“Δοκίμια θεωρίας και κριτικής κινηματογράφου. Ποιητική μιας άλλης πραγματικότητας”, του Νίκου Κολοβού ενός από τους ελάχιστους θεωρητικούς του σινεμά που γνώρισε η Ελλάδα. Γιατί άραγε; Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

image

Ο Νίκος Κολοβός (1938-2005) κριτικός και θεωρητικός κινηματογράφου με κύριο επάγγελμα την δικηγορία ήταν  ένας λάτρης του κινηματογράφου, παρά ένας επαγγελματίας.  Μαζί με τον Γιώργο Διζικιρίκη που πέθανε πέρυσι και ορισμένους άλλους που δεν ξεπερνούν τους 10, αποτελούν  το “άλλοθι” μιας χώρας που υστερεί κατάφωρα στα θέματα της κινηματογραφικής παιδείας σε όλους τους τομείς, με προεξέχοντα αυτόν της κινηματογραφικής θεωρίας. Εκτός από το Σινεμά, δεν υπάρχει κανένα άλλο κινηματογραφικό περιοδικό, όπως παλιότερα ο Σύγχρονος Κινηματογράφος, η Οθόνη, τα Κινηματογραφικά Τετράδια ή και το Φιλμ του Θανάση Ρεντζή που να δίνει έμφαση στην θεωρία και την αισθητική του κινηματογράφου. Και η δική μας προσπάθεια ανάμεσα στο 2000 και 2003 με την έκδοση του  έντυπου Camero Stylo απέβη άκαρπη. Θέμα για μεγάλη ανάλυση, κάποιες παραμέτρους θίγει στο κείμενό του “η κρίση της κριτικής κινηματογράφου”, απόσπασμα από το οποίο επισυνάπτουμε ο Νίκος Κολοβός.

Επιγραμματικά και απλουστευτικά λέμε το εξής: οι συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ελλήνων έχει ασπαστεί την ιδεολογία του “χειροπιαστού”. Δεν πραγματοποιεί τίποτα και ειδικά τίποτα δημιουργικό, αν αυτό δεν του επιφέρει όφελος, “χειροπιαστό” αποτέλεσμα. Σε αυτό “συνηγορεί” με τον πιο ιδανικό τρόπο το έλλειμμα κινηματογραφικής, πολιτιστικής και συνολικότερης παιδείας και καλλιέργειας, για το οποίο την κύρια ευθύνη φέρει η πολιτεία. Όσον αφορά τον κινηματογράφο σημαντική, κάτω από προϋποθέσεις,  μπορεί να αποβεί η συνδρομή της κινηματογραφικής πανεπιστημιακής σχολής στην Θεσσαλονίκη, στα ζητήματα της κινηματογραφικής θεωρίας και πράξης.

Το περιοδικό μας, η Καλλιτεχνική Διάδραση που το “εκδίδει”,  δεν έκατσαν με σταυρωμένα χέρια. Δημιούργησαν το “Σχολείο του Σινεμά”, κομμάτι του οποίου αποτελεί το “Σχολείο Θεωρίας, Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου “Βασίλης Ραφαηλίδης” που θα αρχίσει την λειτουργία του από τα μέσα Οκτωβρίου 2009 και  δεν στοχεύει σε καμιά περίπτωση (και πως θα μπορούσε άλλωστε)  να υποκαταστήσει την δημόσια παιδεία, την αναγκαιότητα μιας ακαδημίας κινηματογράφου, που τώρα τελευταία πάψαμε καλά-καλά να την αναφέρουμε κιόλας. Γ.Κ.

Ο κινηματογράφος είναι μια άλλη «πραγματικότητα». Αναπαράσταση και αναφορά στην αισθητική, την ονειρική, τη φυσική, την κοινωνική και ανθρωπολογική πραγματικότητα. Με δύο λέξεις, στην «πραγματική πραγματικότητα». Κάθε ταινία αποτελεί τεχνική και λεκτική κατασκευή μιας άλλης πραγματικότητας που η προβολή της καθίσταται δυνατή χάρη στη διαμεσολάβηση τεχνικών μέσων κα ιτη λειτουργία πολλών οπτικών, ηχητικών και νοητικών κωδίκων. Μύθος και ντοκουμέντο στον κινηματογράφο δεν αντιγράφουν την πραγματικότητα, αλλά την ανάγουν σε φιλμική εικόνα, ήχο και λόγο, δηλαδή σε αποσπασματικό μέρος μιας άλλης τάξης πραγμάτων.

Τα δοκίμια του βιβλίου αυτού, αναφερόμενα σε θέματα θεωρίας και κριτικής, ανιχνεύουν αυτή την άλλη «πραγματικότητα» του κινηματογράφου. Μιλούν για την «ποιητική» του, την οποία δε συνιστά μόνο η ανάγνωση και η ερμηνεία των φιλμικών κειμένων αλλά και μια γενικότερη θεώρηση, περιγραφή και ανάλυση των φιλμικών γεγονότων· εκφέρουν ένα λόγο πάνω στο λεκτικό του κινηματογράφου και την κοινωνική λειτουργία του.

Το βιβλίο αυτό δεν έρχεται να συμπληρώσει κάποιο κενό, αλλά να επισημάνει κάποια προβλήματα που έχουν διάρκεια.

  • Μακέτα εξωφύλλου: Μαρία Κωνσταντακάκη
  • Χαρτόδετο
  • ISBN: 960-03-1063-7
  • σελ. 248
  • 20 Μαΐου 1993
  • Τιμή: € 12,00

Η κρίση της κριτικής κινηματογράφου (απόσπασμα)

“Σε κάθε περίπτωση τι έχει αλλάξει στο χώρο της καπιταλιστικής κοινωνίας και τι στο χώρο της κουλτούρας; Με τι μπορούν να υποκατασταθούν τα θεωρητικά και γνωστικά εκείνα θεμέλια; Το ερώτημα αν ο κινηματογράφος και οι ταινίες-κείμενα εντάχθηκαν χωρίς όρους στο κύκλωμα της παγκόσμιας βιομηχανίας της κουλτούρας, και άρα είναι κατεξοχήν μέσα επικοινωνίας και ψυχαγωγίας, δεν απαντήθηκε επαρκώς, ορθά και μεθοδικά. Η κριτική μοιράζεται την προσωρινή αμηχανία στην οποία περιέπεσε η θεωρία. Κινδυνεύοντας έτσι να καταληφθεί από μακάρια άγνοια ή φιλάρεσκη αφασία.
Τα ανοίγματα (οι γρίλιες) απ’ τα οποία η κινηματογραφική κριτική έβλεπε και κατέγραφε αξίες ηθικές και αισθητικές έκλεισαν, γιατί η μαζική κουλτούρα επέβαλε την ηθική της ψυχαγωγίας και του πολλαπλασιαζόμενου κέρδους. Μπροστά σ’ αυτές τις επιτακτικές αρχές οι κοινωνικές αξίες, το ανθρωπιστικό όραμα, η αισθητική συγκίνηση και το καλό γούστο εκτιμάται με εμπορευματικά κριτήρια. Η κριτική μπροστά σ’ αυτή την καταιγιστική ισοπέδωση και την κυριαρχία της ψυχρής ομοιομορφίας έμεινε απαθής και άοπλη. Η αισθητική του χρονικά καινούριου και η ηθική του οικονομικά κερδισμένου επέβαλαν και στην κριτική τη δημιουργική απραξία και απαξία.
Ο θεσμός της κριτικής, όπως γράψαμε παραπάνω, αμφισβητείται και περιφρονείται πια ως πολυτελής ή παντελώς άχρηστος. Γιατί φαίνεται να μην έχει να προσθέσει τίποτα στα απαστράπτοντα εμπορεύματα που αποτελούν στο μέγιστο ποσοστό τους οι ταινίες-κείμενα. Γιατί αδυνατεί αντικειμενικά ν’ ανοίξει διάλογο με τα έργα και τους δημιουργούς τους, που έγιναν άριστοι κατασκευαστές χωρίς όμως έμπνευση. Γιατί η ιδιότητα της ταινίας ως εμπορεύματος και η καθολική αναγνώριση της ως τέτοιας απ’ το αδρανές κοινό έχουν αποστο-μώσει και την κριτική. Ακόμα κι αν θελήσει να διαφωνήσει, δεν ακούγεται παρά ως ένας παράξενος ψίθυρος. Φτάσαμε να έχουμε στο τέλος της δεκαετίας του ’90 πληθώρα κειμένων (βιβλίων, μελετών, μονογραφιών κτλ.) για τον κινηματογράφο. Ένα παθιασμένο κοινό μειοψηφίας τα διαβάζει. Συνειδητοί κινηματογραφόφιλοι επιζούν ακόμα και σε μικρά οικιστικά κέντρα. Κοινό όμως που να χρειάζεται ή να διαβάζει κριτικά κείμενα δεν υπάρχει, γιατί έχει αλλοτριωθεί σε απελπιστικό βαθμό.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο έχει πάρει άλλες διαστάσεις. Πριν προλάβει η κριτική κινηματογράφου να αναγνωριστεί ως θεσμός και η λειτουργία της να αποφέρει καρπούς (γύρω στη δεκαετία του 70), άρχισε να παρακμάζει ραγδαία. Κοντά στην ανάπηρη ελληνική κοινωνία, τη χωλή κουλτούρα της και το φτωχό ελληνικό κινηματογράφο. Η συντεχνιακή διαμάχη που αναζωπυρώνεται κατά περιόδους μεταξύ των θεσμικών οργάνων, οι εκκεντρικοί ή ασυνάρτητοι διάλογοι μεταξύ των «δημιουργών» και ακριτικών», η διόγκωση της κατηγορίας των δημοσιογράφων κινηματογράφου σε βάρος των άλλων δύο κατηγοριών αυτή την κατάπτωση αποδεικνύουν. Ο ειδικευμένος (περιοδικός) Τύπος, στον οποίο έχουν καταφύγει ή απομονώθηκαν όσοι πιστεύουν ακόμα στο θεσμό και στο ρόλο της κριτικής, φυτοζωεί. Προσθέτοντας σ’ αυτά τη σπανιότητα ή την ανυπαρξία θεωρίας κινηματογράφου και την παντελή έλλειψη κινηματογραφικών σπουδών, ο ορίζοντας στενεύει ασφυκτικά και γίνεται ζοφερός.

Ερωταποκρίσεις

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορεί να διαβλέψει κανείς κάποιο αισιόδοξο μέλλον; Ναι, αν πιστεύει ακόμα, όπως ο γράφων, ότι η κινηματογραφική κριτική δεν είναι «ένας λόγος για ερασιτέχνες», αλλά, αντίθετα, «είναι μια αποφασιστική και μαχητική δύναμη στην πάλη για τη διαμόρφωση της ζωής των ανθρώπων» (George Steiner) και του κινηματογράφου ως τέχνης και μέσου μαζικής επικοινωνίας. Αν δέχεται τον επαναπροσδιορισμό του παραδοσιακού ρόλου του κριτικού με «την ικανότητα ανάλυσης, τη γνώση, το γούστο της ανακάλυψης, το στιλ της γραφής (περιλαμβανομένης και της τέχνης να ξέρει να δίνει με λέξεις την οπτική άποψη μιας ταινίας, τον επικοινωνιακό ενθουσιασμό, την αίσθηση της αισθητικής ιεραρχίας» [Michel Ciment, ό.π.]). Αν βλέπει τον κριτικό ως επαρκή αναγνώστη και σχολιαστή μιας σύνθετης συμβολικής πραγματικότητας και των σημαινουσών πρακτικών που τη διαμορφώνουν, μέσα στην οποία ο κινηματογράφος έχει εξέχουσα θέση. Αν αμφισβητεί τις κυρίαρχες μορφές της μαζικής κουλτούρας ή θέλει να συμβάλει στην ανατροπή των μορφών της εκείνων που οδηγούν στην εκβαρβάρωση, την αναισθησία, την αποβλάκωση των ανθρώπων. Είναι γεγονός ότι ο κριτικός λόγος άνθησε σε κρίσιμες και κοσμογονικές για την κοινωνία και τον κινηματογράφο ιστορικές περιόδους. Είναι όμως επίσης βέβαιο ότι σε περιόδους αποχαύνωσης, αποδεκτών αδιεξόδων, ομοιομορφισμών, φίνας βιομηχανοποίησης της κουλτούρας και αν-αισθησίας, όπως αυτή που διερχόμαστε, καθίσταται περισσότερο αναγκαίος”.

image

Ο Νίκος Κολοβός (1938-2005), γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε νομικά και διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, με έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Με τον κινηματογράφο ασχολήθηκε από το 1960 με σειρά κριτικών και θεωρητικών κειμένων. Υπήρξε από τους βασικούς συντάκτες της δεύτερης, μεταπολιτευτικής περιόδου του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος». Στη συνέχεια, χωρίς να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, συνεργάστηκε με τις εκδόσεις «Αιγόκερως» και με τις εκδόσεις του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και δίδαξε κινηματογράφο στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Ήταν επίσης διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και συνεργάστηκε με το Τμήμα Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Ο Νίκος Κολοβός υπήρξε, επίσης, δεινός ορειβάτης, και έγραψε και δημοσίευσε, εκτός των άλλων, κείμενα για την ελληνική φύση και το περιβάλλον, περιηγητικές εντυπώσεις από το Πήλιο, κ.ο.κ.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2008)
Νίκος Κολοβός: Για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, Αιγόκερως

(2008)
Τα αινίγματα της Σφίγγας, Συλλογή

(2006)
Η γυναίκα στον κινηματογράφο, Αιγόκερως

(2005)
Γιώργος Πανουσόπουλος, Αιγόκερως

(2003)
Fritz Lang, Καστανιώτη

(2002)
Shohei Imamura, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(2002)
Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [εισήγηση]

(2002)
Κινηματογραφημένες πόλεις, Πατάκη

(2001)
Carl Dreyer, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(2001)
Luchino Visconti, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(2001)
Κριτική κινηματογράφου, Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου

(2000)
Jules Dassin, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(2000)
Luis Buñuel, Καστανιώτη

(2000)
Κινηματογράφος, Καστανιώτη

(1999)
Robert Bresson, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(1997)
Pier Paolo Pasolini, Αιγόκερως

(1996)
Lucian Pintilie, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

(1995)
Krzysztof Kieslowski, Καστανιώτη

(1995)
Μιχάλης Κακογιάννης, Καστανιώτη

(1993)
Δοκίμια θεωρίας και κριτικής κινηματογράφου, Καστανιώτη

(1990)
Θόδωρος Αγγελόπουλος, Αιγόκερως

(1989)
Η γυναίκα στον κινηματογράφο, Αιγόκερως

(1988)
Κοινωνιολογία του κινηματογράφου, Αιγόκερως

(1972)
Δοκίμια για το Μπρεχτ, Πύλη, [μετάφραση]

Δημοσιεύτηκε στο site του Ε.ΚΕ.ΒΙ. βιβλιοnet

http://www.biblionet.gr

«Έφυγε» ο θεωρητικός του σινεμά

Μια εξέχουσα προσωπικότητα της θεωρητικής σκέψης στην Ελλάδα, ο κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου Νίκος Κολοβός πέθανε την περασμένη Παρασκευή σε ηλικία 67 ετών. Η κηδεία του έγινε την επομένη στον Βόλο, την πόλη όπου έζησε και εργάστηκε. Ήταν, άλλωστε, γνωστός δικηγόρος και επί σειρά ετών πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου.

Ο Νίκος Κολοβός δίδασκε επίσης κινηματογράφο στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ενώ μαζί με τον κριτικό κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη ήταν οι πρώτοι Ελληνες κριτικοί που προσέγγισαν αναλυτικά την πολυσημία του κινηματογραφικού έργου του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Από τις εκδόσεις «Αιγόκερως» κυκλοφορεί άλλωστε η μονογραφία που έκανε για τον Έλληνα σκηνοθέτη με τίτλο «Θόδωρος Αγγελόπουλος». Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορούν ακόμα τα βιβλία του: «Κοινωνιολογία του κινηματογράφου», «Η γυναίκα στον κινηματογράφο». Σημαντικά βιβλία του Νίκου Κολοβού είναι επίσης: «Το κωμικό στον κινηματογράφο (εκδ. «Οθόνη»), «Κινηματογράφος η τέχνη της Βιομηχανίας», «Δοκίμια θεωρίας και κριτικής του κινηματογράφου» (εκδ. «Καστανιώτης») κ.ά. Τακτική ήταν η αρθρογραφία του για τον κινηματογράφο σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά, όπως «Λέξη», «Οθόνη», «Διαβάζω», «Πόρφυρας» κ.ά. Ηταν επίσης διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου ενώ συνεργάστηκε με το Τμήμα Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου.
Είχε μεταφράσει Φρανσουά Αλμπερά, «Για έναν διαλεκτικό κινηματογράφο», Βάλτερ Μπένγιαμιν, «Δοκίμια για τον Μπρεχτ» (εκδ. Πύλη) κ.ά.

Ο Νίκος Κολοβός γεννήθηκε το 1938. Σπούδασε Νομικά. Διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου και ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση. Με τον κινηματογράφο ασχολήθηκε με πάθος από το 1960. Ξεκίνησε κάνοντας κριτική και πέρασε αργότερα στη θεωρία και την κοινωνιολογία του κινηματογράφου. Οι φίλοι και συνάδελφοί του μνημονεύουν την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα, την ποιότητα της σκέψης του, την ευγένεια του χαρακτήρα του και εν γένει την απώλεια μιας αληθινά φωτεινής προσωπικότητας.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 20/08/2005

Είναι πάντα δύσκολο να αποχαιρετάς σπουδαίους ανθρώπους, είναι, όμως, ακόμη πιο δύσκολο να λες οριστικά αντίο σε συνεργάτες και φίλους. Ο Νίκος Κολοβός υπήρξε και τα δύο: ένας εξέχοντας θεωρητικός του σινεμά, αλλά κι ένας σημαντικός συνεργάτης του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έχοντας στο παρελθόν συνεισφέρει διεισδυτικά, ώριμα και στιβαρά κείμενα, σε μια σειρά από εκδόσεις και μονογραφίες του. Η απώλειά του είναι πλήγμα για την κριτική στην Ελλάδα, καθώς υπήρξε μια από τις πιο φωτεινές προσωπικότητές της, ένας θεωρητικός του σινεμά που όρισε με τον καλύτερο τρόπο την έννοια της κριτικής στη χώρα μας, μέσα από μια ματιά κι ένα πνεύμα πάντα ανήσυχα και αιχμηρά. Ο Νίκος Κολοβός υπήρξε επίσης νομικός, συγγραφέας, μεταφραστής, πανεπιστημιακός, όμως όσο κι αν η πολύπλευρη διάσταση της προσωπικότητάς του δεν μπορούσε να περιοριστεί σ’ ένα μόνο αντικείμενο, η καρδιά του ήταν αναμφίβολα δοσμένη στο σινεμά. […] (από τον πρόλογο της Δέσποινας Μουζάκη, «Δοσμένος στο σινεμά»)

Κάποια στιγμή -ήταν μετά το «Θίασο»-, ανακάλυψα πως έχω στο Βόλο έναν συνομιλητή ή, μάλλον, έναν, με μια ορισμένη έννοια, πνευματικό σύντροφο. Έτσι, ο Νίκος μπήκε στην παρέα αυτών που η επαφή μαζί τους προίκιζε την αυτογνωσία μου μαζί με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, τον Michel Ciment, τον Walter Ruggle και άλλους ανά τον κόσμο. Πέρα από την προσωπική μου σχέση μαζί του και τη δουλειά του πάνω στη δουλειά μου, ο Νίκος άφησε στην ελληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία μια σημαντική σειρά μελετών που ακόμα, παρά τις αλλαγές προσανατολισμού των σημαντικών μελετητών του ιδιόμορφου «ελληνικού φαινομένου», παραμένουν υποδειγματικές. Η απώλειά του είναι απώλεια ενός από τους τελευταίους εραστές, σ’ αυτόν τον τόπο, του κινηματογράφου του δημιουργού, του κινηματογράφου που αγαπήσαμε. (Θόδωρος Αγγελόπουλος, «Για τον Νίκο Κολοβό»)

Ο τόμος περιλαμβάνει τα κείμενα: Εισαγωγικά κείμενα – Δέσποινα Μουζάκη, «Δοσμένος στο σινεμά» – Γιάννης Σολδάτος, «Φίλε Νίκο» – Λάκης Παπαστάθης, «Σχόλια σε μια κριτική του Νίκου Κολοβού» – Θόδωρος Αγγελόπουλος, «Για τον Νίκο Κολοβό» Κείμενα του Νίκου Κολοβού – Οι λειμώνες της μνήμης και του ονείρου (για τον Pier Paolo Pasolini) – Οι μύθοι του νεορεαλισμού και ο Vittorio De Sica – Opus magnum (για τον Luchino Visconti) – Ένας Αμερικανός Έλληνας (για τον Ζυλ Ντασέν) – Ο αμετάπειστος ανατρεπτικός (για τον Louis Bunuel) – Βγαίνοντας από μια άνοιξη (για τον Οτάρ Ιοσελιάνι) – Ένας πρώιμος μοντερνιστής (για τον Τάκη Κανελλόπουλο) – Η αναζήτηση της ουτοπίας στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου – Η περίοδος της κοινωνικής ηθογραφίας (για τον Μιχάλη Κακογιάννη)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s