ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΣΚΥΛΙ Συγγραφέας: Μισέλ Φάις Εκδόσεις: Πατάκη, σελ 85

kitrinoskili cover

Δέχτηκε επίθεση και ασύστολη λάσπη. Μονόλογος ακαριαίος, διαισθητικός, γεμάτος οξέα. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα στους δρόμους της αφύπνισης. Κόκκινη εργάτρια από τη Βουλγαρία, απέναντι στη μαύρη εργοδοσία. Παντιέρα διεκδικήσεων και συζητήσεων. Για ποιους; Η παράσταση που πραξικοπηματικά έπεσε. Το ελάχιστο σε όγκο βιβλίο του Μισέλ Φάις, έβαλε το φυτίλι. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνει η πολιτιστική Ιστορία της διεισμένης αυτής χώρας. Στο βιβλίο αποτυπώνεται μια διαδρομή. Η πορεία της προσφυγιάς. Απόδραση από το οικογενειακό περιβάλλον, προσαρμογή με ότι συνεπάγεται σε έναν καινούργιο τόπο. Πεπραγμένα δεν υπάρχουν. Τα πάντα ανακαλύπτονται από την αρχή. Τα βλέμματα, οι ομιλίες, ο χλευασμός, το σεξ. Κίτρινο είναι το φως της νύχτας. Γλείφει τους λιγδιασμένος τείχους των αποβάθρων του τρένου. Ποιος θα βάλει το χέρι του στο βούρκο. «Η Ιστορία δεν χαϊδεύει τις καρδιές. Πρώτα τις ξεριζώνει και μετά τις τρώει. Μια χαψιά τις κάνει». Ένα δείγμα του εσωτερικού ουρλιαχτού της Ρούσκα Ρούσεβα, από την Ανατολική Ρωμυλία. Για τον Μισέλ Φάις ο Άλλος δεν καταδυναστεύεται από έναν ενοχικό πανδαμάτορα νόμο. Επαναδιαπραγματεύεται συνεχώς. Η συνθήκη αλλάζει, η κοινωνία πάλλεται. Δεν υπάρχει το μανιχαϊστικό Καλό που είναι η άμωμος αθωότητα, ούτε το παθητικό Κακό. Το σώμα της ηρωίδας είναι ένας πομπός. Από μέσα του περνούν και διασκορπίζονται θύμισες, πατρίδες, απογοητεύσεις, συγκρούσεις, δηλώσεις. Ο Μισέλ Φάις δεν βάζει νερό στο κρασί του. Άνθρωποι στα τέσσερα να υπηρετούν κρατούντες προοδευτικούς και συντηρητικούς. Μα κυρίως τον εγωκεντρισμό μας. Η λογοτεχνία όπως και το θέατρο οφείλει να περπατήσει πάνω σε καρφιά. Σε καιρούς επαμφοτερίζοντες με οβιδιακές μεταμορφώσεις, ο λόγος είναι ασπίδα. Ο κόσμος έχει χάσει τη γοητεία του. Οι άνθρωποι είναι καταναλωτικά υποκείμενα. Η Ρούσεβα ανακυκλώνει για εμάς. Εμφανίζεται από το σκοτάδι, βάζει φόρμα εργασίας βρωμίζεται και στη συνέχεια καίγεται. Ένα δημόσιο πρόσωπο, αόρατο. Μια ψυχή περιφερόμενη, άταφη. Βρικόλακας μέσα στην αναλγησία. Δεν αποζητά τον οίκτο. Θέλει να έχει δικαίωμα σε κάτι μακρινό, κάτι ποθητό. Ο λόγος του Μισέλ Φάις χτυπά σαν σφυρί τις προκαταλήψεις εκατέρωθεν. Εκθέτει το πορτραίτο του εξεγερμένου. Που δεν θα πάει σε εκδηλώσεις, δεν θα ζητιανέψει έλεος. Αντιμάχεται την αναλγησία στα ελάχιστα τετραγωνικά της επιβίωσης. Σαρκάζει τον ευδαιμονισμό που δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τα χρήματα. Εξαπολύει μύδρους κατά της βάναυσης κακοποίησης που υπέστη κάποτε. Ένας μονόλογος που εξακοντίζει λέξεις στον αέρα. Στην αρχή χάνονται, μα στη συνέχεια έρχονται πίσω έτοιμες για…θερισμό. Εργοδοσία ή μη, εδώ μιλάμε για συλλογική ψυχοπαθολογία. Τη συναντάς συνεχώς και αδιαλείπτως στο δρόμο, στη δουλεία, στον ανύπαρκτο ελεύθερο χρόνο. Αυτή η αναίτια πρόκληση του πόνου. Στο τεραίν του απρόβλεπτου, το επικίνδυνο είναι αυτονόητο πια. Στο πεδίο του άφαντου σμιλεύεται η νέα ουτοπία. Το βιβλίο-ποταμός του Μισέλ Φάις, δεν είναι αποκλειστικά ένας πολιτικός μονόλογος ή ένα πεπατημένο «κατηγορώ». Είναι ένα ξέσπασμα. Τα συνθήματα στους τοίχους σώθηκαν, τα τραγούδια μουγκάθηκαν. Η γυναίκα στα μπλε ζητά εκδίκηση, πριν τσιτσιδωθεί κάτω από τα φώτα με κινήσεις πονηρές. Σε έναν «διάλογο» του Λέοναρντ Κοέν με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ, πυροδοτείται η μαρτυρία της γυναικείας φύσης. Κίτρινο άρρωστο, εξιδανικευμένο. Εντός του η γυναίκα και έπειτα η μετανάστρια, βάλλονται όπως τον καιρό που κυνηγούσαν μάγισσες. Ας όψωνται κάποιοι που αντί για το συγχωροχάρτι δέχτηκαν την μήνη της ενοχής. Ο λόγος του Μισέλ Φάις αποτυπώνει εικόνες. Είτε πάνω στο θεατρικό σανίδι, είτε στο κινηματογραφικό πλατό (εάν κάποιος επιχειρούσε διασκευή), η ζωή μεταφέρεται στα υπόγεια. Εκεί που ξέρει να υποτροπιάζει φλερτάροντας με το θάνατο και περιφρονώντας τον παράλληλα. Για πολλούς ο πολιτισμός είναι μπαϊράκι αυθαιρεσιών, όπου ο ακατάσχετος ατομισμός βασιλεύει. Με την ανάγνωση του μονόλογου αυτού, αντιλαμβάνεται και ο πλέον αδαής ότι ο πολιτισμός είναι το διαφυγών απόκτημα ενδελεχούς μελέτης. Ο πολιτισμός πάντα διαφεύγει. Η Ρούσκα Ρούσεβα είναι σάρκα δικιά μας, αλλά ταυτόχρονα και κάτι ξένο. Μια Λυδία λίθος προς διερεύνηση. Ένα κείμενο που στριφογυρίζει σαν σαμάνος γύρω από τη σκιά του. Συνδιαλέγεται με την ετερότητα και τη τρομοκρατία της καθημερινότητας, πίσω από το λούστρο των προσωπείων που μας κατακλύζουν.

misel fais

Ο Μισέλ Φάις γεννήθηκε στη Κομοτηνή το 1957. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα («Ελληνική Αϋπνία»), συλλογές διηγημάτων («Από το ίδιο Ποτήρι και άλλες Ιστορίες»), όπως και φωτογραφικά βιβλία («Η Πόλη Στα Γόνατα»). Ασχολήθηκε επί μακρόν με τη φιλολογική και καλλιτεχνική αποκατάσταση του Τζούλιο Καϊμη. Εργάζεται στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, ενώ τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ένας μονόλογος πολυφωνικός, που τιμά με τον τρόπο του την αποπροσανατολισμένη κουλτούρα του τόπου, που απαιτεί πολλά και δίνει ελάχιστα.

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗΣ

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s