, πόσο ξεπερασμένο σήμερα είναι το σινεμά, του Έλληνα δημιουργού και πόσο εκτός τόπου και χρόνου, βρίσκεται η ματαιοδοξία του. Το απόλυτο κενό συναντά μια έκθεση ιδεών ενός 18 χρονου μετά από 60 χρόνια.

Πέρασαν ήδη 35 χρόνια από το αξεπέραστο αριστούργημά του το ΘΙΑΣΟ, και οι εμμονές κι ο δογματισμός του παρέμειναν αέναα και αμετακίνητα. Αυτό δείχνει σταθερότητα και διαχρονικότητα στην ιδεολογική βάση, συμφωνώ. Αν και είδα σε μια δυο σκηνές, σημάδια ανανέωσης με το βλέμμα στην σημερινή γενιά, διαψεύστηκα στο τέλος. Τα αργά, ελεγειακά μονοπλάνα του Αγγελόπουλου, θυμίζουν πλέον το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη. Χωρίς την παλιά μαγεία, την αυθεντική νοσταλγία, και την στρατευμένη ποίηση αλλά με όπλο μια όμορφη, απλή ιδέα που ταλαιπωρεί και σέρνει, όπως όπως σε έξι χώρες, έξι δεκαετίες…

Η τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είναι συνολικά χαοτική, από τα απλοϊκά μηνύματα ανώριμου, φέρελπι νέου, και τα γνωστά, ώριμα, «σκηνοθετικά κόλπα» που τον έκαναν διάσημο. Μα το κυριότερο, είναι αντι-κινηματογραφική. Το σενάριο ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΌΝΟΥ αν το διαβάσεις είναι πράγμα τελείως διαφορετικό, με το να το δεις κινηματογραφημένο. Και δυστυχώς το είδαμε, ενώ θα μπορούσαμε και μόνο να το ακούγαμε ψιθυριστά στο αυτί μας σε ένα εικοσάλεπτο. Κρίμα για τους ηθοποιούς που συμμετείχαν σε αυτό το δράμα, αυτή την παρωδία ΘΙΑΣΟΥ, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω με δύο λέξεις περιεκτικά.

Ένα σινεμά προς αποφυγή, σήμερα, δέσμιο μιας γενιάς και εποχής που έπρεπε να μας είχε ήδη πει το «γειά σας», από τον προηγούμενο αιώνα. Λυπάμαι που τα λέω αυτά για τον αγαπημένο μου Έλληνα δημιουργό, (που τον τιμώ και εκτιμώ, απεριόριστα, γενικά και για όσα πρόσφερε) αλλά προτιμώ να μείνω με τις αναμνήσεις που είχα με τα έργα του έως τα μέσα του ’80, παρά να βασανίζω τον εαυτό μου να παρακολουθεί την πτώση στο κενό και την παρακμή, ενός icon της εφηβικής μου ηλικίας.

Το σινεμά του Αγγελόπουλου έγινε πράγματι στάχτη στο χρόνο. Μπορώ επίσης να σας διαβεβαιώσω, με σιγουριά πως είδα τον χειρότερο Μπρούνο Γκαντς, που έχω δει ποτέ, κι έναν Γουίλεμ Νταφόε να περιφέρεται χωρίς λόγο άσκοπα, ενώ οι ατάκες εξαπολύονται, κινδυνεύοντας να πάθεις, ανά πάσα στιγμή , εγκεφαλικό από τον κρύο ιδρώτα που σε λούζουν οι μεγαλόπνοες και μεγαλόσχημες ιδέες του σεναρίου! Τουλάχιστον να είχε ένα υποτυπώδες ενδιαφέρον, μια υποτυπώδη εξέλιξη που να σε καρφώσει στην καρέκλα και να μην περιμένεις μάταια τους τίτλους στο τέλος… Και μην ακούω πως δεν καταλαβαίνουμε τον μέγα ποιητή γιατί εδώ θα γελάσουν όλοι. Να καταλάβουμε, τι; Τους φθηνούς συμβολισμούς; Τις σπασμένες πέτρες, τα αγάλματα, τις σπασμένες τηλεοράσεις και τις προτομές του Στάλιν; Μήπως νομίζουν κάποιοι, ότι απευθύνονται σε μαθητές λυκείου; Όταν κι ο ίδιος ο δημιουργός δεν μπορεί να βάλει σε τάξη τις ιδέες και τα πυκνά νοήματά του, με κινηματογραφική πνοή και η αποσπασματική αφήγηση και η μεταπήδηση στους χρόνους, γίνεται χωρίς βάση κι αναίτια (επειδή ονειρεύτηκε τη σκηνή αναγελλίας θανάτου του … Στάλιν, στη μαμά Ρωσία, κι έπρεπε αυτό να το «χώσει» σε κάποια σκηνή στην ταινία) τότε το να αναζητάς κρυφούς συμβολισμούς και υπαινιγμούς σε κάθε αγγελοπουλική σκηνή είναι σα να ψάχνεις ψύλλους στα άχυρα.. Σύντροφε, άλλαξε ο κόσμος, κι εσείς θέλατε να τον αλλάξετε και το εκτιμούμε, όμως θα μείνετε να νοσταλγείτε τι είχαμε τι χάσαμε, ή θα βοηθήσετε εμάς τους νεώτερους να τον αλλάξουμε; Αφού νιώθετε προδομένοι από τα ανεκπλήρωτα όνειρά σας για έναν καλύτερο κόσμο, βοηθείστε τη νέα γενιά να εκπληρώσει την αποστολή της. Να αμφισβητήσει. Να διεκδικήσει. Να αγωνιστεί. Να κερδίσει. Όταν δε μπορείς, εσύ, βοηθάς τους άλλους και έτσι πάει ο τόπος μπροστά.

Όχι, όλα δικά σου σύντροφε, εκτός κι αν νομίζεις ότι αντιπροσωπεύεις τον καλό μας «πατερούλη», τον ευεργέτη Στάλιν, της ελληνικής διανόησης και της κινηματογραφικής κουλτούρας, εις του αιώνας των αιώνων.

Τέλος θα μείνω με την απορία για την ευκολία χρηματοδότησης της ταινίας του. Τα ταλέντα στη γωνία, άπορα να παρακαλάνε για ψίχουλα κι ο εθνικός μας σκηνοθέτης να σηκώνει όλη τη μπάνκα στον αέρα, με το άκουσμα του concept του. Μόλις ακούν Theo, αδειάζουν τα ταμεία, αν δεν το ξέρατε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αλτ, τις ει; Σέβομαι απόλυτα τον δάσκαλο Αγγελόπουλο και θα τιμώ την προσφορά του, αλλά οι ταινίες της τελευταίας του δεκαετίας αναμασούν και επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο, εξορκίζοντας τους φόβους του για το εφικτό και το ανέφικτο. Δεν προσφέρουν τίποτα πλέον στα κινηματογραφικά πράγματα, ενώ μας κάνουν και κακό διεθνώς, αφού ζούμε κι αναπνέουμε κάτω από τη σκιά ενός «απολιθωμένου δράκου».
Ένα μπράβο αξίζει, να πω, τουλάχιστον, στις μεγάλου προϋπολογισμού, διαφημιστικές ενέργειες της εταιρείας διανομής της ταινίας, που περιλαμβάνουν, ακόμη και την προώθηση μουσικού βίντεο κλιπ, μιας όμορφης ροκ μπαλάντας. Είδες ο Theo; Άντε να το δούμε και στο MTV…

του Δημήτρη Παπαμίχου me@myfilm.gr


Η Βαθμολογία μου:(για τέσσερις σεκάνς και για την ιστορία του ως δημιουργού…)

Δυστυχώς, πολύ θα θέλαμε να στηρίξουμε το πόνημα του Θ. Αγγελόπουλου, ο οποίος στο παρελθόν μας έχει δώσει τόσα κομψοτεχνήματα και σε πρώτη φάση επιχειρήσαμε να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, όπως την αφόρητη ουσιαστική απουσία σεναρίου, ή την δυσκίνητη εξέλιξη των κατά τα άλλα πολύ ενδιαφερόντων ιδεών, αλλά …όχι!

Δεν γίνεται ένας Αγγελόπουλος να μας δίνει μιά ταινία υποψήφια μάλιστα στο φεστιβάλ Βερολίνου, η οποία να στηρίζεται σε τέσσερις εκπληκτικές συμβολικές και ποιητικές σεκάνς (ανάμεσα τους αυτή με το άγαλμα του Στάλιν, και εκείνη με τους πολιτικούς εξόριστους που ανεβαίνουν αργά τις αντιθετικά τοποθετημένες κλίμακες, σε ένα σιβηριανό στρατόπεδο συγκέντρωσης) και όλο το υπόλοιπο να εξαντλείται σε αδιάκοπη επανάληψη χιλιοειπωμένων ιδεών, αλλά και άκαμπτων λόγων – δηλώσεων!

Και από την άλλη μεριά, τι να κάνεις τέτοια ονόματα σαν τον Μπρούνο Γκάνζ, τον Γ. Νταφόε, τον Μ. Πικολί και την Ιρέν Ζακόμπ, όταν όλα μοιάζουν να είναι τόσο στατικά και τόσο…βαρύγδουπα, χωρίς ο όγκος τους να αιτιολογείται ικανοποιητικά, ούτε και τα άλματα στην αφήγηση, να μην φαντάζουν ως προχειρότητα!

Λυπάμαι, αλλά η τοποθέτηση μου είναι ειλικρινής και είναι αυτή ενός φίλου του συγκεκριμένου σινεμά, αλλά ακριβώς αυτού!
Όχι…κάτι… σαν κι αυτό!

του Γιάννη Ραουζαίου giannis.raouzaios@myfilm.gr


ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΜΑΣ

«Μέσα στην αγκαλιά της Καραϊνδρου
Κάτω απ’τις τεράστιες πατούσες του Μπάχ
Κι ανάμεσα απ’τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ
Μια συνεχής κρίση της ανθρώπινης περιπέτειας
Η τέταρτη ημιτελής φτερούγα της Τέχνης»

Ο μίτος της αιμάτινης ανάγκης για ανθρώπινη ανέλιξη, στη δεύτερη ενότητα της ημιτελούς τριλογίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ως ήταν φυσικό στην σκόνη του χρόνου, έπρεπε να ξαναμαζευτεί από το τεράστιο αρσενικό είδωλο, του Πατέρα Κρόνου ή και του Οιδίποδα, του λιβαδιού που δακρύζει, με την μορφή του γηραλέου έξοχου ερμηνευτή Μισέλ Πικολί. Η ύβρις αέναη και πανάρχαια. Η Γήινη γυναίκα, ( Η Ελένη), το τραγικό εφεύρημα του προπατορικού αμαρτήματος της προαιώνιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, κρατάει στα χέρια της την άκρη του νήματος και ο Σπύρος αναλαμβάνει ανδροπρεπώς να φέρει εις πέρας και το ταξίδι και την επιστροφή˙ και ακόμη το πιο δυσκολότερο, την συνέχεια στον χρόνο. Μνήμες παράφορα φορτωμένες διχαστικά με ελπίδα κι απελπισία, με λάθη και αγώνα να ξεπεραστούν, με άφεση και εγκαρτέρηση, αλλά και με συνεχή αμφισβήτηση και αμφιβολία και τελικά με πικρόγλυκη αποδοχή της Τραγικής ειρωνείας. Ποιο το κουράγιο του Σίσυφου την ώρα που ξανά απ’ την αρχή πρέπει ν’ αρχίσει τον αγώνα ν’ ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή!

Σαν παλιάτσος, ο καλλιτέχνης, της κομέντια ντελ’ άρτε, χαμένος στην αχανή αίθουσα του παλκοσένικου της αίθουσας Τριάντη, ανεβάζει το βλέμμα διστακτικό σιγά, σιγά προς τα πάνω και θολά ατενίζει, στο φωτισμένο χάος απέναντι του, το άλλο ενδιάμεσο προσωποποιημένο είδωλό της τραγικά ενδεδυμένης, με το ψευδομανδύα της ανθρώπινης προόδου, εξουσίας και γελοία ψελλίζει νευρόσπαστα « κι όμως, κε πρόεδρε, δεν χάνονται όλα!» Ποιόν απ’ τους δύο να οικτίρεις, όταν σε άπειρη απόσταση πίσω απ’ αυτούς στέκεται η ειμαρμένη! Πόσους ανθρώπους να οικτίρεις, όταν το θαύμα του ξεστρατισμένου σοσιαλισμού, του ανήθικου, διεφθαρμένου πατερναλιστικού καπιταλισμού χθες, σήμερα, αύριο, σκότωσε, σκοτώνει και θα σκοτώνει εκατομμύρια ανθρώπους, τον ίδιο τον Σίσυφο. Από εδώ ο αισιόδοξος Μπετόβεν, στο μέσον ο καλλιτέχνης και από εκεί ο αμφισβητίας Βάγκνερ και πίσω στο αχανές αναποτελεσματικός ο αέναα στιβαρός και αινιγματικός Μπαχ και σ’ όλα και παντού ανάμεσα τους η σκόνη του Χρόνου στο συνειδητά τρυφερό, εύκολο αγκάλιασμα της από τις μαγικές νότες της Καραϊνδρου.

Η σκόνη του χρόνου που απεγνωσμένα και ουτοπικά ο καλλιτέχνης δημιουργός προσπαθεί, ελπίζοντας πάντα να την βλέπει σαν γκρίζα πάχνη απλωμένη στα συναισθήματα, στην πολιτική, στην απαξία του κοινωνικού όντος και στην προσπάθεια του κάποτε να εξιλεωθεί μέσα απ’ τη διαδικασία της κάθαρσης μπορεί και να είναι όντως σκόνη γι’ αυτόν, το ίδιο όμως το μέγεθος της παραφοράς του, ως και η εξουθενωτική ανάλωση του να καταλάβει, δεν αφήνει περιθώρια και στον πιο απλό θεατή που τον παρακολουθεί να μην καταλάβει ότι τις μνήμες του, την ίδια του τη φιλοσοφία, στο πέρασμα του χρόνου, δεν τις σκεπάζουν οι πατιναρισμένες προσωπικές του αγωνίες, αλλά η πανανθρώπινη αγωνία του χθες, του σήμερα και κυρίως του αύριο.

Μετά το τέλος της Ελένης, τι άλλο άραγε απομένει στον βαθυστόχαστο τον καλλιτέχνη από το εκκλησιαστικό όργανο και τη βεβαίωση του ειδικού, ότι «στο τέλος, τέλος κάτι μένει». Κοιτώντας τον κόσμο με τα μάτια του Αγγελόπουλου, πόσες οι ψευδαισθήσεις, για να περνά κι αυτό σαν τάχατες αληθινό!

Το τέλος της σκόνης του χρόνου, παρ’ όλο ότι ξεκινά από ψηλά, κι όσο τρυφερό και να φαίνεται στο στιγμιαίο πέταμα του, και πάλι προσγειωμένο επάνω στην ίδια πανάρχαια γη, κινούμενο αέναα ελίσσεται μέσα στο χάος φορτωμένο με τις παλιές προδιαγραφές των γήινων μορφών και των ανθρώπινων παθών τους. Σαν μια αιώνια κατάρα, της ίδιας τους της μνήμης!

Η Σκόνη του Χρόνου λιγότερο κοπιώδης στην αφηγηματική ανάγνωση της σε σχέση με το Λιβάδι που Δακρύζει. Πιο λιτή στα εικαστικά πλάνα της διευκολύνει την στιβαρότητα του δομημένου μύθου με αληθινή αγωνία. Υπέροχη η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου.

Οι ηθοποιοί πιστοί στις ιδέες του καλλιτέχνη, με τον αισθαντικό Σπύρο, την δυναμική Ελένη, τον ανθρώπινο Γιάκομπ, τον εγγενώς προβληματισμένο γιό του Σπύρου και της Ελένης και την γυναίκα του, στην ιδιαιτέρως τόσο ανεπαίσθητα αισθαντική στιγμή του τελευταίου τους αποχαιρετισμού στο δρόμο.

Ταινία δύσκολη, όπως οι περισσότερες μετά την Αναπαράσταση, του Αγγελόπουλου, που όμως, παρ’ όλες τις επιπόλαιες και εμπαθείς πολιτικά ματιές των ορκωτών κριτών του Κινηματογράφου, σε καμία περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να αμαυρώσουν ούτε το μέγεθος του έλληνα καλλιτέχνη, ούτε την αληθινή φύση του πνεύματος του πρωτεργάτη διανοούμενου της ελληνικής αριστεράς στον Κινηματογράφο. Αυτός που αναφέρει συνεχώς το όνομα του Θεού, έλεγε ο Σαρτρ δεν μπορεί να είναι άθεος. Οι πραγματικοί άθεοι δεν αναφέρονται ποτέ στο θεό. Μην ανησυχούν οι σύντροφοι του Κ.Κ.Ε η ψυχή του Αγγελόπουλου ήταν και θα μείνει κόκκινη. Οι προτομές του Στάλιν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας δεν αλλοιώνουν στη μνήμη κανενός έτσι κι αλλιώς την εικόνα στην παρέλαση μπροστά απ’ το Κρεμλίνο του Πατερούλη των λαών. Άλλο η πίκρα κι άλλο η Ιστορία. δικαίωμα όλων μας να είμαστε πικραμένοι… και πικραμένοι να αγωνιζόμαστε!

——————————————————————————–
του Άγγελου Κότσαρη

Δεύτερο μέρος μιας προγραμματισμένης τριλογίας που ξεκίνησε με το «Λιβάδι Που Δακρύζει», η νέα ταινία του 73χρονου δημιουργού διακρίνεται από μια σειρά στυλιστικές ανορθοδοξίες για τα δεδομένα του σκηνοθέτη. Η διάρκεια είναι εγκρατής, το μοντάζ φανερώνει οικονομία, η κάμερα τοποθετείται πλησιέστερα στα πρόσωπα. Μόνο το ταξίδι παραμένει διαρκώς ίδιο.
Οπως συμβαίνει στο σύνολο του αγγελοπουλικού έργου, η πορεία ξεκινά από μια εσωτερική παρόρμηση που σπρώχνει τους εκάστοτε ήρωες να ενωθούν με τον αδιάκοπο χείμαρρο της Ιστορίας, γυρεύοντας ένα νόημα και μια θέση σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Η διαδρομή τους ταυτίζεται με την αναζήτηση μιας ουτοπίας που σταδιακά αφήνει τα όρια του προσωπικού και γίνεται συλλογική.
Μόνο που, στο τέλος του δρόμου, καθένας τους συνειδητοποιεί ότι προορισμός υπήρξε τελικά το ίδιο το ταξίδι. Και οι ιστορίες που έγραψαν και γράφουν οι άνθρωποι μεταξύ τους γίνονται η βασική δίοδος για να κατανοήσει κανείς τη μεγάλη, την ευρύτερη ιστορία.

Οι πρωταγωνιστές της «Σκόνης» δίνουν ραντεβού σε ένα φαινομενικό πέρας των πάντων. Αφού άλλαξαν γεωγραφικές συντεταγμένες, προσωρινές πατρίδες, δωμάτια σπιτιών και ξενοδοχείων, οι διαρκείς αυτοί οδοιπόροι συναντούν μετέωροι το τέλος ενός αιώνα και μαζί ένα θλιμμένο τέρμα των ιδεολογιών και των επαναστάσεων. Για σπάνια φορά σε ταινία του Αγγελόπουλου ο φακός δεν τηρεί αυστηρή απόσταση από τον ανθρώπινο παράγοντα, αλλά πλησιάζει περισσότερο από ποτέ τους χαρακτήρες και τις ατομικές εποποιίες τους.
Οσο κι αν προσεγγίζει, ωστόσο, η κάμερα τα πρόσωπα, άλλο τόσο αδυνατεί να χαρτογραφήσει επάνω τους κάτι αληθινό. Οι ήρωες άγονται και φέρονται σε ένα σύμπαν που κατοικεί μόνο σε σενάρια ταινιών και μυθοπλασίες και ουδεμία σχέση διατηρεί με την πραγματικότητα.
Οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε ιδέες, οι διάλογοι σε τσιτάτα, η αφήγηση σε ένα αχρείαστο χωροχρονικό πηγαινέλα, η συνοχή χάνεται κάπου μεταξύ Τασκένδης και Βερολίνου και το φιλμικό οικοδόμημα σωριάζεται ηχηρά υπό τους ήχους του Τσαϊκόφκσι και του Μπετόβεν και το σαστισμένο βλέμμα των ηθοποιών που δεν γνωρίζουν τι ακριβώς τους έχει δοθεί να ερμηνεύσουν.

ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ

Screen International

The Dust Of Time

Dan Fainaru in Thessaloniki

27 Nov 2008 07:00

Dir: Theo Angelopoulos. Greece /Germany/ Italy/ Russia, 2008. 125 min.

An art film which demands full viewer commitment, Theo Angelopoulos’ new picture is his most affecting and personal in years. Spanning more than half a century and taking place across three continents, this sequel to the monumental Weeping Meadow is a larger-than-life love story, a saga of displaced people constantly on the road, always looking for a home they ultimately only find within the journey itself.

Headlined by Willem Dafoe and Irene Jacob but featuring a towering performance from Bruno Ganz, this feature is partially set in Berlin and is reportedly set for an international premiere in an out-of-competition slot there in February. It will undoubtedly be a hot ticket for arthouse distributors and festivals, but Dust of Time still falls short of settling the differences generated by Angelopoulos films. His admirers will be deeply moved by the Dust Of Time’s emotional impact and appreciative of the intricate work on display, but his detractors may once again find themselves irritated Angelopoulos’ loose treatment of reality and narrative.

The basic premise is realistic enough. Film director A (Dafoe), is working in Rome on a film about his own parents when his adolescent daughter goes AWOL in Berlin. Soon the present, the past, his search for his daughter and the saga of his parents merge together in a richly-woven fabric of facts, fiction, reality, dreams and poetic images.

In the mid-1940s, A’s mother Eleni (Jacob), a Greek refugee in Tashkent, is deported to Siberia, where she meets Jacob Levy (Ganz), a Jewish man who shares her fate. Meanwhile her husband Spiros (Piccoli) had emigrated to America prior to the Second World War and the couple will only be reunited after almost half a century of separation thanks to her obstinate faith in a love which will not be destroyed.

Placing a director at the centre of this story is indicative of Angelopoulos’ very personal approach to The Dust of Time. Close observers of his cinema will notice his famous travelling shots are shorter here, and his camera is placed closer to the characters. The editing no longer just stitches together complicated camera movements, but has a role of its own, moving audiences out of one specific time and place and into another. This does not mean Angelopoulos’ trademark sequence shots have been put aside, however: one long travelling shot inside a bar takes the audience through three different time periods without a cut.

And the stunning visual force of his images feels as immediate as ever – for example, a silent crowd dispersing in a Tashkent square after hearing the news of Stalin’s death, or Gulag inmates painfully trudging their way up a frozen staircase against a white and gray Siberian landscape.

Following the same characters for over 50 years inevitably poses casting issues, which Angelopoulos sometimes circumvents by putting the camera behind his characters, but this isn’t always a satisfactory solution. With the best will in the world, and despite their committed and sincere performances, Irene Jacob and Willem Dafoe never look like mother and son. Michel Piccoli does provide a powerfully authoritative presence, however, and Bruno Ganz towers over them all in one of his best performances ever.

For a production which shot between Berlin, Rome, Greece and Kazakhstan, the result is technically seamless. In his sixth film for Angelopoulos, Andreas Sinanos displays a complete understanding of the type of imagery required, from framing and colour composition to camera movements; art and production design is remarkable; and the music from Eleni Karaindrou (with some help from Tchaikovsky, Catalani, Bach and Beethoven) plays a decisive part in establishing the mood.

Production company

Theo Angelopoulos Film Production

International sales

The Match Factory

+49 (221) 539 709-0

Producer

Phoebe Economopoulos

Screenplay

Theo Angelopoulos

Tonino Guerra (consultant)

Petros Markaris (consultant)

Cinematography

Andreas Sinanos

Editors

Yannis Tsitsopoulos

Yorgos Helidonidis

Music

Eleni Karaindrou

Main cast:

Willem Dafoe

Bruno Ganz

Irene Jacob

Michel Piccoli

Christiane Paul

Reni Pitaki

Costas Apostolidis

Alexandros Mylonas

Tiziana Pfiffner

ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σκόνη του χρόνου του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Είχα δει την προτελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το “Λιβάδι που δακρύζει”, δε μου άρεσε και το είχα δικαιολογήσει. Αισθάνθηκα την ανάγκη να δω την τελευταία ταινία του, “Η Σκόνη του Χρόνου”, για να δω την εξέλιξη της τριλογίας, αφού το “Λιβάδι που Δακρύζει” ήταν το πρώτο μέρος της τριλογίας. Μετά από τη θέασή της μπορώ να πω ότι αναθεωρώ συνολικά την κριτική μου, αφού αυτή η ταινία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, είχε ένα στιβαρό σενάριο που οδηγούσε σε ένα σημείο, όπου θα υπάρξει, κατά πάσα πιθανότητα, μια συνέχεια.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου έχει ξεπεράσει, από την πρώτη του κιόλας ταινία, τον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο. Ανήκει πλέον στο διεθνή και μόνο αν κάνει κάποιος μια θεώρηση της ταινίας σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, μόνο τότε μπορεί να αντιληφθεί το έργο του σκηνοθέτη και το ειδικό βάρος κάθε ταινίας του.

Στην “Σκόνη του Χρόνου” έχουμε πάλι την Ελένη, η οποία βρίσκεται πλέον στη Σοβιετική Ένωση, στη Σιβηρία. Εκεί οι Έλληνες φτιάχνουν ακόμη μια πολιτεία, την έβδομη, στην οποία θα κατοικούν μόνο Έλληνες. Έτσι θα αισθάνονται πιο δεμένοι και πιο δυνατοί. Η Ελένη απρόσμενα δέχεται την επίσκεψη του Σπύρου και αποφασίζουν να φύγουν μαζί για την Αμερική. Δεν τα καταφέρνουν και θα χωρίσουν ξαφνικά, μάλλον θα τους χωρίσουν, τη στιγμή ακριβώς που πεθαίνει ο Στάλιν. Βλέπουμε την απομάκρυνση του Στάλιν από τη Ρωσία, με σύμβολο τις αποθηκευμένες πλέον προτομές του, παρμένες από πλατείες και γραφεία.

Η Ελένη ζει με τον Εβραίο φίλο της και αποφασίζουν να φύγουν για να πάνε στη Δύση. Άλλοι θα πάνε στο Ισραήλ και άλλοι στην Αμερική. Η Ελένη καταλήγει στη Νέα Υόρκη, με τη στήριξη πάντα του Εβραίου φίλου της που είναι ερωτευμένος μαζί της, χωρίς ποτέ να τη διεκδικήσει για να την παντρευτεί. Θα βρει το Σπύρο και θα τον ξαναχάσει, για να το βρει τελικά, σε προχωρημένη ηλικία, για να γυρίσουν μαζί στο Βερολίνο, όπου βρίσκεται ο γιος τους. Αυτός ο τελευταίος είναι σκηνοθέτης και μετακινείται συνεχώς.

Η εγγονή της, η Ελένη, έχει χαθεί. Μετά το χωρισμό των γονιών της θα καταλήξει τελικά σε ένα κοινόβιο όπου θα βρει τη ηρεμία μέσα στην αμφισβήτηση, ένας χωρισμός που την ωθεί στο θάνατο, στην αυτοκτονία. Η γιαγιά της, η Ελένη, είναι η μόνο που μπορεί να τη σώσει, και το κάνει. Μόνο που θα αρρωστήσει και τελικά θα πεθάνει, αφήνοντας τη συνέχειά της, την εγγονή της. Παράλληλα αυτοκτονεί και ο Εβραίος φίλος της μη δεχόμενος την απώλειά της, συντροφεύοντάς την οριστικά στο θάνατο, μένοντας εκεί για πάντα μαζί, όπως σε όλη τη προηγούμενη ζωή τους.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΧΩΡΟ

Η Ελένη είναι φανερό ότι είναι η ιστορία της Ελλάδας. Όμως όχι μόνο της Ελλάδας, όλου του κόσμου. Το σώμα της είναι ο φορέας της ιστορίας και των ιδεολογημάτων (εδώ αυτός ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια των μικρών και αυτόνομων ιδεολογικών θέσεων που σχηματίζονται μέσα στη ροή της ιστορίας), τα οποία οι άνθρωποι κατασκευάζουν και αφήνουν πίσω στα διάβα τους. Ο Εβραίος έχει στο αίμα του την περιπλάνηση και μπορεί πιο εύκολα να συντροφεύσει την Ελένη σε ένα ατέλειωτο διάβα μέσα στον κόσμο.

Η σωματική επαφή της γιαγιάς με την εγγονή είναι η συνέχεια της ιστορίας. Ο Αγγελόπουλος πολύ σωστά συμβολοποιεί έτσι τη συνέχεια της παγκόσμιας ιστορίας, βάζοντας μέσα και τη δική του ιστορία, αφού ο πρωταγωνιστής του είναι σκηνοθέτης, γράφει και διατηρεί την παγκόσμια μνήμη. Τα πολύ όμορφα φλασμπάκ γίνονται με τον πιο ολοκληρωμένο αφηγηματικό τρόπο. Μια φράση, μια ανάμνηση ή μια σκηνή μας στέλνει πίσω ή στο παρόν. Οι σκηνές είναι τοποθετημένες έτσι που θα πρέπει ο θεατής να προσέξει πολύ που και πότε διαδραματίζεται η σκηνή που περιγράφεται.

Το ιδεολογικό βάρος της ταινίας είναι πολύ μεγάλο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια επιτομή της παγκόσμιας ιστορίας. Και είναι! Ο μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης κάνει μια θριαμβευτική επιστροφή. Μας θυμίζει τις παλιές ταινίες του, “Οι κυνηγοί”, “Ο Θίασος”, για παράδειγμα, με μια εντελώς νέα και πολύ επίκαιρη θεματολογία.

Οι μετανάστες, λαθραίοι ή μη, είναι στο επίκεντρο της θεματικής του. Τα σώματα που μετακινούνται ψάχνοντας μια καλύτερη τύχη, προσπαθώντας να αλλάξουν την Ιστορία, εδώ, σε αυτή την ταινία δείχνονται με το μέγιστο δραματουργικό τρόπο. Η ταινία είναι καλοφτιαγμένη και απαιτεί την προσοχή μας, υποσχόμενη, μετά το τέλος της, να μας δημιουργήσει την ανάγκη να σκεφτούμε για αυτή, στη λεγόμενη μεταθέαση. Να σκεφτούμε όχι μόνο για την ταινία, αλλά και για τις έννοιες που αυτή μας δημιουργεί.

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Την ολοκληρωμένη κριτική θα τη γράψω όταν βγει η ταινία, το Φλεβάρη του 2009. Αισθάνθηκα την υποχρέωση να γράψω αυτό το κείμενο, σα μια παρέμβαση σε κουβέντες και κείμενα που με αναίτιο τρόπο έψαχναν να βρουν τρόπο να πολεμήσουν τον Αγγελόπουλο και την ταινία του. Είδα ότι “Το Λιβάδι που Δακρύζει” μπορεί να είναι ο πρόλογος της τριλογίας, για αυτό το λόγο έχουμε  τόσα πολλά πράγματα μαζί, ασύνδετα μεταξύ τους. Η τρίτη ταινία της τριλογίας θα το δείξει. Ήθελα να ήμουν όσο πιο αντικειμενικό γίνεται, μέσα από τη συγκίνηση και την ταύτιση που μου δημιούργησε η ταινία. Ελπίζω να το κατάφερα και να μετέδωσα σε εσάς τουλάχιστον την επιθυμία να δείτε την ταινία με καθαρή ματιά.

Γιάννης Φραγκούλης στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

γιώργος πήττας βαθμολογία: 100

Ο Αγγελόπουλος δεν κάνει «σινεμά».

Ποίηση δημιουργεί. Αν δεν είχε την κάμερα και κρατούσε πένα, θα ήταν ίσως, ο Σεφέρης. Μόνο αν σταθείς έτσι απέναντι στη δουλειά του μπορείς να της επιτρέψεις να σε αγγίξει. Όλοι μιλάνε για το «υπερ-εγώ» του. Δεν ξέρω. Αυτό που γνωρίζω, είναι πως μια φορά τον συνάντησα τυχαία στο αεροδρόμιο και τον έπιασα διακριτικά από το μπράτσο για να του πω-ως θεατής των ταινιών του ή ως «αναγνώστης» της ποίησης του ένα «ευχαριστώ».

Αντέδρασε σχεδόν σα ντροπαλό παιδί , κοίταξε κάτω και ψέλλισε ένα ξαφνιασμένο «εγώ ευχαριστώ». Ακριβώς όπως θα περίμενε κάποιος από έναν πραγματικό δημιουργό. Σπάνιο είδος στην Ελλάδα των ξιπασμένων φελών. Για την ταινία θα γράψω αναλυτικά όταν την ξαναδώ πιο προσεκτικά στην Κύπρο, ελπίζω σύντομα, στην εφημερίδα μου (Πολίτης).

Πού παίζεται…

ΚΕΝΤΡΟ – ΚΟΛΩΝΑΚΙ – ΕΞΑΡΧΕΙΑ

ΑΤΤΙΚΟΝ CINEMAX CLASSΝέο παράθυρο
Σταδίου 19 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3228821.
Πεμ. – Τετ.: 17.20/ 20.00/ 22.40 Χάρτης

ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ΝΕΑΠΟΛΗ

ΝΙΡΒΑΝΑ Cinemax Νέο παράθυρο
Λ. Αλεξάνδρας 192 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι), 210-6469398, 2106445221.
Πεμ. – Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 Χάρτης

Λ. ΠΑΤΗΣΙΩΝ

ΤΡΙΑΝΟΝ FILMCENTERΝέο παράθυρο
Κοδριγκτώνος 21 (Πατησίων 101) (ΜΕΤΡΟ Βικτώρια), 210-8215469, 2108222702.
Πεμ. – Τετ.: 18.00/ 20.30/ 23.00 Χάρτης

ΜΑΡΟΥΣΙ – ΚHΦΙΣΙΑ

ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX 3 ClassΝέο παράθυρο
Δροσίνη 16 (απέναντι στο Βάρσο), Κηφισιά, 210-6231601, 2106231933.
Πεμ. – Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 Χάρτης

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ

image

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ ΑΙΘΟΥΣΑ 18Νέο παράθυρο
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 16.15/ 18.45/ 21.15. Σάβ., Κυρ. & 11.15/ 13.45 Χάρτης

ΦΙΞ – Ν. ΣΜΥΡΝΗ – Π. ΦΑΛΗΡΟ

ΣΠΟΡΤΙΓΚ 1Νέο παράθυρο
Κ. Παλαιολόγου 18, Ν. Σμύρνη, 2109333820, 2109350439.
Πεμ. – Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 Χάρτης

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 3Νέο παράθυρο
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. – Τετ.: 19.40/ 22.10. Σάβ., Κυρ. & 17.10 Χάρτης

NANA CINEMAX – ΔΑΦΝΗ

ΝΑΝΑ CINEMAX ΑΙΘΟΥΣΑ 2Νέο παράθυρο
Λ.Βουλιαγμένης 179 (ΜΕΤΡΟ Αγ.Ιωάννης), 2109703158, 2109706865.
Πεμ. – Τετ.: 18.00/ 20.30/ 23.00. Σάβ., Κυρ. & 13.00/ 15.30 Χάρτης

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 9Νέο παράθυρο
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2106104100.
Πεμ. – Τετ.: 19.00 Χάρτης

ΠΑΓΚΡΑΤΙ

ΠΤΙ-ΠΑΛΑΙ FILMCENTERΝέο παράθυρο
Βασ. Γεωργίου Β’ και Ριζάρη (ΜΕΤΡΟ Ευαγγελισμός), 210-7291800, 2107243707.
Πεμ. – Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 Χάρτης

Advertisements

One thought on “Η Σκόνη του Χρόνου (2008) του Θόδωρου Αγγελόπουλου:Κριτικές για την ταινία. Πού παίζεται…

  1. η Ταινια ηταν συγκλονιστικη.Ο Αγγελοπουλοσ ηταν και θα ειναι ο Ενας.Δεν θα αναλυσω τι με συγκινησε,ουτε θα κανω κριτικη αλλωστε εχουν κανει τοσοι και τοσοι,αλλα σαν απλη θεατης των ταινιων του τον βρισκω τοσο μα τοσο συγκλονιστικο.Θυμωνω επισης μ’ αυτους και την κακοβουλη κριτικη τους.Αλλα οσα δεν φτανει η αλεπου…….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s