Δ Η Μ H Τ Ρ Η Σ Π Ι Α Τ A Σ «Το ελληνικό θέατρο έχει πληθωρισμό». Συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών. 9-10 Ιουνίου 2006, Το Σχολείον, Χώρος Α/ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 52 ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας – Εταιρία Θεάτρου Commedia Σάκης Σερέφας, Σεμινάριο βλακείας ή οι βλαβερές συνέπειες της βλακείας.

image PHOTO: Βασίλης Μαθιουδάκης

Την «τεραστία σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» πρωτοανέδειξε με το ιστορικό του σύγγραμμα, ήδη από το 1941, ο Ευάγγελος Λεμπέσης. Έκτοτε πολλοί εδόξασαν τη βλακεία. Εσχάτως και ο Σάκης Σερέφας, τα κείμενα του οποίου συνιστούν δηκτικά σχόλια για τη σύγχρονη Ελλάδα, την Ελλαδάρα των μύθων μας. Καθηγητής στο «Σεμινάριο Βλακείας» του θεσσαλονικιού συγγραφέα, ένας λαϊκός κωμικός που πολύ του αρέσει το παιχνίδι των μεταμορφώσεων.

Συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα

image

Συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι σε ένα από αυτά τα παλιά καφενεία του Κεραμεικού, τα χαμένα στο πουθενά «Café Bagdad» της αστικής ερήμου, πολύ κοντά στο θέατρο που κάνει πρόβες αυτή την εποχή. Φιλικός, πανέξυπνος και ετοιμόλογος, ο Δημήτρης Πιατάς μίλησε με ενθουσιασμό για το ρόλο του στο «Σεμινάριο Βλακείας» του Σάκη Σερέφα που ανεβαίνει φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών. Στο έργο αυτό υποδύεται τον καθηγητή ο οποίος στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου εξηγεί στους φοιτητές του τον σημαντικό ρόλο της βλακείας στη ζωή. «Πρέπει να είσαι έξυπνος για να υποδυθείς τον βλάκα» υποστηρίζει και δικαιώνεται μέσα από τις ερμηνείες του και τα λεγόμενά του.

Φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών υποδύεστε τον καθηγητή στο «Σεμινάριο Βλακείας» του Σάκη Σερέφα. Τι ακριβώς κάνετε;

Κάνουμε μια αναδρομή στη βλακεία ανά τους αιώνες, δείχνοντας το μέγεθός της αλλά και το πόσο τη χρειαζόμαστε για να μπορούμε να διαπραγματευτούμε τους εαυτούς μας και να επιδείξουμε την εξυπνάδα μας. Να ξεκαθαρίσω ότι πρόθεσή μας δεν ήταν να κάνουμε μια εξυπνακίστικη παράσταση ή μια διακωμώδηση της βλακείας. Προσπαθήσαμε πολύ ώστε το έργο να κουβαλάει μια, ας το πούμε, επιστημονικότητα.

Είναι αλήθεια ότι εσείς προτείνατε στο συγγραφέα να γράψει ένα έργο για τη βλακεία;

Ναι, πράγματι του το πρότεινα, αλλά όχι με τη μορφή της «παραγγελίας». Προϋπήρχε μια γνωριμία και μια εκτίμηση μεταξύ μας, από την εποχή του «Μαμ» που ανεβάσαμε με τεράστια επιτυχία στον Εξώστη του Θεάτρου του Νότου του Γιάννη Χουβαρδά, σε σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά. Καταλάβαμε τότε πως είχαμε βρει έναν θεατρικό συγγραφέα που ενώ, ως αίσθηση, έρχεται από παλιά, φέρνει μαζί και το καινούργιο του θεάτρου. Και το κυριότερο είναι πως το έργο του, ενώ έχει πολλή Ελλάδα, δεν έχει καθόλου φολκλορισμό. Από το έργο του Σερέφα απουσιάζει ο «τσολιάς». Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς και, ως καλλιτέχνης, τους αναζητώ. Κάποια στιγμή, λοιπόν, του εκμυστηρεύτηκα ότι θα ήθελα πάρα πολύ έναν μονόλογο με θέμα που, προσωπικά, στο θέατρο το έχω υπηρετήσει κι άλλες φορές παίζοντας διάσημους βλάκες· ένα κείμενο που θα μπορούσα να το δείξω εύκολα χωρίς να μπω στη διαδικασία μιας αυστηρής και ακριβής παραγωγής –που άλλωστε θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουμε εγώ και η εταιρεία μου, η Commedia.

image Dimitris Piatas © Orfeas Emirzas

Η ΕΞΥΠΝAΔΑ ΝΑ ΠΑIΖΕIΣ ΤΟΝ ΧΑΖO

Πράγματι έχετε υποδυθεί επανειλημμένως το βλάκα στο θέατρο. Τον ελαφρύ αξιοθρήνητο φανταράκο στον «Καλό στρατιώτη Σβέικ» του Γιάροσλαβ Χάσεκ, έχετε παίξει το «Ένας βλάκας και μισός» του Δημήτρη Ψαθά, κάνατε τον Σωσία στον «Αμφιτρύωνα» του Μολιέρου, τους δούλους και τους υπηρέτες του Αριστοφάνη, ακόμα και τον Σπίθα σε έναν μονόπρακτο «Μικρό Ήρωα» του Ηλία Λάγιου.Ήταν έξυπνη επιλογή να παίξετε όλους αυτούς τους βλάκες;

Δεν ξέρω αν ήταν έξυπνη επιλογή, αλλά σίγουρα ήταν επιτυχημένη. Ο βλάκας είναι ένα κωμικό πρόσωπο και παράλληλα ένα πρόσωπο αγαπητό στους συγγραφείς και το κοινό. Ξέρετε, είναι πολύ δύσκολο να παίζεις το βλάκα και απαραίτητη προϋπόθεση για να τον υποδυθείς είναι να είσαι έξυπνος. Συνέχεια ανάγνωσης «Δ Η Μ H Τ Ρ Η Σ Π Ι Α Τ A Σ «Το ελληνικό θέατρο έχει πληθωρισμό». Συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών. 9-10 Ιουνίου 2006, Το Σχολείον, Χώρος Α/ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 52 ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας – Εταιρία Θεάτρου Commedia Σάκης Σερέφας, Σεμινάριο βλακείας ή οι βλαβερές συνέπειες της βλακείας.»

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η ΣΧΕΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ (Συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Βουδούρη στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών).

image

image

PHOTO: Κ. Zouliatis

image

Με τη μελοποίηση του «Επιταφίου» εισήγαγε την ελληνική ποίηση στο «λαϊκό» τραγούδι. Σε ποίηση του Pίτσου, ακολούθησαν η «Ρωμιοσύνη», τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», οι «Γειτονιές του Κόσμου». Ο Μίκης Θεοδωράκης στη συνέντευξη που μας παραχώρησε περιγράφει τη σχέση του με τον ποιητή. Συνέντευξη στην

Αλεξάνδρα Βουδούρη

Έχοντας το πλεονέκτημα των στίχων του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης Θεοδωράκης κατόρθωσε – χωρίς να ήταν πάντα επιδίωξή του– να γίνουν τα τραγούδια του εκφραστής των αγώνων του λαού και η «συνάντησή τους» τελικά να αποτυπώσει την ιστορική συγκυρία της ελληνικής περιπέτειας στο μέσο του 20ού αιώνα. Μισό αιώνα μετά ο Μίκης ωστόσο αμφιβάλλει εάν άλλα ποιητικά έργα του Ρίτσου, όπως το «Εμβατήριο του Ωκεανού» και «Το τραγούδι της αδελφής μου» είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Και φοβάται πως το πρότυπο του Πολίτη-Ποιητή που για εκείνον πρεσβεύει ο Γιάννης Ρίτσος, θεωρείται πλέον σήμερα ξεπερασμένο και «επικίνδυνο».

Η ΕΦ μίλησε με τον Μίκη Θεοδωράκη με αφορμή τη συναυλία της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο αφιερώματος για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που ως έφηβος ξεχωρίσατε τον Γιάννη Ρίτσο από τους υπόλοιπους ποιητές της γενιάς του, σε βαθμό μάλιστα που, όπως έχετε και ο ίδιος πει, τον θεωρούσατε «θεό» σας;

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο για μας, γιατί ξεχώριζε από ό,τι είχαμε γνωρίσει και αγαπήσει έως τότε. Και αμφιβάλλω κι αν σήμερα ακόμα ποιητικά έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία», το «Εμβατήριο του Ωκεανού» και «Το τραγούδι της αδελφής μου» είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Κατά τη γνώμη μου σε σχέση και σε σύγκριση με τη θεωρούμενη ως πρωτοπορία «Σχολή του ’30» με επικεφαλής τον Γιώργο Σεφέρη, βρισκόταν ένα βήμα πιο μπροστά –από την άποψη της εκφραστικής δύναμης και του πρωτότυπου λυρικού λόγου, που έφθανε ως τα σύνορα του σουρεαλισμού, χωρίς όμως τις υπερβολές του και την ηθελη- μένη προβολή του ακατανόητου. Αντίθετα, ο βαθύτατος ποιητικός λυρισμός που χαρακτηρίζει και τα τρία αυτά αριστουργήματα κυριαρχείται από έναν άκρατο ανθρωπισμό, στα όρια μιας συναισθηματικής, τραυματισμένης αγωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης «ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η ΣΧΕΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ (Συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Βουδούρη στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών).»

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑