«ΘΕΜΙΣ» ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΓΚΑΣΤΙΝ («Μασσαλία, μακρινή κόρη»): ΑΠΟ ΤΙΣ 3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

image

Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Καννών 2009 (ACID)

ΘΕΜΙΣ

ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΓΚΑΣΤΙΝ

Ένα πρωτότυπο ντοκιμαντέρ

για την ελληνική δικαιοσύνη

από τον σκηνοθέτη της βραβευμένης ταινίας

(«Μασσαλία, μακρινή κόρη»)

από τις 3 Σεπτεμβρίου

στους κινηματογράφους

ΑΠΟ ΤΙΣ 3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ:

ΔΑΝΑΟΣ

Λ. Κηφισίας 109, Αμπελόκοιποι (ΜΕΤΡΟ Πανόρμου), 210-6922655

ΤΡΙΑΝΟΝ – Film Center

Κοδριγκτώνος 21 (Πατησίων 101) (ΜΕΤΡΟ Βικτώρια), 210-8215469, 2108222702

Κάθε μέρα η Δικαιοσύνη απονέμεται, μακριά από τα βλέμματα, μακριά από τις κάμερες. Μία καθημερινή Δικαιοσύνη, μία δικαιοσύνη χωρίς ξεχωριστή λάμψη. Για πρώτη φορά μια κινηματογραφική κάμερα μπαίνει στα ακροατήρια του Πρωτοδικείου Αθηνών και καταγράφει «κοινές» δίκες, αυτά τα συναρπαστικά μικρά δράματα της καθημερινότητας. Ένας στους δέκα Έλληνες πηγαίνει, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, στα δικαστήρια. Το ακροατήριό τους είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, ένα μικρό θέατρο στο οποίο παίζονται και λύνονται οι καθημερινές διαφορές.

Το Θέμις, μετά την πρεμιέρα του στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο, συμμετείχε τον Μάιο στο 62ο Φεστιβάλ Καννών (τμήμα ACID), και στα διεθνή φεστιβάλ: Justice à l’écran (Δικαιοσύνη στην οθόνη) στην Grenoble της Γαλλίας, FIPA στο Biarritz της Γαλλίας, ενώ παράλληλα με την έξοδό του στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες θα προβληθεί στο Παρίσι και τη Μασσαλία.

Τέλος, το Θέμις είναι υποψήφιο για το Βραβείο Καλύτερου Μεσογειακού Ντοκιμαντέρ 2009 (της ιταλικής RAI και του μεσογειακού δικτύου τηλεοπτικών καναλιών CMCA) καθώς και για τα φετινά ευρωπαϊκά βραβεία «Prix Europa» (του Συμβουλίου της Ευρώπης).

image

Σύνοψη

Όλοι είχαμε ή θα έχουμε μια μέρα την εμπειρία να κληθούμε στο δικαστήριο. Δι’ ελάχιστον αφορμήν, για μία διένεξη με το γείτονα, μία διαφορά με έναν συνεταίρο ή μία διαφωνία με ένα σύντροφο, θα βρεθούμε μπροστά στο Δικαστή. Διαφορές του τίποτα, που τις περισσότερες φορές θα μπορούσαν να λυθούν φιλικά παίρνουν το δρόμο της Δικαιοσύνης. Εκεί, πέρα από τα εγκλήματα και τα πταίσματα, καταλήγουν και οι ελάχιστες διαφορές μας. Έτσι εξηγείται και η υπερφόρτωση και η περίφημη καθυστέρηση της Δικαιοσύνης στη χώρα μας. Μήπως η διχόνοια είναι πιο εξαπλωμένη απ’ ό,τι σε άλλα μήκη και πλάτη της γης, οι εναλλακτικές ειρηνευτικές μέθοδοι λιγότερο αναπτυγμένες, ο Νόμος λιγότερο σεβαστός ή η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη πιο απρόσκοπτη; Όπως και να ‘ναι, η τοπική κοινωνία αφήνει στα δικαστήριά της τη φροντίδα να ρυθμίσει σχεδόν όλες τις διαφωνίες της, ακόμα και τις πλέον ακίνδυνες. Έτσι, η Δικαιοσύνη αποτελεί μέρος της καθημερινής μας ζωής. Έτσι, το δικαστήριο γίνεται καθρέφτης του εαυτού μας. Καθρέφτης σίγουρα παραμορφωτικός αλλά και τόσο εύγλωττος…

Σημείωμα σκηνοθέτη

Όταν γυρίζαμε την ταινία, όσοι έμπαιναν νωρίς στην αίθουσα και μας έβλεπαν να στήνουμε τρεις κάμερες και μια ντουζίνα μικρόφωνα, μετατρέποντας κυριολεκτικά το δικαστήριο σε κινηματογραφικό στούντιο, μας ρωτούσαν αναπόφευκτα: «Για ποιόν όλ’ αυτά;» Τους εξηγούσαμε ότι δεν ξέραμε, καθώς δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων ποιοι θα δέχονταν την κινηματογράφηση της δίκης τους και ποιοι όχι. Δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ότι κάναμε τόσο κόπο, όχι για κάποιο διάσημο εγκληματία, όχι για κανένα περίφημο απατεώνα, αλλά μια πληθώρα τυχαίων άγνωστων με «συνηθισμένες» υποθέσεις. Η ταινία φιλοδοξεί να απαντήσει στην απορία τους: έχουμε πολλά να μάθουμε από την καθημερινή απόδοση της Δικαιοσύνης, όχι μόνο για την ίδια ή για την κοινωνία που καθρεφτίζει, αλλά και για την ανθρώπινη φύση που απογυμνώνει.

ΤΟΥ ΤΖΙΜΗ ΠΑΝΟΥΣΗ («Δούρειος Ήχος» στο City fm)

ΔΕΥΤΕΡΑ 24/11/2008

Κλείνει πανηγυριώτικα η αυλαία του Φεσι-βάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με το επιτυχημένο αφιέρωμα στον Τούρκικο κινηματογράφο και τις πρωτότυπες παράλληλες εκδηλώσεις όπως οι «κουβεντούλες» για να έρθουν πιο κοντά οι δημιουργοί, με το know-us-better όπως τα τσάγια με τις γριές στα ξενοδοχεία. Το Φεσι-βάλ έβαλε το φέσι βαθιά στον έλληνα θεατή που γλίτωσε από το εκτός συναγωνισμού αραβούργημα του Αγγελόπουλου που ξεσκονίζει το χρόνο με ρυθμούς χελώνας με κινητικά προβλήματα.
Κέρδισε τις εντυπώσεις μου το ντοκιμαντέρ του ελληνογάλλου Γκαστίν με τίτλο «Θέμις». Τα κολαστήρια της απονομής δικαιοσύνης στα έδρανα της Καλής Ελπίδας αποδεικνύουν ότι η Ψωροκώσταινα, με τους εγκάθετους δοσίλογους εξουσιαστές, είναι μακράν η πρώτη αναπτυσσόμενη αφρικανική δημοκρατία των Βαλκανίων. Οι φάτσες των ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων είναι όλα τα λεφτά. Βαριά άρρωστοι ναρκομανείς σύρονται κατηγορούμενοι μπροστά στο τσίρκο των αστοιχείωτων μουλάδων που ρίχνουν πρόστιμα και ποινές φυλάκισης όπως ρίχνουν λουλούδια στα σκυλάδικα.
Ο Κωστάκης στο Βόλο έκλεψε τις καρδιές των Θεσσαλών τοκογλύφων και ο Αρχιεπίσκοπος στην Αθήνα κατακεραύνωσε τους δεξιούς πατριδοκάπηλους δήθεν χριστιανούς. Το ιερό ήμο της Αρχιεπισκοπής ξεκαθάρισε ότι οι αριστεροί είναι οι σωστοί χριστιανοί και οι μαυραγορίτες, οι τοκιστές και οι σαλταδόροι της «Δεξιάς του Κυρίου» δεν έχουν καμία σχέση με το χριστιανισμό.

Όταν η “Θέμις” πείθει…

Του Ριχάρδου Σωμερίτη (στο περιοδικό ΜΟΤΕΡ)

Είμαι δημοσιογράφος και έζησα σαράντα χρόνια στη Γαλλία. Παρακολούθησα επαγγελματικά μερικές δίκες αλλά σαν διάδικος ή μάρτυρας δεν βρέθηκα σε δικαστήριο πάνω από τέσσερις ή πέντε φορές. Κι ας ήμουνα και συνδικαλιστής.

Είμαι πάντα δημοσιογράφος αλλά από το 1990 ζω πιά στην Ελλάδα. Στα δικαστήρια βρίσκομαι τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο. Σαν διάδικος (σπάνια) ή σαν μάρτυρας (συχνά). Αν υπολογίσω και τις αναβολές, οι πέντε φορές γίνονται δέκα η δώδεκα. Δεν γενικεύω τη δική μου περίπτωση αλλά κάτι πρέπει να συμβαίνει εδώ με τη Δικαιοσύνη.

Κάθε δίκη, για όποιον λόγο, σημαίνει τουλάχιστον και χαμένα μεροκάματα. Κυρίως όταν “ο αριθμός της” στο περίφημο πινάκιο είναι από πέντε και πάνω. Εκεί, στα δικαστήρια της Ευελπίδων, περιμένοντας με τις ώρες, μαζί με εκατοντάδες άλλους ανθρώπους, όρθιος αν δεν είχα τη τύχη να βρώ κάπου ένα παγκάκι ή μια πεζούλα, σκέφτηκα συχνά αν κάποιος ειδικός υπολόγισε ποτέ το συνολικό κόστος της Δικαιοσύνης σε χαμένες εργατοώρες.

Αλλά ποιός νοιάζεται στη χώρα μας για τις χαμένες εργατοώρες και την κούραση των άλλων ; Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες αξιώνουν από τους πολίτες την προσωπική παρουσία τους για κάθε υπόθεσή τους –προφανώς κανείς δεν εμπιστεύεται τα Ταχυδρομεία μας. Και η προσωπική παρουσία σε μια δημόσια υπηρεσία σημαίνει χαμένο μεροκάματο. Κάτι βελτιώθηκε με τα ΚΕΠ. Αν και η ωροφάγος γραφειοκρατία αντιδρά όπως ξέρει.

Είδα έτσι σαν γνώστης το εξαίρετο μεγάλο ντοκιμανταίρ που ο Μάρκος Γκαστίν αφιέρωσε στη “Θέμιδα”. Όχι σε κάποιες μεγάλες και θεαματικές δίκες που “συγκλονίζουν” το κοινό. Αλλά στην καθημερινή δικαιοσύνη. Αυτή που μας αφορά όλους. Γιατί σε αυτή τη χώρα όπου θριαμβεύει η δικομανία, η ευθυνοφοβία του δημοσίου (πολλές δίκες οφείλονται στη φοβία πολλών δημόσιων λειτουργών να λύσουν τα προβλήματα που προκύπτουν και επιδιώκουν έτσι “κάλυψη” από κάποιο δικαστήριο) και το πείσμα (δηλαδή το είμαι “ασυμβίβαστος”) όλοι μας είχαμε, έχουμε ή θα έχουμε πάρε – δώσε με δικαστήρια, δικαστές, δικηγόρους, μάρτυρες. Και συχνά, ψευδομάρτυρες…

Ο Μάρκος Γκαστίν, που μας έχει χαρίσει τόσα άλλα καλά ντοκυμανταίρ, σκέφτηκε λοιπόν να μας ξεναγήσει στην Ευελπίδων. Κατόρθωμα πρώτο : έπεισε όλους τους παράγοντες να του το επιτρέψουν. Ακόμα και τους διάδικους. Δεύτερο κατόρθωμα : διάλεξε από τις τόσες δίκες που παρακολούθησε με τη διακριτική του κάμερα, την ουσία, το “σημαίνον” και φαντάζομαι όλες τις δυσκολίες του μοντάζ. Τρίτο κατόρθωμα : η απουσία κάθε περιγραφής οφ, κάθε άλλου λόγου πέρα από τα αυθεντικά λόγια και την αυθεντική εικόνα της κάθε δίκης και των παραγόντων της.

Υπάρχει μια γαλλική σχολή του “σινεμά βεριτέ” (κινηματογράφου της αλήθειας). Το “Θέμις” του Γκαστίν είναι ντοκιμανταίρ αλήθειας άσχετα με το αν ανήκει ή όχι στη συγκεκριμένη σχολή – λιγάκι απόμακρη πια. Αλλά είναι ταυτόχρονα και ένα έργο που πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε. Για το τόσο δύσκολη είναι δουλειά των δικαστών που εύκολα ψέγουμε χωρίς να υπολογίζουμε τις καταπιεστικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να αποδώσουν όσο το μπορούν δικαιοσύνη. Για τα όσα λείπουν από τη Δικαιοσύνη μας ακόμα και για να τη σεβόμαστε χωρίς φυσικά φόβο. Από την υλική μιζέρια της άσχετη με τα εισοδήματα των μεγαλοδικαστών. Για τον τυποποιημένο Χριστό που επιβλέπει, εικόνα σιωπηλή, δίκες αμαρτωλών και αναμάρτητων, πιστών, άθεων και αλλόθρησκων. Για το ποιοί είμαστε και εμείς όλοι : ενάγοντες, εναγόμενοι, δημόσιοι κατήγοροι, δικηγόροι, δικαστές, γραμματείς. Και μερικοί περίεργοι. Σημειώσατε ποτέ ότι καμιά εφημερίδα, κανένα ΜΜΕ δεν ασχολήθηκε ποτέ ή σπάνια με την καθημερινότητα της Δικαιοσύνης που αφορά τη δική μας καθημερινότητα ; Με τα τροχαία, με τα διαζύγια, με τις μικροκλοπές, με τους τσακωμούς… Και υπάρχει και το απίστευτο και συχνά απάνθρωπο στις βιασύνες του “αυτόφωρο”: να θέμα για ένα δεύτερο ντοκυμανταίρ του Γκαστίν.

Η “Θέμις” λοιπόν. Οι δικαστές, οι δικηγόροι, οι διάδικοι, τα όργανα της τάξης. Με τη βία να παραφυλάει. Με τη ζωή. Ακόμα και με την κωμική πλευρά των πραγμάτων που κάνει λίγο πιο ανάλαφρα μερικά προσωπικά δράματα σχέσεων αγάπης και μίσους που παίζονται δημόσια μπροστά μας.

Η “Θέμις” συχνά μας πληγώνει, μας εξοργίζει. Θα τη θέλαμε αλλιώς. Όμως η “Θέμις” του Μάρκου Γκαστίν μας έπεισε. –

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 02/05/09

Δικαστήρια, ένα θέατρο κάποιες φορές σκληρό…

Η καθημερινότητα της Ευελπίδων αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας

Της Μαριας Kατσουνακη

Η κατάθεση του μεσόκοπου κυρίου ήταν καθοριστική για την έκβαση της δίκης: «Εξαφνα η κυρία ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι…». Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Εξαλλος τινάζεται επάνω: «Αθώος! Αθώος! Καλά της έκανες». Ο λόγος για το χαστούκι που είχε αστράψει ο εναγόμενος στην, άγνωστη του, Φανή Γελαδινού, σε μια συνηθισμένη διαδρομή λεωφορείου. Μπορεί το περιστατικό να είναι καταγεγραμμένο στη συλλογή ευθυμογραφημάτων «Η Θέμις έχει νεύρα» του Δημήτρη Ψαθά, όμως η καθημερινότητα της Ευελπίδων δεν παύει να είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, «ένα θέατρο στο οποίο παίζονται και λύνονται οι διαρκείς διαφορές». Ενα θέατρο της πραγματικότητας, όχι πλέον τόσο εύθυμο, κάποτε μάλιστα πολύ σκληρό.

Ο Ελληνογάλλος σκηνοθέτης Μαρκ Γκαστίν γύρισε ένα ντοκιμαντέρ στις αίθουσες των ελληνικών δικαστηρίων καταγράφοντας «κοινές» δίκες στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η «Θέμις», όπως τιτλοφορείται, επελέγη και θα προβληθεί στο ερχόμενο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Καννών (στις 18 Μαΐου).

Στο πρώτο πλάνο, τα πρωινά λεωφορεία αδειάζουν τον ετερόκλητο πληθυσμό της Ευελπίδων. Δι’ ασήμαντον ή σοβαρή αφορμή, ένας στους δέκα Ελληνες πηγαίνει, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, στα δικαστήρια. Δύο χιλιάδες περίπου υποθέσεις αστικές και ποινικές φτάνουν κάθε μέρα στα ακροατήρια του Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι μισές σχεδόν αναβάλλονται. Ο αριθμός των εκκρεμών δικογραφιών στα διοικητικά δικαστήρια αγγίζει τις 415.819. Στα Διοικητικά Πρωτοδικεία εισάγονται κάθε χρόνο πάνω από 100.000 υποθέσεις. Από αυτές περαιώνονται περί τις 85.000. Οι υποθέσεις που δεν εκδικάζονται κυμαίνονται ανάμεσα σε 30.000 και 40.000, ετησίως.

«Δικηγορική ύλη»

Τι αναζητάει όλος αυτός ο κόσμος; Γιατί δεν καταφεύγει σε εξωδικαστική επίλυση των διαφορών (όπου ασφαλώς είναι αυτό εφικτό); Εγκριτος νομομαθής σχολιάζει ότι «στην Ελλάδα είναι πάρα πολλοί οι δικηγόροι και, μοιραία, για να υπάρξουν, «δημιουργούν» δικηγορική ύλη». Από την άλλη, το ελληνικό κράτος, ως διάδικος, δεν εφαρμόζει τις δικαστικές αποφάσεις, αυθαιρετεί και δεν καταβάλλει τις αποζημιώσεις που οφείλει. Παράλληλα, αυξάνεται η παραβατικότητα, ποινικοποιούνται συμπεριφορές άγνωστες πριν από μερικά χρόνια.

Από την κάμερα της «Θέμιδος» περνούν αναγνωρίσιμα περιστατικά: υποθέσεις με ναρκωτικά, πλαστά διαβατήρια, μικροκλοπές, αυθαίρετα κτίσματα, ζευγάρια διαζευγμένα, σε διάσταση ή, απλώς, σε κρίση. Αγωνία, ένταση, αμηχανία, επιθετικότητα, αλήθειες και ψέματα, ρόλοι κακοπαιγμένοι, λόγια «δάνεια» και άλλα από καρδιάς. Η αίθουσα δικαστηρίου διαθέτει σκηνή (όπου εκτυλίσσεται το δράμα από τους εναγομένους και τους ενάγοντες), σκηνοθέτη που το κατευθύνει (την έδρα), θεατές. Φινάλε, δε, σημαίνει πάντοτε και κάθαρση. Εξάλλου, όπως λέει και ένας από τους εισαγγελείς στην αγόρευσή του: «Εκατό τοις εκατό νομιμότητα και αρτιότητα δεν υπάρχει πουθενά σ’ αυτήν τη χώρα».

Η ελληνική πραγματικότητα της «Θέμιδος»

Του Μαρκ Γκαστιν*

Αμα τελειώσεις την ταινία, ανήκει πια στους άλλους, στους θεατές της. Αυτό που μένει στον δημιουργό της είναι ό, τι μαθαίνει στη διάρκεια της μακρόχρονης πραγματοποίησής της και ό, τι «πληροφορείται» από τους θεατές οι οποίοι, πολλές φορές, αντιλαμβάνονται πράγματα που δεν είχε δει εκείνος.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Ταξιδεύοντας με τη «Θέμιδα» σε διάφορα ξένα φεστιβάλ, συνάντησα στην Γκρενόμπλ της Γαλλίας μια δικαστή που, στο τέλος της προβολής, μου είπε: «Στην αρχή της ταινίας ξαφνιάστηκα, τα ελληνικά δικαστήρια μου φαίνονταν πολύ διαφορετικά από τα δικά μας. Οσο προχωρούσε το έργο, όμως, κατάλαβα ότι, ουσιαστικά, ήταν όμοια». Θέλοντας να με πείσει, με πήγε την επομένη σε μια ακρόαση στην οποία προήδρευε η ίδια. Κι εγώ στην αρχή ξαφνιάστηκα: ύστερα από μήνες γυρισμάτων στη Σχολή Ευελπίδων, όλα μου φαίνονταν καθαρά, ήσυχα και «πολιτισμένα»! Πού η ομοιότητα με το «χαρούμενο χάος» του ελληνικού δικαστηρίου; Κάπου όμως είχε δίκιο. Και εκεί, παρά τα φαινόμενα, δικάζουν με τις ίδιες διαδικασίες. Μόνο που στο αντίστοιχο δικαστήριο στη Γαλλία, οι υποθέσεις που εκδικάζονται είναι πολύ πιο βαριές.

Τα ελληνικά δικαστήρια, ιδιαίτερα τα ποινικά, παραφορτώνονται από ασήμαντες υποθέσεις, εκ των οποίων πολλές δεν θα έπρεπε καν να είχαν φτάσει εκεί. Παρατήρησα επίσης ότι, στο γαλλικό ποινικό δικαστήριο που παρακολουθούσα, όλοι σχεδόν οι κατηγορούμενοι ήταν περιθωριακοί: ναρκομανείς, μακρόχρονοι άνεργοι, ψυχοπαθείς κ. ά. Τέτοια εικόνα δεν έχουμε στην Ελλάδα παρά μόνο στα Αυτόφωρα. Μπορεί να φάνει πολύ αισιόδοξο, αλλά η εικόνα της κοινωνίας που αντανακλούν τα γαλλικά δικαστήρια φαινόταν αρκετά πιο μουντή από την αντίστοιχη ελληνική.

Η εικόνα της εγχώριας κοινωνίας όπως την αντανακλούν, έστω και παραμορφωμένα, τα ελληνικά δικαστήρια, ήταν εξ άλλου ένα από τα βασικά ζητούμενα της ταινίας. Γυρίζοντας τη «Θέμιδα», αντίκρισα την ελληνική πραγματικότητα σε όλο της το μεγαλείο. Αυθαίρετα, παραβάσεις κάθε είδους, οικονομικές αντιδικίες, οικογενειακές διαφορές, τσακωμοί της δεκάρας, ψευδομαρτυρίες… η διχόνοια ταιριάζει στον Ελληνα, παίζει κρυφτό με τον Νόμο. Η Σχολή Ευελπίδων απεδείχθη η καλύτερη σκηνή της πρωτεύουσας –δωρεάν κιόλας–, το κατεξοχήν θέατρο της πραγματικότητας και του παραλόγου.

Καλό είναι, για την υγεία μιας κοινωνίας, να υπάρχει ένα «ιερό μέρος» όπου γίνεται μια ειρηνική κάθαρση των διαφορών και των παραβάσεων. Εδώ όμως γίνεται κατάχρηση. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης. Το είδαμε με τα μάτια μας στη διάρκεια του γυρίσματος. Το λένε και οι στατιστικές: ένας Ελληνας στους δέκα πάει τουλάχιστον μία φορά το χρόνο στα δικαστήρια!

Ερωτήματα

Αντίθετα με τα στερεότυπα, ο Ελληνας δεν είναι πιο δικομανής από τους άλλους Eυρωπαίους. Δεν κάνει πιο πολλές μηνύσεις από τον Γερμανό. Αλλά σχεδόν όλες οι μηνύσεις του φτάνουν στα δικαστήρια, ενώ στη Γερμανία μόνον οι μισές.

Πώς φτάσαμε εκεί; Ποιος φταίει; Η «Θέμις», επίτηδες, δεν απαντάει σε αυτό το ερώτημα. Ο ρόλος ενός κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ είναι να θέσει ερωτήματα, όχι να απαντήσει σε αυτά. Αυτό είναι ζήτημα του θεατή – πολίτη. Γι’ αυτόν το σκοπό το γύρισα: να προβληματιστεί ο θεατής για την καθημερινή λειτουργία της Δικαιοσύνης, βασικό θεσμό της Δημοκρατίας, που αντανακλά την κοινωνία και τον εαυτό μας. Με τα ελαττώματα, και καμιά φορά, τις αρετές του. Εχουμε πολλά να μάθουμε από την απόδοση της Δικαιοσύνης, όχι μόνο για την ίδια την κοινωνία που καθρεφτίζει, αλλά και για την ανθρώπινη φύση που απογυμνώνει.

*Ο Μαρκ Γκαστίν είναι σκηνοθέτης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.