O Lars von Trier με τον Αντίχριστο (2009) προκαλεί για άλλη μια φορά τα πλήθη, της Δήμητρας Γιαννακού

image

«Αντίχριστος» τιτλοφορείται η νέα ταινία του  Lars von Trier με την οποία ο Δανός σκηνοθέτης εξασφάλισε μια δυναμική παρουσία στο φετινό Φεστιβάλ Κανών (2009). Δύο είναι τα πρόσωπα του έργου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Τη στιγμή που κάνουν έρωτα, ο μονάκριβος γιος τους -που θεωρούσαν ότι κοιμόταν- πέφτει απ’ το παράθυρο. Όπως είναι φυσικό, οι τύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ η γυναίκα-μητέρα δείχνει να έχει προσβληθεί αρκετά βαθιά ψυχολογικά από αυτόν τον ξαφνικό θάνατο του παιδιού της. Ο άντρας της ψυχοθεραπευτής-οπαδός των συμπεριφοριστικών θεωριών και αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του, αναλαμβάνει να τη βοηθήσει για να ξεπεράσει όλες τις φοβίες της, οδηγώντας τη μέσα σ’ ένα δάσος…..Τότε οι πιο τρελές φαντασιώσεις πλημμυρίζουν την οθόνη γεμίζοντας τρόμο το κοινό.

image

Βίαιο, βαθιά συγκινητικό, ενοχλητικό και  αηδιαστικό μαζί, σεξουαλικό, γκροτέσκ, υπερβολικό…Διάφορα τέτοια επίθετα  κι άλλα παρόμοια ακούστηκαν στις Κάνες μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου όταν προβλήθηκε ο «Αντίχριστος», μια ταινία προκλητικών διαστάσεων. Ο Δανός σκηνοθέτης για άλλη μια φορά καταπλήσσει τα πλήθη (αρνητικά ή θετικά) μ’ αυτό το φιλμ που έρχεται να επιβεβαιώσει ξανά τις φήμες που τον θέλουν προκλητικό (provocateur). Φήμες δικαιολογημένες βέβαια, γιατί αν ανατρέξουμε σε όλη την κινηματογραφική πορεία αυτού του σκηνοθέτη θα διαπιστώσουμε ότι το σινεμά που κάνει είναι ανατρεπτικό, τόσο από πλευράς μορφής όσο και περιεχομένου: ενάντια στις παραδοσιακές φόρμες κινηματογράφησης, όπως το περίφημο Δόγμα ’95 που επινόησε καθώς κι ενάντια στα κλισέ, στα συμβατικά ‘πιστεύω’ και  απόψεις της κοινωνίας, ως προς τη θεματολογία του.Όπως είναι κι ο  ίδιος, εξάλλου, αντισυμβατικός. Πάντα αντίθετος στην μαζοποίηση των συνειδήσεων και την εξομοίωση των συμπεριφορών, σε αυτό το αγελαίο ένστικτο που καταπατά και ισοπεδώνει τη διαφορετικότητα και την ατομική προσωπικότητα. Σύμφωνα με τον Jean Claude Lamy, (Lars von Trier – Le provocateur. Editions Grasset), από την παιδική του ηλικία ήταν ένας outside, κλεισμένος στον εαυτό του, χωρίς καμία διάθεση να ενσωματωθεί και ν’ αποτελέσει μέλος των εκάστοτε κοινωνικών ομάδων που τον περιέβαλαν. Οι αιτίες αυτής της συνεχούς περιθωριοποίησης του, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφέας, ήταν απόρροια του κόμπλεξ κατωτερότητας που είχε καθώς και των διαφόρων ψυχολογικών προβλημάτων. Την τελευταία διετία μάλιστα, πέρασε μια έντονη κατάθλιψη, που η σκηνοθεσία του «Αντίχριστου» τον βοήθησε να ξεπεράσει και να θεραπευτεί. Μήπως αυτή η πληροφορία μάς προτρέπει να υποθέσουμε ότι ο δημιουργός κρύβεται πίσω από ένα πρόσωπο του έργου;

Πράγματι, σαν το πρόσωπο της Charlotte Gainsbourg, -σύμφωνα με τον διεθνή τύπο- κι ο ίδιος πέρασε από μια φάση ανεξέλεγκτου άγχους, εκείνου που υποδεικνύει ότι «βασιλεύει το χάος», όπως αποφαίνεται μια αλεπού μέσα στην ταινία την ώρα του τοκετού της. Επιστημονική φαντασία, θα έλεγε κανείς, ανάμεικτη με διάσπαρτες συμβολικές αναφορές; Είναι σαφές ότι το έργο ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του προκλητικού και πάει αρκετά πιο πέρα. Αρκετά σκοτεινό, ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε τον τίτλο από το βιβλίο του Friedrich Nietzche, The Antichrist που δεν κατάφερε ποτέ να τελειώσει από την ηλικία των 12 ετών, όπως είπε ο ίδιος σε συνέντευξή του στον Jean-Luc Wachthausen για το περιοδικό Figaroscope.

Η ταινία πιο περίπλοκη απ’ ό, τι φαίνεται, αινιγματική, είναι επιδεκτική σε πολλές πίστες ανάλυσης και ερμηνείας. Κι αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που την καθιστούν έργο τέχνης. Βάζει τον θεατή σε σκέψεις, τον κάνει μέτοχο σ’ ένα θέαμα που ταράσσει τα «λιμνάζοντα νερά» όσον αφορά την οικογένεια, τον ρόλο της γυναίκας, του άντρα, τη φύση και τους νόμους της που διέπουν τα πάντα, ελέγχουν και καθορίζουν κάθε κίνησή μας και μάλιστα εν αγνοία μας. « Ο κινηματογράφος πρέπει να είναι σαν ένα βότσαλο μέσα στο παπούτσι», είχε πει κάποτε ο σκηνοθέτης. Αυτό ακριβώς κάνει με τη συγκεκριμένη ταινία, ξεβολεύει το κοινό του απ’ τα «καλώς κείμενα», το ταρακουνάει και το ενοχλεί, ιδιαίτερα με τις φρικιαστικές στιγμές ευνουχισμού προς το τέλος της. Μέσα απ’ αυτή την ιστορία πένθους και  μαγείας ο θεατής καλείται να βιώσει μια εμπειρία, όπου τα όρια του φανταστικού και του πραγματικού, του πάθους και της λογικής συγχέονται, θολώνουν, χτυπώντας τελικά στα νεύρα του. Εμπειρία, βέβαια, αριστοτεχνικά δοσμένη μέσα από εικόνες προσεγμένες μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, καθόλου κοινότυπες ούτε με στόχο την ηδονοβλεψία, παρόλη την ωμότητά τους.

Το φιλμ βρίθει από συμβολικές σημασιοδοτήσεις που επιτυγχάνονται με κοντινά ή και μακρινά πλάνα θυμίζοντας κάποιες φορές πίνακες ζωγραφικής μοντέρνας τέχνης· όπως για παράδειγμα το περίφημο γενικό πλάνο τη στιγμή που το ζευγάρι κάνει έρωτα μέσα στο δάσος ενώ γύρω του ξεπροβάλλουν μέσα από το χώμα χέρια και πόδια πτωμάτων διάσπαρτα δοσμένα, παραπέμποντας στην ιδέα του έρωτα, της ζωής (γιατί ο έρωτας είναι και δίνει ταυτόχρονα ζωή) και του θανάτου, καθώς και της άρρηκτης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά τα στοιχεία, σχέση αλληλοδιαδοχής που έρχεται να επιβεβαιώσει την αιώνια κίνηση, το αιώνιο ανακάτεμα των πραγμάτων, όπου μέσα απ’ αυτό το ατέρμονο χάος διαιωνίζεται η επανέναρξη, το ξαναξεκίνημα κάθε προσπάθειας, ζωής ή δημιουργίας.

Δεν είναι  τυχαίο το ότι η ιστορία ενσαρκώνεται από δύο πρόσωπα. Έναν άντρα και  μια γυναίκα μέσα σ’ ένα δάσος. Οι φιγούρες τους είναι αρχετυπικού  χαρακτήρα. Οι βιβλικές αναφορές είναι  πασιφανείς: ο Αδάμ και η Εύα  μέσα στον κήπο της Εδέμ. Η γυναίκα γίνεται η αιτία πολλών καταστροφών αφήνοντας να διαφανεί έμμεσα μια νότα, μια υποψία μισογυνισμού του σκηνοθέτη (κάτι για το οποίο κυκλοφορεί μια φήμη). Μας παραπέμπει στην αρχέγονη θρησκευτική αντίληψη που βλέπει τη γυναίκα ως όργανο του Σατανά, υπεύθυνη πολλών «κατά συρροή» κακών, ένοχη ίσως για τις ερωτικές της επιθυμίες. Ο σκηνοθέτης τη βάζει μάλιστα να ομολογεί ότι τη στιγμή της αποκορύφωσης του πάθους της είδε το παιδί να πέφτει απ’ το παράθυρο. Μήπως μια νύξη στην παρωχημένη ηθική που υποδεικνύει ότι είναι αδύνατο να είναι κάποια μητέρα και γυναίκα  ταυτόχρονα; Όπως και νά ‘χει, δεν πρέπει να περιοριστούμε σε μια τόσο εύκολη και κοινότυπη ερμηνεία για το σύνολο της ταινίας, η οποία θίγει πολλά άλλα θέματα ταυτόχρονα, όπως: τη «μάχη» των δύο φύλων, του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου, της αγάπης και του μίσους, της ομορφιάς και της ασχήμιας και πολλά άλλα που μένουν σκοτεινά. Ο ίδιος, εξάλλου, ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να εξηγήσει το σύνολο του έργου του. Δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για ένα συγκεκριμένο είδος ταινίας, θρίλερ, φαντασίας ή και ρομαντικό, γιατί ο Lars von Trier δεν κάνει ταινίες συγκεκριμένου είδους, που εντάσσονται δηλαδή σε καλούπια, αλλά πάντοτε αφήνει το ένστικτό και τον εσωτερικό του κόσμο να τον καθοδηγήσει τη συγκεκριμένη στιγμή που γυρίζει μια ταινία.

Έτσι, συμπερασματικά, θα καταλήγαμε ότι ο «Αντίχριστος»  αντιπροσωπεύει όλα τα παραπάνω στοιχεία που αναφέρθηκαν, την πρόσμειξή  τους σε μια ακατάσχετη ροή, το αυθαίρετο  και απόλυτο ανακάτεμά τους, όπως το κοντινό πλάνο των ανακατεμένων ρούχων μέσα στο πλυντήριο, στην αρχή της ταινίας. Απ’ αυτό το ακανόνιστο σύνολο αναδύεται η Φύση με τους νόμους του χάους γεμίζοντας τρόμο τον άνθρωπο με τον υπέρμετρο παραλογισμό της, θέματα με τα οποία έχει καταπιαστεί ο Bergman, και που καταδεικνύουν την επιρροή που άσκησε στον Trier. Μια απαισιόδοξη, σίγουρα, προσέγγιση της φύσης του ανθρώπου, των πραγμάτων, της Φύσης γενικότερα, -αναμφισβήτητη αντανάκλαση της αντίληψης και του συναισθηματικού κόσμου του σκηνοθέτη- που γεννά τον τρόμο, την απόγνωση, τη φρίκη. Στοιχεία που απεικονίζονται άψογα στον πίνακα Κραυγή του γνωστού Νορβηγού ζωγράφου Edward Munch, ο οποίος αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και συγκινήσεων για τον σκηνοθέτη, όπως ο ίδιος ομολόγησε.

Με τη Charlotte Gainsbourg σε καταπληκτική ερμηνεία, δικαίως κερδίζοντας το πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου, και την επιβλητική παρουσία του William Dafoe, ο «Αντίχριστος» προσφέρει ένα θέαμα τρομακτικό, καθηλωτικό, απ’ το οποίο βγαίνει κανείς συγκινημένος, εξαντλημένος αλλά κυρίως πιο δυνατός. Γι’ αυτό, εκτός απ’ τους χαρακτηρισμούς που ακουστήκαν μέσα στην αίθουσα του φεστιβάλ, θα μπορούσαμε να δώσουμε και κάποιους άλλους επίσης: ένα έργο μυστηριακό, σπάνιο, που εξάπτει τη φαντασία, όμορφο, μοναδικό και επιτυχημένο που αξίζει κανείς να δει.

Δήμητρα Γιαννακού

2 σκέψεις σχετικά με το “O Lars von Trier με τον Αντίχριστο (2009) προκαλεί για άλλη μια φορά τα πλήθη, της Δήμητρας Γιαννακού

Add yours

  1. Ομολογώ πως δεν είμαι θαυμάστρια του Τρίερ. Για κάποιο λόγο βρίσκω τις ταινίες του προκλητικές για την πρόκληση και αρκετές φορές βαρετές. Είπα να δώσω μια ευκαιρία στον Αντίχριστο σαν καλή σινεφίλ. Κι ενώ η ταινία ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη και διεστραμένα ονειρική, σιγά σιγά άρχισαν να βαραίνουν τα βλέφαρα μου.. Όταν το ζευγάρι πήγε στο δάσος κι άρχισε η μεταξύ τους διαμάχη δε, άρχισα να αναρωτιέμαι τι βλέπω και για ποιό ακριβώς λόγο το βλέπω. Δεν σοκάρομαι εύκολα αλλά αυτή η ταινία ενόχλησε την αισθητική μου και ανυπομονούσα να τελειώσει. Υποθέτω πως και στην επόμενη ταινία του θα δώσω την ευκαιρία να με συναρπάσει, αλλά μάλλον μεταξύ εμού και του σκηνοθέτη δεν υπάρχει η κατάλληλη χημεία..

  2. Διάβασα το κείμενό σας και χάρηκα με τη σύμνοιά απόψεών μας ως προς το μυστήριο της γυναικείας φύσης του σκηνοθέτη..

    Παραθέτω παρακάτω ένα κειμενάκι από to blog μου που προεκτείνεται και τεκμηριώνεται πολύ όμορφα και εύστοχα από το δικό σας…

    Η κυνηγημένη γυναικεία φύση του Lars Von Trier

    Φαίνεται κάθε σκηνοθέτης να ζει διαμέσου των ταινιών του. Άλλος σε μεγαλύτερο, άλλος σε μικρότερο βαθμό. Ο Lars Von Trier ανήκει στους κινηματογραφιστές που ουσιαστικά φαίνεται σαν να είναι οι ταινίες του. Επιθυμεί πάντα να μας θυμίζει την παρουσία του, ακόμα και με το τρέμουλο της κάμερας που κρατά. Αν, κατ’ αυτόν, ο Αντίχριστος είναι η ταινία που τον έσωσε από την κατάθλιψη, για το θεατή αποτελεί μια βουτιά σε παγωμένο ωκεανό, αυτόν της ψυχοσύνθεσης του σκηνοθέτη. Όπου μόνιμα κολυμπά μια γυναίκα, περισσότερο συμβολοποιημένη, παρά με μια μοναδική προσωπικότητα.
    H γυναίκα αυτή είναι φορτισμένη με όλες εκείνες τις αρχετυπικές ιδιότητες που της έχουν αποδοθεί από καταβολής κόσμου. Αδύναμη, πάντα σεξουαλικά προκλητική και θελκτική, πανούργα, υποταγμένη στον άντρα. Κι αν κάποια φορά αποφασίζει να επαναστατήσει, επειδή έχει συνειδητοποιήσει την υποταγή της, ο Άντρας, κάνοντας χρήση της φυσικής εξουσίας του πάνω της, της υπενθυμίζει το πεπρωμένο της.
    Είναι μισογύνης ο Trier; Οι περισσότεροι αποφαίνονται θετικά, μετά την παρακολούθηση των ταινιών του. Κι όμως, ο σκηνοθέτης μάλλον σκύβει με τρυφερότητα πάνω από τη γυναικεία φύση, στολίζοντάς την με αρετές που προλαβαίνουν να λάμψουν, πριν εκείνη ακολουθήσει τη μοίρα της. Αρετές που καμιά φορά αποδεικνύονται ιδιαίτερα σκοτεινές, όταν Εκείνη αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τη σεξουαλικότητά της για να αυτοπροσδιοριστεί. Η Grace, η Selma, η Bess, Εκείνη, όλες θύτες και θύματα των αντρών , η καθεμιά της με το δικό της τρόπο, έχουν γίνει θυσία για να διδάξουν το μεγαλείο τους στους Άντρες, αφού πρώτα αφανίστηκαν. Ο υπόγειος ναρκισσισμός που τις καθοδηγεί σταδιακά μετατρέπεται σε μίσος προς τον εαυτό και επιθυμία για αυτοκαταστροφή. Εμπλέκονται σε μια παρασιτική σχέση με το Αρσενικό και μόλις εκείνο το αντιλαμβάνεται, προσπαθεί να απεγκλωβιστεί.
    Οι ταινίες του Trier, λοιπόν, φαίνεται να λειτουργούν ως απεικόνιση του δικού του ωκεανού, του δικού του γυναικείου κομματιού, που είτε ο ίδιος είτε οι άλλοι, είτε η φύση per se, καταδιώκουν.
    Οι θεολογικές ανησυχίες του κινηματογραφιστή, είναι εμφανείς στον εμπλουτισμό των μεταφυσικών διαστάσεων της σχέσης αρσενικού-θηλυκού, με σχόλια πάνω στη θρησκεία. Είτε μέσω αναφορών στο προπατορικό αμάρτημα, είτε μέσω της έμμεσης ταύτισης της γυναικείας φύσης με το Χριστό και της ανδρικής με τη θεϊκή παρέμβαση. Ο Χριστός του Trier λαμβάνει εξολοκλήρου σάρκινη υπόσταση. Σαν να επιχειρούνται εικασίες για την τροπή της ιστορίας αν η θεϊκή φύση Του υποτασσόταν στην ανθρώπινη. Η σεκάνς με τη Γυναίκα να ξαπλώνει ως άλλος εσταυρωμένος και στη συνέχεια να γίνεται ένα με το έδαφος είναι ενδεικτική. Και είναι αλησμόνητη η σκηνή του διαλόγου της Grace με τον πατέρα της.
    Ακόμη, πάντως, κι αν η γυναικεία φύση του Trier τελικά υποτάσσεται, δεν παύει έστω και μετά το χαμό της να προκαλεί, εκτός από την άγρια χαρά, ένα αλλόκοτο σάστισμα στον Άντρα, αφού η Γυναίκα με πολλά πρόσωπα ή χωρίς καν αυτά είναι παντού. Το αμήχανο, σαν παιδιού, βλέμμα του Dafoe στην τελευταία σκηνή του Αντίχριστου, απορεί που τελικά κυριαρχεί σε ο,τι με πάθος κυνηγά. «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ιστορία από αυτή του άντρα και της γυναίκας».

    Ευχαριστώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: