«Όρνιθες» Αριστοφάνη-Κριτική Παρουσίαση της σκηνοθετημένης από τον Σωτήρη Χατζάκη παράστασης στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

του Γιάννη Καραμπίτσου

 

image

image

image

Μπορεί μια παράσταση αριστοφανικής κωμωδίας, να θεωρηθεί ωραία, να αρέσει στην πλειονότητα των θεατών και παράλληλα να είναι απομακρυσμένη ριζικά από την βασική ιδέα του πρωτότυπου έργου; Πόσο αντικειμενική είναι ή έννοια «βασική ιδέα του πρωτότυπου έργου»;

image

Η παράσταση «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, άρεσε στον κόσμο, τουλάχιστον την Παρασκευή 14 Αυγούστου που την είδαμε και καταχειροκροτήθηκε. Έχουμε επισημάνει από αυτή την στήλη, ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την άποψη του κοινού, ειδικά όταν πρόκειται για τις παραστάσεις της Επιδαύρου. Θεωρούμε ότι το κοινό της Επιδαύρου έχει υψηλό επίπεδο, κυρίως από ένστικτο παρά από γνωστική επάρκεια, αφού αυτή δεν παρέχεται ούτε από τους δημόσιους ούτε από τους ιδιωτικούς καλλιτεχνικούς φορείς.

image

Παρόλα αυτά οι κριτικές των θεατών μιας παράστασης, «ειδικών» ή μη, όση αποδοχή και αν έχει αυτή, δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούν. Οι διαφορετικές απόψεις και οι ενστάσεις οφείλουν να εκφράζονται, για να ενισχύουν, εκτός των άλλων, την κριτική ικανότητα μας ως θεατών και να προσφέρουν μέσω της δημιουργικής κριτικής, την δυνατότητα βελτίωσης σε μελλοντικά παρόμοια εγχειρήματα.

image

Η «Όρνιθες» του Σωτήρη Χατζάκη, αν δεχτείς ή ανεχτείς, έστω, την βασική της ιδεολογική προσέγγιση έχει δημιουργηθεί με εκείνες τις προϋποθέσεις για να αρέσει.

Δύο είναι οι κυρίαρχες απόψεις, από παλιά έως σήμερα, των μελετητών σε σχέση με την βασική ιδέα του έργου και τους σκοπούς του Αριστοφάνη όταν το έγραψε. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη το έργο αποτελεί μια αλληγορία και έναν υπαινιγμό για την Σικελική εκστρατεία που ήταν σε εξέλιξη την εποχή που παίχτηκε το έργο (414π.Χ) και που όπως γνωρίζουμε, κατέληξε σε πανωλεθρία των Αθηναίων και αποτέλεσε την αρχή της πτώσης τους. Ο Πεισθαίτερος είναι ο Αλκιβιάδης, ο Ευελπίδης είναι ο παραγκωνισμένος στρατηγός Νικίας, η Νεφελοκοκκυγία το ονειρεμένο βασίλειο της Σικελίας, τα πουλιά οι Αθηναίοι, οι θεοί που παραδίδονται οι Σπαρτιάτες κ.ο.κ.

image

Η δεύτερη άποψη βλέπει το έργο, σαν έργο φυγής, σαν ένα αισιόδοξο παραμύθι που τραβάει τον άνθρωπο μακριά από την δυσάρεστη πραγματικότητα.

Μεγάλη κουβέντα, δεν θα σταθούμε αναλυτικά στα υπέρ και τα κατά της κάθε άποψης για να μην σας κουράσουμε, αλλά εν συντομία, μέσα από τα λόγια του Αλέξη Σολωμού και του Φάνη Ι. Κακριδή, θα καταθέσουμε την δική μας άποψη για το ζήτημα.

«Οι Όρνιθες γεννιούνται από την πολιτική ενημερότητα. Μα συγκριτικά με άλλα έργα του Αριστοφάνη, αποτελούν δημιούργημα ποιητικού οραματισμού. Σε αυτόν ρίχνει ο κωμωδιογράφος το περισσότερο βάρος. Με όμορφους στίχους, μελωδίες, κελαηδήματα, θεαματικούς χορούς και την αδιάκοπη παρουσία των πετεινών του ουρανού, χτίζει πάνω στη διονυσιακή ορχήστρα ένα φτερωτό παράδεισο, τρελό, ρωμαίικο και ανύπαρκτο». (Αλέξης Σολωμός, Ο Ζωντανός Αριστοφάνης).

image

«Η παραμυθική πλοκή δεν είναι το μόνο λαϊκό στοιχείο που συναντάμε στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη. Λαϊκό θέμα αποτελεί και η συνεργασία των ζώων στην κατασκευή του τείχους, λαϊκά και ένα πλήθος μικρότερα μοτίβα, λαϊκές οι πολλές παροιμίες, και οι εκφραστικοί τρόποι συχνά λαϊκοί. Όπως κάθε άξιος καλλιτέχνης, ο Αριστοφάνης στέκει πολύ κοντά στο κεφαλόβρυσο της λαϊκής δημιουργίας, όπως κοντά στέκει και στην δεύτερη μεγάλη πηγή ανθρώπινης έμπνευσης, τη φύση. Αν όμως η βαθιά γνώση της φυσικής ιστορίας δεν εμπόδισε τα πουλιά να υπερβούν τις ζωτικές τους ιδιότητες και να γίνουν «άνθρωποι-πουλιά», πλάσματα υπάκουα στην ποιητική βούληση που κυβερνά το έργο, το ίδιο και το λαϊκό υλικό υποτάχτηκε και αναμορφώθηκε στα χέρια του ποιητή, για να χρησιμοποιηθεί (όχι μεταφερθεί) στην καλλιτεχνική δημιουργία.

image

Ο ίδιος ο ήρωας της κωμωδίας δεν είναι το άχρωμο βασιλόπουλο του παραμυθιού, αλλά ο εύστροφος σοφιστικός και δυναμικός πρεσβύτης, που καταφέρνει να πραγματοποιήσει τον παντοτινό πόθο των ανθρώπων, να αποκτήσει φτερά και να κατακτήσει τον κόσμο. Δεν το κατορθώνει με μέσα μαγικά, όπως στο παραμύθι, αλλά χρησιμοποιώντας πανέξυπνα τις ευκαιρίες που του προσφέρει η ιδιότυπη παραλογική πραγματικότητα της Κωμωδίας. Ο Πεισθέταιρος είναι ο ήρωας ενός κόσμου που, όσο πολύ και αν μοιάζει με τον πραγματικό, έχει δικούς του αυθαίρετους νόμους και μια δική του συνέπεια γοητευτική, που την καταξιώνει σαν έργο μεγάλο και σαν έργο ελληνικό, δεν είναι οι Έλληνες που ανάμεσα σε όλους τους λαούς είδαν πιο όμορφο το όνειρο της ζωής;». (Φάνης Ι. Κακριδής, Αριστοφάνους Όρνιθες).

image

«Όπως όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν αργά ή γρήγορα στην προσωπική δικτατορία ενός Κρόμγουελ ή Ροβεσπιέρου, έτσι και η επανάσταση των πουλιών ενάντια στους θεούς δημιούργησε, όπως βλέπουμε, έναν καινούριο θεό. Και η βασιλεία, που ονειρεύονταν τα πουλιά να ξαναβρούν, πραγματοποιείται σα βασιλεία ενός ατόμου επάνω τους» (Αλέξης Σολωμός, Ο Ζωντανός Αριστοφάνης).

Με δύο λόγια, σε σχέση με την παράσταση «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή και το Σάββατο 14 και 15 Αυγούστου 2009.

Η ιδεολογική προσέγγιση του Σωτήρη Χατζάκη είναι πολύ κοντά στην πρώτη άποψη όπου ο Πεισθέταιρος είναι ο Αλκιβιάδης κ.ο.κ. αλλά την υπερβαίνει σημαντικά. Ο Πεισθέταιρος δεν είναι σύμφωνα με την «ανάγνωση» του Σωτήρη Χατζάκη, ο ιδεολόγος και κάπως τυχοδιώκτης ήρωας, αλλά ο λαοπλάνος, δημαγωγός πολιτικάντης που παραπέμπει  έμμεσα σε πολιτικούς τύπου Ανδρέα Παπανδρέου,  κάτι που  άλλωστε σημαίνεται στην παράσταση με τα «σύντροφε» αλλά και με αρκετές σκηνές που παραπέμπουν σε καθεστώτα τύπου ΠΑΣΟΚ και πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ανεβαίνοντας σε ένα ψηλό σημείο για να εκφωνήσει τον λόγο του, τον τελειώνει λέγοντας:

«Ζήτω το Έθνος των Πουλιών, ζήτω τα Πουλιά, Ζήτω Εγώ».

image

Η επιλογή αυτή έχει σαν αποτέλεσμα τροποποιήσεις και προσθήκες, που κατά την γνώμη μας, αδυνατίζουν σημαντικά το ποιητικό στοιχείο της αριστοφανικής ετούτης κωμωδίας. Οι λύσεις σε περιεχόμενο και μορφή που εφευρίσκει ο Σωτήρης Χατζάκης μπορεί να είναι ευρηματικές σε ένα βαθμό, να δημιουργούν μια παράσταση θεαματική και ευχάριστη για το κοινό, αλλά στερούν από το έργο τους ποιητικούς εκείνους χυμούς που έχει το κείμενο και τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις που εκείνο υποβάλλει με τύπο πολλές φορές και σκηνικών οδηγιών.

ΤΟ Τ Ρ Α Γ Ο ΥΔΙ ΤΟΥ ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΥ

Απ’ τον ύπνο, συντρόφισσα, σήκω και τους ύμνους σου πες τους Ιερούς που γοερούς για τον Ίτη μας χύνει,

τον πολύκλαυτο γιό σου και γιό μου, το θεϊκό σου το στόμα.

Μελωδίες κρουσταλλένιες σκορπά ο καστανός σου λαιμός,
κι ανεβαίνει καθάριος ο αχός,
απ’ τα φύλλα ως περνά φουντωτής σμιλακιάς,
προς το θρόνο του Δία.

Πάνου ο Φοίβος εκεί ο χρυσομάλλης τους θρήνους σου ακούοντας
τη χρυσή ελεφαντόδετη λύρα κτυπά
κι’ έτσι στήνει των θεών τούς χορούς.

Και μαζί, ταιριαστή,
από στόματ’ αθάνατα τότε η φωνή
η θεϊκιά των μακάριων ξεσπάει.

Έτσι μία από τις ποιητικότερες στιγμές όχι μόνο της αριστοφανικής κωμωδίας αλλά ολόκληρης της ελληνικής ποίησης, όπως σημειώνει ο K. J. DOVER στο βιβλίο του «Η Κωμωδία του Αριστοφάνη», η σκηνή όπου ο σοφός Τσαλαπετεινός Τηρέας καλεί την γυναίκα του Αηδόνα να αφήσει τον ύπνο της και να προσθέσει στο τραγούδι του το πανέμορφο κελάηδημα της (ενσαρκωνόταν με το παίξιμο αυλού στο παρασκήνιο) μετατρέπεται, πιθανότατα για να εισέλθει στον χορό ο επαγγελματίας χορευτής, σε μια, ασχέτως προθέσεων και λόγων σκηνικής οικονομίας, «κυνικότατη» σκηνή όπου από τη φωλιά της Αηδόνας ξεπροβάλλει πρώτα ο εραστής και μετά η Αηδόνα που εδώ περιορίζεται σε μια ωραία χορεύτρια που μαζί με τον εμφανιζόμενο από το πουθενά ωραίο χορευτή,

image

image

image

image

οδηγούν την σκηνοθετική γραμμή στην διεκπεραίωση ενός τσιρκολιάνικου θεάματος που κινείται ανάμεσα στο μιούζικαλ, στο καμπαρέ και την επιθεώρηση, που όσο και αν διατηρεί την αξία του, αλλάζει τελείως την κατά την άποψή μας βασική ιδέα του έργου. Ταιριάζει όμως με την όλη προσέγγιση του Σωτήρη Χατζάκη, που περιληπτικά αναφέρουμε.

Ο Πεισθέταιρος, λαοπλάνος, δικτατορίσκος δημαγωγός, εξαρχής και όχι ως κατάληξη, ο κολαούζος του Ευελπίδης (ο πολύ καλός Βασίλης Χαραλαμπόπουλος)

image

που από γέροντας μετατρέπεται σε νέο για ευνόητους λόγους και παραμένει στο έργο για τους ίδιους λόγους αφού στο πρωτότυπο έργο, έστω για τις ανάγκες της σκηνικής οικονομίας (για να παίξουν άλλους ρόλους στην συνέχεια), όπως και ο Τηρέας εξαφανίζονται από τον Αριστοφάνη μετά το ένα τρίτο περίπου, δεν ντύνονται τελικά πουλιά γιατί δεν ταιριάζει με την «ανάγνωση» του Σωτήρη Χατζάκη, αφού δεν ήταν ο στόχος τους «να βγάλουν φτερά και να κατακτήσουν τον κόσμο» όπως σημειώνει παραπάνω ο Φάνης Ι. Κακριδής, αλλά πως με μπαμπεσιά θα κυριαρχήσουν των πουλιών και θα περνάνε μπέικα.

image

Και μπορεί τα αριστοφανικά πουλιά να παρουσιάζονται όπως παρατηρεί ο Αλέξης Σολωμός υποψιάρικα, πεισματάρικα, άβουλα και απλοϊκά με αρκετή δόση ραγιαδισμού, στολισμένα κοντολογίς με όλα τα ψεγάδια του αθηναϊκού λαού του συναγμένου στην Πνύκα για να πάρει μεγάλες αποφάσεις, με μόνες τους αρετές την πολύχρωμη όψη και την αγάπη της μουσικής, στην εκδοχή όμως του Σωτήρη Χατζάκη και αυτά τα θετικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει η κοινότητα των πουλιών πρέπει να αδυνατίσουν για να ταιριάξουν με το βασικό ιδεολόγημα του έργου.

image

Έτσι όλη η μεγαλοσύνη και γοητεία του Τηρέα (τον υποδύεται, στα όσα περιθώρια του αφήνει η σκηνοθετική προσέγγιση, αξιοπρεπώς ο Αλέξανδρος Μυλωνάς) μειώνεται σε μεγάλο βαθμό, η «ρομαντική» παρουσία της Aηδόνας ακυρώνεται, η υποβλητική, λυρική χρήση της μουσικής όπως τουλάχιστον μπορούμε να την αναπαραστήσουμε στο μυαλό μας (με όμορφους στίχους, μελωδίες, κελαηδήματα, θεαματικούς χορούς) μετατρέπεται σε ένα εντυπωσιακό μιούζικαλ, που στερεί από το έργο ένα μεγάλο ποσοστό της ποιητικής δύναμής του. Ακολουθώντας το βασικό ιδεόλογημα της σκηνοθεσίας, μας παρουσιάζεται μια κοινότητα όπου οι κάτοικοί της συναθροίζονται φορώντας μπλε εργατικές φόρμες για να κάνουν ομαδική γυμναστική με την καθοδήγηση ειδικών εκπαιδευτών, όπως οι μεγάλες «μοντέρνες» ιαπωνικές εταιρίες και οι πρώην χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μέχρι πρόσφατα, έπρατταν για να αυξαίνουν την όρεξη για δουλειά και το «ομαδικό πνεύμα» των εργαζομένων-υπηκόων.

image

Ο Πεισθέταιρος-Αρμένης παρουσιάζεται ως ένας απολαμβάνων τον συνειδητό, εξαρχής και προμελετημένο σφετερισμό της εξουσίας του, τηρώντας σε πολύ γενικές γραμμές, τις σκηνοθετικές οδηγίες του Αριστοφάνη, εκεί μόνο όπου επιδεικνύει την «κυνική» του φύση ρίχνοντας κλωτσιές σε όσους παρείσακτους παρελαύνουν για να αμφισβητήσουν την εξουσία του και όχι την ονειρική Νεφελοκοκκυγία, μειώνοντας και χλευάζοντας ουσιαστικά τους πάντες, μέσα σε αυτούς και τον Χορό, έκφραση της λαϊκής θέλησης, τον οποίο φυσιολογικά πλέον και σύμφυτα με την ιδεολογική και σκηνοθετικά εκφρασμένη γραμμή της παράστασης, υποτιμά, χρησιμοποιεί, ειρωνεύεται και ευτελίζει αφού τον «έχει του χεριού του».

Ο Σωτήρης Χατζάκης σε συνέντευξη του στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών που μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρη στο περιοδικό μας διευκρινίζει γιατί έγινε αυτός ο χειρισμός

«Τι έκανα λοιπόν; Έκανα μια έρευνα, με τη δημοσιογράφο Ηρώ Τριγώνη, πάνω στο θέμα ανθρώπων που έχουν όραμα την πτήση – όλους εκείνους τους πλανόδιους σχοινοβάτες και τους ακροβάτες. Όλους εκείνους που θέλουν να ακυρώσουν τη βαρύτητα. Όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι, «να ’μουν πουλί να πέταγα».

image

Έτσι, στην παράσταση αντικαθιστώ τα πουλιά με μια κοινότητα πλανόδιων ηθοποιών, μίμων, ακροβατών και χορευτών, οι οποίοι ζουν σε έναν καταυλισμό που είναι μια κοινότητα άμεσης δημοκρατίας, σε ένα είδος χιπισμού, όπου δεν υπάρχει συναλλαγή με το χρήμα, δεν υπόκεινται στους κανόνες του καπιταλισμού, της αγοράς, του συστήματος.

Ώσπου καταφτάνουν ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης, οι δύο απελπισμένοι τυχοδιώκτες, που σταδιακά θα μεταμορφώσουν αυτή την κοινότητα της αθώας, επικούρειας μελαγχολίας σε ένα συστηματικό, σύγχρονο, απολυταρχικό κράτος, που αποθεώνει τον έναν και μοναδικό αρχηγό, τον Πεισθέταιρο, ο οποίος συγκεντρώνει πάνω του όλες τις εξουσίες. Και αντικαθίσταται η αταξία με την τάξη, η παιγνιώδης διάθεση με τον θεσμό και η ελευθερία με την ένταξη σε παραγωγικούς μηχανισμούς. Δηλαδή γίνεται αυτό που γίνεται πάντα, σε όλες τις επαναστάσεις – στον Χριστιανισμό, στη Γαλλική Επανάσταση, στη Σοβιετική Επανάσταση, στη δική μας γενιά του Πολυτεχνείου: κάθε ιδέα που μετατρέπεται σε σύστημα ιδεών παγιώνεται και πεθαίνει. Και γίνεται ένα κέλυφος του παλιού ενθουσιασμού ή της παλαιάς ιδεολογίας, το οποίο εγκλωβίζει την ιδέα μέσα σε γραφειοκρατίες, σε σχήματα εξουσίας και πια τίποτε δεν απομένει από την αρχική πνοή».

image

Και σε άλλο σημείο της συνέντευξης σημειώνει «Κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να βιώνει τα κείμενα με τον δικό της τρόπο και τη δική της εμπειρία. Κάθε παράσταση άλλων ανθρώπων φέρνει τον αέρα μιας άλλης σκέψης πάνω στη φιλοσοφία, στο νόημα του έργου, στις ιδέες που θέλει να προβάλει. Και αν αυτό εμπλουτιστεί με τις εμπειρίες της σύγχρονης εποχής, τότε έχουμε μια καινούργια ματιά. Το μυστικό για μια καινούργια παράσταση είναι στην ιδεολογία του έργου».

image

Ακριβώς εκεί είναι που υπάρχει η ένστασή μας. Η καινούρια παράσταση βασίζεται σε ένα ιδεολόγημα που ο σκηνοθέτης εφευρίσκει,  αλλοιώνοντας την κεντρική ιδέα του έργου. Το ιδεολόγημα του Σωτήρη Χατζάκη δεν στερείται, παντελώς,  ερείσματος, ούτε και ενδιαφέροντος. Αλλά χρησιμοποιεί την κατάληξη μιας διαδικασίας ως παρούσα εξ αρχής. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι και αρκετοί μεγάλοι  καλλιτέχνες κινούνται πολλές φορές ανάμεσα στον οραματισμό και τον τυχοδιωκτισμό, ανάμεσα σε μια ιδιότυπη και εστετίστικη μεγαλομανία και την προώθηση των ζητημάτων της ριζοσπαστικής τέχνης με τόσο αποτελεσματικό τρόπο όσο κανείς άλλος κοινωνικός πόλος δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Αναφέρουμε τα παραδείγματα του Όρσον Γουέλς, του Φράνσις Κόπολα, του Σεργκέι Αιζενστάιν (από τον κινηματογράφο τον οποίο γνωρίζουμε καλύτερα) όπου η κατάληξη δεν ήταν πάντα η επιθυμητή. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η προσπάθειά τους ήταν μάταιη, ότι δεν πρόσφεραν στον εαυτό τους, στην τέχνη, στην κοινωνία; Ένας τέτοιος καλλιτέχνης-οραματιστής-πολιτικός  είναι ο Πεισθέταιρος στην αριστοφάνεια εκδοχή που οραματίζεται έναν άλλο, ενδεχόμενα φανταστικό ουτοπικό κόσμο και μπορεί να κρύβει μέσα του έναν δικτατορίσκο, όπως ο καθένας μας άλλωστε, δεν είναι λόγος αυτός όμως να ακυρώσουμε το ταξίδι, την διεργασία για να πάμε προς την ουτοπία. Και αν σαν αντίβαρο επιβάλλεται να τοποθετήσουμε «το έθνος των πουλιών» παρόλες τις αφέλειές του, που είναι και το πιο λογικό και  σύμφωνο με την φιλοσοφική-πολιτική σκέψη του Αριστοφάνη,  τότε θα πρέπει να ενδυναμώσουμε τα σημεία εκείνα που αναδεικνύεται μέσα από το κείμενο και τις σκηνοθετικές οδηγίες ο λαϊκός πολιτισμός του.  Ειδάλλως όταν καταλήγουμε έχοντας ως γνώμονα την σύγχρονη πραγματικότητα, ότι όλα είναι μάταια και ότι και τα πουλιά είναι από την αρχή χαμένα, θα μπορούσε να είχε ενδιαφέρον και να συμφωνήσουμε,  αλλά αυτό δεν είναι μια άλλη ματιά σύγχρονη πάνω στο έργο, είναι η δική μας «αυθαίρετη» υποκειμενική ματιά  που δεν έχει καμιά ουσιαστική σύνδεση πλέον με το πρωτότυπο κείμενο και την βαθύτερη ουσία του.

Και κάτι ακόμα, που δεν είναι εμφανές σε ένα πρώτο επίπεδο “ανάγνωσης” της παράστασης, αλλά αποτελεί απόρροια της σκηνοθετικής προσέγγισης. Αν εξαρχής και όχι στην κατάληξή της έστω και τόσο εύκολα, κάποιοι δημαγωγοί-δικτατορίσκοι, εξαπατούν μια κοινότητα άμεσης δημοκρατίας όπως την ονομάζει ο Σωτήρης Χατζάκης, τότε τι νόημα έχουν οι αγώνες; Και εκτός αυτού περίεργο δεν είναι να εξαπατείται με τόση αφέλεια μια κοινότητα άμεσης δημοκρατίας, ενώ ο Πεισθέταιρος-Αρμένης έχει μια τόσο απροκάλυπτη συμπεριφορά;

Επίσης μέσα στα πλαίσια της κοινότητας άμεσης δημοκρατίας τύπου χιπισμού περιλαμβάνεται και ο ελευθεριακός έρωτας τύπου ¨δίνω το οκ να μου «πηδάνε» την Αηδόνα μου;”, αλλιώς πως να εξηγηθεί η σκηνή που προαναφέραμε; Η σκηνοθετική προσέγγιση της παράστασης από αυτά τα λίγα που επισημαίνουμε είναι φανερό ότι κινείται σε “επικίνδυνα” ιδεολογικά μονοπάτια,  προσεγγίζοντας αρκετά επιφανειακά πολύ σοβαρά ζητήματα.

image

Η παράσταση τελειώνει με την αποφώνηση της Χρύσας Ρώπα ως Αγγελιοφόρου «να χαίρεστε τον νέο πλανητάρχη σας», μετά από την παρουσίαση μουσικοχορευτικών σκηνών, προσθηκών σατιρικών της σύγχρονης πραγματικότητας όπως η εμβόλιμη σκηνή-σχόλιο για το Βατοπέδιο, άλλοτε πετυχημένων και άλλοτε  όχι,  όπως η διακοπή της δράσης και η «έξοδος» από το έργο, στην σκηνή όπου ο Πεισθέταιρος αποκαλείται Γιώργος και ο άλλος ήρωας με το πραγματικό όνομά του και στην σκηνή όπου στον ίδιο παρωδιακό τόνο ο Α΄ Αγγελιοφόρος ορμάει μπερδεύοντας τα λόγια του με τα λόγια του Εξάγγελου από τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή και ο Πεισθέταιρος-Αρμένης του θυμίζει ότι παίζουν Αριστοφάνη.

Καταληκτικά, λέγοντας τα καθιερωμένα ότι οι ερμηνείες ήταν καλές, ότι η παράσταση άρεσε στον κόσμο και ήταν μια συνεπής με την ιδεολογική της γραμμή παράσταση, που προσπαθεί να συναντήσει την σύγχρονη πραγματικότητα με κάθε τρόπο και που αρκετοί από εσάς θα πουν, τι άλλο θέλουμε από μια παράσταση, θυμίζω σε όλους μας ότι για παρόμοιες ίσως και λιγότερο επιλήψιμες σκηνοθετικές προσεγγίσεις, προσθήκες και παρεμβάσεις, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, και πρόσφατα και στο παρελθόν, γιουχαΐστηκαν επειδή είχαν την ατυχία να ανήκουν στο είδος του αρχαίου δράματος και όχι της αττικής Κωμωδίας, πολλές παραστάσεις και οι σκηνοθέτες τους.

Χωρίς πρόθεση να μειώσουμε την αξία της παράστασης, το ταλέντο και την προσφορά στο θέατρό μας του Σωτήρη Χατζάκη, που όπως σημειώνει η φίλη-θεατής (Ντίνα Εικοσιπεντάρχου, πρόεδρος Ένωσης Δραματοθεραπευτών Παιγνιοθεραπευτών Ελλάδας, http://www.edpe.gr/ )

image

«ήταν μια πλούσια, μεστή, αριστοφανική και αρκετά βατή παράσταση για να την ευχαριστηθεί ο κόσμος και όχι μια παράσταση-έρευνα» (όλη η τοποθέτηση της υπάρχει στο βίντεο που επισυνάπτουμε) , επισημαίνουμε ότι η δική μας «ανάγνωση» του έργου είναι πολύ διαφορετική από του Σωτήρη Χατζάκη, ότι η σκηνοθετική του προσέγγιση του κατά την γνώμη μας απομακρύνει το έργο από την βασική του ιδέα, το υποτάσσει στο ιδεολόγημα της και κινείται, με τέτοιο τρόπο, πέρα από τις δύο βασικές απόψεις-αναλύσεις για το έργο που προαναφέραμε, ώστε καθίσταται «αυθαίρετη».

Η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα διαμορφώνεται ως εξής:

Η μορφή μιας παράστασης δεν μπορεί να διαχωριστεί από το βασικό της περιεχόμενο. Δεν μπορεί να έχει πραγματική αξία το επιχείρημα ότι περάσαμε καλά αλλά διαφωνούμε, ενδεχόμενα, με το ιδεολόγημα της σκηνοθετικής προσέγγισης και του δημιουργού. Ουσιαστικά καλά σε μια παράσταση περνάει όποιος θεατής αποδέχεται το ιδεολόγημα, το περιεχόμενο της παράστασης ενός έργου και απολαμβάνει την μορφική υλοποίησή του. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η παράσταση δεν μπορεί να αρέσει σε κάποιον θεατή, όσο και να έχει θετική προδιάθεση ως προς αυτό. Θα ακουστούν τότε απόψεις περάσαμε καλά, έχουμε όμως κάποιες ενστάσεις κ.ο.κ.

Η πλειονότητα των θεατών της παράστασης «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 14 Αυγούστου 2009, με το θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημά της, εξέφρασε με τον πολύ εύγλωττο αυτό τρόπο την απόλυτη ικανοποίησή της για την παράσταση. Ενδεχόμενα το δίκιο να βρίσκεται προς αυτή την πλευρά και θα χαρούμε να παραδεχτούμε ότι σφάλλαμε αν ποτέ στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον νοιώσουμε ότι έχουν έτσι τα πράγματα και αληθινά είμαστε πολύ δεκτικοί ως προς αυτό. Μέχρι τότε, λόγοι συνειδησιακοί, ουσιαστικής δεοντολογίας και σεβασμού των αναγνωστών, μας «επιβάλλουν» να κοινοποιούμε-δημοσιοποιούμε την διαφορετική άποψή μας. Αυτό γίνεται πάντα με καλοπροαίρετη διάθεση, γνήσια αγάπη για το θέατρο, τους χώρους που αυτό υλοποιείται, ιδιαίτερα την Επίδαυρο και τους δημιουργούς του. Αν και θα το επιθυμούσαμε σφοδρά, η ρημάδα αυτή συνείδηση δεν διαθέτει τίποτα από την διπλωματία και τη ευελιξία του Πεισθέταιρου. Όσον αφορά την έννοια «βασική ιδέα του πρωτότυπου έργου» και όσες παρεμφερείς μπορούν να χρησιμοποιηθούν, «πνεύμα του έργου», ιδεολογία του έργου κ.ο.κ. που αναφέρουμε στην αρχή παραμένουν, σύμφωνα με την διαλεκτική ελπίζουμε προσέγγισή μας, υποκειμενικά αντικειμενικές ή αντικειμενικά υποκειμενικές και αυτό έχει την γοητεία του. Μπορούμε όμως να άρουμε σταδιακά την υποκειμενικότητα που βασίζεται στην άγνοια, μελετώντας λίγο παραπάνω τουλάχιστον τα πρωτότυπα κείμενα. Και τα περισσότερα προγράμματα των παραστάσεων στην Επίδαυρο δεν εμπεριέχουν πλέον το κείμενο, αφού είναι τόσο «πειραγμένο» σε σχέση με το πρωτότυπο, που δεν έχει κανένα νόημα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s