Αν δεν μας διακατέχει (ως κοινότητα) σφοδρή και ειλικρινής επιθυμία να πάμε στην Επίδαυρο, γιατί επιμένουμε τόσο να έρθει η Επίδαυρος σε εμάς; Διασκευές και Επίδαυρος, του Γιάννη Καραμπίτσου


    Αν δεν μας διακατέχει (ως κοινότητα) σφοδρή και ειλικρινής επιθυμία να πάμε στην Επίδαυρο, με ότι επώδυνο συνεπάγεται αυτό, έστω με σύγχρονο πνεύμα και με νεωτερική διάθεση γιατί επιμένουμε τόσο να έρθει η Επίδαυρος σε εμάς; Ας την αφήσουμε στην ησυχία της έως ότου “ωριμάζοντας γίνουμε νεώτεροι” όπως διατείνεται ο Έρμαν Έσσε σε ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά όχι και τόσο γνωστό βιβλίο του.

    Διασκευές και Επίδαυρος

    Κείμενο με αφορμή την παράσταση “Πέρσες” του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff και άλλες παραστάσεις έργων αρχαίου δράματος που παίχτηκαν στην Επίδαυρο τα τελευταία χρόνια με την μορφή των ελεύθερων μεταφορών  (διασκευών).

    PERSES13

    PERSES7


    Το CameraStylo Online και ο υπογράφων το παρακάτω κείμενο υπεύθυνος «έκδοσής» του, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με ριζοσπαστικό τρόπο τα ζητήματα που εφάπτονται της σύγχρονης τέχνης και της αισθητικής της, αλλά και της κοινωνίας και της με ευρεία έννοια πολιτικής. Όσο εξελίσσεται το περιοδικό και αποκτάει την επιθυμητή δυναμική αυτή η στάση θα δυναμώνει όλο και περισσότερο.

    Ένα από τα θέματα που μας έχει απασχολήσει είναι το θέμα της κριτικής της Τέχνης. Η αλήθεια είναι ότι η αγάπη μας για τον κινηματογράφο, πριν η ενασχόληση (όσο είναι δυνατόν) με τα υπόλοιπα γοητευτικά όσο και εθιστικά πεδία της σύγχρονης τέχνης μας οδηγήσει σε μια αναπόφευκτη «μοιχεία», μας έκανε αρχικά να δώσουμε έμφαση στο ζήτημα της κινηματογραφικής κριτικής για το οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα κάποια στιγμή, υποστηρίζοντας την «οξύμωρη» άποψη ότι «η μόνη αντικειμενική κριτική είναι η υποκειμενική».

    Την ουσία του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει το CameraStylo Online την κριτική θα προσπαθήσουμε να την συνοψίσουμε ως εξής. Δεν αποφαινόμαστε οριστικά για ένα καλλιτεχνικό έργο γιατί ο μόνος ασφαλής κριτής είναι ο χρόνος. Και γιατί απλά όσες γνώσεις αν έχει κανείς δεν έχει την αρμοδιότητα να κάνει κάτι τέτοιο. Αντί αυτού αναπτύσσουμε έναν «υποκειμενικό» προβληματισμό (όπως «υποκειμενική» είναι και η άποψη του καλλιτέχνη, υλοποιημένη όμως σε ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα) σχετικά με την αισθητική του καλλιτεχνικού έργου και την θέση του στο σύγχρονο στερέωμα της τέχνης, όσο το δυνατόν βαθύ και με επιχειρήματα, χωρίς αφορισμούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς.

    Από την «διακριτική» κατάθεση των επιχειρημάτων προκύπτει η άποψή μας για μια παράσταση, για μια καλλιτεχνική έκφραση που τολμά να εκτίθεται δημόσια. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει , ότι μια κριτική που θα κινηθεί σε αυτά τα πλαίσια θα είναι χλιαρή και υποτονική. Μια κριτική με επιχειρήματα αλλά όχι τελεσίδικη και τετελεσμένη μπορεί να είναι παθιασμένη, οξεία και καθόλου εμπαθής. Μια κριτική που δεν παύει να εμφορείται από την αγάπη για το αντικείμενο και όσους το υπηρετούν.

    Στο προκείμενο λοιπόν. Να τονίσουμε από την αρχή ότι όχι μόνο δεν είμαστε κατά των νεωτερισμών ή των πειραματισμών στην τέχνη αλλά αντίθετα η κάλυψη των «υποχρεώσεων» του περιοδικού μας, που απαιτούσε την θέαση πολλών παραστάσεων, ειδικά του Φεστιβάλ Αθηνών, διεύρυνε σημαντικά τους ορίζοντες μας σε σχέση με την σύγχρονη τέχνη. Μας προξένησε αισθητική συγκίνηση στην πλειονότητα των παραστάσεων που παρακολουθήσαμε και μόνο συγχαρητήρια μπορεί να εκφράσει κανείς στο Φεστιβάλ Αθηνών για αυτό.

    Καταρχήν επειδή γίνεται πολύς λόγος για «νεωτερισμούς» από αρκετούς θεατές που παρακολουθούν τις παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου τα τελευταία χρόνια,   επισημαίνουμε απλά ότι κάτι που χρησιμοποιείται διαρκώς  εδώ και 40 χρόνια περίπου, παύει με μια έννοια να θεωρείται νεωτερισμός και για αυτό χρησιμοποιούμε την λέξη σε εισαγωγικά. Σε κάθε περίπτωση η ποιότητά ενός «νεωτερισμού» κρίνεται από το αν είναι ενταγμένος δημιουργικά μέσα στο όλο σύμπαν του καλλιτεχνικού έργου και αν αυτό το σύμπαν έχει τη δυναμική, την συμπαγή και συνεπή εκείνη μορφή, ώστε να αδράξει τον θεατή και να τον «ταξιδέψει» στο σύμπαν του πρώτου δημιουργού, του Ευριπίδη ή του Αισχύλου στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτό είναι το καθοριστικό σημείο στο οποίο εστιάζονται τα προβλήματα, αφού η μεγάλη πλειοψηφία των θεατών φεύγει τα τελευταία χρόνια από την Επίδαυρο με ένα αίσθημα ανικανοποίητου.

    Τι γίνεται στην περίπτωση όπου μια σύγχρονη παράσταση δεν περιέχει «νεωτερισμούς» όπως συμβαίνει συνήθως όταν «ανεβαίνει» Αριστοφάνης, αλλά με μια έννοια όλη είναι ένας «νεωτερισμός», όπως συμβαίνει με αρκετές σύγχρονες παραστάσεις ελληνικές και ξένες;

    Το θέμα είναι πολυσύνθετο και δύσκολο και μας έχει απασχολήσει πολύ. Προφανώς το ίδιο συμβαίνει με τους «ειδικούς», τους μελετητές του θεάτρου. Χωρίς να επιχειρούμε σε καμιά περίπτωση να τους υποκαταστήσουμε, τοποθετούμε συνοπτικά ως εξής τις παραμέτρους του, πιστεύοντας ακράδαντα στην δύναμη του ενεργού δημιουργικού θεατή-αποδέκτη των σύγχρονων καλλιτεχνικών έργων, που η πλειονότητά τους σήμερα, δεν ανήκει σε μια τέχνη αλλά αλληλοδιαδράται με άλλες τέχνες.  Αυτός είναι και ο  λόγος που ο χαρακτηρισμός των παραστάσεων στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών είναι προφανώς ενδεικτικός.

    Αρκετοί έλληνες και ακόμα περισσότεροι ξένοι δημιουργοί χρησιμοποιούν συχνά ένα έργο κλασικό, παλιότερο ή νεότερο ως ερέθισμα , κάτι που προσομοιάζει περισσότερο με τις ελεύθερες μεταφορές (διασκευές) στον κινηματογράφο και σε αυτό δεν υπάρχει κανένα ζήτημα.  Το ζήτημα δημιουργείται από την «υποχρέωση» ανεβάσματος αρχαίου δράματος ή αττικής κωμωδίας στην Επίδαυρο. Η ελεύθερη μεταφορά (διασκευή) δικαιολογείται σε αυτή την περίπτωση; Γιατί όλες οι συγκρούσεις δημιουργών και θεατών, που τον τελευταίο καιρό γίνονται όλο και περισσότερες, εκεί εστιάζονται.

    Κατά την πιθανότατα «αιρετική», για πολλούς, άποψή μας, όχι, δεν μπορεί, δεν έχει νόημα ένα έργο στην Επίδαυρο, να είναι όλο ένας «νεωτερισμός».

    Ας μην καταστεί η Επίδαυρος ένας «τόπος πειραματισμού» έως ότου,  βρεθούν εκείνες οι παραστάσεις που είναι νεωτερικές, σέβονται το αρχαίο δράμα και ενδεχόμενα το ανανεώνουν. Ορισμένες από τις καινοτόμες παραστάσεις ελεύθερες μεταφορές-διασκευές αρχαίου δράματος, αφού «δοκιμαστούν» σε άλλους χώρους, θα επιλέγονται να παιχτούν στο ανοιχτό θέατρο της Επιδαύρου με βασικό κριτήριο ότι ήδη εμπεριέχουν τα στοιχεία εκείνα που συνάδουν με αυτή την επιλογή. Δεν θα μετατρέπονται εσπεσμεύνα και βεβιασμένα , κάποιες φορές , από παραστάσεις κλειστού χώρου σε παραστάσεις ανοιχτού χώρου , για να καλύψουν , ενδεχόμενα , το κενό προγράμματος που θα μπορουσε να προκύψει στην Επίδαυρο.  Παράλληλα η Πολιτεία, η ελληνική κοινωνία, οι φορείς του θεάτρου και οι σύλλογοι καλλιτεχνών θα βοηθήσουν με την θέσπιση λαϊκών θεσμών στο ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου των θεατών και των ίδιων των καλλιτεχνών.  Θα δημιουργήσουν εκείνη την υποδομή,  που θα γεννήσει σύγχρονους δημιουργούς ικανούς να ανταπεξέλθουν στο στοίχημα «Επίδαυρος» και καλλιεργημένους θεατές. Έτσι στην Επίδαυρο θα «ανεβαίνουν»  κυρίως  κλασικές  παραστάσεις «διδασκαλίας» αρχαίου δράματος και κάποιες επιλεγμένες  μοντέρνες, καινοτόμες, ριζοσπαστικές,  αλλά όχι απαραίτητα μετανεωτερικές ελεύθερες μεταφορές του.

    Για τα μετανεωτερικά έργα υπάρχει η Πειραιώς 260, ο Ελληνικός Κόσμος και πολλοί άλλοι χώροι για να παιχτούν. Η σύμβαση της νέας εποχής με την Επίδαυρο, αυτή που ο σύγχρονος πολιτισμός σύναψε με την Επίδαυρο, ήταν να συνεχιστεί εκεί η «διδασκαλία» αρχαίου δράματος, που είναι τουλάχιστον θέμα δημοκρατίας να σκεφτούν οι ιθύνοντες ότι δεν έχουν δει όλοι οι Έλληνες, ειδικά οι νέοι, την Ηλέκτρα ή την Αντιγόνη 15.000 φορές, για να «διψούν» για μια νέα εκδοχή. Αλλά και  οι παλαιότεροι θεατές που έχουν δει περισσότερες παραστάσεις δεν σημαίνει ότι εμπέδωσαν το θέμα και δεν επιθυμούν να το προσεγγίσουν βαθύτερα. Υπάρχουν θεατές, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, που διακατέχονται από την σφοδρή επιθυμία να γνωρίσουν σε βάθος την αρχαία τραγωδία, τα πρωτότυπα κείμενα και την πρωτοποριακή και νεωτερική, γιατί όχι, παράστασή τους, αλλά που δεν ξεφεύγει από το περιεχόμενο, την μορφή και την λειτουργία του αρχαίου δράματος..

    Αν αυτό δεν μπορεί να γίνει, επειδή όπως είναι φυσικό οι  περισσότεροι ξένοι  δημιουργοί που προσκαλούνται  (μεταξύ των οποίων ο Ανατόλι Βασίλιεφ πέρυσι και ο Ντίμιτερ Γκότσεφ),  αλλά και αρκετοί από τους έλληνες, δοκιμάζουν για πρώτη φορά στην Επίδαυρο,  οπότε υστερούν σε εμπειρία , αφού η γνώση τους δεν αμφισβητείται , ή επειδή με τα σύγχρονα μετανεωτερικά δεδομένα δεν υπάρχουν, ενδεχόμενα, δημιουργοί που μπορούν να σκηνοθετήσουν ικανοποιητικά μια παράσταση αρχαίου δράματος,  σεβόμενοι το πνεύμα του πρωτότυιπο έργου αλλα και το κείμενο, ας μην το πιέζουμε το πράγμα. Αφού ενημερώσουμε, καλλιεργήσουμε, προετοιμάσουμε το κοινό, ας περάσουμε σε μια νέα εποχή, που θα βλέπει και αντιμετωπίζει αλλιώς τα πράγματα, ελαφρότερα ενδεχόμενα, και μετανεωτερικά, εξηγώντας του ότι δεν μπορεί η Επίδαυρος να έχει διαφορετικό καθεστώς, η τέχνη είναι μία , δεν έχει σύνορα και όρια και με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίζει το αρχαίο δράμα, κι εκείνο θα αποφασίσει τι θα πράξει, αν θα θελήσει να γεμίσει το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ή όχι.

    Θα μου πείτε αυτό δεν γίνεται στην «λούφα» στην πραγματικότητα και σταδιακά;  Κάπως έτσι δεν λειτουργεί το σύγχρονο καθεστώς της τέχνης τουλάχιστον στη χώρα μας; Κάπως έτσι και με σύμμαχο την άγνοια και την αμφιβολία που γεννάει, δεν εξασφαλίζεται στο τέλος η ανοχή του κοινού και του ρίχνουμε στο τέλος και την «λάσπη» του ακαλλιέργητου; Σκέφτηκαν ποτέ οι ιθύνοντες, η πολιτεία αλλά και οι καλλιτέχνες που εμπλέκονται, να πραγματοποιήσουν  σεμινάρια για το θέατρο και την σύγχρονη τέχνη γενικότερα και να εξηγήσουν  στους θεατές που παρακολουθούν τις παραστάσεις, πολλά από αυτά που τώρα συζητάμε;

    Ένα άλλο ζήτημα που τείνει να γίνει τάση και που έχει αρχίσει να αγγίζει και την Επίδαυρο,  είναι  ένας ιδιότυπος “νατουραλισμός” πολλών σύγχρονων έργων. Αναφέρω  κάποιες χαρακτηριστικές σκηνές από  τρεις  αξιόλογες φετινές καλοκαιρινές παραστάσεις  για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα . Στο “Καζιμίρ και Καρολίνα”,  ένας δικαστικός “πηδάει”, στο Ηρώδειο,  μια πόρνη πάνω σε ένα αυτοκίνητο με πεσμένα τα παντελόνια, χεσμένος (κυριολεκτικά, ελπίζουμε με μακιγιάζ), στα πλαίσια της κινηματογραφικής εγκατάστασης του Άγγελου Φρατζή «Μέσα στο Δάσος» ένας άντρας παίρνει υποβρύχια “πίπα” σε έναν άλλο άντρα  και  σε άλλη σκηνή επιδίδεται σε ολοκληρωμένο αυνανισμό, που βλέπουμε σε  διαρκές πλάνο,  στην ομότιτλη ταινία που προβαλλόταν σε προτζέκτορα στο βάθος, στο «Όργιο της Ανεκτικότητας» του Γιαν Φαμπρ ένας ήρωας  περιτριγυρίζει γυμνός  την σκηνή του Παλάς, με ένα όπλο χωμένο στον πρωκτό του.  Το φαινόμενο αυτό κινδυνεύει να οδηγήσει τα πράγματα αισθητικά σε ένα πρόωρο “μπούκωμα»,  σε έναν ακατάσχετο κορεσμό,  που θα έχει ως αποτέλεσμα την κυνική απαξίωση του συναισθήματος, του έρωτα, του σεξ και πολλών άλλων “απαρχαιωμένων” εννοιών που άνθισαν τον 20ο αιώνα.

    Μετά την δεκάλεπτη  προπέρσινη “πίπα” στον εαυτό του, του ήρωα της αξιόλογης περσινής ταινίας “shortbus”, τον πραγματικό έρωτα που κάνουν οι ηθοποιοί με “σκηνοθετική οδηγία” σε αρκετές από τις σύγχρονες ταινίες, νομίζετε ότι είναι μακριά η εποχή που ο Καραθάνος (ενδεικτικά αναφέρεται ο Καραθάνος) με “σκηνοθετική οδηγία”,  εκτός από το πουκάμισο,  θα βγάλει και τα υπόλοιπα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου; Η τέχνη του 20ου αιώνα κονταροχτυπήθηκε γενναία με τον νατουραλισμό, ο οποίος,  επανέρχεται , περήφανος νικητής και τροπαιούχος,  όχι από το παράθυρο,  αλλά από την κύρια είσοδο της σύγχρονης τέχνης. Η “αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι” μας, πετάει εσπευσμένα το αβάσταχτη και μεταμορφώνεται σε σκέτη “ελαφρότητα”, αλλά δυστυχώς για μας δεν συμβαίνει το ίδιο με το “κοστούμι” των δομών που από αντιδραστικές γίνονται αντιδραστικότερες.

    Με δύο λόγια: Δεν απορρίπτουμε ούτε την αισθητική του σοκ, ούτε την «υστερική» έκφραση των ηθοποιών μιας παράστασης, ενταγμένη με πετυχημενο ή λιγότερο πετυχημένο τρόπο στο ιδεολογικό πλαίσιο μιας νεωτερικής σκηνοθεσίας, ούτε την νατουραλιστική παρουσίαση και απεικόνιση των ζωϊκών, ζωωδών λειτουργιών του σύγχρονου ανθρώπου στη σκηνή. Και χαιρόμαστε πραγματικά που την υπερ-καταπιεστική εποχή της γενιάς μας,  που ανδρώθηκε την δεκαετία του 70 και του 80,  διαδέχτηκε μια εποχή ελεύθερης και ευκολότερης καλλιτεχνικής έκφρασης, αποκαθήλωσης των αυθεντιών, και μεγαλύτερης προσβασιμότητας στα ερωτικά ζητήματα . Αλλά για να κάνουμε και λίγο χιούμορ μήπως το “παραχέσαμε”; Τα εισαγωγικά θα είναι άχρηστα, έτσι όπως βαδίζουμε, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

    Και πολύ απλά μετά τι; Τι έπεται; Τα ανθρώπινα, ειδικά με τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής που έχουμε επιλέξει να ζούμε, δεν είναι ανεξάντλητα.

    Αναφερόμαστε στον όρο «ελαφρότητα» σε σχέση με τον όρο «βαρύτητα», εννοώντας «ελαφρότητα» την σύγχρονη μετανεωτερική διάθεση να βλέπουμε και να παρουσιάζουμε, ειδικά στην τέχνη, τα πράγματα ευκολότερα, χωρίς το ειδικό τους βάρος, παρωδιακά πολλές φορές και ταυτόχρονα “πρωτότυπα” και “πρωτοποριακά”, κάτι που σίγουρα έχει και αυτό την γοητεία του.

    Μπορεί να φανώ αναχρονιστικός σε κάποιους, αλλά το πνευματικό στοιχείο του αγέλαστου , ντοστογιεφσκικού, μεταφυσικού στα όρια του μυστικισμού, «αντιδραστικού» χριστιανού, ποιητή Αντρέι Ταρκόφσκι, εξακολουθεί να μου φαντάζει ριζοσπαστικό και πρωτοποριακό, βαθύ πνευματικό και απείρως πιο ελκυστικό από το πνεύμα πολλών σύγχρονων έργων, όσο και αν πολλά από αυτά ασκούν πάνω μου μεγάλη και γοητευτική επίδραση και το λέει αυτό ένας άθεος και ηδονιστής.

    Έχει και η βαρύτητα τη χάρη της και σε εποχές τόσο δύσκολες και επιφανειακές, έχουμε όλο και περισσότερο ανάγκη το πνευματικό στοιχείο και την ενασχόληση με το βάθος των πραγμάτων.


    PERSES5


    Ας αφήσουμε λοιπόν απέξω την Επίδαυρο, δεν “χρωστάει” τίποτα να “πληρώσει τα σπασμένα» γιατί εμείς όλοι , αλλά ειδικότερα οι καλλιτέχνες οι περισσότεροι καταπιεσμένοι πρώην αριστεροί , που δεν ζήσαμε όσα έπρεπε, τότε που έπρεπε, έστω λόγω των δύσκολων συνθηκών και των αυταρχικών δομών, τώρα απαλλαγμένοι από την «υποχρέωση» αλλαγής της κοινωνίας, νοιώθουμε την ανάγκη να ελαφρύνουμε τα πράγματα για να τα απολαύσουμε καλύτερα, εξ ου και η μετανεωτερικότητα. Καλό είναι που συμβαίνει αυτό και ήταν απαραίτητο να συμβεί αλλά μην το βαφτίζουμε απαραίτητα “μεγάλη τέχνη”. Η εύκολη και γρήγορη ανάδειξη ταλέντων σε όλους τους τομείς του καλλιτεχνικού και στην περίπτωση μας του θεατρικού χώρου (σκηνοθεσία, υποκριτική κλπ),  που οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό,  σε οικονομικούς λόγους (σκεφτείτε την Επίδαυρο κλειστή, μια εβδομάδα έκλεισε και ποιος ξέρει τι συνέπειες είχε αυτό στα οικονομικά του φεστιβάλ) και η εύκολη προσβασιμότητα  τους στην Επίδαυρο,  δεν οδηγεί απαραίτητα στην “μεγάλη τέχνη”. Πιο πιθανό είναι να οδηγήσει σταδιακά στο τέλος του θεσμού των Επιδαυρίων και της «διδασκαλίας» του αρχαίου δράματος. Αν είναι να συμβεί αυτό , ας μην γίνει πριν της ώρας του ή τουλάχιστον ας γίνει με διαφάνεια και με ενημερωμένο τον κόσμο.

    Δεν μπορεί να καταλύεται βίαια το «καθεστώς της Επιδαύρου», που είναι από τα πιο δημοκρατικά και για τους καλλιτέχνες και για το κοινό. Στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου η σχέση θεατών και καλλιτεχνών καθίσταται απαιτητική, αμοιβαία και ισότιμη. Απλά ο καθένας με τα όπλα του (είναι γνωστό το πρόβλημα της καλλιτεχνικής παιδείας στην χώρα και δεν αγγίζει μόνο τους θεατές αλλά και τους καλλιτέχνες) και με την τήρηση των συμβάσεων, των συμφωνημένων. Και εδώ και αρκετό καιρό, τα συμφωνημένα δεν τηρούνται, για αυτό είχαμε τα περσινά γεγονότα με την «Μήδεια» και τα φετινά με τους «Πέρσες», που όλο και θα πληθαίνουν και το ζήτημα θα μεταφράζεται ως «κόντρα» νεωτερικών δημιουργών και θεατών ενώ δεν είναι έτσι, γιατί οι ίδιοι πάνω -κάτω θεατές, αφού το κοινό δεν είναι ενναίο,  χειροκροτούν σε άλλους χώρους τον Καστελούτσι, τον Γιαν Φαμπρ, τον Κασίερ, τον Μαρτάλερ.

2 σκέψεις σχετικά με το “Αν δεν μας διακατέχει (ως κοινότητα) σφοδρή και ειλικρινής επιθυμία να πάμε στην Επίδαυρο, γιατί επιμένουμε τόσο να έρθει η Επίδαυρος σε εμάς; Διασκευές και Επίδαυρος, του Γιάννη Καραμπίτσου

Add yours

  1. Διαφώνω, μάλλον ριζικά, με το πνεύμα καθώς και με βασικές παραδοχές που το κείμενό σας θεωρεί δεδομένες (κυρίως όσον αφορά το «πνεύμα του έργου» που προϋποτίθεται ότι μας / σας είναι γνωστό). Ωστόσο πρωτίστως θα με ενδιέφερε μια διευκρίνιση: θεωρείτε όντως παραστάσεις σαν αυτή του Βασίλιεφ ή του Γκότσεφ «ελαφρές»;

  2. Καταρχήν σε μια γρήγορη περιδιάβαση του κειμένου δεν είδα παρά δυο αναφορές στην Μήδεια μία για τον Βασίλιεφ που σκηνοθέτησε πρώτη φορά στην Επίδαυρο και αυτό δεν είναι μομφή και μια στο τέλος που αναφέρει ότι επειδή δεν τηρούνται τα συμφωνημένα, δηλαδή στην Επίδαυρο να ανεβαίνουν παραστάσεις “διδασκαλίες” αρχαίου δράματος έγιναν τα περσινά επεισόδια κλπ. Δεν αναφέρω πουθενά ότι η Μήδεια είναι «ελαφριά», ούτε την βάζω στην ίδια μοίρα με τους Πέρσες που και αυτοί είχαν καλά στοιχεία, αλλά η Μήδεια ήταν, πάντα κατά την άποψή μου μια πολύ καλύτερη παράσταση. Την είδα 4 φορές, Επίδαυρο, Πάτρα, 2 φορές Ηρώδειο όπου την βιντεοσκόπησα κιόλας.

    Με την έννοια που αναφέρω την «ελαφρότητα», ως στοιχείο της μετανεωτερικότητας και η Μήδεια θα μπορούσε τηρουμένων των αναλογιών να ενταχτεί. Το θέμα είναι τεράστιο, φέτος το καλοκαίρι είδα κοντά στις 30 παραστάσεις, όπου μου άρεσαν η συντριπτική πλειοψηφία και ήταν όλες σχεδόν μετανεωτερικές. Το πνεύμα του κειμένου μου, που όπως λέτε διαφωνείτε και καλά κάνετε, μιλούσε όχι γενικά αλλά ειδικά για την Επίδαυρο και την χρησιμότητά της. Δεν ήταν κατά των μοντέρνων παραστάσεων, αλλα κατά του να παίζονται εκεί ελεύθερες διασκευές . Αφήνοντας στην άκρη την Μήδεια που όπως σας είπα δεν την είχα στο μυαλό μου για το κείμενο, παρά μόνο για ότι έγινε σε σχέση με τους θεατές, θα απαντήσω στην ερώτησή σας για τους Πέρσες και για την Άλκηστη, με αφορμή αυτές τις δύο παραστάσεις γράφτηκε το κείμενο, χωρίς σε καμιά περίπτωση να τις θεωρώ άσχημες παραστάσεις και υπαίτιες για ότι το κείμενο καταλογίζει. Για αυτό τονίζω το με αφορμή. Επίσης αναφέρω μια σειρά παραδείγματα από παραστάσεις που παίχτηκαν φέτος το καλοκαίρι σε άλλους χώρους.

    Το κείμενο δεν αναφέρεται μόνο στην “ελαφρότητα” αλλά και σε έναν ιδιότυπο νατουραλισμό με τον οποίο συνδέει περισσότερο την Άλκηστη και τους Πέρσες και μια σειρά έργων ξένων κυρίως σκηνοθετών που αναφέρω ενδεικτικά κάποιες σκηνές τους. H Άλκηστη “πάσχει” πάντα κατά την άποψή μου και από τα δύο, οι Πέρσες περισσότερο και ειδικότερα στο τέλος από αυτό τον ιδιότυπο νατουραλισμό.

    Πιο συγκεκριμένα, αφού το θέτετε, παρόλο που δεν ήθελα να αναφερθώ περισσότερο, πέραν των κειμένων που έγραψα, εν συντομία, σας λέω, το πνεύμα του έργου είναι σίγουρα κάτι υποκειμενικό και έτσι δικαιούστε να γράφετε αυτό που γράψατε. Όμως μια και αναφέρατε και την Μήδεια, οι μετανεωτερικές ελεύθερες διασκευές αρχαίου δράματος (βλέπε και Καστελούτσι) υπηρετούν σε τεράστιο βαθμό το ιδεολόγημα του σκηνοθέτη (άσχετα ποιο είναι αυτό) και πολύ λιγότερο το έργο αφού ενόχλησε η φράση “πνεύμα του έργου”.

    Και αυτό συνέβη, πάντα κατά την άποψή μου και στην Μήδεια και στην Άλκηστη και στους Πέρσες. Στην Άλκηστη βέβαια λιγότερο και με άλλο τρόπο. Η άποψη και των τριών δημιουργών ήταν η δική τους άποψη για την σύγχρονη πραγματικότητα, μεταφερμένη και διαποτίζοντας το έργο και όχι το αντίστροφο. Στην Μήδεια η άποψη αρένα που ενσωματώνει και υποδαυλίζει με την διάταξή της και την σκηνοθετική προσέγγιση, την κόντρα με τους θεατές, κρύβει μια ιδεαλιστική αντιδραστική προσέγγιση κατά βάθος για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά το πρόβλημα δεν είναι εκεί αλλά στο ότι αυτό το ιδεολόγημα μεταφέρεται στο έργο.

    Στην Άλκηστη η σύγχρονη κυνική και ισοπεδωτική αντίληψη για τα πράγματα μεταφέρεται στο έργο και στην εποχή του Ευριπίδη, όχι αυθαίρετα αφού σε ένα πρώτο επίπεδο η παράσταση φαίνεται να σέβεται και το κείμενο και το περιβόητο “πνεύμα” του έργου. Και τέλος στους Πέρσες η καλύτερη περίπτωση ιδεολογικά, το θεμιτό ιδεολόγημα, που είναι η καταγγελία της παράλογης εξουσίας, υποβαθμίζει σε επίπεδο αισθητικής απόδοσης και περιεχομένου του έργου τα άλλα επίπεδα του, που είναι η τραγωδία του ίδιου του Πέρσικου λαού που ο Αισχύλος αντιμετωπίζει με τόση μεγαλοσύνη. Η αντικατάσταση των Περσών από Περσίδες διατηρώντας το ενδιαφέρον της και το παρωδιακό τέλος, με όλα τα μπρεχτικά κλπ αυτό επιτυγχάνει. Πάντα κατά την άποψή μας. Επιγραμματικά αυτά γιατί τα ζητήματα που θέτετε σηκώνουν πολύ κουβέντα.

    Που συνδέονται όλα αυτά με την “ελαφρότητα” και την μετανεωτερικότητα; Απλά οι σύγχρονοι περισσότεροι καλλιτέχνες παρόλα τα καλά στοιχεία που σίγουρα έχουν, δεν αντέχουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν, αναλύσουν και αντιμετωπίσουν το “βάρος” της νέας εποχής. Που έφερε την αμφισβήτηση της αυθεντίας και της αισθητικής του 20ου αι που είχε βασιστεί σε μαρξιστικές αρχές σε ένα μεγάλο βαθμό, που έδωσε περισσότερο σημασία στην έκφραση παρά στην αισθητική αυτής της έκφρασης, που ελευθέρωσε σε ένα μεγάλο βαθμό από τις καταπιέσεις του 20ου αι, υποκύπτοντας όμως σε μια “αυθαιρεσία”, ιδεαλιστικής και μυστικιστικής πολλές φορές φύσης, για αυτό οι θεατές σε παραστάσεις σαν την Μήδεια και τους Πέρσες αλλά με άλλο τρόπο και την Άλκηστη, φεύγουν χωρίς να καταλάβουν καλά-καλά τι έχει γίνει.

    Έτσι η αμφιβολία των θεατών και η άγνοιά τους βαφτίζεται νίκη της “μεγάλης τέχνης” που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει, οι θεατές ρατσιστές εθνικιστές κατά των Βούλγαρων και Ρώσων και όσοι θα ήθελαν μια παράσταση μοντέρνα αλλά που να υπηρετεί και το έργο και όχι το ιδεολόγημα του δημιουργού νοσταλγοί της χλαμύδας.

    Κλείνοντας η μετανεωτερική διάθεση των περισσότερων δημιουργών εκφραζόμενη με λύσεις παρωδιακού τύπου που φτάνει ως τη φάρσα πάμπολλες φορές και με νατουραλιστικές εμμονές όπου όλα απεικονίζονται στην σκηνή, που ελαφρύνουν και εξευτελίζουν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, αποτελεί περισσότερο μια εκδήλωση ενάντια στα απωθημένα που άφησε ο 20ος αι και που ας μην ξεχνάμε συμμετείχαμε και εμείς, παρά σαν έκφραση “μεγάλης τέχνης”. Υποκειμενική άποψη, δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε όλοι.

    Μου άρεσε ο Καστελούτσι, ο Μαρτάλερ, ο Ουραμντάν, ο Γιαν Φάμπρ και άλλοι πολλοί που είδα στις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών φέτος το καλοκαίρι, θεωρώ ότι η τέχνη που βλέπουμε σήμερα παρουσιάζει μεγάλο αισθητικό και ιδεολογικό ενδιαφέρον, χαίρομαι που ζω σε αυτή την εποχή, κάθε εποχή που έχει τέχνη θα μου αρέσει, αλλά δεν παύει πάντα κατά την άποψή μου να είναι μια κατά βάση παρακμιακή εποχή, όπου “η ελαφρότητα του είναι” εκφράζεται κουραστικά ατομικιστικά, χωρίς την ηδονή της δημιουργικής συλλογικότητας και συμμετοχής.

    Ελαφρύνουμε κυρίως δια της τέχνης και της καταναλωτικότητας τα πράγματα, τα καθιστούμε όλα ισότιμα, όλοι πανεύκολα μπορούμε να κάνουμε τέχνη που μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί και μεγάλη αφού κανείς δεν έχει πλέον την ικανότητα να την κρίνει και έχει σίγουρα όλο αυτό την γοητεία και την αξία του, για να μην κάνουμε μια απλή παραδοχή ότι μπορεί να έσφαλλαν σε πολλά όσοι είχαν μαρξιστικές καταβολές, μπορεί και ο ίδιος ο Μαρξ να έσφαλλε κάπου, άνθρωπος ήταν και αυτός, αλλά εκεί δυστυχώς για μας που δεν έσφαλλε ήταν στην ύπαρξη του καπιταλισμού και στην διαλεκτική ανάλυσή του.

    Ο καπιταλισμός έχει βαρύτητα, έχει βάθος και οι επιφανειακές, παιχνιώδεις, «ελαφριές” μετανεωτερικές προσεγγίσεις των περισσότερων έργων της σύγχρονης τέχνης, αποφέρουν εντέλει περισσότερα χρήματα, περισσότερη δόξα, όχι πρωινό ξύπνημα και οχτάωρο στους καλλιτέχνες και εγώ υπέρ είμαι σε αυτό, μερικές ενδιαφέρουσες πραγματικά παραστάσεις, αλλά όχι πάντα και απαραίτητα μεγάλη τέχνη. Οι “αρπαχτές” πληθαίνουν επικίνδυνα, ο κόσμος βυθίζεται όλο και περισσότερο στην άγνοια και αντί να του παρασχεθεί γνώση και δυνατότητα για διαλεκτική βαθιά κριτική σκέψη, του ρίχνουμε και το ανάθεμα.

    Περισσότερη διαλεκτική λοιπόν άρα ισορροπία στο αντιθετικό δίπολο “ελαφρότητα και βαρύτητα”, οι Πέρσες δεν ανήκουν στις κατά βάση “ελαφριές” παραστάσεις, ήταν άλλες οι αδυναμίες της και κάποιες από αυτές ανέφερα στο σχόλιο αυτό αλλά και στην κριτική μου. Μόνο ειδωμένο μέσα από την διαλεκτική το κείμενο μου , που σίγουρα φέρει πολλές δομικές αδυναμίες λόγω και της βιασύνης που γράφτηκε, μπορεί πάντα κατά την άποψή μου, να γίνει κατανοητό.

    Ελπίζω, να σας κάλυψα, άσχετα αν συμφωνούμε ή όχι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: