Συνέντευξη του Γιάννη Αγγελάκα στην Έφη Παπαζαχαρίου για την συνεργασία με τον Παντελή Βούλγαρη στην ταινία “Ψυχή Βαθιά” και τον Νίκο Νικολαΐδη κάποια χρόνια πριν.

image

image

Μετά το άγριο ροκ των Τρυπών, την πανηγυριώτικη ορμή των Επισκεπτών και τους πειραματισμούς με τα τρελαμένα δοξάρια του Νίκου Βελιώτη, μουσική για μια ταινία για τον εμφύλιο; Όντως, κάτι τελείως «κόντρα» με όσα μας έχει δώσει χρόνια τώρα ο Γιάννης Αγγελάκας, μέσα από στίχους και ήχους που χορεύουν δαιμονικά πότε με τη φωτιά και πότε με την αγάπη, χλευάζουν το κατεστημένο και συνεπαίρνουν ανήσυχες καρδιές. Και του ίδιου του φαινόταν παράλογο.

«Έμεινα έτσι, κενός, όταν μου το είπε» θυμάται, κατακαλόκαιρο στο κέντρο της Αθήνας, σ’ ένα απ’ τα πολλά ταξίδια που έκανε από τη Θεσσαλονίκη, για να ρίξει τις τελευταίες μουσικές πινελιές του στην Ψυχή βαθιά του Παντελή Βούλγαρη. Άλλωστε, όταν άκουσε για πρώτη φορά στο τηλέφωνο τον σκηνοθέτη, δεν περίμενε ποτέ ότι θα του πρότεινε να γράψει τη μουσική της νέας του ταινίας. Εκείνος, όμως, τον αιφνιδίασε, λέγοντάς του ότι τον είχε επιλέξει «από ένστικτο, γιατί θέλω η μουσική σ’ αυτή την ταινία να έχει μνήμη». Και μετά άφησε την Ψυχή βαθιά του να τον γοητεύσει, μέσα απ’ τις γραμμές του σεναρίου του. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους. Το σύνθημα-κραυγή των ανταρτών, κάτι αντίστοιχο με το «Αέρας» στην Αλβανία, μπήκε στην ψυχή του Γιάννη για να την πάρει μαζί του σε μια περιπέτεια διαφορετική από όλες τις προηγούμενες – γεμάτη εικόνες και ήχους που δόνησαν το παρελθόν κι άφησαν ανεξίτηλα ίχνη για το μέλλον πάνω στις ράχες των βουνών και τις μνήμες των ανθρώπων. Και τώρα, σιγά σιγά, γυρίζει στα δικά του χωράφια, έχοντας φορτώσει τις εμπειρίες του τελευταίου του ταξιδιού για τα επόμενα βήματα: την παραγωγή στο δίσκο του Ψαρογιώργη, γιού του Ψαραντώνη, που τον ενθουσιάζει και, επιτέλους, το νέο άλμπουμ των Επισκεπτών που ξεκινά τον Νοέμβριο, «μετά από δύο χρόνια που δουλεύουμε, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και χανόμαστε», γιατί «αυτή είναι η σχέση μας με το χρόνο: όταν είναι να γίνει κάτι, θα γίνει» – πολύ απλά…

από την Έφη Παπαζαχαρίου

image

οι φωτογραφίες του Γιάννη Αγγελάκα είναι από την εποχή του “Ο Χαμένος τα παίρνει Όλα” όπου ο Νίκος Νικολαΐδης όπως συνήθιζε να κάνει με τους ηθοποιούς του τον κράτησε οικότροφο για περίπου 9 μήνες κάνοντας πρόβες, για να εισέλθει καλύτερα στην ατμόσφαιρα της ταινίας

Τώρα πια που έχετε βάλει τη μουσική πάνω στην εικόνα κι έχετε δει την ταινία, πώς νιώθετε;

Άξιζε τον κόπο. Την ταινία την πιστεύω πολύ. Έχω επενδύσει και συναισθηματικά, γιατί πιστεύω ότι οι προθέσεις της είναι πιο μεγάλες από καλλιτεχνικές· είναι πολύ πιο πάνω και από τα πλάνα του Παντελή και από τη μουσική. Το είχα μυριστεί από το σενάριο ήδη: δεν είναι μια ταινία που διψάει να γίνει καλή ταινία, θέλει να κάνει κάτι παραπάνω. Κι ελπίζω να το καταφέρει· να λειτουργήσει λίγο καταλυτικά στη χώρα κατάλαβες; Σ’ αυτή την πληγή που δεν έχει συζητηθεί ποτέ… Κι επειδή γίνεται με πολύ ευαίσθητο, τρυφερό και συναισθηματικό τρόπο, είναι σε θέση ν’ αγγίξει διάφορες πλευρές. Ονειρεύομαι ότι θα μπορούν να βγαίνουν από το σινεμά είτε ένας δεξιός είτε ένας αριστερός δακρυσμένοι – κι αυτό είναι κάτι που ξεπερνάει την ταινία.

Τι εννοούσε ο Παντελής Βούλγαρης λέγοντας «η μουσική να έχει μνήμη»;

Είχε ακούσει τους Επισκέπτες και κατάλαβε ότι, μετά τις Τρύπες, γενικώς το επεξεργάζομαι αυτό: σύγχρονοι ρυθμοί με μνήμη από την παράδοση, εννιάρια, ζεμπέκικα – στο βάθος, βέβαια, που δεν φαίνεται. Αυτό που κάνουν οι Επισκέπτες, είναι ένα πράγμα που κουβαλάει μνήμη και, συγχρόνως, είναι, ας πούμε, και λίγο πιο μελλοντολογικό. Αλλά και στη συνεργασία με τον Βελιώτη υπάρχουν οι ρεμπέτες –έχουμε κάνει και τις διασκευές– και ο Χατζιδάκις και το δημοτικό και το πεντατονικό. Όταν, λοιπόν, διάβασα το σενάριο, κατάλαβα. Περίμενα ότι θα έβλεπα κάποιο έπος, ένα πιο πολιτικό σενάριο, αλλά αυτό που διάβασα ήταν πολύ ευαίσθητο, και σκέφτηκα: «Έτσι κι αλλιώς, ο Παντελής προσεγγίζει τα πράγματα πιο βαθιά κι ανθρώπινα· δε θ’ ασχολιόταν μόνο με την Ιστορία…». Το ’χει αυτό και το κάνει με μεγαλείο κιόλας. Η ματιά του Παντελή «βλέπει» και τα δύο στρατόπεδα που την έχουν φάει: πώς οι αριστεροί ενός λαού σύρθηκαν στα βουνά, τους εξανάγκασαν για να τους εκκαθαρίσουν μετά, πώς οι στρατιώτες που πήγαιναν να πολεμήσουν με τον Εθνικό Στρατό, απλώς έτυχε να κάνουν θητεία κι έπρεπε να πυροβολούν αδέρφια, και γι’ αυτό, αν και υπήρχε αριθμητική υπεροχή μεταξύ Εθνικού και Λαϊκού στρατού, δεν μπόρεσαν να το κουμαντάρουν. Δεν είχε αυτός ο πόλεμος ψυχή – αν υπήρχε ψυχή, υπήρχε απ’ τους αντάρτες που ήταν κι αυτοί παγιδευμένοι από τους σταλινιστές, αλλά και με το όνειρο να κάνουν την Ελλάδα πιο ελεύθερη· η ορμή τους ήταν ότι ήθελαν να ζήσουν σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ήταν όλο παράλογο. Και τα δύο στρατόπεδα παγιδευμένα. Κλείνοντας το σενάριο, χαμογέλασα -είχα «δει» την ταινία. Στο επόμενο ραντεβού, του είπα: «Μ’ άρεσε πάρα πολύ το σενάριο, αλλά πριν πούμε ότι συνεργαζόμαστε –γιατί, ξέρεις, εσύ έρχεσαι από τον δικό σου κόσμο, εγώ από τον δικό μου–, να κάνω κάνα δοκιμαστικό, να δούμε: μπορούμε;». Και του ’λεγα: «Εγώ δεν είμαι συνθέτης, δεν ξέρω να γράφω μοτίβα, ούτε με αφορά το θέμα».

Λέτε ότι γράφετε μουσική μ’ έναν δικό σας τρόπο. Πώς δηλαδή;

Δεν τη γράφω· την ακούω στο μυαλό μου. Έχω γυμναστεί και με τους Επισκέπτες και πριν με τις Τρύπες –εκεί, βέβαια, το κάναμε όλοι μαζί, αλλά έβαζα κι εγώ ιδέες– στο να «επικοινωνώ» με έναν μουσικό για να βγάλει αυτό που έχω «ακούσει». Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει το ενεργειακό απ’ ό,τι το μουσικό, η αύρα της μουσικής, αυτό που είναι η μουσική, που πηγαίνει κατευθείαν κάπου μέσα μας κι ανατρέπει ή ξυπνάει πράγματα. Tα τελευταία χρόνια, επειδή το χειρίζομαι αυτό κάπως, νιώθω ότι μπορώ να το κατακτήσω, να επικοινωνήσω μ’ έναν μουσικό χωρίς νότες, να παιχθεί αυτό που ακούω μέσα στο κεφάλι μου, και να νιώσω ότι «ΟΚ, το έχω».

image

Μουσικά, έχετε εξελιχθεί ποικιλοτρόπως. Τώρα ασχοληθήκατε με την παράδοση, την Ιστορία. Έχετε κάνει, όμως, από τη μια ένα γκρουπ όπως οι Επισκέπτες, κι από την άλλη, συνεργασία με τον τσελίστα Νίκο Βελιώτη.

Και οι δυο συνεργασίες, όμως, έχουν έναν κοινό παρονομαστή: πώς μπορεί αυτή η παραμορφωμένη μνήμη μέσα μου κι αυτό που κουβαλούσα είτε ως μέλος μιας ροκ μπάντας είτε ως άνθρωπος που μεγάλωσε σ’ έναν τόπο, στις φτωχογειτονιές, με τα ακούσματα που έχω από παιδί, τα δημοτικά, τα πανηγύρια, τον Καζαντζίδη, την Κρήτη, τους ρεμπέτες και μαζί όλη τη ροκ ένταση, όλο αυτό, όλα αυτά τα χρόνια, να το κάνω πράξη. Έγινε κάτι αλχημιστικό, ας πούμε, μέσα μου. Πρώτα το ονειρεύτηκα, και μετά το έψαξα. Δεν πειραματίζομαι ακριβώς. Ψάχνω να βρω τρόπους, αυτό που ονειρεύομαι, να γίνει πράξη.

Οι Τρύπες δηλαδή είναι πολύ πίσω σας πια;

Δεν μπορώ να πω ότι είναι πίσω μου· είναι μέσα μου. Η ιστορία με τις Τρύπες είναι μία από τις πιο γοη- τευτικές περιπέτειες της ζωής μου. Χαίρομαι πάρα πολύ που την έζησα. Μου άφησαν δύναμη και ελπίδα ότι μπορείς να τα καταφέρεις, ότι το να πιστεύεις και να κυνηγάς ανεμόμυλους, σε βγάζει καλά! Όμως, υπήρχαν άλλα οράματα που με συγκινούσαν και με απασχολούσαν από το ’95. Θα μπορούσαν όλα αυτά τα πράγματα ίσως, το ’χω ξαναπεί, να μετουσιωθούν και να φτάσουν κάπου – και μέσα από τις Τρύπες. Αναλογιζόμουν πώς θα εντάσσονταν εκεί τα πρώτα χρόνια, αλλά ήθελε πάρα πολύ χρόνο, σκληρή δουλειά και ενέργεια, κι αυτόν το χρόνο οι Τρύπες δεν τον είχαν πια. Για τους Επισκέπτες χρειάστηκαν 4-5 χρόνια πρόβες. Ξεκίνησα να βρίσκω έναν έναν τους μουσικούς, πνευστά, δοξάρια, κρουστά… Ήταν μια ορχήστρα, δηλαδή, που η ιδέα της είχε συλληφθεί πριν διαλυθούν οι Τρύπες. Άλλωστε, κάποιες αγωνίες μου για έναν ήχο πέρα από τον κλασικό ροκ -δύο κιθάρες, μπάσο, τύμπανα- είχαν εκφραστεί πολύ ωραία και στο «Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι».

Πάνω στη μεγάλη αλλαγή της πορείας σας, ήρθε και ο κινηματογράφος. Έχοντας ήδη μια μικρή εμπειρία, ως μουσικός ή ως guest, πρωταγωνιστήσατε στην ταινία Ο χαμένος τα παίρνει όλα του Νίκου Νικολαΐδη -αυτές τις μέρες, μάλιστα, συμπληρώνονται δύο χρόνια από το θάνατό του.

Με τον Νίκο είχαμε γίνει πρώτα φίλοι, το κουβεντιάζαμε χρόνια, στην αρχή δεν ήθελα, δε μ’ ενδιαφέρει κιόλας η υποκριτική, είναι πολύ σκληρή τέχνη για μένα. Αλλά, κουβέντα στην κουβέντα, ξέροντας ότι ήταν μέγας σκηνοθέτης και δάσκαλος, κι ότι ρίσκαρα πράγματα σ’ αυτή την ιστορία, και βλέποντας ότι οι Τρύπες τελείωναν, θεώρησα ότι ωραία θα ήταν ν’ αφοσιωνόμουν ένα-ενάμιση χρόνο σε κάτι τελείως αλλιώτικο από τη μουσική· ν’ αποτοξινωθώ λίγο από τη μεγαλειώδη εποχή των Τρυπών, να ρισκάρω αλ- λού, με κάποιον με τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, το ρίσκο δε θα είχε τραγικά αποτελέσματα. Το είδα πιο πολύ σαν εμπειρία για το μυαλό, για το σώμα -να δοκιμαστώ, να μάθω κάτι απ’ αυτό. Ήξερα ότι θα ήταν δύσκολα -και ήταν πολύ, όντως! Ανελέητη εμπειρία, αλλά ωφέλιμη και πολύ ωραία! Επίσης, με προκαλούσε και το ότι θα έκανα και τη μουσική. Το σάουντρακ του Χαμένου ήταν μια άσκηση πάνω στους Επισκέπτες που έρχονταν -μια δοκιμή, αν θέλετε: πού μπορώ να πάω το πράγμα; Πριν από τον Χαμένο, είχα γνωριστεί με τα βασικά μέλη. Άρα είχα να στηριχτώ κάπου και είχα να ψάξω κάποιες ιδέες πρωτόλειες, να τις δουλέψω. Κάνοντας και τον ηθοποιό, ουσιαστικά έμπαινα και πιο πολύ μέσα στο πώς μπορεί να είναι και το σάουντρακ. Τα πράγματα έρχονται με μια αλληλουχία που δεν ξέρω αν είναι οργανωμένη ή τυχαία – τυχαία δεν πιστεύω ότι είναι, αλλά κάπως έρχονται και κουμπώνουν όλα και λες: «Α! Γι’ αυτό γίνονταν όλα!», αλλά εσύ δεν έχεις κανένα πλάνο· έχεις απλώς τις ιδέες σου.

image

Τι σας δίδαξε για τον κινηματογράφο – και έξω από τον κινηματογράφο; Όσα μάθατε τότε, μαζί του, σας βοήθησαν καθόλου τώρα, στη συνεργασία με τον Παντελή Βούλγαρη;

Βέβαια! Γιατί, πρώτα από όλα, ο Νίκος με «άνοιξε» σε διάφορα πεδία εκτός από την υποκριτική: βλέπαμε ταινίες, μου έδειχνε μέχρι πού μπορείς να φτάσεις, πώς να μη σκεπάζει τη σκηνή η μουσική αλλά να λειτουργεί μέσα της, πώς μπορεί να κάνει μια ξενέρωτη ατάκα ν’ ακουστεί ζεστή και ωραία, πώς μπορεί ένα αργό τράβελινγκ ν’ αποκτήσει ένταση. Με ανάγκασε να γίνω πιο μάστορας, με μύησε σε μια τέχνη που δεν την είχα… πώς να το πω δηλαδή… «Εντάξει, κάνεις μουσική, αλλά πρόσεξε: στον κινηματογράφο, δεν είναι έτσι όπως νομίζεις τα πράγματα». Κι έχει γοητεία αυτό, λύνεις γρίφους ουσιαστικά. Επίσης, ο Νίκος, χωρίς να το ξέρει –με την ίδια του τη ζωή και με το πώς χειριζόταν τους ηθοποιούς, όλο το συνεργείο, με την τρέλα του ο καθένας, με πόσο κουράγιο και δύναμη για να βγάλει το αποτέλεσμα που είχε, γιατί είχε το όραμά του–, μου ’δωσε δύναμη και ιδέες για το πώς θα συνέχιζα από εκεί και μετά, με τη μεγάλη περιπέτεια των Επισκεπτών· γιατί το να αποφασίσεις να συνεργαστείς με 15 άτομα, σημαίνει εγρήγορση σωματική, πνευματική, επικοινωνιακή στο χίλια. Ήταν μεγάλος δάσκαλος και σε επίπεδο κινηματογραφικής μουσικής και στην υποκριτική και σε ενεργειακό: «Φίλε, αν θέλεις να κάνεις πιο μεγάλα πράγματα, αυτός είναι ο δρόμος». Ήταν δάσκαλος ζωής για μένα.

Έχετε συνεργαστεί, λοιπόν, με δύο τελείως διαφορετικούς κινηματογραφιστές: ο ένας, πιο «λαϊκός», συναισθηματικός, ανθρώπινος· ο άλλος, πιο αιρετικός, «καταραμένος», οργισμένος Βαλκάνιος…

Είναι αρχετυπικά μοντέλα. Ο Νίκος ήταν ένας αιρετικός, διαολεμένος, μέγας δημιουργός, ο οποίος, όμως, επειδή κατατρεχόταν απ’ τις εμμονές του, ήταν πολύ «βίαιος» με τους ανθρώπους γύρω του. Αλλά κατάφερνε μέσα από όλη αυτή την υπερένταση και τη βιαιότητα του χαρακτήρα του και την τρέλα και την έντασή του, να παίρνει τις ερμηνείες που ήθελε! Ο Παντελής είναι ακριβώς το ανάποδο. Μια πολύ ευγενική περσόνα, γλυκύτατος άνθρωπος -πολλές φορές στα γυρίσματα απορούσα με την υπομονή του. Τελικά, όμως, μέσα απ’ αυτή την ανθρωπιά του καταφέρνει και υποβάλλει τα πράγματα, το συνεργείο… Καθένας δούλευε στην ατμόσφαιρα που είχε η φιλοσοφία του, η κοσμοθεωρία του: ο Νίκος ήταν σ’ έναν κόσμο όπου έπρεπε να πολεμάς για να κατακτήσεις την αλήθεια σου, ο Παντελής είναι σ’ έναν κόσμο αγάπης και αρμονίας όπου κατακτά το υλικό του με αυτόν τον τρόπο: υποβάλλοντας, ήρεμα… Τελικά, και οι δυο παίρνουν αυτό που θέλουν να πάρουν, με τον τρόπο που θέλουν να το πάρουν.

Πλησιάζετε τα 50… «Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός. / Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει…» Τον έχετε μπροστά σας ή τον αφήνετε πίσω σας;

Δε μ’ απασχόλησε ποτέ. Σε γενικές γραμμές, νιώθω χαλαρός. Δε λέω ότι είμαι ο ατρόμητος τύπος, αλλά ξέρω ότι θα ’ρθω, θα ζήσω, θα δω και θα φύγω. Έχω συνειδητοποιήσει ότι αυτό είναι. Κάποια πράγμα- τα, μέσα σ’ όλο αυτό το διάστημα, θα γίνουν. Ό,τι δημιουργικό συμβαίνει κάθε μέρα που περνάει, είναι όμορφο. Είναι συν. Στους στίχους τού «Άγρια των άστρων μουσική» λέει: «Ξεκινάω κάθε μέρα απ’ την αρχή». Η ζωή μ’ ενδιαφέρει, πώς κυλάει στην καθημερινότητα.

«Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» που λέει κι ο Ελύτης. Πώς νιώθετε μέσα του σήμερα; Χωράς ή «δεν χωράς πουθενά»; Πώς νιώθετε με όλη αυτή την κατάσταση, τελευταία, αυτά τα άλλα «Δεκεμβριανά»…

Δε μ’ απασχολεί πλέον ούτε αν χωράω ούτε αν δεν χωράω. Κοιτάζω να τον παλεύω όσο μπορώ -και τον εαυτό μου και τον κόσμο… Πιστεύω ότι ο Δεκέμβρης ήταν η πιο ενδιαφέρουσα κοινωνικά εποχή από τη Μεταπολίτευση και μετά. Μου έδωσε πολλή δύναμη και χαρά αυτή η ιστορία -αισιοδοξία πρώτα απ’ όλα. Ένας κόσμος που τα ΜΜΕ ή οι κυβερνώντες κάνουν ότι δεν τον βλέπουν, δήλωσε παρουσία, κι ελπίζω να πήραν σοβαρά υπόψη τους αυτό το κομμάτι του κόσμου που βγήκε στους δρόμους. Υπάρχει μεγάλη ανησυχία, αλύτρωτη, ειδικά στους πιτσιρικάδες, οι οποίοι το βλέπουν πεντακάθαρα το έργο, ότι έχουμε κάνει έναν κόσμο που πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο, ένα σκατόκοσμο: οι πολιτικοί είναι τσογλάνια, οι πολίτες αποβλακωμένοι, υπνωτισμένοι από την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πουθενά ανθρωπιά, δεν υπάρχει τίποτα, κανένα μέλλον, πηγαίνουμε κατά διαόλου. Κι αυτός ο κόσμος είναι πολύς, τελικά… Κι αντί να τους ξαφνιάσει και να τους σοβαρέψει, βλέπω ότι συνεχίζουν με την ίδια ελαφράδα και αλαζονεία, πέταξαν τα σκουπίδια κάτω απ’ το χαλί, κάνουν ότι δεν τρέχει τίποτα και συνεχίζουν τις ίδιες βρομιές, με τον ίδιο τρόπο. Θα το πληρώσουν -δεν υπάρχει περίπτωση. Τώρα είναι 2009 και τα πράγματα είναι πιο άγρια, οι ορίζοντες πιο στενοί και η οργή μέσα στον κόσμο πολύ πιο καταπιεσμένη. Δυστυχώς, τώρα οι εξεγέρσεις θα είναι πιο βίαιες… Δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα, αλλά τα πράγματα σίγουρα μπορεί να καταστραφούν, οπότε θα δούμε μετά τι θα γίνει…

Το Σάουντρακ

«Πέρσι τον Αύγουστο, διαβάζοντας το σενάριο, είχα ετοιμάσει ένα συναισθηματικό ντέμο, ονειρευόμενος τα πλάνα δεν είχα δει κάποια εικόνα, δεν ήξερα καν τα βουνά όπου θα γίνονταν τα γυρίσματα. Δώσαμε ραντεβού με τον Παντελή στον Γράμμο όπου ετοίμαζαν την παραγωγή, και του πήγα αυτό που είχα φτιάξει. Του άρεσε. Λέω: “Κοίτα, προς τα εκεί θέλω να πάω, και μάλλον προς τα εκεί μόνο θέλω να πάω, αυτό μου βγήκε. Θα μου ’χεις εμπιστοσύνη και θα μ’ αφήσεις να περπατήσω έτσι;” “Ναι” μου λέει. Έτσι ξεκίνησε… Και μετά μάθαινα λεπτομέρειες για τον Εμφύλιο, πήγα σε γυρίσματα, είδα τους τόπους. Όμορφα, πολύ όμορφα βουνά! Κάποιες κορφές είναι καμένες ακόμα απ’ τις ναπάλμ, δεν έχει ξαναφυτρώσει χορτάρι, βλέπεις κορφές φαλακρές από τις βόμβες. Όλο το πράγμα ήταν πολύ μελαγχολικό και δυνατό… Η μουσική είναι ορχηστρική. Ο Βελιώτης είναι δίπλα μου και μου συμπαραστέκεται και δίνει την ψυχή του σε δοξάρια, παίζει μέσα είναι σαν συνδημιουργός.

Έχει γραφτεί κι ένα τραγούδι για τους τίτλους της ταινίας. Το τραγουδώ μαζί με ένα πολυφωνικό γυναικείο ηπειρώτικο σχήμα, τις Διώνη, πέντε κορίτσια στη Θεσσαλονίκη. Οι κοπέλες μάς είχαν στείλει ένα cd όταν βγήκαν οι Επισκέπτες, με μια διάθεση «ξέρεις, υπάρχουμε», ένιωθαν ότι μπορούσαν να κάνουν κάτι εκεί. Πάντα άκουγα ηπειρώτικα, μ’ αρέσουν πάρα πολύ. Έτσι κι αλλιώς, τα κολλήματά μου στην Ελλάδα είναι Κρήτη-Ήπειρος και μουσικά και τοπικά, πηγαίνω βόλτες εκεί κάθε χρόνο. Γράψαμε κι ένα εμβατήριο, για το οποίο συνεργάστηκα με τους Λόζιος Κι Ανακατωσιά, φοβερούς πιτσιρικάδες, σπινταριστούς, που παίζουν μακεδονίτικα χάλκινα. Είχαμε συνεργαστεί παλιότερα, πριν από 4-5 χρόνια. Τους χρησιμοποίησα και για μιαν άλλη σκηνή, με πνευστά μόνο, όπου έπαιξαν κι οι δικοί μου: τρία πνευστά από τους Επισκέπτες και τα έξι των παιδιών. Βάραγαν εννιά πνευστά μαζί! Πολύ όμορφη στιγμή – και ως εμπειρία, στην ηχογράφηση. Και τα κορίτσια, επειδή είχαμε χρόνο, έρχονταν σπίτι κι «απλώναμε» λίγο το πολυφωνικό, το κάναμε πιο άμπιεντ, πιο ψυχεδελικό – είχαν κι αυτές δίψα ν’ απλωθούν.

Και τα δύο σχήματα γούσταραν να πάνε λίγο παραπέρα, να μην παίξουν τα στενά παραδοσιακά που έπαιζαν ως τότε. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά ήρθαν και κούμπωσαν στο σάουντρακ! Αλλά και για μένα ήταν αφορμή ν’ απλώσω λίγο παραπάνω ανησυχίες των τελευταίων χρόνων, είχα όρεξη να δω τι άλλο μπορεί να γίνει με την παράδοση – και μπορεί με τους Επισκέπτες να έπαιζε αυτό σε ένα δεύτερο επίπεδο, αλλά τώρα ήταν ευκαιρία να συνεργαστώ κατευθείαν όχι με παιδιά της πόλης, αλλά με ανθρώπους που έχουν βιωμένη την παράδοση. Το σάουντρακ κυκλοφορεί από την alltogethernow / www.alltogethernow.gr

image

Η Ταινία

«Δύσκολο να πυροβολήσεις απέναντι όταν ξέρεις ότι εκεί μπορεί να βρίσκεται ο αδερφός σου». Η ταινία αφουγκράζεται την συνταρακτική ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου που δεν έχει νικητές και ηττημένους, παρά μόνο ανθρώπινες, τραγικές ιστορίες να διηγηθεί. Χρόνος: οι τελευταίοι μήνες του πολέμου. Τόπος: ο Γράμμος και το Βίτσι, τα πανέμορφα και ματωμένα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας. Πρόσωπα: δύο αδέλφια, ο Ανέστης, 17 χρονών και ο Βλάσης, 14. Έχουν επιστρατευτεί, ο Ανέ- στης από τον Εθνικό στρατό, ο Βλάσης από τον Δημοκρατικό στρατό. Μεγαλωμένα στα χωριά και τα βουνά της περιοχής, χρησιμοποιούνται ως οδηγοί, σε άγνωστα και δύσβατα μονοπάτια και περάσματα. Η τύχη τους, τύχη των τότε καιρών. Πολυβόλα, αμερικάνικες βόμβες Ναπάλμ, παράσημα ηρώων, στρατοδικεία, τόποι εκτελέσεων. Μαζί τους ο καπετάν-Ντούλας, η πολυβολήτρια Γιαννούλα, ο ανθυπολοχαγός Τριαντάφυλλος, ο ταξίαρχος Τσαγκλής, ο Καλαματιανός δεκανέας, η 14χρονη αντάρτισσα Φούλα, δεκάδες στρατιώτες και αντάρτες, όλοι τους πολύ νέοι που σκοτώνουν και σκοτώνονται σ’ αυτόν τον παράλογο πόλεμο. Οι μικρές ιστορίες του καθενός γράφονται στις μάχες που φουντώνουν στα υψώματα.

Η Ψυχή βαθιά είναι φόρος τιμής για αυτά τα χιλιάδες ανώνυμα θύματα ενός ολέθριου πολέμου που δεν ανέδειξε νικητή.

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής Σκηνογραφία: Απόστολος Βέττας Μοντάζ: Πάνος Βουτσαράς Μουσική: Γιάννης Αγγελάκας Ήχος: Στέφανος Ευθυμίου Κοστούμια: Λουκία Χατζέλου Μακιγιάζ: Κυριακή Μελλίδου Σπέσιαλ Εφφέ: Alpha Stunts (Βουλγαρία) Παραγωγός: Γιάννης Ιακωβίδης Executive Producer: Ελένη Μπερντέ Συμπαραγωγή: ΕΚΚ, ΕΡΤ, GRAAL, NOVA, Υπουργείο Παιδείας & Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑΛΚΟ ΦΙΛΜΣ ΕΠΕ.

Με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης.

Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Συμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης, Μάριος Ποντίκας, Μίλτος Πολυβίου, Ian Robertson, Βασίλης Νανάκης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κλέα Σαμαντά, Ιούλιος Τζιάτας, Γιώργος Τζώρτζης και Αργυρώ Αποστολίδη.

δημοσιεύτηκε στο ΜΟΤΕΡ τεύχος 17.

3 σκέψεις σχετικά με το “Συνέντευξη του Γιάννη Αγγελάκα στην Έφη Παπαζαχαρίου για την συνεργασία με τον Παντελή Βούλγαρη στην ταινία “Ψυχή Βαθιά” και τον Νίκο Νικολαΐδη κάποια χρόνια πριν.

Add yours

  1. Συγκινητικότατο, εύγε ! Αλλά γιατί στο τρέϊλερ που παίζει στα κανάλια οι φάτσες δεν είιναι ελληνικές – ρεαλιστικές ? Η έκφραση, η νεοελληνική του προσώπου περισσότερο κι όχι τόσο τα χαρακτηριστικά. Δεν μιλώ για εξιδανικευμένο αρχαιοελληνικό πρώτυπο ‘ντάξει ? ))
    Στο μπλόγκι μου υπάρχουν ιδέες για ρεαλιστικά σενάρια πολιτικής και φαντασίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: