ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ (2008) LA FRONTIERE DE L’AUBE του Φιλίπ Γκαρέλ με τους Λουίς Γκαρέλ, Λόρα Σμετ. Από 14-5-2009 στο ΕΛΛΗ FILMCENTER.

image

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ


La frontiere de l’ aube. Γαλλία, 2008. Σκηνοθεσία: Φιλίπ Γκαρέλ. Σενάριο: Μαρκ Τσολοντένκο, Αρλέτ Λανγκμάν. Ηθοποιοί: Λουί Γκαρέλ, Λόρα Σμετ, Κλεμαντίν Ποϊντάτζ, Εμανουέλ Μπρος. 106′

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=sBU4Cis0yHE

ΕΛΛΗ FILMCENTER

Ακαδημίας 64

(ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3632789.

Πεμ. – Τετ.: 18.00/ 20.15/ 22.30

Η Καρόλ μια διάσημη ηθοποιός ζει μόνη στο Παρίσι αφού ο σύζυγός της μένει τον περισσότερο καιρό λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων στο Χόλιγουντ. Στα πλαίσια μιας φωτογράφησης γνωρίζεται με τον Φρανσουά, έναν νεαρό καλλιτέχνη, με τον οποίο σύντομα η έλξη που αναπτύσσεται μεταξύ τους θα οδηγήσει σε μια παθιασμένη ερωτική σχέση. Όταν εμφανίζεται απρόσμενα ο σύζυγος της Καρόλ για λίγες ημέρες, οι δύο εραστές αναγκάζονται να διακόψουν απότομα. Ο Φρανσουά αποφασίζει να αφήσει οριστικά την Καρόλ και παρά τις εκκλήσεις της να ξαναβρεθούν, εκείνος μένει σταθερός στην απόφασή του. Δύο χρόνια αργότερα και ενώ ετοιμάζεται να παντρευτεί με τη νέα του σύντροφο Ιβ, θα βιώσει μια εμπειρία που θα τον φέρει αντιμέτωπο με το παρελθόν του.


image

Μια ρομαντική ιστορία για τα όρια μεταξύ αγάπης και αφοσίωσης

Κάννες 2008 – Επίσημο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα

Philippe Garrel

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός, ηθοποιός, διευθυντής φωτογραφίας, μοντέρ, συγγραφέας κινηματογραφικών διαλόγων

Ο Philippe Garrel γεννήθηκε στο Παρίσι το 1948. Σε ηλικία δεκατριών χρονών γυρίζει την πρώτη μικρού μήκους ταινία του, Une plume pour Carole, την οποία καταστρέφει αμέσως μετά. Το 1964 κάνει μια καινούργια αρχή με το φιλμ Les Enfants desaccordes, το οποίο ακολουθούν και πολλές άλλες μικρού μήκους δουλειές. Ήδη από την πρώτη του δημιουργία, αυτός ο Βενιαμίν της Νουβέλ Βαγκ τραβάει την προσοχή των κριτικών και μέσα σε λίγες ταινίες θα επιβάλει το προσωπικό του σύμπαν με έναν αμίμητο τόνο και ένα ύφος που διατηρήθηκαν από την αρχή μέχρι το τέλος ενός έργου που διακρίνεται από μια συνέχεια.

image

Οπαδός της πρώτης λήψης, ερωτευμένος με το ασπρόμαυρο φιλμ, ο Philippe Garrel δίνει στις ταινίες του ποιητικούς και μυστηριώδεις τίτλους όπως Le Vent de la nuit, με πρωταγωνίστρια την Catherine Deneuve. Το 1982 κερδίζει το βραβείο Jean-Vigo για το φιλμ L’Enfant secret ενώ το 1991 κερδίζει το πρώτο του Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας για τη δημιουργία του J’entends plus la guitare. Το 2005 επιβραβεύεται με ένα ακόμα Αργυρό Λιοντάρι καλύτερης σκηνοθεσίας για την ταινία Les Amants reguliers, μια γεμάτη ευαισθησία αναφορά στον Μάη του ’68, όπου εμπιστεύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον γιο του, τον Louis Garrel, τον οποίο ξανασυναντά για δεύτερη φορά στο φιλμ La Frontiere de l’aube.

image
Επιλεγμένη φιλμογραφία / Filmographie selective

2008 – La Frontiere de l’aube
2004 – Les Amants reguliers
2001 – Sauvage innocence
1998 – Le Vent de la nuit
1993 – La Naissance de l’amour
1990 – J’entends plus la guitare
1983 – Liberte la nuit
1979 – L’Εnfant secret
1978 – Le Bleu des origines
1975 – Un ange passe
1974 – Les Hautes Solitudes
1970 – La Cicatrice interieure
1967 – Marie pour memoire

Λουί Γκαρέλ (Φρανσουά)

Ο Λουί Γκαρέλ γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1983 στο Παρίσι. Είναι γιος του σκηνοθέτη Φιλίπ Γκαρέλ και τόσο ο παππούς του Μορίς Γκαρέλ, όσο και ο νονός του Ζαν-Πιερ Λεό, είναι και οι δύο διάσημοι ηθοποιοί. Το 2003 έγινε γνωστός όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «Οι Ονειροπόλοι» (The Dreamers). Έχει συνεργαστεί με τον Κριστόφ Ονορέ σε τρεις ταινίες (Ma mere, Dans Paris, Les Chansons d’amour) καθώς και με τον Φρανσουά Οζόν. Για την ερμηνεία του στην προηγούμενη ταινία του πατέρα του «Αταίριαστοι Εραστές» (Les amants reguliers) το 2005 κέρδισε το βραβείο Σεζάρ του πιο ελπιδοφόρου νέου ηθοποιού. Το 2008 υπέγραψε τη σκηνοθεσία και το σενάριο στη μικρή μήκους ταινία «Mes Copains» (Οι φίλοι μου) η οποία προβλήθηκε στις Κάννες στα πλαίσια του Δεκαπενθημέρου των Σκηνοθετών.

Λορά Σμε (Καρόλ)

Η Λορά Σμε είναι κόρη του Τζόνι Χάλιντεϊ και της Ναταλί Μπε. Σε ηλικία δεκαέξι ετών εγκατέλειψε το σχολείο και ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής. Το 2004 ήταν υποψήφια για το Σεζάρ της πιο ελπιδοφόρου νέας ηθοποιού για την ερμηνεία της στην ταινία «Les Corps impatients» για την οποία κέρδισε το βραβείο Ρόμι Σνάιντερ. Αγαπημένη της ταινία είναι «Η νύχτα του κυνηγού» του Τσαρλς Λότον, η πρώτη ταινία που είδε στο σινεμά.

image ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ-ΤΑ ΝΕΑ

Μπορεί σήμερα να ανασυσταθούν το κλίμα, η ατμόσφαιρα, το ύφος και το ήθος της Νouvelle Vague; Του Νέου Γαλλικού Κύματος της δεκαετίας του εξήντα, του Γκοντάρ και του Τριφό; Όχι λέει πλαγίως ο Φιλίπ Γκαρέλ του ασπρόμαυρου, με έντονα κοντράστ «La Frontiere de L΄ Αube» (Τα σύνορα της αυγής). Προσπαθεί. Η αποτυχία του όμως είναι ένδοξη δήλωση αδυναμίας συνολικής!

Ο Φρανσουά (Λουί Γκαρέλ), γοητευτικός φωτογράφος, ερωτεύεται ένα από τα μοντέλα του, την Καρόλ. Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. Έτσι, εκείνη διαρκώς να πίπτει, να τρελαίνεται και να «φεύγει». Η κατάληξη- αυτοκτονία αναμενόμενη και προδιαγεγραμμένη. Έπειτα από καιρό ο Φρανσουά, αν και στοιχειωμένος από το φάντασμα της Καρόλ, τα φτιάχνει με μια δεύτερη γυναίκα, το ακριβώς αντίθετο της πρώτης, της νεκρής. Ζουν με άνεση, ετοιμάζουν διάδοχο με άνεση. Το φάντασμα όμως επιστρέφει και του λέει: «Κάθε φορά που θα κοιτάζεσαι στον καθρέφτη θα με βλέπεις». Έτσι κι αυτός αρχίζει να «πέφτει» και να φεύγει. Οι άνθρωποι ναι, αλλά η Αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει.

Η πολιτική και ιδεολογική σημειολογία του Γκαρέλ, εμφανής και καταλυτική. Δύσκολη η σχέση με την Καρόλ (Λορά Σμετ), πανεύκολη με την Ιβ (Κλιμεντίν Πουαντάτζ). Περιθωριακή η πρώτη. Μεγαλοαστή η δεύτερη. Της επανάστασης η Καρόλ, της συμφιλίωσης η Ιβ. «Θα πατήσουμε τον χρονοδιακόπτη, όχι τη βόμβα», το μοτίβο των δύο καταραμένων εραστών. «Επανάσταση στους δρόμους με όλο τον λαό, χωρίς βία, χωρίς σταγόνα αίμα». Απόλυτος ρομαντισμός. Ανέφικτη μια τέτοια επανάσταση.

Ανέφικτος ένας τέτοιος, απόλυτος έρωτας. Αίσθηση πάθους, ασυμμετρίας, επομένως αναρχίας. Αφού δεν ολοκληρώθηκε ο Μάης του ΄68 δεν ολοκληρώνεται και το πάθος των δύο εραστών. Επομένως, χωρίς πάθος πεθαίνουν οι ιδέες. Χωρίς πάθος πεθαίνουν τα αισθήματα. Χωρίς πάθος πεθαίνει και ο σημερινός κινηματογράφος. Άρα- δηλώνει πλαγίως ο Γκαρέλ- σήμερα οι ταινίες μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Αρνούμαι να συμβιβαστώ. Το μόνο που αξίζει να κάνεις ως καλλιτέχνης με πάθος ασίγαστο αλλά κρυφό, είναι να σκηνοθετήσεις μια Ωδή γι΄ αυτό τον υπέροχο, ανεπανάληπτο κόσμο των νεκρών. Άσε το κακό να μπει, λένε οι Σουηδοί. Άσε τη χαμένη επανάσταση για να την θυμηθείς, μπας και σωθείς, λέει ο Γκαρέλ.

Δύο τα υπέρτατα πλεονεκτήματα του Γκαρέλ. Το πρώτο, η φωτογραφία, το καδράρισμα, η ατμόσφαιρα, η α-χρονική διαδρομή μεγάλων αισθημάτων, ρομαντικών πλασμάτων. Χάρμα η εικαστική επεξεργασία. Το δεύτερο, η φάτσα και η γοητεία τού μόλις 26 χρόνων Λουί Γκαρέλ (γιος του σκηνοθέτη). Το πρόσωπο, οι γωνίες, οι φωτοσκιάσεις, οι πόζες και το ήθος του παραπέμπουν από τον Ρεμπό μέχρι τον Ίαν Κέρτις των Joy Division του ασπρόμαυρου «Control» με πρωταγωνιστή τον Σαμ Ράιλι. Έχει τρελάνει τις Γαλλιδούλες. Το απόλυτο γαλλικό επιχείρημα εναντίον Μπραντ Πιτ και Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Θεός!

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ο έρωτας και οι απογοητεύσεις του μέσα από την ιστορία ενός φωτογράφου και των δύο γυναικών στη ζωή του σε μια ελεγειακή, εικαστικά πανέμορφη (γυρισμένη σε μαυρόασπρο φιλμ), αν και κάπως εστετίστικη, ταινία.

Στον βωβό κινηματογράφο του Λουί Φεγιάντ («Φαντομάς») αλλά και τον πειραματικό του Κοκτό («Το αίμα του ποιητή» και «Ορφέας»), χωρίς να ξεχνά και τα διδάγματα της νουβέλ βαγκ, στρέφεται για έμπνευση στη νέα του αυτή μελαγχολική ταινία ο Γάλλος σκηνοθέτης Φιλίπ Γκαρέλ («Οι συνηθισμένοι εραστές»).

Πρωταγωνιστής είναι ένας φωτογράφος, ο Φρανσουά (στο ρόλο ο Λουί Γκαρέλ, γιος του σκηνοθέτη και γνωστός μας από τους «Ονειροπόλους» του Μπερτολούτσι) και οι δύο γυναίκες στη ζωή του: η Καρόλ (Λόρα Σμετ), μια διάσημη, σέξι ηθοποιός, που τη συναντά στη διάρκεια μιας φωτογράφησης, και η Ιβ-Εύα (Κλεμαντίν Ποϊντάτζ). Κάποτε όμως ο Φρανσουά θ’ ανακαλύψει πως η Καρόλ είναι παντρεμένη (τους τσακώνει στο κρεβάτι ο σύζυγος που επιστρέφει από το εξωτερικό) και η σχέση τους αρχίζει σταδιακά να εκφυλίζεται, ενώ η εσωστρεφής Καρόλ καταλήγει στο ψυχιατρείο. Στη συνέχεια, ο Φρανσουά τα φτιάχνει με την Ιβ, που θέλει ν’ αποκτήσει το παιδί του, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να βγάλει απ’ το μυαλό του την Καρόλ.

Αναμφισβήτητα, το καλύτερο μέρος της ταινίας είναι το πρώτο, που καταγράφει με ξεχωριστή αληθοφάνεια τη σχέση του Φιλίπ με την Καρόλ και που ο έξοχος διευθυντής φωτογραφίας Γουίλιαμ Λουπτσάνσκι ντύνει μέσα στα ερωτικά χρώματα του μαυρόασπρου φιλμ, θυμίζοντας έντονα την περίοδο της νουβέλ βαγκ – αξίζει ν’ αναφέρω πως εκτός από την προηγούμενη συνεργασία του με τον Γκαρέλ είχε παλιότερα συνεργαστεί και με τον Γκοντάρ. Στο δεύτερο μέρος, και παρά τα πάντα ωραία πλάνα του Λουπτσάνσκι και τις αναφορές (σε διάφορες συνεντεύξεις) του Γκαρέλ στο έργο του Αραγκόν («Ο ουρανός των αγγέλων») και του Θεόφιλου Γκοτιέ («Το πνεύμα»), τα πράγματα, με την εισβολή του υπερφυσικού, παίρνουν μια πιο εγκεφαλική στροφή, ενώ η σύνδεση γίνεται χαλαρή, πράγμα που συχνά καταστρέφει τη ροή αλλά και την αυθεντικότητα της ιστορίας. Πάντως, πρόκειται για μια μοναδική, αν και δύσκολη, ταινία που έχει πολλά να προσφέρει στον υπομονετικό θεατή που αναζητεί κάτι το ξεχωριστό στον κινηματογράφο

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ-LIFO

Μια σταρ ζει μόνη της, αφού ο σύζυγός της βρίσκεται στο Χόλιγουντ και την παραμελεί. Ένας φωτογράφος καταφθάνει στο σπίτι της, με σκοπό να τη φωτογραφίσει για λογαριασμό μιας εφημερίδας και να κάνει ένα ρεπορτάζ για τη ζωή της. Γίνονται εραστές. Θα μείνουν για δύο εβδομάδες σε ένα ξενοδοχείο για να φτιάξουν αυτό το ρεπορτάζ, ενώ περνούν πού και πού από το διαμέρισμα της σταρ.

Ο σκηνοθέτης του μεταγενέστερου «νέου κύματος» δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το προσχηματικό στόρι του και επιχειρεί να δείξει με ψυχρότητα και τη συνήθη του απόσταση από τα πρόσωπα μια σχέση λύτρωσης και νομοτέλειας. Δεν συμπίπτει καθόλου το πώς με το διά ταύτα. Η εμπλοκή των χαρακτήρων με τη φαντασία που υπαινίσσεται στο τέλος κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα: αντί να μεταβεί σε ποιητικά μονοπάτια, φλερτάρει με το γελοίο. Το γιουχάισμα που συνόδευσε την ταινία μετά το τέλος της προβολής στης Κάννες πέρσι δεν είναι μέτρο κρίσης ή αποδεικτικό αποτυχίας, καταγράφει ωστόσο όχι μια υπόσχεση που δόθηκε και δεν τηρήθηκε αλλά μια παρατεταμένη ανία που εξελίχθηκε σε παιχνίδι φαντασμάτων, κουραστικής σύλληψης και κακής εκτέλεσης, όπως και η ερμηνεία της Λόρα Σμετ (σταρ ποιου ακριβώς Χόλιγουντ;).

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στους «Συνήθεις εραστές», που είδαμε πριν από μερικά χρόνια, ο Φιλίπ Γκαρέλ κινηματογραφεί το κενό στη θέση ενός έρωτα απ’ τον οποίο φεύγει το πάθος, παρακολουθώντας μια παρέα νεαρών ρομαντικών επαναστατών, που συναντήθηκαν στα οδοφράγματα του Μάη του ’68. Σήμερα, ο Γάλλος σκηνοθέτης επιστρέφει με τα ασπρόμαυρα «Σύνορα της αυγής» που έχουν φωτογραφηθεί αριστουργηματικά από τον Γουίλιαμ Λουμπτσάνσκι. Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται σε ένα μεταίχμιο, σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο όπου βαδίζουν οι σημερινοί εραστές – ήρωες του Γκαρέλ.

Ο Φρανσουά, ένας νεαρός φωτογράφος που αισθάνεται δημιουργικός όταν δουλεύει στο σκληρό φως της ημέρας, γνωρίζει σε μια επαγγελματική φωτογράφιση μια σταρ του σινεμά, τη μελαγχολική Καρόλ, η οποία είναι παντρεμένη μ’ έναν Γάλλο ηθοποιό που ζει στο Χόλιγουντ. Η Κάρολ, που δεν έχει διάθεση να εγκαταλείψει το Παρίσι, συνδέεται με τον νεαρό, όμως ο παθιασμένος έρωτάς τους διακόπτεται όταν εμφανίζεται ξαφνικά ο άνδρας της. Ο Φρανσουά εγκαταλείπει οριστικά την Καρόλ παρά την επιμονή της να ξανασμίξουν. Και αυτή αυτοκτονεί την παραμονή του ταξιδιού στο Χόλιγουντ. Δύο χρόνια μετά, το «φάντασμα» της Καρόλ στοιχειώνει τον Φρανσουά, που ετοιμάζεται να παντρευτεί τη νέα ερωμένη του… Στα «Σύνορα της αυγής» είναι συνώνυμο της τρέλας.

Ο Γκαρέλ πατάει σταθερά σε δύο θεμέλια: στη νουβέλ βαγκ, από την οποία προέρχεται, και στο παροξυστικό «Σημασία έχει ν’ αγαπάς» του Κριστόφ Ζουλάφσκι (μια εμβληματική ταινία του μοντέρνου ευρωπαϊκού σινεμά στα χρόνια του ’70) όπου ο έρωτας έχει διαστάσεις καταστροφικής υστερίας. Στο πρώτο μέρος των «Συνόρων της αυγής» ο Γκαρέλ παραδίδει μαθήματα λιτότητας και ομοιογένειας ύφους σκηνοθετώντας τον γιο του Λουί δίπλα στη Λορά Σμε (η κόρη του Τζόνι Χάλιντεϊ και της Ναταλί Μπέι). Προς το τέλος το οικοδόμημά του αρχίζει να καταρρέει.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ-ΑΥΓΗ

Τι να ήταν άραγε εκείνο το φιλμ που γύρισε ο Φιλίπ Γκαρέλ το 1961 στα δεκατρία του χρόνια, με τον τίτλο «Une plume pour Carole», φιλμ που βιαστικά το κατέστρεψε μετά το γύρισμά του; Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η βασική ηρωίδα της τελευταίας ταινίας του Γκαρέλ λέγεται και πάλι Καρόλ, ενώ η αφιέρωση στο ξεκίνημα των τίτλων γίνεται επίσης σε μια μυστηριώδη Καρόλ…

Φιλμ-σπονδή στον «απόλυτο έρωτα», πέρα από τον θάνατο, με δύο ιστορίες, τρεις χαρακτήρες: Ενας φωτογράφος επισκέπτεται μια «αναγνωρισμένη» ηθοποιό που ζει μόνη της, καθώς ο σύζυγός της βρίσκεται στο Χόλιγουντ, και η επαγγελματική φωτογράφηση καταλήγει γρήγορα σε ειδύλλιο… Όταν ο σύζυγος επιστρέφει από την Αμερική, ο φωτογράφος απομακρύνεται, εκείνη οδηγείται στην τρέλα και στον θάνατο. Ο φωτογράφος γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, παντρεύονται, περιμένουν παιδί, όμως η «πρώτη», η Καρόλ, «επιστρέφει» σαν φασματική παρουσία στον καθρέφτη και του ζητά να πάει κοντά της…

Αποδραματοποίηση, ελλειπτικό ύφος, χαρακτήρες που ζουν σαν «επισκέπτες» σε διαμερίσματα που μοιάζουν να μην κατοικούνται: στα καφέ οι υπόλοιποι πελάτες δεν εμφανίζονται καν στο φόντο, στα ψυχιατρεία άλλοι ασθενείς δεν υπάρχουν…Οδηγώντας στα όρια την αντιρεαλιστική γραφή του, ο Γκαρέλ στερεί από τις ιστορίες του «απόλυτου έρωτα» που σκηνοθετεί κάθε υλική προϋπόθεση: Τα πάντα γύρω από τα πρόσωπα είναι ένα σκηνικό, μια σχεδόν ονειρική διάσταση υποβάλλεται στον θεατή: Δεν μπορώ να πω ότι η ταινία με συγκίνησε όσο οι «Συνηθισμένοι εραστές», ωστόσο ο Γκαρέλ στοχεύει συνειδητά σε μια ελεγεία έρωτα και θανάτου.

Ό Φιλίπ Γκαρέλ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1948. Στα δεκατρία του γυρίζει την πρώτη μικρού μήκους ταινία του, «Une plume pour Carole», την οποία καταστρέφει αμέσως μετά. Το 1964 κάνει μια καινούργια αρχή με το φιλμ «Les Enfants desaccordes», το οποίο ακολουθούν και πολλές άλλες μικρού μήκους δουλειές. Ήδη από την πρώτη του δημιουργία, αυτός ο Βενιαμίν της Νουβέλ Βαγκ τραβάει την προσοχή των κριτικών και μέσα σε λίγες ταινίες θα επιβάλει το προσωπικό του σύμπαν με ένα ύφος που διατηρήθηκε. Οπαδός της πρώτης λήψης, ερωτευμένος με το ασπρόμαυρο φιλμ, ο Γκαρέλ δίνει στις ταινίες του ποιητικούς και μυστηριώδεις τίτλους όπως «Le Vent de la nuit», με πρωταγωνίστρια την Κατρίν Ντενέβ. Το 1982 κερδίζει το βραβείο Jean-Vigo για το φιλμ «L’Enfant secret» ενώ το 1991 κερδίζει το πρώτο του Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας για τη δημιουργία του «J’entends plus la guitare». Το 2005 επιβραβεύεται με ένα ακόμα Αργυρό Λιοντάρι καλύτερης σκηνοθεσίας για την ταινία «Συνηθισμένοι εραστές» (Les Amants reguliers), μια γεμάτη ευαισθησία αναφορά στον Μάη του ’68, όπου εμπιστεύεται τον πρωαγωνιστικό ρόλο στον γιο του, τον Λουί Γκαρέλ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.