«Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», 2009 (THERE WAS NO OTHER WAY) του Σταύρου Ψυλλάκη, 1ο Βραβείο στο Φεστιβάλ Χαλκίδας

image

Το πρώτο βραβείο στην κατηγορία ταινιών Μεγάλου Μήκους απέσπασε, μετά από ομόφωνη απόφαση της κριτικής επιτροπής, η ταινία «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» του Σταύρου Ψυλλάκη, στο 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας.

Το 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας, ολοκληρώθηκε την Κυριακή 11-10-2009 και στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία και φέτος, τόσο από την άποψη της υψηλής ποιότητας των ταινιών που προβληθήκαν, όσο και από την αθρόα προσέλευση των θεατών.

image

Νίκος Κοκοβλής

Περίληψη (ελληνικά)

ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ / THERE WAS NO OTHER WAY

Στη Κρήτη, ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού, επιβίωσε, ακόμα και όταν ο Εμφύλιος τέλειωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι αντάρτες αυτοί (6άνδρες & 2γυναίκες έμειναν τελικά), παράνομοι και επικηρυγμένοι, κρύβονταν για 14 περίπου χρόνια στο Ν. Χανίων, ανασυγκροτώντας τις παράνομες οργανώσεις. Το 1962, 6 από αυτούς δραπέτευσαν, μέσω Ιταλίας, στην Τασκένδη. Οι 3 ζουν και αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του ντοκιμαντέρ.

Στην ταινία παρακολουθούμε το «θαύμα» της αντοχής των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και την αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους έκρυβαν τόσα χρόνια. «Πρωταγωνιστές» και «αφανείς», αυτής της ιστορίας, εξίσου φωτεινοί και δυσεύρετοι, πέρα από ιδεολογίες, ενσαρκώνουν κάτι πολύ σημαντικό : βαθιά προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο και στην αξιοπρέπειά του. Και αυτό είναι το θέμα της ταινίας ….

image Αργυρώ Πολυχρονάκη

Περίληψη (αγγλικά)


Even after the Civil War had ended in the rest of Greece, a small rump of the Democratic Army, six men and two women, remained in hiding for 14 years in Chania, Crete, where they continued to take part in illegal political activity. In 1962, six of the former partisans escaped, via Italy, to Tashkent. The documentary focuses on the three who are still alive.
The film reveals the miraculous endurance of the broken remnants of the Democratic Army and the self-sacrifice of the ordinary people who hid them. It shows that the main protagonists and the unsung heroes of this story are equally exceptional, embodying not just ideology, but a deep dedication to mankind and human dignity.

image

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

STAVROS PSILLAKIS σκηνοθέτης – παραγωγός ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ 5 11522 ΑΘΗΝΑΤΗΛ. : 210-6464797 & 6974-419160 e-mail : spsill@tee.grwww.ordino.gr/psilakis


ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

  • Γεννήθηκε στα Χανιά το 1954.
  • Πτυχίο Ηλεκτρολόγου Μηχανολόγου Μηχανικού [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο]
  • Πτυχίο Σκηνοθεσίας από τη σχολή Ε. ΧΑΤΖΙΚΟΥ.
  • Υπότροφος του Γαλλικού κράτους στο Παρίσι. Σκηνοθεσία ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ στα Ateliers VARAN (ιδρυτής JEAN ROUCH). Θεωρητική & πρακτική εκπαίδευση σε video & film 16mm.
  • Συνεργασία σε ταινίες των Λ. Παπαστάθη, Δ. Θέου, Σ. Τορνέ
  • Συνεργασία στη δημιουργία ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΠΤΙΚ/ΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ στο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ του Iδρύματος Tεχνολογίας & Έρευνας (Ι.Τ.Ε.) στην Κρήτη. Σκηνοθεσία ή/και Διεύθυνση Παραγωγής σε ντοκιμαντέρ του I.Μ.Σ.

Ζει στην Αθήνα και ασχολείται με :

  • Σκηνοθεσία & παραγωγή ταινιών ντοκιμαντέρ.
  • Σκηνοθεσία & παραγωγή βιομηχανικών & εκπαιδευτικών διαφημιστικών ταινιών.

Φιλμογραφία (ελληνικά)

2009
ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ
ΝΤΟΚ
87min

2007
ΠΗΝΕΙΟΣ ιερή οικολογία
ΝΤΟΚ
24min

2007
ΠΗΝΕΙΟΣ σπαράγματα ιστορίας
ΝΤΟΚ
26min

2005
ΠΟΛΛΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ
ΝΤΟΚ
62min

2005
ΤΙΘΟΡΕΑ – ΛΙΑΝΟΚΛΑΔΙ
ΝΤΟΚ
28min

2002
ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΝΤΟΚ
57min

2001
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΨΑΛΜΩΔΙΑ – ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ
ΝΤΟΚ
30min

2001
Α.Β.Ε.Α. ο πηγμένος χρόνος
ΝΤΟΚ
28min

2001
ΗΡΘΑΜΕ ΕΔΩ
ΝΤΟΚ
52min

2000
Η ΖΗΜΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΘΡΕΠΤΗ
ΝΤΟΚ
56min

2000
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ
ΝΤΟΚ
52min

1999
ΠΕΙΡΑΙΑΣ – ΧΥΤΗΡΙΟ ΔΥΟ ΑΙΩΝΩΝ
ΝΤΟΚ
30min

1997
ΑΕΙ ΤΙΣ ΕΝ ΚΥΔΩΝΟΣ
ΝΤΟΚ
55min

1997
ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΝΤΟΚ
30min

1995
ΣΦΑΚΙΑ – Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΦΑΡΑΓΓΙΩΝ
ΝΤΟΚ
25min

1994
Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ
ΝΤΟΚ
62min

1993
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
ΝΤΟΚ
59min

1988
CARCASSE » (Σκελετός)
ΝΤΟΚ
17min

STAVROS PSILLAKIS

Born in Chania, Crete in 1954.

He is a graduate of the National Technical University of Athens with the degree in Electrical Engineering.

He studied film direction at the Hadjikou Film School (Athens) and he received theoretical and practical education on anthropological documentary filmmaking at the VARAN School (Paris) [founded by Jean ROUCH].

He lives in Athens and directs and produces documentaries, industrial and educational films and commercials.

Filmography

2009
THERE WAS NO OTHER WAY
documentary
87min

2007
PENEUS the sacred ecology
documentary
24min

2007
PENEUS fragments of history
documentary
26min

2005
THERE ARE MANY THINGS WE CAN DO
documentary
62min

2005
TITHOREA – LIANOKLADI
documentary
28min

2002
THE MEMORY GUARDS
documentary
57min

2001
ANGELS PSALMS – St. Thomas
documentary
30min

2001
ANATOLI FACTORY : the time capsule
documentary
28min

2001
HERE WE CAME
documentary
52min

2000
THE BROKEN MIRROR DAMAGE
documentary
56min

2000
THE MAN WHO DISTURBED THE UNIVERSE
documentary
52min

1999
PIRAEUS – the melting pot of two centuries
documentary
30min

1997
FOREVER IN KYDONIA
documentary
55min

1997
COLORS OF CRETAN MUSIC
documentary
30min

1995
SFAKIA, THE LAND OF GORGES
documentary
25min

1994
THE BROTHERS
documentary
62min

1993
THE SECRET
documentary
59min

1988
CARCASS
documentary
17min

Οι συντελεστές του ντοκυμαντέρ (CREDIT LIST)

σενάριο – σκηνοθεσία / Director – Scriptwriter

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ / STAVROS PSILLAKIS

αρχική Ιδέα & συνεργασία στην έρευνα και στο σενάριο /

Initial idea & collaboration in research & script

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗΣ / MATTHEOS FRANTZESKAKIS

διεύθυνση φωτογραφίας / Cinematography

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / CHRIS ASIMAKOPOULOS

συμπληρωματικά γυρίσματα / re-shoots

ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ / STELIOS APOSTOLOPOULOS

ειδικές λήψεις & steadicam / special shoots & steadicam

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ / DIMITRIS XENAKIS

πρωτότυπη μουσική / original music

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΑΜΠΑΣ / VAGELIS FAMPAS

μοντάζ / editing

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ / GIORGOS TRIANTAFILLOU

συνεργασία στο μοντάζ – επεξεργασία φωτογραφιών /

collaboration in editing & photos re-touch

ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΑΣΠΑΡΙΝΑΤΟΣ / ANTONIS GASPARINATOS

ηχολήπτης / sound recordist

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΕΦΕΝΤΑΚΗΣ / ANASTASIS EFENTAKIS

διεύθυνση παραγωγής / production management

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ / NICOLAS PANOUTSOPOULOS

βοηθοί παραγωγής / production assistants

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ / PANAGIOTOS PAPAZOGLOU

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ / THANASIS APOSTOLAKIS

απόδοση κειμένου / narration

ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ / PANOS KIPARISSIS

παραγωγός / producer

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

συμπαραγωγοί στο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΚΜΗΡΙΟ / Co-Producer

Ε.Κ.Κ. – ΕΡΤ Α.Ε. – MASSIVE PRODUCTIONS – INDIGO VIEW

GREEK FILM CENTRE /HELLENIC BROADCASTING CORP. ERT S.A./ MASSIVE PRODUCTIONS / INDIGO VIEW

COPYRIGHT : ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ / STAVROS PSILLAKIS 2009

διάρκεια / running time : 87min & 54min (υπάρχουν 2 version) σε DIGITAL BETA

Ο δρόμος για τα γυρίσματα

Όλα ξεκίνησαν …

Από μια ιδέα/πρόταση του φίλου και συγχωριανού μου Ματθαίου Φραντζεσκάκη. Μου σύστησε κατ΄ αρχήν να διαβάσω το βιβλίο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ των Ν. & Α. Κοκοβλή. Κάτι είχα ακούσει για την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων, αλλά μετά που διάβασα το βιβλίο, και διαπίστωσα το μέγεθος της ιστορίας, ομολογώ πως πριν ήμουν βαθειά νυχτωμένος … Ακολούθως ο φίλος μου με πήγε στο Βαμβακόπουλο και γνώρισα το Νίκο και την Αργυρώ. Πολύ σύντομα, με δανεικό εξοπλισμό, ξεκινήσαμε οι 2 μας με το Ματθαίο, τα πρώτα δοκιμαστικά γυρίσματα. Το υλικό αυτό υπάρχει, έχει ενδιαφέροντα κομμάτια, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε στην τελική κόπια.

Μετά, επειδή το εγχείρημα ήταν μεγάλο και θα κόστιζε αρκετά, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε επαγγελματικά την όλη ιστορία. Κάναμε πρόταση και την καταθέσαμε στο Κέντρο Κινηματογράφου. Η πρόταση εγκρίθηκε, στο πρόγραμμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ και η παραγωγή χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ και την ΕΡΤΑ.Ε. Το χρηματοδοτικό πλάνο συμπλήρωσαν, ως συμπαραγωγοί, οι εταιρίες INDIGO VIEW από τα Χανιά(παρείχε τον εξοπλισμό λήψεων και οι συνεργάτες της βοήθησαν αποφασιστικά σε κάποια γυρίσματα) και MASSIVE PRODUCTIONS (παρείχε το studio μοντάζ, το post production και όλη την ηχητική επεξεργασία της ταινίας).

Με τη βοήθεια όλων αυτών και πλαισιωμένοι από καλούς φίλους και συνεργάτες, ξεκινήσαμε τα γυρίσματα στις 30 Ιουλίου 2007 ….

Οι πρωταγωνιστές (βιογραφικά)

Βιογραφικά πρωταγωνιστών

Ο Νίκος Κοκοβλής, γεννήθηκε στη Μικρά Ασία το 1920. Ήρθαν πρόσφυγες στα Χανιά, και η κατοχή τον βρήκε στο 1ο έτος της Ανωτάτης Εμπορικής. Τα εγκατέλειψε, επέστρεψε στα Χανιά, οργανώθηκε νωρίς στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό το ʻ47, όταν ξεκινούσε ο εμφύλιος στην Κρήτη. Πιο πριν ήταν για λίγο γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Χανίων. Μετά τη μάχη της Σαμαριάς (Ιούνιος του ’48), οι αντάρτες που είχαν απομείνει συγκεντρώθηκαν, τον Απρίλιο του ’49 στις Χώσες, και η Βαγγελιώ Κλάδου και ο Νίκος Κοκοβλής πήραν τη θέση των σκοτωμένων αρχηγών, Τσιτήλου και Μακρυδάκη. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

image

Ο Γιάννης Λιονάκης γεννήθηκε το 1921 στο Γαβαλοχώρι και τέλειωσε το Γυμνάσιο του Βάμου, στο Ν. Χανίων . Είχε οργανωθεί στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας το ʻ38. Την επομένη της Μάχης της Κρήτης αναζήτησε όπλο, οργανώθηκε στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό. Μετά την απελευθέρωση, ο Γιάννης δραπέτευσε από τον εθνικό στρατό, πέρασε στην παρανομία και ανέβηκε στο βουνό, αρχές του ʻ47. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

Η Αργυρώ Πολυχρονάκη γεννήθηκε το 1927 στο χωριό Δρακώνα του Ν. Χανίων. Από εύπορη για τα τοπικά δεδομένα οικογένεια, αρχικά συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Ανέβηκε στο βουνό και πέρασε στην παρανομία αρχές του ʻ48. Ήταν ήδη εκεί ο μεγαλύτερος αδερφός της και πολλοί χωριανοί της. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

Ο Σταμάτης Μαριόλης (1925-2007), μανιάτικης καταγωγής, γεννημένος στον Πειραιά, υπηρετούσε ως αεροπόρος τη θητεία του, τον Ιούλιο του ʻ47, στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Τότε, μια ομάδα ανταρτών ήρθαν και κατέλαβαν το αεροδρόμιο. Ο Σταμάτης, ως μέλος του κόμματος, τους βοήθησε αποφασιστικά, από μέσα. Πήραν μεγάλες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών και έφυγαν αναίμακτα. Έκτοτε ο Σταμάτης παρέμεινε με τους αντάρτες, κρυβόταν στην περιοχή της Κισάμου, κυρίως στα Παλιά Ρούματα, επέζησε και ήταν ένας από τους 6 που διέφυγαν στην Ιταλία το ʻ62.

Η Παγώνα Κοκοβλή (1922-1994), αδερφή του Νίκου Κοκοβλή, ήταν στέλεχος της ΕΠΟΝ στην κατοχή. Βγήκε στην παρανομία και ανέβηκε στο βουνό πριν από αυτόν. Όλοι την ήξεραν ως Κατερίνα, το ψευδώνυμο της στο βουνό και θαύμαζαν την επιμονή της στους στόχους που έβαζε. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

Ο Κωστής Λιονάκης (1925-1993), μικρότερος αδερφός του Γιάννη, ανέβηκε στο βουνό το ʻ47 και παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στις σπηλιές του Αποκόρωνα με το Γιάννη και την Παγώνα. Ένα σοβαρό ατύχημα εκεί ήταν η αιτία να χάσει το ένα του μάτι. Αργότερα, γύρω στο 58, με μεγάλη δυσκολία οι σύντροφοι του τον έπεισαν να φύγει στην Αθήνα, να τον δει γιατρός, μήπως και γλυτώσει το άλλο του μάτι. Ήταν ο πρώτος από τους 6 που έφυγε από την Κρήτη. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΨΥΛΛΑΚΗ

«Με απασχολούν οι οριακές ανθρώπινες καταστάσεις»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΙΔΑΚΗ

Χανιώτικα Νέα 25 Απριλίου 2009

«Ο άλλος δρόμος δεν υπήρχε» δεν είναι ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ αλλά μια ταινία χαρτογράφησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Πάντα με απασχολούσαν οι οριακές καταστάσεις που είναι γεμάτες ηθικά διλήμματα». Με αυτά τα λόγια ο Χανιώτης σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης άνοιξε τη συζήτησή μας για την καινούρια του ταινία που αναφέρεται στις πολύχρονες και βασανιστικές περιπέτειες που έζησε ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη όταν ο εμφύλιος στην υπόλοιπη Ελλάδα είχε ήδη λήξει. Μιλώντας για το ντοκιμαντέρ, που έχει ήδη αποσπάσει κολακευτικά σχόλια και το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ της Κύπρου – και το οποίο αύριο θα προβληθεί στις 8 το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων – , ο Χανιώτης σκηνοθέτης περιγράφει το χρονικό, τις προκλήσεις αλλά και αίσθηση που αποκόμισε βουτώντας στην πιο σκοτεινή ίσως περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

– Πως ξεκίνησε η ιδέα για την ταινία;

«Το πρώτο ερέθισμα δόθηκε από μια πληροφορία του Ματθαίου Φρατζεσκάκη ότι υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι και το βιβλίο «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Είχα ακούσει γι’ αυτό αλλά δεν γνώριζα καθόλου την έκταση του πράγματος. Το διάβασα και με γοήτευσε. Έπειτα γνώρισα τον Νίκο και την Αργυρώ Κοκοβλή και ξεκινήσαμε κάποια δοκιμαστικά γυρίσματα. Στη συνέχεια επειδή το εγχείρημα ήταν μεγάλο κάναμε την πρόταση στο Κέντρο Κινηματογράφου. Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα και άρχισα την έρευνα, κάνοντας το βιβλίο φύλλο και φτερό και βλέποντας τι περιστατικά αναφέρονται, ποια πρόσωπα, ποιοι από αυτούς ζούνε και πως μπορώ να τους εντοπίσω».

– Πως αντιμετώπισαν οι πρωταγωνιστές της ταινίας την ιδέα του ντοκιμαντέρ;

«Ο Νίκος και η Αργυρώ έδειξαν από την αρχή προθυμία να συμμετέχουν και τα πράγματα με αυτούς ήταν πιο εύκολα γιατί ήξερα ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας τους από το βιβλίο. Στο διάστημα της έρευνας έκανα και τα πρώτα τηλεφωνήματα στον Γιάννη Λιονάκη όπου αρχικά δεν έδειξε μεγάλη διάθεση. Μου είχαν πει ότι ο Γιάννης είναι ωραίος τύπος αλλά δύσκολος. Τελικά με εμπιστεύτηκε. Είναι καθοριστικό για ένα ντοκιμαντέρ να υπάρξει μια σχέση εμπιστοσύνης, μια σχέση αγάπης και εκμυστήρευσης. Μιλώντας με τον Γιάννη ένιωσα και κάπως σαν εξομολογητής κι ότι μου εναποθέτει ένα τεράστιο φορτίο».

– Ποιες ήταν οι σημαντικότερες προκλήσεις στη συγκεκριμένη ταινία;

«Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε στη συγκεκριμένη ταινία δεν είναι αφηγηματικά ή σκηνοθετικά. Η ίδια η ιστορία είναι αβανταδόρικη. Τα προβλήματα που έχεις να λύσεις είναι ηθικής τάξεως».

– Με ποιο κριτήριο έκανες τη διαχείριση του υλικού;

«Από τις αφηγήσεις που άκουσα ένιωσα ότι δεν ταιριάζει σε αυτούς τους ανθρώπους η μικρότητα. Δεν πρέπει να επιμείνεις στα μικρά και ανθρώπινα που είναι γεμάτα η κάθε ιστορία. Υπάρχει ένα κομμάτι που πρέπει να το καθαρίσεις, χωρίς όμως να ηρωποιήσεις ή να παραβλέψεις τα υπόλοιπα. Αυτό το κομμάτι είναι που τους ταιριάζει τουλάχιστον στη δική μου οπτική και αυτό είναι που αξίζει να μείνει».

– Τι αίσθηση σου άφησαν οι κουβέντες τους;

«Θυμάμαι ότι στη Θεσσάλονίκη με ρώτησαν γιατί τα έκαναν όλα αυτά οι πρωταγωνιστές της ταινίας αφού κατέρρευσε ο αγώνας τους. Δεν ξέρω πως αισθάνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι γιατί άλλες φορές νοιώθουν δικαιωμένοι κι άλλες αδικαίωτοι. Ξέρω, όμως, ότι στα μάτια μου περπατάνε όρθιοι, κρατώντας την αξιοπρέπειά τους επειδή ήταν ένα στοίχημα που έβαλαν οι ίδιοι με τον εαυτό τους. Σε αυτό το κομμάτι των αξιών ταυτίστηκα μαζί τους, συμπάσχω, συμμετέχω και νιώθω σπλαχνικά».

– Τι πιστεύεις ότι τελικά τους έκανε να υπομείνουν όλα αυτά που πέρασαν;

«Θεωρώ τις γενικεύσεις άστοχες και με αυτή την έννοια αν καταφύγω σε γενικές ερμηνείες περί ιδεολογίας, αξιοπρέπειας κ.λπ. τους αντιμετωπίζω όλους σαν ένα πράγμα. Πιστεύω ότι ο καθένας είχε μια δικιά του δεξαμενή από την οποία αντλούσε δύναμη. Δεν ήταν το ίδιο πράγμα που έβγαλε τον Νίκο, τον Σταμάτη, τον Γιάννη ή την Αργυρώ στο βουνό. Από εκεί και πέρα ο κάθε θεατής θα βρει στην ταινία αυτό που έχει ανάγκη».

– Είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν και πολλά άλλα που παραμένουν μυστικά.

«Υπάρχει μια εκδοχή της ιστορίας που θα την έλεγα ηρωική. Πίσω μου όμως νιώθω ότι όλα αυτά τα χρόνια, ειδικά στον Αποκόρωνα, είναι πολλά κρυμμένα μυστικά. Ένας κόσμος σιωπής όπως το λέει πολύ καλά η Μαρινέλλα Βλαχάκη. Μια ολόκληρη επαρχία που κρύβει κάποιους ανθώπους, ενώ την ίδια στιγμή συμβαίνουν πολλά παράπλευρα γεγονότα. Οι συνέπειες αυτών των πραγμάτων ακολουθούν τις ζωές των ανθρώπων χρόνια μετά. Αυτό το πικρό κομμάτι είναι γεμάτο ηθικά διλήμματα και δεν θα το γράψει ποτέ καμία ιστορία».

– Επιδίωξες να έχεις επαφή και με ανθρώπους από το άλλο στρατόπεδο;

«Επιδίωξα αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα διότι ή έχουν πεθάνει ή όσοι ζουν δεν σχετίζονταν άμεσα με την ιστορία. Θα ήθελα να ακούσω ανθρώπους από το αντίπαλο στρατόπεδο και δεν πιστεύω ότι θα είχαν πρόβλημα να μου μιλήσουν, διότι δεν έχω καμία διάθεση να κατηγορήσω κανένα, αλλά να καταλάβω».

– Μέσα στο ντοκιμαντέρ είναι πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο ενός παραδοσιακού κώδικα συμπεριφοράς ο οποίος φαίνεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο ακόμα και μέσα στο πολεμικό σκηνικό του εμφυλίου…

«Αυτό το στοιχείο κυριάρχησε στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν ήμουνα εξ’ αρχής υποψιασμένος αλλά νομίζω ότι όλη η συμπεριφορά και στάση των ανθρώπων υπερκαθορίστηκε από αυτό. Μιλώντας με τον Γιάννη καταλαβαίνεις ότι μέσα από τα συμφραζόμενά του σου μιλάει ταυτόχρονα μια παράδοση αιώνων. Είχε πλήρη συνείδηση ότι είναι εκφραστής αυτής της παράδοσης. Αν το ντοκιμαντέρ γίνονταν στην Ήπειρο δεν θα υπήρχε τίποτα από το ψιλό κέντημα που αφορά αυτόν τον προαιώνιο τοπικό πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ξεκίνησα την ταινία έψαξα αρχειακό υλικό του εμφυλίου από την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά νοιώθω ότι δεν χωρούσε το παραμικρό πλάνο».

– Τελευταία βλέπουμε πολλά ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο, ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν θέμα ταμπού.

«Φαίνεται να υπάρχει μια τάση παρόλο που πάλι δεν ξέρω αν είναι σωστό να το περιγράφουμε έτσι. Η Δημητρίου καταγράφει συγκλονιστηκές μαρτυρίες από την αντίσταση, ο Γιαννακάκης και η Καραμπάτσου από την Μακρόνησο, ο Λαμπρινός με τον Κεμάλ. Ηλικιακά όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουμε μεγάλη διαφρορά. Ο Λαμπρινός είναι άνθρωπος της αντίστασης, η Δημητρίου είναι εκεί κοντά, ο Γιαννακάκης είναι του ’68 – ’69 εγώ είμαι του ’54. Δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία. Προσωπικά δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για τον εμφύλιο, δεν έχω τέτοιες εμμονές. Περισσότερο με ενδιαφέρουν αυτό που λέμε οριακές καταστάσεις της ύπαρξης όπου ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα».

– Ωστόσο, μέσα στην ταινία υπάρχουν και πινελιές χιούμορ. Στοιχείο το οποίο νομίζω ότι γείωσε κάπως την τραγικότητα της ιστορίας…

«Μου άρεσε πολύ που το κοινό ανταποκρίθηκε σε αυτές τις στιγμές. Όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μέσα στη ζωή. Αυτό που δεν μπόρεσα να βάλω – γιατί είναι εφτασφράγιστο – είναι το ερωτικό κομμάτι».

– Οι νέοι που δεν έχουν βιώσει όλο το κλίμα εκείνης της εποχής, ούτε την αύρα των χρόνων που ακολούθησαν πως νομίζεις ότι αντιλαμβάνονται την ταινία;

«Στους νέους η ιστορία μπορεί να φαίνεται σαν παραμύθι. Όταν ο Γιάννης μου μιλούσε, έλεγα ότι είναι εξαιρετικός αλλά δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Μόλις βρέθηκα στη σπηλιά που κάναμε τα γυρίσματα παραδόθηκα και είπα ότι όσα λέει ισχύουν. Σίγουρα, δεν μπορεί να μεταφερθεί ένας νέος σε αυτό το κλίμα ούτε να καταλάβει το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβησαν τα γεγονότα. Μπορεί, όμως, να σταθεί στη στάση ζωής αυτών των ανθρώπων».

– Πως θα διαχειριστείς το υλικό που έχει μείνει απ’ έξω από τη συγκεκριμένη ταινία;

«Συνήθως όταν κάνεις μια ταινία κουτσοκορφίζεις τον ανθό του υλικού σου. Σίγουρα υπάρχουν κάποιες ιστορίες που θα μπορούσαν να έχουν μπει στη θέση άλλων χωρίς να αλλάξει ριζικά η ταινία. Νομίζω πάντως ότι τα πιο καλά κομμάτια έχουν μπει. Ωστόσο, το υπόλοιπο υλικό είναι ένα βάρος που έχω μέσα και δεν ξέρω τι θα γίνει».

– Θεωρώ πολύ σημαντικό ότι συστηματικά ασχολείσαι με θέματα της Κρήτης και των Χανίων αναδεικνύοντας πτυχές της τοπικής ιστορίας.

«Δεν θα ήξερα να κάνω κάτι άλλο. Μπορεί να φαίνεται περίεργο αλλά αν μου δώσεις μια ταινία για την Ήπειρο μπορεί να είναι καλή από επαγγελματικής άποψης, όμως η «μάνα» και η «γλώσσα» μου είναι ο τόπος μου και με αυτή θέλω να μιλάω».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ»

Κάθε φορά που πηγαίνω να δω μια ταινία για τον εμφύλιο και το αντάρτικο, κυριαρχεί πάντα μέσα μου ένα διττό συναίσθημα. Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.

Από τη μια νιώθω το θαυμασμό μου για την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αυτοθυσία των ανθρώπων της Αντίστασης και από την άλλη νιώθω αυτή την πίκρα του χαμένου αγώνα, την τραγωδία της ήττας και της προσωπικής περιπέτειας αυτών των ανθρώπων.

Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.

Βλέποντας στο Τριανόν την ταινία-ντοκιμαντέρ του Στέλιου Ψυλάκη, «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» τα ανάμεικτα αυτά συναισθήματα ήρθαν να με κυριαρχήσουν. Το μεγαλείο ψυχής των 6 ανταρτών, κυρίως δε των τριών που πρωταγωνιστούν στην ταινία, το μεγαλείο της αυταπάρνησης, η δύναμη, το θάρρος, η πίστη στο κατακόρυφό τους. Και βεβαίως και πάλι οι σκέψεις, είναι δυνατόν να ηττήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι; Είναι δυνατόν η ιστορία να «δικαίωσε» άλλους; Και που πήγε όλος αυτός ο καημός, ο πόνος, η επιμονή και η θυσίες αυτών των ανθρώπων.

Ο σκηνοθέτης, προφανώς μαζί με τους συνεργάτες του, έκανε μια εξαιρετική δουλειά. Προσεγγίζοντας ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο θέμα, όπως αυτού του εμφυλίου, μέσα από τη διαδρομή των 6 ανταρτών της Κρήτης, μπόρεσε να δώσει το πορτρέτο μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής στιγμής της πατρίδας μας, χωρίς αγιοποιήσεις, χωρίς περίσιους συναισθηματισμούς, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως τον απίστευτα εσωτερικό κόσμο αυτών των απλών ανθρώπων που η ζωή τους πρέπει να είναι υπόδειγμα για τις νέες γενιές.

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις στιγμές της ταινίας. Όμως θαρρώ πως η διήγηση του Ν. Κοκοβλή για τη συνάντησή του με τον ενωματάρχη που τον καταζητούσε για πάνω από 10 χρόνια, σε ένα βιβλιοπωλείο των Χανίων στη Μεταπολίτευση όπως και η «ξενάγηση» του άλλου αντάρτη (ξεχνώ το όνομα) στα κρησφύγετα και τα λημέρια που κρυβότανε, με την απλότητα και την αμεσότητα της διήγησης και το ακατέργαστο και γι’ αυτό και ανατρεπτικό χιούμορ του.

Όπως βεβαίως και η τραγωδία της επιστροφής τους στην Κρήτη, όπου η νέα πραγματικότητα βαραίνει τον τόπο και η υποδοχή αντί για ηρώων είναι στην καλύτερη περίπτωση «από μακριά και αγαπημένοι». Εξάλλου «Ουδείς …αντάρτης (για να παραφράσουμε το ρητό) στον τόπο του».

Στην προβολή της ταινίας έτυχε να καθίσει δίπλα μου ο Λεωνίδας Κύρκος. Λίγο διάστημα πριν είχε δηλώσει στις εφημερίδες πως «καλύτερα που ηττηθήκαμε στον εμφύλιο γιατί θα είχαμε τις τύχες των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού». Στην διάρκεια της προβολής άκουγα αναφιλητά. Όταν άνοιξαν τα φώτα ο Κύρκος ήταν βουρκωμένος.

Και ο κόσμος όρθιος να χειροκροτεί για περισσότερο από πέντε λεπτά. Θαρρώ πως είναι αυτή είναι και η καλύτερη ανταμοιβή για τους συντελεστές της ταινίας.

Και αν και πιστεύω αυτό που πρέπει να γίνει σε όλη την Ελλάδα, όμως για την Κρήτη και ιδιαίτερα τα Χανιά, η ταινία αυτή πρέπει να προβάλλεται σε όλα τα σχολεία και όσο ζουν ακόμα οι «ήρωες» αυτοί, να καλούνται να συζητούν με τους μαθητές.

Εν τέλει όπως άκουσα να ψιθυρίζει και ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, στο διάδρομο προς της έξοδο «μια ταινία από καρδιάς». Και ψυχής, μεγάλης ψυχής θα προσθέταμε.

Πέτρος Κακολύρης

Το βιβλίο

image

ΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΩ ΚΟΚΟΒΛΗ
Άλλος δρόμος δεν υπήρχε
«ΠΟΛΥΤΥΠΟ», ΣΕΛ. 594

Σαν μυθιστόρημα …

Οταν οι αναμνήσεις διαπλέκονται με την Ιστορία και αποτυπώνουν τις διαστάσεις του «χθες» και την αμεσότητα του «τότε»

Μαρτυρία και βιωματική κατάθεση, ζώσα ιστορία και κατάθεση ψυχής, το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς και μια παρακαταθήκη αγώνων, συνέπειας και ήθους. Το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία των μακρών αυτοβιογραφικών απομνημονευμάτων. Πρόκειται καλύτερα για ένα διπλό αυτοβιογραφικό κείμενο όπου οι συγγραφείς, μαζί αλλά και αυτόνομα, καταθέτουν τις προσωπικές εμπειρίες τους και καταγράφουν την κοινή διαδρομή σε στιγμές κρίσιμες και καθοριστικές για τις τύχες των Ελλήνων κομμουνιστών. Εμπειρίες και διαδρομές όπου η συγκυρία και η απόσταση, η θάλασσα και ο αποκλεισμός, προσέδωσαν τα χαρακτηριστικά της μοναδικότητας καθώς και μια ιδιότυπη διάρκεια που αντιπάλεψε με το χρόνο, προσδίδοντας στη μαρτυρία μυθιστορηματική πλοκή και διάσταση, όπως μυθιστορηματική είναι και η ζωή τους.
Γράφουν σήμερα για τη ζωή αυτή, μια ζωή ταραγμένη αλλά και ήρεμη, μια ζωή επικίνδυνη αλλά και σταθερή, και παράλληλα προσθέτουν καινούργιες και άγνωστες σελίδες στο έπος της Αριστεράς. Διατρέχοντας τον ιστορικό χρόνο με νηφαλιότητα, αναδεικνύουν με ήπιους τόνους τις δικές τους μοναδικές διαδρομές και αναστοχάζονται για όσα έζησαν, για όσα πέρασαν, για όσα κατάλαβαν, χωρίς πίκρα, με τη βεβαιότητα ότι «άλλος δρόμος δεν υπήρχε».

Λιτότητα και ποιητικότητα

Η αναδρομική εξιστόρηση, από ανθρώπους που έζησαν αυτά που αφηγούνται, δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Εμπεριέχει κινδύνους και παγίδες όπως η αποσπασματικότητα και κυρίως οι μεταγενέστερες επεξεργασίες και συνειδητοποιήσεις, που εμπλέκονται στη μαρτυρία αλλοιώνοντας συχνά τις εκτιμήσεις για τα γεγονότα, καθώς ο χρόνος της γραφής διαμεσολαβείται από αυτά που ακολούθησαν, από την ύστερη γνώση. Συχνά το «τότε» χάνεται από ένα μεταγενέστερο και συνολικό «χθες». Κι εξίσου συχνά, το «τώρα» που ορίζεται από το χρόνο της γραφής επικυριαρχεί στο χρόνο της αφήγησης, στο «χθες» και στο «τότε». Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ένας ακόμη κίνδυνος υπήρχε. Καθώς η εξιστόρηση πλέκεται από δύο αφηγητές, το ποιος μιλά, κάθε φορά, δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικής διαχείρισης του λόγου αλλά ισορροπίας του κειμένου και της αφήγησης. Οι συγγραφείς νομίζω ότι δεν έχασαν αυτά τα στοιχήματα. Στην αναδρομική τους εξιστόρηση, τα ομιλώντα υποκείμενα ξετυλίγουν ισόρροπα και αρμονικά το κουβάρι της προσωπικής ζωής μέχρι να φθάσουν στην κοινή πορεία, τονίζουν τα διαφορετικά βιώματα και τις συγκλίνουσες πορείες και συνομιλούν με το δικό τους γνωστό εσωτερικό διάλογο, για τις κοινές στιγμές. Διαβάζοντας το βιβλίο, ακούς και νιώθεις τις φωνές: το λιτό και αυστηρό λόγο του Νίκου, αισθάνεσαι την εκφραστικότητα, την ποιητικότητα της Αργυρώς. Είναι αυτές οι φωνές, με τις ποιότητες και τα χαρίσματα που έχει η κάθε μια, αλλά και με τη συμπληρωματικότητα που τις χαρακτηρίζει, που οργανώνουν με μαεστρία το βιβλίο τους και την αφήγησή τους. Και είναι αυτές οι ίδιες φωνές συντονισμένες στην ίδια κλίμακα και νότα, που γίνονται μια φωνή όταν η γραφή φτάσει στην ακμή της, στις κρίσιμες καμπές, στις στιγμές των μεγάλων αποφάσεων, στην ώρα της τοποθέτησης απέναντι στους άλλους και στους χρόνους του απολογισμού.
Δεν πρόκειται μόνο για χάρισμα αλλά και για εμπειρία και οικείωση προς τη γραφή. Με το ψευδώνυμο Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, από τα χρόνια της παρανομίας στην Κρήτη, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις στήλες της Επιθεώρησης Τέχνης, το 1962, με το διήγημά τους «Βάσανα και καημοί». Με το ίδιο ψευδώνυμο και διατηρώντας ως γενικό τίτλο αυτόν του πρώτου διηγήματος, εξέδωσαν στο Βουκουρέστι, το 1966, συλλογή διηγημάτων τους. Μετά τον επαναπατρισμό τους παρέδωσαν τη συλλογή διηγήσεων «Αληθινές ιστορίες. Στα βουνά της Κρήτης και στην Παρανομία» και πιο πρόσφατα τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους για τη ζωή στη Σοβιετική Ενωση: «ΕΣΣΔ. Προσδοκίες και πραγματικότητα. Μνήμες που ποτέ δεν σβήνουν». Καταστάλαγμα λοιπόν, και αυτών των αναζητήσεων ως προς τη γραφή και τους μηχανισμούς της, το σημερινό βιβλίο συμπυκνώνει με άλλο ύφος και σε άλλη έκταση στοιχεία και θέματα οικεία, δουλεμένα και προσφιλή.
Οι αναμνήσεις και οι μαρτυρίες διαπλέκονται με την Ιστορία σε μια λεπτή ισορροπία και αποτυπώνουν τις σαφείς διαστάσεις του «χθες» και την αμεσότητα του «τότε». Το «τώρα», με τις διευκρινίσεις και τις επεξεργασίες του, χωρίς ακροβατισμούς, τοποθετείται σ’ ένα άλλο επίπεδο, σε μια συχνά παράλληλη ανάγνωση.
Παιδί 2 χρόνων, ο Νίκος, προσφυγόπουλο, έφτασε με την οικογένειά του στην Κρήτη, στο Βαμβακόπουλο και πολιτογραφήθηκε Κρητικός. Ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή τον βρίσκουν νιόφερτο στην Αθήνα, φοιτητή στην Ανωτάτη Εμπορική. Δεν έμελλε, όπως και τόσοι άλλοι, να την τελειώσει ποτέ. Το πτυχίο των Οικονομικών Επιστημών θα το έπαιρνε είκοσι πέντε χρόνια αργότερα στην Τασκένδη. Στο μεσοδιάστημα, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι μια εικοσιπενταετία και πολύ περισσότερο η συγκεκριμένη, που συντάραξε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον κόσμο, αφιέρωσε κυριολεκτικά την ύπαρξή του -και δεν ήταν ο μόνος- στον πιο αγνό σκοπό. Από το καλοκαίρι του 1941, όταν μ’ ένα σαπιοκάικο κατάφερε να ξαναβρεθεί στα Χανιά, υπηρέτησε απλά, όπως μας λέει ο ίδιος, το όραμά του, «που μπορεί να μη βρήκε ώς τώρα δικαίωση», αλλά συνεχίζει να αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για την πορεία της ανθρωπότητας».

Στο μάτι του κυκλώνα

Η περιπέτεια αρχίζει με την ένταξη στο ΚΚΕ στην κατοχή και με το φούντωμα των αντιστασιακών οργανώσεων στο νησί. Η δράση πυκνώνει όσο προχωρεί ο χρόνος, όσο διευρύνονται τα καθήκοντα και οι δεσμεύσεις αλλά και όπως μεγαλώνουν οι προσμονές για την επόμενη μέρα, την απελευθέρωση, που για την Κρήτη καθυστερεί. Γιατί, αν η Ελλάδα ελευθερώθηκε και συνταράσσεται από τα Δεκεμβριανά, οι Γερμανοί δεν θα εγκαταλείψουν τα Χανιά παρά τον Ιούλιο του 1945, για να μεταφερθεί κι εκεί, με τις όποιες ιδιαιτερότητες, το μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας σταδιακά κλιμακούμενο οξύ πολιτικό κλίμα.
Κομματικό στέλεχος του ΚΚΕ και γραμματέας του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ο Νίκος συλλαμβάνεται τον Οκτώβριο 1946 και από το 1947 βγαίνει στο βουνό. Εκεί γνωρίζεται με την Αργυρώ, μια ΕΠΟΝίτισσα που η «ένταξη του αδελφού στο ΚΚΕ και της οικογένειας στο ΕΑΜ, την έφερε στο μάτι του κυκλώνα». «Δεν απειλούμουν μόνο απ’ τη σύλληψη και την ομηρία σε κάποιο νησί», λέει η Αργυρώ. «Εκείνοι -οι παρακρατικοί ήταν ο νόμος και η εξουσία- όποια κοπέλα ήθελαν ήταν δικιά τους. Αρπαζαν και βίαζαν, όπως βασάνιζαν και δολοφονούσαν χωρίς τιμωρία». Κόρη εύπορης οικογένειας, στο μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ένας υποχρεωτικός γάμος μ’ έναν από τους «παρακρατικούς». Ετσι, το κοριτσόπουλο προτίμησε το βουνό, στα χνάρια και κάτω απ’ τον ίσκιο του μεγάλου αδελφού.
Οι βίοι έγιναν παράλληλοι στα Λευκά Ορη στη Δυτική Κρήτη μέσα στην «καταιγίδα», στο μολύβι και στο αίμα του εμφύλιου πόλεμου, σε μάχες άνισες στο οροπέδιο του Ομαλού και στο φαράγγι της Σαμαριάς: η Αργυρώ μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού, ο Νίκος σε θέσεις ευθύνης και στη συνέχεια «δεύτερος» καπετάνιος μετά τη Βαγγελιώ Κλάδου. Τα γεγονότα στην ηπειρωτική Ελλάδα οδήγησαν και την Κρήτη στη σύγκρουση. Μέσα στην ασφυκτική πίεση, χωρίς εφόδια και τροφή, με στηρίγματα τους βοσκούς, που κι αυτοί ξέκοβαν καθημερινά, με καταφύγια τα βράχια, τους γκρεμούς και τις σπηλιές, χωρίς περιθώριο διαφυγής και με μοναδική εναλλακτική λύση την παράδοση, οι μεγάλες απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ηχούν φυσιολογικές. Εκείνο που εκπλήσσει είναι το πώς ένα τμήμα του επιβίωσε, πώς επιβίωσαν αυτοί οι αντάρτες, ακόμη και μετά την ήττα και την υποχώρηση του κύριου όγκου των δυνάμεων από τη Βόρεια Ελλάδα, και ακόμη περισσότερο πώς συνέχισαν να αγωνίζονται.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες άρχιζε ένα επόμενο κεφάλαιο ζωής και δράσης: η δωδεκαετής παρανομία, «τότε που φοβόμασταν το φως της ημέρας», όπως λένε. Υπεύθυνοι για την ανασυγκρότηση παράνομων πυρήνων και στη συνέχεια των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στα Χανιά, με τους «χαφιέδες» και τη Χωροφυλακή να καιροφυλαχτούν αναζητώντας τα ίχνη τους, κρύβονται στο Ακρωτήρι, ενώνουν τις ζωές τους, βγάζουν παράνομα έντυπα, καταφεύγουν σε στάβλους και σε θεμέλια οικοδομών και κυκλοφορούν το βράδυ με χίλιους κινδύνους κι άλλες τόσες προφυλάξεις στα Χανιά για τις απαραίτητες κομματικές επαφές.
Η συνέχεια της ιστορίας, η φυγάδευση των «6 κυνηγημένων» Κρητικών το 1962 με καΐκι στην Ιταλία και από εκεί με συνδέσμους στις Ανατολικές Χώρες, η απόφαση εγκατάστασης στην Τασκένδη, είναι γνωστή γιατί, ξεπερνώντας τους ίδιους, πέρασε στη χώρα των θρύλων της Αριστεράς. Υποδειγματικοί αγωνιστές προτίμησαν να βρεθούν στη χώρα όπου πίστεψαν ότι πραγματώνεται το όραμά τους για να διαψευστούν ταχύτατα αλλά και για να γνωρίσουν τη σκληρότητα του κόμματος και τις απογοητεύσεις της διάσπασης.
Καρπός της ιδιαίτερης σχέσης των δύο, το βιβλίο σέβεται τις πραγματικότητες που χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη εποχή, αποδέχεται τους ανθρώπους όπως ήταν και τα πράγματα όπως συνέβησαν. Απόλυτα σαφές ως προς τις απόψεις που κομίζει, δεν καταγγέλλει. Διέπεται από την ανάγκη κατανόησης και την αναζητά, χωρίς να σχετικοποιεί, μέσα σε σχέσεις, από τις πλέον δεδομένες και αναμφισβήτητες στις πιο απόμακρες και αμφισβητήσιμες. Πραγματεύεται πρωτίστως τους διάφορους τύπους σχέσεων στα διαφορετικά τους επίπεδα.
Ιστορία και ταυτόχρονα ανεκτίμητη πηγή για την Ιστορία, το εγχείρημα των Κοκοβλήδων, που διατρέχει 40 χρόνια της σύγχρονης Ιστορίας μας, δεν αποτιμά συνολικά την πορεία της Αριστεράς, δεν εστιάζει στα προβλήματα και στα λάθη της, δεν αποδίδει ευθύνες και δεν αναζητά ενόχους. Ασχολείται με τον άνθρωπο, στις μεγάλες και λιγότερο στις μικρές του στιγμές, με τα συναισθήματα και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Πραγματεύεται τη σχέση με το Κόμμα και το αίσθημα καθήκοντος, με το χρέος και την κομματικότητα. Καθρεφτίζει τη σχέση με τη φύση και με τον τόπο, με την Κρήτη, από τις γαλήνιες στις πιο τραχιές μεταλλάξεις της. Τέλος, αναζητά τη σχέση των ανθρώπων με την ίδια την Ιστορία τους.

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ελευθεροτυπία ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 16/05/2003

Η ιστορία εν συντομία …

ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ

22 Ιουνίου 1962. Ένα μικρό κότερο αναχωρεί από τη Γλυφάδα με προορισμό την περιοχή του Οτράντο, στη Νότια Ιταλία. Ενας γέρος ναυτικός και ο γιός του φυγαδεύουν παράνομα 4 άνδρες και 2 γυναίκες.

Οι παράνομοι, επικηρυγμένοι, αντάρτες Νίκος Κοκοβλής, Παγώνα Κοκοβλή (αδερφή του Νίκου), Αργυρώ Πολυχρονάκη, Σταμάτης Μαριόλης, Γιάννης Λιονάκης και Κωστής Λιονάκης (αδερφός του Γιάννη), αφού κρύβονταν για 15 περίπου χρόνια στο Νομό Χανίων, στη Δυτική Κρήτη, έφευγαν από την Ελλάδα με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναχώρησή τους, ήταν ο ελληνικός επίλογος μιας απίστευτης προσπάθειας επιβίωσης, σε μια πολύ μοναχική διαδρομή που ξεκινούσε με το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη.

Στην Κρήτη ο Εμφύλιος πόλεμος άρχισε τον Απρίλιο του ’47, ένα χρόνο σχεδόν αργότερα από τη υπόλοιπη Ελλάδα και τέλειωσε ένα χρόνο νωρίτερα από τη συντριβή των ανταρτών στο Γράμμο (’49).

Στην Ανατολική Κρήτη, η εξολόθρευση των ανταρτών έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στη Δυτική Κρήτη, την άνοιξη του 48, γύρω στους 300 αντάρτες, με 13 γυναίκες ανάμεσα τους, συγκεντρώθηκαν στην ελεύθερη περιοχή του Ομαλού. Το μέλλον τους κρίθηκε στη μάχη της Σαμαριάς, τον Ιούνιο του ’48.

Από τη μάχη της Σαμαριάς γλύτωσαν περίπου 100 αντάρτες. Ένα χρόνο μετά, είχαν μείνει καμιά 40αριά, σε όλες τις επαρχίες του Ν. Χανίων. Διασκορπισμένοι και ακέφαλοι, κρύβονταν κυρίως στα Λευκά Ορη, τις Μαδάρες, όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι. Όταν καταφέρνουν να συγκεντρωθούν, τον Απρίλιο του ’49 στις Χώσες, τη θέση των σκοτωμένων αρχηγών, Τσιτήλου και Μακρυδάκη, παίρνουν η Βαγγελιώ Κλάδου και ο Νίκος Κοκοβλής.

Τέλος Αυγούστου του ’49. Ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Όσοι αντάρτες επέζησαν και δεν αιχμαλωτίστηκαν υποχωρούν στις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες. Όμως από την Κρήτη δεν μπορούν να φύγουν. Εγκλωβισμένοι στα Λευκά Όρη, οι αντάρτες που έχουν απομείνει, κρύβονται σε απόκρημνες σπηλιές, σε καταφύγια, σε δύσβατα μέρη. Ο ένας μετά τον άλλο σκοτώνονται ή συλλαμβάνονται.

Γύρω στο ’50 έχουν μείνει 14. Ανάμεσα τους και τα βασικά πρόσωπα της ταινίας μας, οι 6 αντάρτες που διέφυγαν το ’62 στην Ιταλία. Για να επιβιώσουν διασκορπίζονται. Ο Νίκος Κοκοβλής και η Αργυρώ Πολυχρονάκη, από τις σπηλιές του Αποκόρωνα όπου κρύβονταν αρχικά, θα περάσουν με βάρκα απέναντι, στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου. Στόχος τους η ευκολότερη πρόσβαση στην πόλη των Χανίων και η ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων.

Εδώ, θα βρουν ασφαλή κρυψώνα, στον Κυριάκο Στρατηγάκη, έναν ντόπιο χωρικό που ζει με τη γυναίκα του Γεωργία και τα 3 ανήλικα παιδιά τους στο χωριόΠλακούρες. Είναι πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης και θα δεχτεί να τους φιλοξενήσει για λίγες ημέρες στο στάβλο του, τον Τρουλίτη. Σιγά, σιγά ο στάβλος και ο γειτονικός βόθρος, θα μετατραπούν από τον Κυριάκο και τη Γεωργία σε απρόσιτη κρυψώνα και οι λίγες ημέρες φιλοξενίας θα γίνουν τελικά 12 ολόκληρα χρόνια σε συνθήκες τρομακτικής δυσκολίας και κινδύνων. Με βάση αυτή την κρυψώνα ο Νίκος και η Αργυρώ θα ξεκινήσουν τις επαφές τους στην πόλη των Χανίων και την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων.

Ο Γιάννης Λιονάκης, η μετέπειτα γυναίκα του Παγώνα Κοκοβλή (αδερφή του Νίκου) και ο αδερφός του Κωστής Λιονάκης, θα παραμείνουν στις σπηλιές του Αποκόρωνα, αλλά και σε άλλα καταφύγια της περιοχής, δημιουργώντας και αυτοί τον παράνομο μηχανισμό τους και κάνοντας πολιτική δουλειά με τον κόσμο της επαρχίας.

Ο Σταμάτης Μαριόλης θα καταφύγει στην Κίσαμο όπου με αφετηρία τα Παλιά Ρούματα, έκανε πολιτική δουλειά σε όλη την επαρχία, ανασυγκροτώντας τις παράνομες κομματικές οργανώσεις.

Το κυνήγι των παρανόμων συνεχίζεται αμείωτα όλη τη δεκαετία του 50. Το 1958 έχουν μείνει 8. Οι υπόλοιποι έχουν σκοτωθεί ή συλληφθεί. Η ΕΔΑ, γίνεται αξιωματική αντιπολί-τευση και οι παράνομοι παίρνουν εντολή από το Κόμμα, να φύγουν στο εξωτερικό. Οι 6 από αυτούς θα μεταβούν σταδιακά στην Αθήνα και από εκεί θα οργανώσουν τη διαφυγή τους αρχικά στην Ιταλία.

Πίσω τους, στην Κρήτη, έμεναν 2 ακόμα αντάρτες από την ίδια κάποτε αρχική ομάδα : ο Γιώργης Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης. Δεν ακολούθησαν. Μένουν και κρύβονται. Θα εμφανιστούν το 75, μετά τη μεταπολίτευση, αφού αμνηστευθούν ….

Οι 6 παράνομοι αναχωρούν το 1962, από τη Γλυφάδα. Από εδώ, με τη βοήθεια Ιταλών συντρόφων, διέφυγαν στη Βουδαπέστη και από εκεί, έφτασαν στην Τασκένδη της Σοβιετι-κής Ενωσης όπου έμειναν 14 χρόνια. Εδώ απέκτησαν τα παιδιά τους, σπούδασαν, εργά-στηκαν, διαφώνησαν με το επίσημο Κόμμα το 1968 και πλήρωσαν ακριβά τις συνέπειες των απόψεων τους. Επαναπατρίστηκαν όλοι τους το 1976, διαγραμμένοι από το Κόμμα.

Η ταινία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε, με αφορμή το βιβλίο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή, που ένα μέρος του περιγράφει τα παραπάνω γεγονότα, αλλά το ίδιο το βιβλίο εκτείνεται χρονολογικά σε πολύ μεγαλύτερη περίοδο.

Εμείς εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας και παρακολουθούμε τη διαδρομή των 6 παράνομων ανταρτών μόνο για τη χρονική περίοδο από τη μάχη της Σαμαριάς (1948) έως την αναχώρηση τους στην Ιταλιά ( 1962). Οι 3 απ΄αυτούς ζουν (Νίκος & Αργυρώ Κοκοβλή, και Γιάννης Λιονάκης) και αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του ντοκιμαντέρ.

Η ταινία διερευνά το «θαύμα» της αντοχής των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού, μετά τον Εμφύλιο, στη Δ. Κρήτη και την αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους τροφοδοτούσαν και τους έκρυβαν τόσα χρόνια.

Πώς και γιατί «οι πρωταγωνιστές» άντεξαν αυτά τα βάσανα, κυνηγημένοι από πολυά-ριθμους, πάνοπλους και φανατισμένους κυνηγούς, μέσα στις σπηλιές των βουνών και της θάλασσας, στους στάβλους, στους βόθρους, σε κρύπτες κάτω από τα θεμέλια των σπιτιών, νηστικοί και διψασμένοι, γυμνοί και ξυπόλυτοι, παγωμένοι και άρρωστοι ;

Πώς και γιατί, ενώ όλα τα σκιάζει η φοβέρα, οι «αφανείς», οι απλοί άνθρωποι, άνοιγαν μαζί με τη ψυχή τους και τα σπίτια τους για να δεχτούν τους κυνηγημένους, να τους κρύψουν, να τους ταΐσουν και να τους βοηθήσουν στον αγώνα ;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν την ταινία.

Οι «πρωταγωνιστές» και οι «αφανείς», αυτής της ιστορίας, εξ ίσου λαμπροί, φωτεινοί και δυσεύρετοι, είναι η ενσάρκωση και τα σύμβολα ενός αγώνα που για να ξεπεράσει αυτές τις απίστευτες δυσκολίες, δεν φτάνει μονάχα η πίστη σε κάποια ιδεολογία, όσο ανώτερη κι αν είναι. Απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο : μια βαθιά προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο, και στην αξιοπρέπειά του. Και αυτό είναι το θέμα της ταινίας ….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: