«Ριζενμπούτσμπαχ, μια μόνιμη αποικία» των Κριστόφ Μαρτάλερ και Άννα Βίμπροκ. Η Μεγάλη Τέχνη είναι εδώ και μπορεί να ταρακουνάει και σοκάρει με έργα όπως το “Όργιο της Ανεκτικότητας” του Γιαν Φαμπρ με παρόμοιο θέμα που είδαμε πρόσφατα στο Παλάς και να συγκινεί και απογειώνει με έργα όπως το δυσκολοπρόφερτο «Ριζενμπούτσμπαχ» του Ελβετού θεατρικού σκηνοθέτη και μουσικού Κριστόφ Μαρτάλερ.

image

Riesenbutzbach © Dorothea Wimmer

του Γιάννη Καραμπίτσου

Στο «Ρίζενμπούτσμπαχ, μια μόνιμη αποικία» «έναν μουσικό θεατρικό στοχασμό», όπως λέει ο ίδιος «για τις τελευταίες ημέρες της κατανάλωσης ο Μαρτάλερ, σε συνεργασία με την Άννα Βίμπροκ και την  Στέφανι Καρπ δραματουργό της παράστασης υλοποιεί μια παράσταση 2 ωρών και 20 λεπτών σε ένα συμβολικό, ψυχρό, κλειστοφοβικό και με τεράστιο ύψος σκηνικό,  γεγονός που μετατρέπει την προσπάθεια να διαβάσεις τους υπέρτιτλους αφόρητα, εκνευριστική. Και εκεί που αρχίζεις να ανησυχείς για το πως θα περάσουν αυτές οι δυόμισι περίπου ώρες χωρίς διάλειμμα  χωρίς καλά –καλά να το καταλάβεις βρίσκεσαι να παρακολουθείς “αρπαγμένος” μια παράσταση που συνδυάζει θέατρο, χορογραφία, μουσική πάνω από όλα και όπερα και καταστάσεις που μεταβαίνουν συνεχώς από ένα πικρό και μελαγχολικό σε ένα έντονα ειρωνικό και καυστικό κωμικό στοιχείο,  μην ανησυχώντας καθόλου πλέον για τους υπέρτιτλους αφού τα κείμενα της παράστασης αποδεικνύονται πολύ λίγα. Μια καινούρια ανησυχία αν η παράσταση θα καταφέρει μέχρι τέλος να παραμείνει απολαυστική, εφευρετική και τόσο αποκαλυπτική δεν προλαβαίνει να εγκατασταθεί αφού πολύ γρήγορα  φτάνουμε στο τέλος έχοντας την αίσθηση ότι άνετα θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε και άλλο.

Υπάρχουν παραστάσεις που αναμφισβήτητα είναι ποιοτικές και η εντύπωση που σου αφήνουν όσο τις παρακολουθείς είναι θετική και ευχάριστη αλλά δεν σε αγγίζουν τόσο ώστε να κάνουν τον χρόνο να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. H παράσταση  «Ρίζενμπούτσμπαχ, μια μόνιμη αποικία» ανήκει σε αυτές που απολαμβάνεις, που σου βγάζει στην επιφάνεια τα πιο ωραία συναισθήματα, όχι μόνο προβληματισμό αλλά και μια γλυκιά ευχαρίστηση παρόλο που οι καταστάσεις που παρακολουθείς δεν είναι ευχάριστες.

image

Οι διεισδυτικές παρατηρήσεις του Μαρτάλερ για το τέλος της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας προξενούν σχεδόν συγκίνηση, η περιγραφή της σταδιακής εξαθλίωσης [Όπως γράφει σε σημείωμά της η Στέφανι Καρπ, δραματουργός της παράστασης, οι άνθρωποι αυτοί «αποκοιμιούνται, μέσα στη δυτικοευρωπαϊκή πολυτέλεια, και ξυπνάνε σε ένα στρατόπεδο φτωχών»] των ηρώων του γίνεται με έναν τόσο εύστοχο και σπαρακτικό τρόπο που δεν τους αντιπαθείς τελικά αλλά συμπάσχεις μαζί τους. Μπορεί η «ευδαιμονία «που ζουν στην αρχή του έργου οι ήρωες του να μετατρέπεται κλιμακωτά σε έναν αφόρητο εφιάλτη τόσο που το αμέσως προηγούμενο στάδιο να φαντάζει παράδεισος μπροστά στην καινούρια κατάσταση η αισθητική ευδαιμονία όμως του έργου αυξαίνεται και δυναμώνει συνεχώς όσο εξελίσσεται και προχωρά προς το τέλος. Η ταύτιση με τους ήρωες του έργου και την κατάστασή τους παρόλο που φαντάζει αδύνατη εξαιτίας του ψυχρού, “επιστημονικού” τρόπου που δίνεται,  καθίσταται απόλυτη τουλάχιστον για όσους ανήκουμε στην μικρομεσαία τάξη, η αγάπη και συμπάθειά μας για αυτούς και την τύχη τους χάρις και στην ιδιοφυή χρήση και συνδρομή  της μουσικής και της  εκπληκτικής ηθοποιϊας όλων ,  ειδικά εκείνων που παίζουν σε δεύτερο επίπεδο στο μεγαλύτερο μέρος του έργου,  αποβαίνει λυτρωτική.  Συμπάθεια γεννούν και οι αρνητικοί ήρωες (ο διευθυντής, ο παρακολουθητής και λάτρης της σύγχρονης τεχνολογίας και ο κάτι σαν λογιστής της επιχείρησης) γιατί η τύχη τους είναι συνυφασμένη και αλληλένδετη με των υπόλοιπων. Χορογραφία, σκηνικά, φωτισμοί όλα στο ίδιο μήκος κύματος, ίδια πρωταγωνιστικά συντελούν στην δημιουργία της αισθητικής ηδονής που σου γεννάει η θέαση, η βίωση της παράστασης.  Αντί να θεριεύει μέσα σου το αίσθημα της απελπισίας μεγαλώνει η θέληση για αντίδραση, για αλλαγή, για αντίσταση.

«Το θέατρο-παρτιτούρα του Κριστόφ Μαρτάλερ εκθέτει μέσα από παραλλαγές και μοτίβα την αβάσταχτη μελαγχολία της καθημερινότητάς μας – από εκεί ως το πολιτικό θέατρο η απόσταση που μας χωρίζει δεν είναι παρά ελάχιστη» παραθέτουμε την φράση από το κείμενο της Κάτιας Αρφαρά για το έργο του Μαρτάλερ.

Η Μεγάλη Τέχνη είναι εδώ και μπορεί να ταρακουνάει και σοκάρει με έργα όπως το  “Όργιο της Ανεκτικότητας” του Γιαν Φαμπρ με παρόμοιο θέμα που είδαμε πρόσφατα στο Παλάς και να συγκινεί και απογειώνει με έργα όπως το δυσκολοπρόφερτο «Ριζενμπούτσμπαχ» του Ελβετού θεατρικού σκηνοθέτη και μουσικού Κριστόφ Μαρτάλερ.

Περιττό να σας επισημάνουμε ότι αν έχετε την δυνατότητα να βρεθείτε στο θέατρο του Πνευματικού Κέντρου Ελληνικός Κόσμος μην το αμελήσετε. Όχι μόνο δεν θα χάσετε τον χρόνο σας αλλά θα φύγετε με αυτό το κάπως “ηλίθιο” χαμόγελο που εμφανίζεται και δεν κρύβεται παρόλο που θα το θέλαμε στους ερωτευμένους και στους εραστές της τέχνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.