«Ψυχή βαθιά»: Κριτικές, απόψεις, αντιπαραθέσεις για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη

Psyhi Vathia – Trailer

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ  «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ» ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ ΜΑΖΕΨΑΜΕ ΓΙΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΣΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΥΛΙΚΟ [ΣΕ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ  ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΑ ΚΑΤΑ ΠΟΛΥ ΤΙΣ 10.000 ΛΕΞΕΙΣ] ΑΠΟ ΚΡΤΙΚΕΣ, ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ.


«Ψυχή βαθιά» με την με την πρώτη επίσημη εμφάνιση του νέου υπουργού Πολιτισμού Παύλου Γερουλάνου! Η καινούργια ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», που έκανε avant premiere στο «Παλλάς».

Ανάμεσα στους εκλεκτούς προσκεκλημένους του σκηνοθέτη και της Village Films ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας συνοδευόμενος από τη σύζυγό του. Εκεί ήταν επίσης ο νέος υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος, στην πρώτη του επίσημη εμφάνιση από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μανώλης Γλέζος, ο Φίλιππος Πετσάλνικος, ο Κώστας Λαλιώτης, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Ακόμα, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Γιώργος Νταλάρας με τη σύζυγό του και νέα βουλευτή Άννα, το ζεύγος Αλέκου και Μαρίζας Φασιανού, ο Μίμης Πλέσσας, ο Δημήτρης Κοντομηνάς και πολλοί ακόμα. Το παρών έδωσαν και όλοι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, πλην της πρωταγωνίστριας Βικτώριας Χαραλαμπίδου. Η ηθοποιός, που μένει μόνιμα στην Αυστραλία, περιμένει το πρώτο της παιδί. Όλα τα φλας έπεσαν στον Θανάση Βέγγο (υποδύεται τον 80χρονο παππού του νεκρού στρατιώτη), ο οποίος πήγε μαζί με τη σύζυγό του, παρακολούθησε διακριτικά την προβολή και χειροκροτήθηκε θερμά για την ερμηνεία του. Η ταινία θα προβληθεί στις αίθουσες όλης της χώρας από τις 22 Οκτωβρίου. Η διανομή είναι της Village Films.

image

«Δύσκολο να πυροβολήσεις απέναντι όταν ξέρεις ότι εκεί μπορεί να βρίσκεται ο αδερφός σου».

1949, τρίτη χρονιά του Εμφυλίου Πολέμου.
Στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας σε μεγάλες και μικρές μάχες, μέρα και νύχτα, το αίμα κυλάει ποτάμι.
Δύο αδέρφια, ο Ανέστης 17 χρονών (Χρήστος Καρτέρης) και ο Βλάσης 14 (Γιώργος Αγγέλκος), βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο πατέρας τους νεκρός από νάρκη, η μάνα τους σε στρατόπεδο αμάχων.
Τσοπανόπουλα που γνωρίζουν καλά τα υψώματα, τα δάση, τα ποτάμια και τα περάσματα, τα δύο παιδιά χρησιμοποιούνται ως οδηγοί, ο Ανέστης από τον ανθυπολοχαγό Τριαντάφυλλο του Εθνικού Στρατού (Γιώργος Συμεωνίδης) και ο Βλάσης από τον Καπετάν Ντούλα του Δημοκρατικού Στρατού (Βαγγέλης Μουρίκης).
Μοιραία βρίσκονται με όπλο στο χέρι σε ομάδες που πολεμούν απέναντι και βάλλουν η μία εναντίον της άλλης.
Στις τοποθεσίες Ψωριάρικα, Χαλασμένα Χωράφια, Μέγα Πλάι ζουν τη φωτιά του πολέμου, τις μάχες ανταρτών και φαντάρων σώμα με σώμα, τα πρόχειρα νοσοκομεία με σακατεμένους και ετοιμοθάνατους, την παράλογη καθημερινότητα του θανάτου, της βίας, της σύγχυσης, του πάθους, του τρόμου.
Χουχλιάζοντας συνθηματικά σαν πουλιά καταφέρνουν να συναντηθούν κρυφά τρεις φορές. Την τελευταία, ενώ οι Αμερικάνικες βόμβες Ναπάλμ καίνε ανθρώπους και δάση, ο μεγάλος προσπαθεί να πάρει τον μικρό αδερφό μαζί του.
Ο Βλάσης όμως έχει γίνει πια πολυβολητής, αποκαλείται συναγωνιστής Φλόγας και έχει τιμηθεί με το παράσημο του Γράμμου.
Στην ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ο ανθυπολοχαγός, ο καπετάνιος, η πολυβολήτρια Γιαννούλα (Βικτώρια Χαραλαμπίδου), ο διαφωτιστής (Βασίλης Νανάκης), η 15χρόνη αντάρτισσα Φούλα (Άννα Παρτσάνη), ο δεκανέας Καλαματιανός (Ιούλιος Τζιάτας), ο στρατηγός (Μάριος Ποντίκας), ο ταγματάρχης (Κώστας Κλεφτόγιαννης), ο Βαν Φλητ (Μίλτος Πολυβίου), ο Τζων Λούϊς (Ian Robertson), η μάνα στο στρατόπεδο (Αργυρώ Αποστολίδου) και ο 80χρονος παππούς του νεκρού στρατιώτη (Θανάσης Βέγγος) γράφουν σελίδες στο κεφάλαιο της μοίρας και της ιστορίας των δύο παιδιών αλλά και της ιστορίας του τόπου.

Στην ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ο Ανέστης και ο Βλάσης μέσα από τα περάσματα του θανάτου, τα δασωμένα του φόβου και τα υψώματα του ηρωισμού γίνονται σήμερα, 60 χρόνια μετά, και δικοί μας οδηγοί μνήμης και ώριμου στοχασμού για την τριετία που αφάνισε χιλιάδες νέους και σημάδεψε βαριά την χώρα.

Η ταινία γυρίστηκε στην Δυτική Μακεδονία, στον Νομό Καστοριάς το φθινόπωρο του 2008
Απόσκεπος, Λίμνη Αρρένες, Βίτσι, Βυσσινιά, Γράμμος, Ύψωμα Καζάνι, Κορέστεια, Κρανιώνας, Λιθιά, Μάνκοβιτς, Μαύροβο, Μαυρόκαμπος, Νεστόριο, Οξυά, Πολυκάρπη, Πολυκέρασο, Σιδηροχώρι, Τοιχιό, Χαλάρα, Ύψωμα Χάρος

image
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Σε ποιον θάνατο πήγες.
Περνούσε αεράκι από εκεί;
– Μάρκος Μέσκος –

Στα πεδία των μαχών των Βαλκανικών πολέμων χάθηκαν 12.000 έλληνες στρατιώτες, στη Μικρασιάτικη εκστρατεία 37.000, στην Ιταλογερμανική επίθεση 15.000 και στον Εμφύλιο 70.000, στρατιώτες και αντάρτες.

Ο αριθμός και μόνο συγκλονίζει.

Σε κάθε πόλεμο σκληραίνουν οι άνθρωποι, τα πρόσωπα σκοτεινιάζουν. Στον Εμφύλιο η διάσταση είναι πιο δραματική γιατί καμία εξήγηση δεν πείθει απόλυτα, δεν παρηγορεί. Η εμφύλια αναμέτρηση είναι η πιο τραγική εκδοχή πολέμου.

Αφήνει για χρόνια ανοιχτές πληγές.

Ο λαός και ο τόπος πληρώνουν πανάκριβο λογαριασμό.

Καμία πλευρά δεν μπορεί να είναι υπερήφανη, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα ήταν καλά καμωμένα. Από νέος ήθελα να κάνω μια ταινία γι’ αυτό το δύσκολο και οδυνηρό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας μας.

Την έκανα στα 68 μου.

Για τη συγγραφή του σεναρίου ανέβηκα πολλές φορές σε όλα τα χωριά και τις βουνοκορφές του Γράμμου και του Βιτσίου, όπου διαδραματίζεται η ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ. Απαιτήθηκε πολύχρονη έρευνα σε επίσημα ντοκουμέντα, επιστημονικές μελέτες, γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, που συχνά απέδιδαν απροσδόκητα αποτελέσματα, αφορμές για στοχασμό και αναστοχασμό πάνω στα γεγονότα.

Δεν είμαι πολιτικός, ούτε ιστορικός, είμαι καλλιτέχνης και στην ταινία καταθέτω αυτό που μου αναλογεί, αυτό πού μέσα μου, επιμένει να με συγκλονίζει.

Τη μοίρα των απλών ανθρώπων, των από κάτω, των λησμονημένων θυμάτων.

Κινηματογράφησα μια κόλαση που διαδραματίστηκε στον παράδεισο, την ασύλληπτης ομορφιάς φύση της Δυτικής Μακεδονίας.

Εστίασα στα πρόσωπα και τις ιστορίες των ταπεινών, ανταρτών, στρατιωτικών και χωρικών της περιοχής.

Ιστορίες μεγάλης σκληράδας και μεγάλης ανθρωπιάς.

Ήρωες μου δύο αδέρφια, βοσκόπουλα, 17 και 14 χρονών. Η τύχη τους, τύχη των τότε καιρών.

Πολυβόλα, αμερικάνικες βόμβες Ναπάλμ, παράσημα ηρώων, στρατοδικεία.

Η ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ θα βγει στις αίθουσες τον Οκτώβρη του 2009, 60 χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου.

Γιατί σήμερα πια μια τέτοια ταινία;

Γιατί όταν η ιστορία φεύγει από τα αρχεία με τις διαταγές και τους αριθμούς, και «γράφεται» πάνω σε ζωντανά πρόσωπα και κορμιά μιλάει διαχρονικά, θυμίζει, προβληματίζει. Γιατί η τέχνη αντλεί από την ανθρώπινη περιπέτεια.

Με ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ λοιπόν για τα παρακάτω της ζωής και του σινεμά.

ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Τo κινηματογραφικό συνεργείο επιστρέφει. Σαράντα καλλιτεχνικοί συνεργάτες και τεχνικοί μαζεύουμε τα μηχανήματα, τα σενάρια, τα όπλα, το βεστιάριο, τα σκηνικά, τα τιμολόγια, τα προσωπικά μας είδη. Φορτώνουμε τα τσίπουρα, τα όσπρια, τα πιπέρια και τα μανιτάρια που ψωνίσαμε στις ντόπιες αγορές. Αποχαιρετούμε τους φίλους που κάναμε εδώ και συνδεθήκαμε μαζί τους πάνω στην δουλειά.

Από τα παράθυρα των ξενώνων του Σιδηροχωρίου κοιτάζουμε για άλλη μια φορά την υπέροχη θέα της λίμνης της Καστοριάς, το πράσινο, τα σύννεφα. Και μπαίνουμε στα αμάξια για την Αθήνα. Με βαριά καρδιά. Ο τόπος εδώ μας έδωσε μεγάλες ανάσες.

Τα γυρίσματα της ταινίας ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ κράτησαν εννέα εβδομάδες. Κάποιοι από εμάς τα προετοιμάζαμε επί τόπου αρκετούς μήνες πριν. Μάθαμε τα κόλπα της πόλης, βρήκαμε τους ανθρώπους-κλειδιά, περπατήσαμε τους χωματόδρομους και τα μονοπάτια στον Γράμμο και το Βίτσι.

Ο λόγος που γράφω αυτά τα λόγια είναι για να εκφράσω δημόσια την ευγνωμοσύνη μου προς τους πολλούς φορείς, αλλά και τους μεμονωμένους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας για την θερμή υποστήριξη και την αληθινά αποτελεσματική συμβολή τους στην ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας. Η Νομαρχία Καστοριάς, ο Δήμος Καστοριάς, οι Δήμοι Νεστορίου, Βιτσίου, Κορεστίων και Μακεδνών, οι Κοινότητες Πολυκέρασου, Σιδηροχωρίου, Βισσινιάς, Απόσκεπου, Μαυρόκαμπου, Άργους Ορεστικού, Αγίων Αναργύρων, Μεσοποταμίας, Λυθίας, Κορυσού, η Διεύθυνση Δασών, 15η Ταξιαρχία Πεζικού, Ε.Δ.Η.Κ.Α., η Αστυνομική Διεύθυνση Καστοριάς, η Πυροσβεστική Καστοριάς, οι γιατροί και νοσοκόμοι του Νοσοκομείου Καστοριάς, οι εθελοντές γιατροί, η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Τεχνοπία», οι μαγείρισσες του Κέντρου Νεότητας, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι μαθητές, οι φοιτητές, οι οικονομικοί μετανάστες, οι συνοριοφύλακες, οι υλοτόμοι, οι χορευτές και οι μουσικοί του Λαογραφικού Συλλόγου, ο «Αρκτούρος» και οι εθελοντές φίλοι της πόλης της Καστοριάς και όσοι κατέφθασαν από Πτολεμαίδα, Κοζάνη, Γρεβενά, Σέρβια, Ελασσόνα, έφτιαξαν μαζί μας την ταινία.

Οφείλω να τους ευχαριστήσω. Και να δηλώσω πώς μία δύσκολη παραγωγή με εξωτερικά και εσωτερικά γυρίσματα σε δεκάδες διαφορετικούς χώρους, με πολλούς ηθοποιούς και εκατοντάδες κομπάρσους, έγινε πραγματικότητα γιατί ο κόσμος της περιοχής συνέπραξε με κατανόηση, με ενθουσιασμό και σεβασμό για την τέχνη του κινηματογράφου.

Το κάνω και γιατί θέλω οι επόμενοι σκηνοθέτες που θα έρθουν εδώ ή σε άλλες περιοχές της Ελλάδας να βρουν κι εκείνοι τις πόρτες ανοιχτές. Η επαρχία δίνει λύσεις, ιδέες και ζωντάνια. ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ήταν ένα σύνθημα του ΕΛΑΣ. Στην ταινία μου είναι η κραυγή των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού στις μάχες. Στην μίζερη σύγχρονη καθημερινότητα, στην συχνά στεγνή και άψυχη ζωή μας, σκέφτομαι πως το σύνθημα «Ψυχή Βαθιά» μπορεί να είναι ευχή, χαιρετισμός, η καίρια κουβέντα που θα εμπνέει όχι μόνον τον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο, αλλά και την προσπάθεια για σχέσεις με περισσότερη ουσία και ανθρωπιά.

Στην Καστοριά όλον αυτόν τον καιρό, το «ψυχή βαθιά» ήταν η καλημέρα και η καληνύχτα μεταξύ μας, συνόδευε το τσούγκρισμα των ποτηριών, την αποφασιστικότητα να πετύχουμε τις δύσκολες σκηνές, τις απανωτές μετακινήσεις σε πολυβολεία, ποτάμια, πυκνά δάση, γκρεμούς και ρημαγμένα χωριά. Η Καστοριά μας φιλοξένησε με «ψυχή βαθιά» και ανταποδίδω τα συναισθήματα εκ μέρους όλων των συνεργατών μου στην ταινία.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940. Σπούδασε κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου και ξεκίνησε ως βοηθός σκηνοθέτη. Οι ταινίες του έχουν προβληθεί σε πολλά φεστιβάλ και έχουν αποσπάσει πολλά βραβεία και διακρίσεις. Παράλληλα με τον κινηματογράφο, έχει δουλέψει και στην τηλεόραση, σκηνοθετώντας δύο σήριαλ και πολλά ντοκιμαντέρ, ανάμεσα τους και ένα ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Ρίτσο, για λογαριασμό της Γερμανικής τηλεόρασης WDR. Έχει κάνει πολλές θεατρικές σκηνοθεσίες. Το 1995 τιμήθηκε από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης με μία αναδρομική παρουσίαση του συνόλου του έργου του.

2009 ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ, ταινία μεγάλου μήκους, 16mm, έγχρωμη, 140’

2009 ΑΚΡΟΠΟΛΗ – ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΓΛΥΠΤΩΝ, ντοκιμαντέρ, 60’

2004 ΝΥΦΕΣ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 128’

1998 ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 118’

1995 ΑΚΡΟΠΟΛ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 130’

1991 ΗΣΥΧΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 108’

1988 Η ΦΑΝΕΛΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΝΕΑ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 117’

1985 ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 135’

1982 Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ, παιδική σειρά για την ελληνική τηλεόραση

1980 ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 125’

1976 HAPPY DAY, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 120’

1973 ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 110’
1972 ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ, ταινία μεγάλου μήκους, 3mm, έγχρωμη, 110’

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ»

«Το Υγειονομικό του Δημοκρατικού Στρατού», Επαμεινώνδας Σακελλάριου
«Διαθέσαμε τη ζωή μας», Επαμεινώνδας Σακελλάριου
«Ο δρόμος είναι άσωτος», Γιώργος Χουλιάρας
«Ημερολόγιο 1947 -1949», Δημήτρης Βλαντάς
«Οι Άγγλοι Εργατικοί και ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα», Θανάσης Σφήκας
«Το Κιβώτιο» Άρη Αλεξάνδρου
«Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος», Γιώργος Μαργαρίτης
«Ο Α2», Ρένος Αποστολίδης
«Η Ελλάδα ’36 – ‘49», Χάγκεν Φλάισερ
«Το χρονικό μιας εποποιίας», Βασίλης Αποστολόπουλος
«Αντάρτες στ’ Άγραφα» (1946 – 1950) Τάκης Ψημένος
«Το ημερολόγιο ενός καπαπίτη από τον Εμφύλιο», Μήτσος Καρατζάς
«Αναμνήσεις από το βουνό», Παπά-Καρτέρη
«Η Αγγλο-αμερικάνικη πολιτική και το Ελληνικό Πρόβλημα» (1945 – 1949), Β. Κόντης
«Γ. Σεφέρης», Πολιτικό Ημερολόγιο (1935 – 1940)
«Σαράντα Χρόνια Στρατιώτης», Θρασύβουλος Τσακαλώτος
«Φωτιά και Τσεκούρι», Ευάγγελος Αβέρωφ
«Ο Εμφύλιος Πόλεμος», Γ. Μπλάνας
«Ο αντισυμμοριακός αγών», Δημήτρης Ζαφειρόπουλος
«Ανταρτόπουλο στο ΔΣΕ», Τρ. Γεροζήσης
«Ένας Δάσκαλος Καπετάνιος» Βασίλης Γκανάτσιος – Χείμαρος
«Η Νεκρή Μεραρχία», Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου
«Μουργκάνα», Κωνσταντίνος Τσαντίνης
«Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος» Ντέιβιντ Κλόουζ
«Εμπειρίες Ένοπλων Αγώνων», Αλ. Παπαγεωργίου
«Η επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα», Heinz Richter
«Η Γυναίκα της Αντίστασης», Τασούλα Βερβενιώτη
«Μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού», Κώστας Γκριτσώνας
«Εκ Βαθέων», Πάνος Δημητρίου
«Το δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μαρσάλ», Γιώργος Σταθάκης
«Οι Δράκοι», Σπύρος Λαμπρίδης
«Πτυχές του Εμφυλίου Πολέμου», Κλ. Κουτσούκης – Ι. Σάκας
«Η Τραγική Αναμέτρηση», Αλέξανδρος Ζαούσης
«Το Ημερολόγιο ενός Αντάρτη του ΔΣΕ», Δημήτρης Κατσής
«292 ημέρες μετά το Γράμμο – Βίτσι», Γ. Τρικαλινού
«Από την Κατοχή στον Εμφύλιο», Άγγελος Αγγελόπουλος
«Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο», Lars Baerentzen, Γιάννης Γιατρίδης
«Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος – Η Εμπλοκή του ΚΚΕ», Φίλιππος Ηλίου

Εμφύλιος στο ολισθηρό έδαφος της μυθοπλασίας

Τερζής Κώστας/Αυγή

Ημερομηνία δημοσίευσης: 22/10/2009

«Ψυχή βαθιά»

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Ερμηνεία: Χρήστος Καρτέρης, Γιώργος Αγγέλκος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Συμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης , Θανάσης Βέγγος

Σε έρευνα της κοινής γνώμης που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» τον περασμένο Φεβρουάριο, το 55% δηλώνει πως κατά τη γνώμη του η «ιδεολογική διαίρεση» του Εμφυλίου παραμένει ισχυρή και σήμερα. Εξήντα ακριβώς χρόνια μετά τη λήξη του, ο «ανθρωποκεντρικός» Παντελής Βούλγαρης γύρισε μια ταινία μυθοπλασίας για την τελευταία περίοδο του Εμφυλίου, ταινία που ήδη φαίνεται να έχει διχάσει, τη στιγμή μάλιστα που κηρύσσει τη «λήξη» της σύγκρουσης, τη συμφιλίωση.

Στη «δυσκολία» μου να την προσεγγίσω, θα επικαλεστώ μια φράση που είχε πει ο Φίλιππος Ηλιού μιλώντας για το βιβλίο του Άγγελου Ελεφάντη «Μας πήραν την Αθήνα»: «Είναι μεγάλος ο πειρασμός για τον αριστερό να προσεγγίσει την ιστορία του με όρους πολιτικούς, αποδοχής ή απόρριψης, που εμπλέκουν το ορθό και το λάθος και τείνουν να καταλήξουν στην αυτοδικαίωση». Έστω κι αν το «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ιστορικό κείμενο αλλά μυθοπλαστική μεταγραφή ιστορικών δεδομένων.

Ο Βούλγαρης στηρίζει την αφήγησή του σε δύο νεαρούς ήρωες, δυο αδέρφια, χωριατόπαιδα, που η «μοίρα» ρίχνει τον έναν στη μεριά του κυβερνητικού στρατού και τον άλλον στην απέναντι πλευρά. Όχι μόνο η ηλικία αλλά και τα πρόσωπα των αγοριών (τα οποία ο φακός του Βούλγαρη καδράρει συστηματικά) υποδηλώνουν την «αθωότητα», θεμελιώδη αντίθεση στο σφαγείο της εμφύλιας σύγκρουσης. Ο σκηνοθέτης θέτει εξ αρχής τα δύο στρατόπεδα σε κατάσταση «ισοτιμίας». Όχι απόλυτης. Άλλωστε, ενδεικτικά, ο τίτλος είναι παρμένος από το σύνθημα των ανταρτών… Όμως, σαφώς, η οπτική του σκηνοθέτη δεν είναι με κάποια από τις δύο πλευρές αλλά ταυτίζεται με εκείνη της μάνας Ζαχαρούλας ή του τραγικού παππού που έχασε τον εγγονό του (Θανάσης Βέγγος), δύο χαρακτήρες που καλούνται να συνενώσουν τα διεστώτα…

Η ταινία συναπαρτίζεται από «επεισόδια» παρμένα από αυθεντικά περιστατικά της περιόδου -άλλωστε στο δελτίο τύπου που μοίρασε η εταιρεία παραγωγής επισυνάπτεται «βιβλιογραφία» για την περίοδο του Εμφυλίου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η έρευνα και το σενάριο της ταινίας. Και ενώ από τις προσωπικές μου μελέτες χρόνων για την περίοδο η βιβλιογραφία αυτή κρίνεται αρκούντως ικανοποιητική, από την άλλη με ξενίζει το γεγονός ότι μια ταινία μυθοπλασίας μοιάζει να διεκδικεί τη δικαίωσή της στο χώρο της ιστοριογραφίας.

Επιπλέον, δεν μου είναι εύκολο να αποδεχτώ τη λογική του action στις σκηνές μάχης, στις οποίες ο σκηνοθέτης φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα. Θέλει άραγε να μας πει, «δείτε τι σφαγείο ήταν ο εμφύλιος»; Και αν αυτός ήταν ο στόχος του, ήταν όντως αυτή η καλύτερη επιλογή που είχε; Εάν η οπτική είναι αντιπολεμική, συνάδει με την απόδοση ιδιάζουσας βαρύτητας στις σκηνές μάχης; Αισθάνθηκα στη διάρκεια της προβολής πως «πρέπει» να πειστώ ότι ο ανθρωποκεντρικός Βούλγαρης ξέρει να γυρίζει και πολεμικές σκηνές… Και δεν έχει ίσως νόημα να επικαλεστώ στον κλασικό αντιπολεμικό «Ουρανό» του Τάκη Κανελλόπουλου, ή την πιο πρόσφατη «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Τέρενς Μάλικ, όπου ο ρεαλισμός της μάχης υπεραναπληρώνεται από την έντονη εσωτερική ζωή των ηρώων…

Αλλά εφόσον γινόμαστε μάρτυρες της αγριότητας της σύγκρουσης, στο «Ψυχή βαθιά», τίθεται αυτομάτως το ερώτημα: Γιατί πολεμούν οι χαρακτήρες μέσα σε αυτή την ταινία; Ποιο είναι το ενδοφιλμικό διακύβευμα; Οι της μίας πλευράς αγωνίζονται, όπως υπονοείται με έμμεσες αναφορές, για μια «λαοκρατία», με φωτεινό ορόσημο τον πατερούλη των ημερών εκείνων Στάλιν, και όντως σκιαγραφείται ένα κλίμα συντροφικότητας, σπαργανώματα, ίσως, μιας «άλλης» κοινωνίας …

Από την άλλη πλευρά όμως για τι αγωνίζονται; Εξωφιλμικά (ιστορικά) η απάντηση είναι προφανής, «για την εξουσία, για την κυριαρχία». Ενδοφιλμικά η απάντηση μοιάζει να είναι «πολεμούν γιατί τους εξαναγκάζουν οι Αμερικανοί» -ναι, φοβάμαι πως ένας νέος θεατής εύκολα θα διολισθήσει σε αυτό το συμπέρασμα. Δεν υπάρχει ούτε ένας ιδεολόγος από τη «μοναρχοφασιστική» πλευρά -ακόμα και οι στρατοδίκες εμφανίζονται να κάνουν μια δουλειά «διεκπεραίωσης»… Δεν υπήρχαν σκληροπυρηνικοί ιδεολόγοι σε αυτή την πλευρά; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όχι μόνο υπήρχαν αλλά συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο ιδεολογικό ρεύμα – στη μελέτη ενός συντηρητικού ιστορικού για εκείνη την περίοδο περιλαμβάνεται η κρίσιμη παρατήρηση πως ακριβώς σε εκείνα τα χρόνια γεννιέται η έννοια της εθνικοφροσύνης, και ο όρος «εθνικόφρων» τότε αποκτά τη σημασία με την οποία κυριάρχησε για δεκαετίες στην πολιτική προπαίδεια.

Είδα την ταινία δύο φορές προκειμένου να βεβαιωθώ για την αρχική μου αίσθηση: Ο Βούλγαρης γύρισε μια ταινία για έναν εμφύλιο, τον πιο άθλιο, τον πιο ανελέητο απ` όλους τους πολέμους, χωρίς «κακούς»! Εκτός αν «κακοί» είναι μόνο οι ξένοι, και η αθωότητα των βασικών του ηρώων σφραγίζει τελικά ολόκληρο το έθνος των Ελλήνων, που ακόμη και εξήντα χρόνια μετά πορεύεται χωρίς συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης…
Ο Μαρκ Φερό έχει δείξει προ πολλού ότι περίφημες ιστορικές ταινίες, όπως π.χ. ο «Αλέξανδρος Νιέφσκι», του 1938, μέσα από την οποία το σοβιετικό καθεστώς καλούσε σε εθνική συσπείρωση ενόψει της ναζιστικής απειλής, μας μιλούν περισσότερο για την ιστορική στιγμή κατά την οποία παράγονται και όχι για αυτή στην οποία αναφέρονται: «Διηθούν το παρελθόν μέσα από την επιλογή των θεμάτων, τις αισθητικές προτιμήσεις της εποχής τους, τις αναγκαιότητες της παραγωγής (…), τα ασυναίσθητα ολισθήματα του δημιουργού. Εδώ έγκειται η αληθινή ιστορική πραγματικότητα των ταινιών αυτών και όχι στο πώς αναπαριστούν το παρελθόν». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς μας λέει η ταινία του Βούλγαρη για τη σημερινή ελληνική κοινωνία, αλλά επ` αυτού θα συνεχίσουμε στο φύλλο της Κυριακής.

Η ψυχή μου είναι Αριστερά- Παντελής Βούλγαρης στο newstime.gr

Φ. Χριστοδούλου 13 Οκτ, 23:55
Ο Παντελής Βούλγαρης, κεντρικό πρόσωπο της γενιάς των σκηνοθετών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, μιλάει στο Newstime.gr για την τελευταία του ταινία με τίτλο «Ψυχή βαθιά» και θέμα τον Εμφύλιο. Πέντε χρόνια μετά τις «Νύφες» (2004) ο σημαντικός σκηνοθέτης επιστρέφει με μια ακόμη υπερπαραγωγή για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου. Γνωρίζει ότι το θέμα είναι ευαίσθητο και μοιάζει έτοιμος να αντιμετωπίσει τις όποιες αντιδράσεις. Στις γραμμές που ακολουθούν εξηγεί με σαφήνεια τη μέθοδο που ακολούθησε για τη δημιουργία της ταινίας και πολλά ακόμη.


-Πως γεννήθηκε η ιδέα μιας ταινίας για τον Εμφύλιο;

-Είμαι εραστής της ιστορίας και έχω δώσει χρόνο από τη ζωή μου σε πάρα πολλές περιόδους. Για παράδειγμα ξέρω πολύ καλά την περίοδο του Αλή πασά. Είναι μια εποχή που πολύ δύσκολα μπορεί να την αναπαραστήσεις με τα δεδομένα τα σημερινά, αλλά ξέρω πια τι έτρωγε το μεσημέρι, πως υποδεχόταν τους πρέσβεις. Όταν άρχισα να διαβάζω για τον Εμφύλιο, παρόλο που είχα δύο θύματα από την οικογένειά μου, ένα από τη μια πλευρά και ένα από την άλλη, δεν μπορούσα να το καταλάβω, δεν μπορούσα να βρω την άκρη να τον προσεγγίσω. Η αφορμή δόθηκε όταν ανέβηκα στην Καστοριά το 1997, ψάχνοντας να βρω χωριά για τις «Νύφες» και εκεί είδα για πρώτη φορά το χωροταξικό πεδίο των μαχών που είναι ο Γράμμος και το Βίτσι που ήταν οι τελευταίες μάχες τα δύο τελευταία χρόνια. Από εκεί ξεκίνησα, ο τόπος με συγκίνησε. Κατέβηκα στο σπίτι, άνοιξα βιβλία που ήδη υπήρχαν για να τα ερευνήσω κάποια στιγμή και… μάγκωσα. Έτσι κάνω συνήθως. Όσες ταινίες έχω κάνει με έχουν βρει, με έχουν συναντήσει και απαιτούν από εμένα. Σκέφτομαι διάφορα πράγματα κατά καιρούς σαν ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, και σύγχρονες ιστορίες και του παρελθόντος, κάτι ξεχωρίζει από αυτά, επιμένει και μπλέκομαι. Έτσι έγινε και με την τελευταία ταινία όπου έδωσα πολύ χρόνο, από το 1997. Ενώ σκηνοθετούσα τις «Νύφες» το μυαλό μου ήταν στην επόμενη, ήταν σ’ αυτή. Αυτό που ακολουθώ με μανία και το γουστάρω είναι η έρευνα. Δηλαδή να μπω μέσα στο αρχειακό υλικό. Αυτό το εξάντλησα, δηλαδή δεν νομίζω ότι έμεινε κάτι απ’ έξω απ’ ότι έχει γραφτεί και απ’ τη μια πλευρά και απ’ την άλλη.

-Επομένως σας ενδιέφερε η ιστορική ακρίβεια.

-Βεβαίως. Μα και ότι υπάρχει μέσα στην ταινία στηρίζεται στα γεγονότα. Πολλές φορές υπάρχουν φράσεις, υπάρχουν συζητήσεις, κυρίως του αμερικάνικου παράγοντα με τους Έλληνες αξιωματικούς που είναι μέσα από ντοκουμέντα. Φυσικά όλο αυτό το υλικό στο τέλος παίρνει τη μορφή της μυθοπλασίας γιατί εγώ αφηγούμαι μια ιστορία, δεν αφηγούμαι την ιστορία του Εμφυλίου πολέμου. Δεν έχω αυτή τη φιλοδοξία.


-Πως προσεγγίζετε όμως τα γεγονότα του Εμφυλίου μέσα από τη γραμμή αυτή της μυθοπλασίας που φτιάξατε; Το θέμα της ταινίας είναι ο εμφύλιος ή είναι οι εμπειρίες των πρωταγωνιστών, των ηρώων, της ταινίας;

-Ο βασικός και πρώτος στόχος είναι αυτός. Παρόλο που είχα πολλές φορές προκλήσεις να το δω μέσα από τον αμερικάνικο παράγοντα αποκλειστικά, να το δω το μέσα από το στρατηγείο του Δημοκρατικού Στρατού, να το δω μέσα από διάφορες αφορμές, πάντα στο μυαλό μου ήταν τα βουνά και τα νέα παιδιά. Δηλαδή μέσα σ’ αυτό το απέραντο υλικό που εξάντλησα μου έκανε εντύπωση ότι υπήρχαν δύο τελείως αντικρουόμενα συναισθήματα στον πόλεμο. Η απέραντη βία και η ανθρώπινη πλευρά. Ταυτόχρονα, τα ίδια πρόσωπα, μπορούσαν να συμπεριφέρονται έτσι. Αυτό ήταν το κύριο στοιχείο της ταινίας, πως μέσα σ’ ένα τέτοιο ιδιαίτερο πόλεμο -γιατί ο εμφύλιος πόλεμος είναι ιδιαίτερος- βρίσκονται πολλές φορές συγγενείς ο ένας απέναντι από τον άλλο. Μπορεί να είναι φίλοι, μπορεί να είναι συγχωριανοί. Και αυτό συνέβαινε γιατί το ανθρώπινο δυναμικό που πρωταγωνίστησε στα βουνά αυτά, στο Γράμμο και το Βίτσι ήταν κυρίως άνθρωποι από τις περιοχές αυτές. Βρήκα κάπου πως ένας αντάρτης πληροφορήθηκε από την απέναντι πλευρά, από το χωνί των στρατιωτών, ότι η γυναίκα του είχε γεννήσει στο χωριό και είχε κάνει αγοράκι. Υπήρχε και αυτή η πλευρά. Βρήκα τελευταία, αφού είχα τελειώσει το σενάριο και σχεδόν τα γυρίσματα της ταινίας, ότι στην περίπτωση δύο αδελφών συνεννοήθηκαν ο διοικητής του τμήματος του Στρατού και ο καπετάνιος από την άλλη πλευρά να δώσουν άδεια στα παιδιά και να συναντηθούν ένα απόγευμα. Να φύγουν από τις μονάδες τους και να γίνει αυτή η συνάντηση, που την έχω στην ταινία με άλλο τρόπο. Αυτό είναι το κύριο υλικό που εγώ είχα σαν σεναριακή ύλη. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν τα βασικά ιστορικά γεγονότα, οι αναφορές στο κλείσιμο των συνόρων, στην ελπίδα ότι οι Σοβιετικοί θα βοηθήσουν, στην πίεση των αμερικανών να γίνει ο πόλεμος όπως έγινε πολύ σύντομα και με βία.


-Βλέποντας και το τρέιλερ της ταινίας, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι αναπαριστά τα γεγονότα μέσα από μια κατασκευή που δεν έχει ξαναγίνει στον ελληνικό κινηματογράφο. Στη φάση της προετοιμασίας είδατε πολεμικές ταινίες της τελευταίας 20ετιας, εννοώ κυρίως του αμερικάνικου κινηματογράφου, που έχει τα μέσα να αναπαριστά ρεαλιστικά τον πόλεμο; Στις ταινίες που είδατε ποια πράγματα σας ενδιέφεραν και ποια πράγματα θέλατε να αποφύγετε; Να προσθέσω και το εξής. Αυτό το στοιχείο που μου αναφέρατε, η ανθρώπινη ιστορία μέσα σε αυτό το πλαίσιο της φρίκης του πολέμου είναι κάτι που το έχουμε ξαναδεί. Είχατε ανησυχία να μην «πέσετε» σε αυτό το στερεότυπο που το χουμε δει πολλές φορές κυρίως σε αμερικάνικες ταινίες, δηλαδή μια ανθρώπινη ιστορία και πίσω το φόντο των ιστορικών γεγονότων;

Μέσα σε αυτά τα χρόνια της έρευνας, πέρα από τις έρευνες των ιστορικών και τις προσωπικές αφηγήσεις υπήρχε και το οπτικό ντοκουμέντο. Φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό, καταρχήν το κινηματογραφικό υλικό των ντοκουμέντων της παρέας του Μάνου Ζαχαρία και του Γιώργου Σεβαστίκογλου που ήταν η ομάδα των κινηματογραφιστών του Δ.Σ.Ε. Αυτά τα βρήκα και αν θέλεις σιγουρεύτηκα ότι οι μάχες που γινόντουσαν τότε, εκείνη την εποχή, ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Δηλαδή πολλές φορές ήταν στα 30μέτρα ή στα 50 μέτρα ήταν στρατοπεδευμένοι. Είδα φυσικά και ότι έχει γίνει με αναφορά στον πόλεμο, και στον αμερικάνικο κινηματογράφο και τον ευρωπαϊκό. Προσπάθησα να πλησιάσω περισσότερο τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που δεν έχει τις ίδια τεχνικές δυνατότητες που έχει για παράδειγμα ο Σπίλμπεργκ όταν κάνει την απόβαση στην Νορμανδία. Πιο ενδιαφέρουσα ταινία για μένα που την είχα δει από παλιά και είχα γνωρίσει και το σκηνοθέτη της -ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στη Βενετία όταν είχα πάει με τα «Πέτρινα Χρόνια»- ήταν το «Έλα να δεις» του Ελεμ Κλίμοφ. Αυτή ήταν μια πιο κοντινή μου ταινία με περιορισμένες και επιλεγμένες αφορμές για να αναπαραστήσει τον πόλεμο στην πράξη και πάνω εκεί κινήθηκα.


-Πόσο έχουν αλλάξει οι ιδέες, οι αντιλήψεις, ακόμη και οι προκαταλήψεις σας από την αποχή που κάνατε τo «Ηappy Day» (1976) και τα «Πέτρινα Χρόνια» (1985), τις άλλες δυο ταινίες σας που «ακουμπούν» αυτό το θέμα;

Γύρισα την ταινία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έκανα και τις δύο προηγούμενες. Και μάλιστα χωρίς να το θέλω αποτελούν οι τρεις ένα είδος τριλογίας, παρόλο που την τελευταία, τη «Ψυχή Βαθιά» εγώ την εντάσσω ως πρώτη στην ιστορική εξέλιξη. Θα έλεγα ότι πρώτη είναι η «Ψυχή βαθιά», ο εμφύλιος, μετά είναι η Μακρόνησος στο «Ηappy Day» και μετά είναι τα «Πέτρινα Χρόνια» τα μετά τον εμφύλιο χρόνια. Τις αντιδράσεις που πολύ πιθανόν να έχω σε αυτή την ταινία τις είχα και στις προηγούμενες. Δηλαδή ούτε το «Ηappy Day» ούτε τα «Πέτρινα Χρόνια» συνάντησαν τη θερμή συμπαράσταση κυρίως της Αριστεράς. Αυτό όμως κρατάει μερικά χρόνια. Μετά από μια δεκαετία θεωρούνται οι ταινίες πολύτιμες για εκείνη την εποχή και ξανασυναντιούνται και ανατρέπονται οι κριτικές κλπ..


-Παίρνετε θέση μέσα σας, αλλά και ως σκηνοθέτης της ταινίας, ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα, την Αριστερά και τη Δεξιά. Ποιο είναι πιο κοντά στη δική σας «Ψυχή Βαθιά»;

Γενικά όταν κάνω ταινίες, όχι μόνο πολιτικές, το εκλογικό μου βιβλιάριο ή τις παρωπίδες μου τις αφήνω στο σπίτι. Προσπαθώ να είμαι όσο μπορώ πιο ανοιχτός για όλα αυτά τα πράγματα στα οποία «μπαίνω» και ψάχνω. Δεν μπορώ να μιλήσω σαν ιστορικός αυτή τη στιγμή, να τοποθετηθώ και να πω ότι υπήρχαν ευκαιρίες για να μη γίνει αυτός ο πόλεμος. Μη ξεχνάμε ότι η εποχή δεν έχει αποκαλυφθεί στην πληρότητα της. Υπάρχουν αρχεία όπως είναι το αρχείο το ΚΚΕ το οποίο δεν είναι ανοιχτό για έρευνα. Εμπιστεύομαι τις πηγές που έχω μπροστά μου, των ειδικών επιστημόνων που από το 1974 και μετά κάνανε φέτες τον εμφύλιο, από τα στρατοδικεία μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέχρι τις τελευταίες μάχες, μέχρι τη φυγή μετά το 1949 των ανταρτών στις διπλανές χώρες. Η ψυχή μου είναι Αριστερά, αυτό είναι το αίσθημα μου, δίχως να υπήρξα ποτέ μέλος κόμματος ούτε να με διακατέχει κανενός είδους φανατισμός.


-Θεωρείται ότι η γενιά σας, πάνω κάτω οι σημερινοί 65αρηδες, η γενιά που έζησε τη χρυσή -όπως λέμε- δεκαετία του 1960 και μετά, στην μεταπολίτευση, πήρε στα χέρια της την τύχη της χώρας, έχει ευθύνη για τη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας; Της σημερινής Ελλάδας που προκαλεί απελπισία, θυμό και οργή, σε πολλούς νεότερους ανθρώπους;

Μη ξεχνάτε με ποιους είχαμε να τα βάλουμε εμείς σε αυτή τη διαδρομή. Αυτό που ονομάζουμε Ελληνικός Κινηματογράφος ουσιαστικά δεν άλλαξε. Οι δυσκολίες του να κάνεις μια ταινία στην Ελλάδα δεν έχουν αλλάξει. Ο χώρος μας παραμένει προβληματικός, με ένα Κέντρο Κινηματογράφου με ελάχιστα χρήματα που προσπαθεί να τα διανέμει, σε τέσσερις-πέντε γενιές πια, από τη δική μας γενιά, μέχρι την τελευταία των σημερινών 28αρηδων, 30αρηδων και 35αρηδων, που τη θεωρώ την αμέσως επόμενη φιλόδοξη γενιά μετά τη δική μας. Γιατί τότε ήμασταν πολλοί, διαφορετικοί και πεισματάρηδες. Το ίδιο βλέπω και στη σημερινή γενιά. Ταλέντα πραγματικά, που βεβαίως βλέπουν με μια άλλη ματιά το σινεμά και τα προβλήματα που τους ενδιαφέρουν τους περισσότερους είναι σύγχρονα προβλήματα και δεν έχουν καμία συναισθηματική δέσμευση με το δικό μας παρελθόν. Γιατί εμείς αν θέλετε κουβαλήσαμε σαν κιβωτό το πένθος των χρόνων μετά τον Εμφύλιο. Με τις σημερινές δυνατότητες της τεχνολογίας, ένας νέος κινηματογραφιστής μπορεί να κάνει μια ταινία στα πολύ νεανικά του χρόνια. Εμείς έπρεπε να βρούμε νεγκατίφ και κάμερα, κάτι που δεν ήταν εύκολο. Φτάσαμε στα 35 μας και στα 40 για να κάνουμε την πρώτη μας ταινία. Ο χώρος ο δικός μας ήταν πολύ συγκεκριμένος: κατασκευή ταινίας, κατάθεση της συγκίνησης ή του προβληματισμού μέσα από την ταινία και από εκεί και πέρα η προσέγγιση μας με ένα κοινό που δε το ξέρεις. Όμως αυτό που κάναμε ήρθε αντιμέτωπο σε μια εικόνα καθημερινότητας η οποία διαμορφώθηκε κυρίως στην περίοδο της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ που άλλαξε πολλά πράγματα. Υπήρχε φυσικά περισσότερη ελευθερία στο δημοκρατικό πολίτευμα γιατί είχαμε ξεφύγει πια από τη χούντα, αλλά δημιουργήθηκε ένα μοντέλο καλοπέρασης, δημιουργήθηκαν μοντέλα επιτυχημένων κυρίως μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία μας παραγκώνισαν. Δεν μπορούσαμε, δεν μπορείς να ανταγωνιστείς αυτή την πλευρά ζωής. Θεωρώ ότι τα ΜΜΕ σχεδόν απείλησαν το δημοκρατικό πολίτευμα. Δεν είναι δυνατόν από το πρωί μέχρι το βράδυ να είναι να είναι παντού κυρίαρχα αυτά τα μοντέλα των επιτυχημένων.

-Τους θεωρείτε πράγματι επιτυχημένους;

Φυσικά δεν τους θεωρώ επιτυχημένους, αλλά τους θεωρούν επιτυχημένους τα νέα παιδιά. Μου κάνει εντύπωση ότι βλέπω ριάλιτι και το κοινό μέσα στο πλατό είναι σχολεία. Δηλαδή στις μεσημεριάτικες εκπομπές έχουν πάει σχολεία να παρακολουθήσουν τα διαζύγια των επωνύμων, τα βαφτίσια τους και γάμους των καλλιτεχνών.


-Τι συμβουλές δίνετε στα παιδιά σας -στους κινηματογραφιστές δηλαδή Αλέξανδρο και Κωνσταντίνα Βούλγαρη- για τον κινηματογράφο και τη ζωή;

Αυτό προσπάθησα να το κάνω νωρίτερα. Βέβαια επειδή με τράβαγε πολύ αυτή η δουλεία έξω από το σπίτι δεν τα έζησα πολύ τα παιδιά. Λέω ότι για να διαλέξουνε αυτό το επάγγελμα που κάνω κι εγώ οφείλεται στο γεγονός ότι τα βράδια όταν επέστρεφα στο σπίτι, όταν άκουγαν κλειδί στην πόρτα και έβλεπαν τον πατέρα τους να μπαίνει, μάλλον τον έβλεπαν ικανοποιημένο από αυτό που κάνει. Επειδή το λατρεύω αυτό το πράγμα, παρότι έχω φτάσει στον πάτο της χρεοκοπίας σε τρεις ταινίες, τα έχω χάσει δηλαδή όλα, φαίνεται ότι έχω έναν τρόπο να το ξεπερνάω. Τώρα για παράδειγμα την «Ψυχή βαθιά» την έκανα ενώ χρωστούσα 500.00 ευρώ από τις «Νύφες». Αυτό ήταν κάτι που φαίνεται ότι τους εντυπωσίασε και καταλάβανε ότι υπάρχει κάτι που αγαπώ πολύ. Δεν τα έσπρωξα τα παιδιά στον κινηματογράφο. Με τίποτα. Απλώς αυτό που τους πρότεινα είναι να πάρουνε μια μικρή κάμερα και να διηγηθούν κάτι σύντομο σε μια μικρού μήκους ταινία. Και τα καταφέρνανε. Τώρα το τι έχουν στο μυαλό τους και τι θα κάνουνε αφορά τη δική τους τη ζωή και τη δική τους προκοπή. Βέβαια διαβάζω τα σενάρια που μου φέρνουνε λέω τη γνώμη μου. Αλλά μέχρι εκεί.

-Κάνετε κριτική ο ένας στον άλλον

Βέβαια. Τώρα με τη «Ψυχή βαθιά» είχα κριτική και από την Κωνσταντίνα και τον Αλέξανδρο.

-Τι σας δίνει μεγάλη χαρά και τι είναι αυτό που δεν αντέχετε με τίποτα;

Αυτό που δεν αντέχω με τίποτα είναι αυτό που ζω τώρα. Όταν πρόκειται να βγει μια ταινία στους κινηματογράφους είναι η χειρότερη μου. Και οι συνεντεύξεις αλλά κυρίως η αγωνία του τι θα συμβεί μέσα στη σκοτεινή αίθουσα Δε μπαίνω ποτέ στον κινηματογράφο να δω τις ταινίες μου. Αν μπορούσα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, θα ήθελα να είμαι στη Σιβηρία και κάποιος να με πάρει ένα τηλέφωνο να μου πει πάει καλά ή δεν πάει… Αυτό που με ευχαριστεί είναι ότι σε όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω απέκτησα πολύ καλούς φίλους οι οποίοι δεν είναι μέσα στο χώρο των διανοουμένων και των φίλων του κινηματογράφου, Είναι φιλίες με απλούς ανθρώπους που είναι για μένα απάγκιο, από την Αλεξανδρούπολη στην Καστοριά, από την Καστοριά στην Νάξο, και από την Νάξο στην Κρήτη. Δηλαδή με αγαπούν άνθρωποι δίχως να υπάρχει καμία υστεροβουλία στις σχέσεις μας. Αυτό έχω καταφέρει.

«Ψυχή βαθιά»


Ήρθε η ώρα να συμφιλιωθούμε οριστικά με την πιο αιματηρή σελίδα της Νεώτερης Ιστορίας μας, τον Εμφύλιο, λέει μέσα από τη νέα ταινία του ο Παντελής Βούλγαρης.


«Η ευχή, το σύνθημα «Ψυχή βαθιά» που έλεγαν μεταξύ τους οι αντάρτες είχε το νόημά του χωρίς όρια και χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κατευόδιο, μιας και κανείς δεν ήξερε αν πέντε μέτρα πιο πέρα θα συνεχίζεις να ζεις ή θα σε βρει σφαίρα του εχθρού», λέει στα «ΝΕΑ» ο Παντελής Βούλγαρης από τα βουνά του Γράμμου, όπου μόλις άρχισε τα γυρίσματα της νέας ταινίας του και πλέει σε πελάγη ευτυχίας, γιατί μαζί της ολοκληρώνεται ένα όνειρο δεκαετίας, αλλά και ένα «χρέος» στη μνήμη αυτού του τόπου…
Και με τη νέα, ενδέκατη ταινία του, μας μεταφέρει στον Γράμμο και στο Βίτσι, όπου δόθηκε η τελευταία αιματηρή μάχη μεταξύ Δημοκρατικού και Εθνικού Στρατού, και η Ελλάδα μπήκε στη μετεμφυλιακή περίοδο και στα πέτρινα χρόνια… Αλλά στην «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, του πιο ανθρωποκεντρικού σκηνοθέτη μας, πάνω απ΄ όλα και όλες τις παρατάξεις και τις ιδεολογίες, πρωταγωνιστής είναι ο άνθρωπος. Ήρωές της είναι δύο αδέλφια που ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα- με τους Εθνικούς ο ένας, με τους Δημοκρατικούς ο άλλος- και μακελεύονται σαν τόσες και τόσες άλλες αληθινές περιπτώσεις στη διάρκεια εκείνων των αιματοβαμμένων χρόνων, που οι μισοί Έλληνες κυνηγούσαν και ντουφέκιζαν τους άλλους μισούς και όλοι, σήμερα, εύχονται «να πάνε στον αγύριστο»…

Εσύ με πια μεριά είσαι, με τους Δημοκρατικούς ή τους Εθνικούς;


«Είμαι με τη μεριά της ανθρώπινης εμπειρίας και του ανθρώπινου πόνου, με τη μεριά της Ιστορίας, όχι των παρατάξεων, των κομμάτων και των ιδεολογιών. Αυτές τις στιγμές καταγράφω στην «Ψυχή βαθιά». Την αγωνία και την Οδύσσεια των ανταρτών που ήξεραν τα βουνά και κάθε χαράδρα στον Γράμμο και στο Βίτσι, αλλά δεν ήξεραν αν θα καταφέρουν να τα διαβούν, αλλά και του στρατιώτη του Εθνικού Στρατού που είχε την υπεροπλία αλλά του ήταν άγνωστη η περιοχή και δεν ήξερε αν θα γυρίσει ζωντανός στο σπίτι του».

Τι έχασε και τι κέρδισε η Ελλάδα από τον Εμφύλιο;


«Έχασε για δεκαετίες την επαφή με χιλιάδες Έλληνες που κυνηγήθηκαν, εξορίστηκαν και η χώρα διχάστηκε στα δύο. Έχασε την ευκαιρία να μελετήσει ψύχραιμα την περίοδο αυτή, τα λάθη και τα σωστά. Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση του ΄74, άρχισε να ερευνάται σε βάθος αυτή η περίοδος και από τότε, κέρδισε στον τρόπο που άρχισαν οι ειδικοί- ιστορικοί- να κοιτάζουν εκείνα τα χρόνια και ψύχραιμα να αρχίσουν να βγάζουν τα συμπεράσματά τους χωρίς πάθος και μίσος. Κι εγώ επιστρέφω σε εκείνη την περίοδο με αυτή τη ματιά, ψύχραιμος και όσο μπορώ πιο ανθρώπινος και απλός».

Πολλοί λένε πως αν είχαμε πάει με την άλλη μεριά, σήμερα θα ήμασταν μια Βουλγαρία, Ρουμανία ή Αλβανία…


«Είναι άχαρο να βλέπεις την Ιστορία έπειτα από χρόνια και να κάνεις εκτιμήσεις του στυλ «αν» και «αν»… Αυτό είναι δουλειά των ιστορικών. Δουλειά του καλλιτέχνη είναι να ψάξει το τέλος του ονείρου της επανάστασης, της δοκιμασίας χιλιάδων ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη κοσμοϊστορικών συγκρούσεων και υπέφεραν».
Η ταινία «Ψυχή βαθιά», όσο κι αν προσεγγίζει την Ιστορία με ανθρώπινη διάθεση, δεν είναι απλά ένα «υπαρξιακό δρά μα», δεν μπορεί να αποφύγει τις μάχες, τις συγκρούσεις, τα πολυβολεία ως- και – «πολεμική ταινία»… «Δεν μπορούμε, φυσικά να κάνουμε έναν «Στρατιώτη Ράιαν», αλλά οι μάχες που στήνονται και οι συγκρούσεις θα είναι κάτι που θα εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο», μας εξηγεί ο Παντελής Βούλγαρης. Και για τον λόγο αυτό «δουλεύουν ειδικοί τεχνικοί από τη Βουλγαρία, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι εδώ στη Δυτική Μακεδονία, που στην αρχή ήταν κουμπωμένοι μαζί μας, μιας και εδώ παίχτηκε η τελευταία πράξη του εθνικού μας δράματος, τώρα μας ανοίγουν τα σπίτια τους, μας δίνουν ρούχα, φορεσιές, έπιπλα της εποχής και έρχονται κατά εκατοντάδες σαν κομπάρσοι», τονίζει συγκινημένος ο σκηνοθέτης των πέτρινων χρόνων.

Ακόμα, δηλαδή, διχάζει ο εμφύλιος πόλεμος;


«Μετά τη Μεταπολίτευση του ΄74 αρχίσαμε να ερευνάμε εκείνη την περίοδο και ο καθένας την έπιανε με βάση την κομματική του ένταξη και την εκμεταλλευόταν αναλόγως, είτε ήταν από τη συντηρητική μεριά είτε από την προοδευτική. Αρκεί να πω ότι εδώ στη Δυτική Μακεδονία, οι κορμοί των δέντρων, των σπιτιών, είναι γεμάτοι από τις σφαίρες του Εμφυλίου. Πιστεύω ότι εκκρεμεί, ακόμα, το θέμα να ανοίξουμε την καρδιά μας και να δούμε την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος, αλλά με ανθρωπιά».
«Ας μην ξεχάσουμε, για να μην ξαναπάθουμε»


Τι έχει να πει στον σημερινό θεατή το «Ψυχή βαθιά». Τον αφορά ένα τόσο παλιό θέμα;


«Και οι «Νύφες» και η «Πολίτικη κουζίνα» είχαν θέματα πολύ πιο παλιά, χρονικά. Το θέμα είναι η συγκίνηση που αναδύει η κάθε ιστορία και ο τρόπος που την προσεγγίζεις. Μια ταινία, όμως, δεν είναι μόνο οι διάλογοι, το σενάριο, είναι και η αύρα που αναδύει, τα συναισθήματα των ανθρώπων που έχουν δουλέψει σε αυτή. Και η «Ψυχή βαθιά» είναι μια ταινία ανοιχτή στα βουνά, στις ανάσες των ανθρώπων, στη μνήμη που αντιλαλεί στον αέρα και πρέπει να μην την ξεχάσουμε, για να μην ξαναπάθουμε».

Σήμερα, έχει κάποιο νόημα η ευχή, το σύνθημα «Ψυχή βαθιά»;


«Ναι, νομίζω ότι έχει, κάτω από άλλες συνθήκες, βέβαια, αλλά ισχύει αυτή η ευχή, γιατί ο κόσμος αντιμετωπίζει καινούργιες προκλήσεις και δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει».


«Ο καλός στρατιώτης Θανάσης Βέγγος»


«Παρά τα άγρια καιρικά προβλήματα, ο Θανάσης Βέγγος που δηλώνει πάντα «στρατιώτης του σινεμά, αυτό είναι το καθήκον μου, ο κινηματογράφος είναι η ζωή μου», έφτασε στη Θεσσαλονίκη, ανεβήκαμε μαζί στον Γράμμο», λέει ο Παντελής Βούλγαρης. «Τον ξενάγησα χθες στους χώρους των σκηνικών που σήμερα θα αρχίσει τα γυρίσματα ενός ρόλουέκπληξη», μας είπε ο Παντελής Βούλγαρης για τον «καλό άνθρωπο» του ελληνικού σινεμά, ο οποίος παίζει και πάλι σε ταινία του μετά τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου και το «Όλα είναι δρόμος».

Παύλου Θ. Κάγιου
< tanea.gr


Τρίτη 13 Οχτώβρη 2009

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

«Ψυχή βαθιά» και παραποίηση της ιστορίας

Με αφορμή την νέα ταινία του Π. Βούλγαρη

Μεγάλη είναι η προβολή που γίνεται απο τα ΜΜΕ, για την νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», που θα προβάλλεται από τις 22 Οκτώβρη στους κινηματογράφους και ασχολείται με τον εμφύλιο πόλεμο. Ενα κατεξοχήν πολιτικό ιστορικό ζήτημα, που στην συγκεκριμένη ταινία εμφανίζεται ως η δραματική ιστορία δύο αδελφών, του 15χρονου Βλάση που κατατάχτηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και του 17χρονου Ανέστη που είναι οδηγός του εθνικού στρατού. Ταινία που «φωτίζει» υποτίθεται την ιστορία από την «πλευρά των θυμάτων και των δύο πλευρών».

Ο σκηνοθέτης επιλέγει να μιλήσει για την «ανθρώπινη» ιστορία των δύο νέων, με κύριο στόχο να καταδείξει ότι ευθύνες για τον εμφύλιο είχαν και οι δύο πλευρές. Αυτή ωστόσο η προσέγγιση αποκρύπτει σκόπιμα τα ιστορικά στοιχεία της εποχής. Η αντικειμενική πραγματικότητα λείπει από την οπτική της ταινίας που σκοπό έχει να εμφανίσει τους αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού ως περίπου παραπλανημένους νέους που δεν ήξεραν γιατί βρίσκονταν στις τάξεις αυτού του συνειδητού επαναστατικού ταξικού στρατού.

Αλλωστε είναι αποκαλυπτικά και τα όσα λέει ο ίδιος ο Π. Βούλγαρης σε συνέντευξη του στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»: «Την εποχή εκείνη ήταν θέμα τύχης το πού θα βρεθείς. Εβλεπαν τα τσοπανόπουλα και τα παίρνανε και ο εθνικός και ο Δημοκρατικός Στρατός». Σε άλλο σημείο σημειώνει: «Μετά από 60 χρόνια, προσπάθησα να είμαι δίκαιος – κυρίως προς τα νέα παιδιά: τους αντάρτες και τους φαντάρους που πρωταγωνίστησαν σε αυτό τον κυκλώνα του αίματος, ξεκομμένοι πάνω στα βουνά χωρίς να ξέρουν γιατί είναι εκεί». Επίσης, απαντώντας στην Ερώτηση αν πιστεύει πως τα ελληνικά κόμματα ακόμα ποντάρουν στην μετεμφυλιακή πόλωση, ο σκηνοθέτης απαντά: «Σαν αίσθηση σίγουρα υπάρχει, αν και 60 χρόνια μετά έχει μεταλλαχθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμία από τις δύο παρατάξεις δε ζήτησε ποτέ συγνώμη». Και βεβαίως όλα αυτά «ντύνονται» με την αντίληψη του σκηνοθέτη ότι «μόνο οι καλλιτεχνικές προσεγγίσεις μπορούν να δουλέψουν προς μια ουσιαστική συμφιλίωση».

Η ταινία «Ψυχή βαθιά» με την έντονη συναισθηματική φόρτιση που τη διαπερνά, επιχειρεί να καταδικάσει την βία γενικά, να εμφανίσει ως συνυπεύθυνους τον αγωνιζόμενο λαό που δε δέχτηκε να υποταχθεί στη νέα σκλαβιά, και τους εκμεταλλευτές του, που δεν ήθελαν ο λαός να χαράξει τη δική του πορεία και τον ματοκύλισαν μαζί με τους ιμπεριαλιστές. Μόνο που αυτά τα πράγματα δε συμφιλιώνονται και δε θα συμφιλιωθούν ποτέ όσο υπάρχει ταξική εκμετάλλευση. Αντικειμενικά λοιπόν, η ταινία παραποιεί την ιστορία και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι προβάλλεται σε μια περίοδο που και διεθνώς επιχειρείται το ξαναγράψιμο της ιστορίας, ώστε οι νέες γενιές ιδιαίτερα, να μην μπορούν αντικειμενικά να κρίνουν και άρα να μένει αυτό που θέλει η κυρίαρχη τάξη και σήμερα. Η υποταγή στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού. Κυρίως όμως αυτό που θέλουν είναι οι νέες γενιές να μην επιλέξουν το δρόμο του συλλογικού αγώνα για την ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος, τον περήφανο δρόμο της τιμής που επέλεξαν και οι ηρωικοί μαχητές και μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

«Ψυχή βαθιά» στον «πόλεμο» που συνεχίζεται…

Μαχητές και μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

«για του Ανθρώπου την πάλη την αιώνια

για λευτεριά και δικαιοσύνη,

για τ’ αγαθά – πανανθρώπινο χτήμα –

για τη γη, το νερό, τον αγέρα,

Ψυχή βαθιά κι ευλογητός ο Αγώνας!»

Αιμ. Βεάκης

τη συγκυρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής εκστρατείας για την «αναθεώρηση» της ιστορίας από τη σκοπιά των «νικητών» με παραποιήσεις και ψέματα, κάθε δημιουργός καλείται να αποφασίσει αν θα «παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις και τις αυταπάτες, ή θα παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο». Θα περίμενε κανείς ο Παντελής Βούλγαρης, ένας από τους σκηνοθέτες που άνοιξαν νέους θεματικούς και αισθητικούς ορίζοντες στον ελληνικό κινηματογράφο, να σηκώσει και πάλι το ανάστημά του απέναντι στη νέα και σφοδρότερη επίθεση των επικυρίαρχων κατά της ανθρωπότητας. Δυστυχώς με την τελευταία ταινία του «Ψυχή βαθιά», προσθέτει και τη δική του φωνή στα κηρύγματα της λαϊκής υποταγής και συμμόρφωσης.

Η ταινία «Ψυχή βαθιά» πραγματεύεται το τελευταίο διάστημα του εμφύλιου στις βουνοκορφές του Γράμμου το 1949. Οι ήρωες είναι δύο αδέλφια τσοπανόπουλα, ο Ανέστης, 17 χρονών και ο 15χρονος Βλάσης – σύμβολα ενός γενικά «τυχαίου» κατά το σκηνοθέτη διχασμού του ελληνικού λαού – που επειδή γνωρίζουν τα περάσματα, βρέθηκαν ο πρώτος στις γραμμές του Εθνικού στρατού και ο δεύτερος του Δημοκρατικού.

Μετά τις πρώτες σκηνές γίνεται φανερό ότι η ταινία παρακάμπτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί. Περιγράφεται ένας πόλεμος και μάλιστα με εξαντλητικές για τη βία του λεπτομέρειες: ποιες οι αιτίες του, ποιος ο χαρακτήρας και ο σκοπός του, ποια κοινωνικά συμφέροντα εκπροσωπούν οι αντιμαχόμενες πλευρές; Ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρουν τέτοιου είδους θέματα, καθώς αποτελούν αντικείμενο των πολιτικών. Τον ίδιον απασχολεί η ανθρώπινη πλευρά αυτής της αδελφοκτόνας αιματοχυσίας. Λες και αυτή είναι έξω και ανεξάρτητη από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Ωστόσο αναπότρεπτα το έργο κάνει πολιτική, εισχωρώντας μάλιστα στον ίδιο τον πυρήνα της: την ταξική πάλη. Το κεντρικό μήνυμα που από την αρχή ως το τέλος και με ομολογουμένως υψηλή αισθητική εκπέμπει σε διαφορετικές εντάσεις και αποχρώσεις, είναι το ανώφελο, ανέφικτο και ουτοπικό, αλλά συνάμα ζοφερό κι ολέθριο της κοινωνικής σύγκρουσης. Ακόμη κι αν αυτή, όπως στην περίπτωση του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ, είναι το αναπόφευκτο προϊόν της απροκάλυπτης βίας από το συνασπισμό της ντόπιας αστικής τάξης και των Αγγλοαμερικανών ιμπεριαλιστών κατά του ΕΑΜικού κινήματος για να εδραιώσουν την απειλούμενη εξουσία τους. «Ελληνες να σκοτώνουν Ελληνες;» αναφωνεί με ραγισμένη φωνή ο Θανάσης Βέγγος στο ρόλο ενός χωρικού που πηγαίνει στο αρχηγείο του τακτικού στρατού για να παραλάβει το σκοτωμένο στη μάχη από τους αντάρτες εγγονό του, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές για το ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα της ταινίας σκηνή.

την κεντρική επιδίωξη της ταινίας να υποβάλει στο θεατή με συγκινησιακούς και συναισθηματικούς προπαντός όρους την ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας», και την ανάγκη για «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών», υποτάσσεται και η ιστορική αλήθεια. Στην όλη απλοϊκή και ευθύγραμμη αντιμετώπιση του θέματος, ως «κακοί» προβάλλονται μόνον οι ξένοι και όχι όλοι (ο αγγλικός παράγοντας αποσιωπάται): Από τη μια οι Αμερικανοί απαιτούν γρήγορο ξεκαθάρισμα και από την άλλη οι Σοβιετικοί αφήνουν αβοήθητους τους αντάρτες να περιμένουν μάταια τον Κόκκινο Στρατό, μια ευθεία παραπομπή στη θεωρία των υπερδυνάμεων, που αυτές τελικά και όχι η λαϊκή πάλη καθορίζουν τις τύχες του κόσμου. Αντίθετα όλοι οι Ελληνες, θύτες και θύματα εξισωμένοι, τόσο ο λαός (αντάρτες και φαντάροι) όσο και πολιτικοί και στρατιωτικοί εκπρόσωποι της πλουτοκρατίας, είναι «καλοί» και γεμάτοι ανθρωπιά. Η πολιτική ηγεσία του τόπου παρουσιάζεται αμήχανη και απρόθυμη να πάρει θέση (ας όψονται το αιματοκύλισμα του λαού το Δεκέμβρη του ’44, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπισμοί και οι στυγερές δολοφονίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των μελών του ΚΚΕ). Η ηγεσία του κυβερνητικού στρατού εμφανίζεται να αποφεύγει την αποφασιστική αναμέτρηση και να εξαναγκάζεται από τους Αμερικανούς στην τελική αιματηρή σύγκρουση με τη χρήση των βομβών Ναπάλμ. Οι συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ντόπιου πληθυσμού – μετά τη βίαιη εκκένωση των χωριών από τον τακτικό στρατό για να αποκοπούν οι αντάρτες από τα λαϊκά στηρίγματά τους – προβάλλονται ειδυλλιακές, με τη μάνα (Ελλάδα) να περιμένει τα δυο παιδιά της, τον Ανέστη και το Βλάση, ψήνοντας καλαμπόκι για τους φαντάρους.

Σ’ αυτό το έδαφος ως αναμφισβήτητη αναδεικνύεται από την ταινία και η ηθική υπόσταση των ανταρτών με στοιχεία μάλιστα υπεροχής. Η αντάρτισσα Γιαννούλα αποστομώνει από το χωνί τον αξιωματικό του κυβερνητικού στρατού στο απέναντι χαράκωμα. Οι νεαροί μαχητές της ομάδας – που δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή – δε μετανιώνουν για την επιλογή τους μπροστά στους δικαστές και βαδίζουν περήφανα στο θάνατο. Οι κακουχίες δεν τους λυγίζουν, «τραγουδούν και πολεμούν» χωρίς τροφή, γιατρούς, υποδομές και κατορθώνουν όχι απλά να αντέχουν, αλλά και να νικούν, παρά τη συντριπτική υπεροπλία των αντιπάλων τους. Σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα ηττήθηκαν, σύμφωνα με την ταινία, μόνον μετά τη χρήση των τρομερών βομβών Ναπάλμ, που για πρώτη φορά δοκιμάστηκαν στα βουνά του Γράμμου.

Ποια δύναμη όμως όπλιζε τους αντάρτες με τέτοιον αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία, «τι φούντωνε τη θεϊκή ορμή τους;» όπως γράφει ο Αιμίλιος Βεάκης στο εξαίρετο ποίημά του με τον ομώνυμο τίτλο «Ψυχή βαθιά»; Να υποθέσουμε ότι είναι το παράτολμο της νιότης, το μίσος για τις βιαιότητες που διέπραξε και η αντίθετη πλευρά, το ξεμυάλισμα των ανήλικων χωριατόπαιδων από τους «αιθεροβάμονες ή τυχοδιώκτες» κομμουνιστές; Πληθώρα τέτοιων απαντήσεων μπορεί να αντλήσει κανείς μέσα από την ταινία. Η μόνη απάντηση που λείπει, είναι η αληθινή: Οτι δηλαδή οι αγωνιστές του ΔΣΕ έγραψαν αυτή την τρίχρονη εποποιία ψυχωμένοι από τη δύναμη της επαναστατικής τους ιδεολογίας, από το ιδανικό ενός καινούριου κόσμου, μιας ανώτερης ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς πολέμους, στερήσεις και εκμετάλλευση.

αγάπη για την πατρίδα του λαού και όχι των αστών, για τον ίδιο το Λαό, ο λαϊκοδημοκρατικός πατριωτισμός ήταν η ιδεολογία του ΔΣΕ, αντιιμπεριαλιστικός-διεθνιστικός, για τη λαϊκή εξουσία, ήταν ο χαρακτήρας της πάλης του. Τα στρατιωτικοπολεμικά κατορθώματά του προκαλούν μέχρι σήμερα το θαυμασμό ακόμη και αντιπάλων, γιατί ήταν ένας αληθινός λαϊκός επαναστατικός στρατός, από τους πιο δυναμικούς στον κόσμο, με στρατιωτική και πολιτική εκπαίδευση και οργάνωση και όχι ομάδες από γυναικόπαιδα, που συμπτωματικά βρέθηκαν στη φωτιά των χαρακωμάτων, όπως διαφαίνεται στην ταινία. Τα βήματα των μαχητών του καθοδηγούσαν οι μεγάλες αγωνιστικές παρακαταθήκες που άφησε η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση στη συνείδηση του λαού, μαζί και των νέων ακόμη και των ανήλικων, αφού κι αυτοί μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ ήταν αξεχώριστο κομμάτι του αγώνα «για μια ζωή ελεύθερη κι ωραία». Αυτή τη νέα ζωή οι μαχητές του ΔΣΕ δεν την είχαν ζήσει μόνο στη φαντασία τους. Είχαν αγγίξει χειροπιαστά το όνειρό τους, την εξουσία του λαού, στην Ελεύθερη Ελλάδα. Γι’ αυτό και γνώριζαν καλά για ποιο σκοπό πολεμούσαν. Ούτε μετάνιωσαν, ούτε τρελοί από τον πόνο ή τις τύψεις για το χαμό των συντρόφων τους παραδόθηκαν, όπως ο ήρωας της ταινίας Καπετάν Ντούρλας, σε μια από τις τελευταίες σκηνές της. Αντίθετα, προτιμούσαν το θάνατο από την αιχμαλωσία, όπως οι τρεις αντάρτες που έχοντας ξοδέψει στη μάχη και το τελευταίο τους βόλι, έπεσαν από την τρομερή κορυφή «Χάρος» στο ύψωμα Κοτύλι του Γράμμου. Αυτό το μεγαλείο της πάλης του ανθρώπου για την απελευθέρωσή του από κάθε είδους καταναγκασμό, που καμιά δύναμη, κανένας στρατός δεν μπορεί να την ανακόψει, αυτό που τελικά αποτελεί την πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παραλείπεται μεγαλόφωνα από μια ταινία που φιλοδοξεί να είναι «ανθρωποκεντρική». Με λίγα λόγια το περιεχόμενό της βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τον τίτλο της. Γιατί «βαθιά ψυχή» είναι η επαναστατική ψυχή.

Ομως πράγματι χρειάζεται πολύ θάρρος, χρειάζεται «ψυχή βαθιά» για να παραδεχτεί κανείς στις μέρες μας πως ο πόλεμος αυτός χάθηκε, όχι επειδή οι νικημένοι δεν είχαν το δίκιο με το μέρος τους, αλλά επειδή δεν ήταν έγκαιρα έτοιμοι για να νικήσουν. Και αν αυτή την ψυχή οι περισσότεροι από τους μεγάλους δημιουργούς μας την έχουν χάσει μέσα στο σημερινό συντριπτικό συσχετισμό δυνάμεων, θα τη φέρει και σ’ αυτούς η λαϊκή πάλη, που με καινούριους μαχητές και μαχήτριες συνεχίζει την πορεία της, βέβαιη πως θα ‘ρθει εκείνη η ώρα, που η ιστορία θα δικαιώσει τα ιδανικά, τους σκοπούς και τη θυσία των αγωνιστών του ΔΣΕ.

Της Ελένης Μηλιαρονικολάκη


Η Ε. Μηλιαρονιικολάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ


«Ψυχή βαθιά» και η … αλήθεια πέρα

Μια πρώτη προσέγγιση για τη νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, που ασχολείται με τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα

Σκηνές από την ταινία και τη ζωή των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και τις ολέθριες για το ΕΑΜικό κίνημα Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, η αστική τάξη της χώρας μας δεν είχε μπορέσει να ανακτήσει την πλήρη ιδεολογική και πολιτική της κυριαρχία στο λαό. Οι αστικές δυνάμεις για να αντιστρέψουν το συσχετισμό δύναμης σε όφελός τους και να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους κατέφυγαν, με τη βοήθεια των Εγγλέζων συμμάχων τους, στη δολοφονική βία και στην πιο ωμή τρομοκρατία. Χιλιάδες αγωνιστές, που αντιπάλεψαν τους φασίστες κατακτητές, διωκόμενοι από τις εγκληματικές συμμορίες των Σούρληδων και άλλων που έστησε το αστικό κράτος, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα βουνά και να υπερασπιστούν τη ζωή τους με τα όπλα στο χέρι. Το λαϊκό κίνημα βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: Υποταγή, ταπείνωση, εξανδραποδισμός ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση; Αν και με καθυστέρηση, επέλεξε το δεύτερο δρόμο. Στα βουνά γεννήθηκε το νέο αντάρτικο, οΔημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) και ο ηρωικός μεγαλειώδης ένοπλος αγώνας του, με ψυχή του το ΚΚΕ, ενάντια στο συνασπισμό των αστικών δυνάμεων και των ξένων συμμάχων τους, Εγγλέζων και, στη συνέχεια, Αμερικανών.

Τα παραπάνω εισαγωγικά στοιχεία θα έπρεπε να αναγιγνώσκονται στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη Ψυχή Βαθιά, εφόσον το θέμα της άπτεται όχι απλά της μοίρας των απλών ανθρώπων ή των «λησμονημένων θυμάτων» και των δύο πλευρών του εμφύλιου πολέμου, στο Γράμμο και το Βίτσι, όπως διατείνεται ο σκηνοθέτης, αλλά των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, που επέλεξαν να βρίσκονται στις γραμμές του ΔΣΕ, που έδωσαν την ίδια τους τη ζωή για τις ιδέες και τα ιδανικά τους.

Αυτήν την καθοριστική ιδιότητα, των …«άκλαυτων θυμάτων», ο σκηνοθέτης φαίνεται να προσπερνά σκοπίμως. Γι’ αυτό εξάλλου επέλεξε για τους κεντρικούς ρόλους τόσο νεαρούς ήρωες, που να υπάρχει λόγος να αναρωτιέται κανείς, καλά αυτά τα παιδαρέλια ξέρουν τι κάνουν; Γιατί βρίσκονται εκεί που βρίσκονται; Φρόντισε ο Βούλγαρης, κάνοντας μια ταινία μυθοπλασίας, να έχει καλυμμένα τα νώτα όταν θα κατηγορηθεί για παραχάραξη και διαστρέβλωση της Ιστορίας. Βέβαια θέση έχει ήδη πάρει, με το να αντιμετωπίζει το κατ’ εξοχήν πολιτικό θέμα με το οποίο καταπιάνεται, με όρους αποκλειστικά ηθικούς – καλού και κακού – και να μεριμνά επιμελώς, ώστε η αφήγησή του να κινείται αυστηρά σε πλαίσιο πολιτικο-ιδεολογικού κενού αέρος.

Η μυθοπλασία της ταινίας

Η ιστορία διαδραματίζεται στα πεδία των μαχών. Ο ένοπλος αγώνας κορυφώνεται, η έκβασή του παραμένει ακόμη άγνωστη, οι μάχες μαίνονται στις βουνοκορφές του Γράμμου το ’49, νυχθημερόν, ακατάπαυστες, άνισες, σώμα με σώμα. Η αφήγηση εστιάζει στη μοίρα δύο αδελφών – τσοπάνων και σε δεύτερο πλάνο αρχίζουν να διακρίνονται και να αποκτούν υπόσταση και τα υπόλοιπα πρόσωπα που συνθέτουν τις ομάδες των στρατιωτικών και ανταρτών, μέσα στις οποίες κινούνται οι δύο ήρωες. Τα ανήλικα τσοπανόπουλα έχουν την ιδιότητα να γνωρίζουν με κλειστά μάτια τα περάσματα στα βουνά. Ο μεγάλος, ο 17χρονος Ανέστης, φαίνεται ότι παραμένει οδηγός στον κυβερνητικό στρατό από φόβο μην κάνουν κακό στη μητέρα του, ενώ ο μικρότερος, ο 14χρονος Βλάσης που επέλεξε να περάσει στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού, έχει ήδη προβιβαστεί σε πολυβολητή και έχει τιμηθεί με το παράσημο του Δημοκρατικού Στρατού. Στην τελετή απονομής των παρασήμων και στο αντάρτικο γλέντι που ακολουθεί, γνωρίζουμε τους μαχητές και άλλων αντάρτικων ομάδων που δρουν στην περιοχή, όλοι τους νεαρά παιδιά.

Και μέσα από την ταινία φαίνεται ότι παρά την κλιμακούμενη θηριωδία οι ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι αντάρτες δε λένε να ηττηθούν. Οι Αμερικανοί, που έχουν πλέον διαδεχθεί τους Αγγλους, βιάζονται να τελειώνουν με τους κομμουνιστές. Εμφανίζεται και ο Τρούμαν, που απαιτεί συντριβή της «ανταρσίας» σε σύντομο διάστημα και ο τοποτηρητής των ΗΠΑ στην Ελλάδα, στρατηγός Βαν Φλιτ, να συμπεριφέρεται ως εκλήθη να συμπεριφερθεί από τον «εξαίρετο» πατριώτη, τότε υπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο τού «Στρατηγέ! Ιδού ο στρατός σας!» (ο τελευταίος δεν εμφανίζεται στην ταινία).

Σε ρόλο αρχιστράτηγου, λοιπόν, ο Βαν Φλιτ αναμειγνύεται, όχι μόνο στα πολιτικά πράγματα των Αθηνών, αλλά και στην οργάνωση και διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων των κυβερνητικών δυνάμεων κατά του ΔΣΕ, υπό την αδιάλειπτη συνεργασία της Αμερικανικής Πρεσβείας και του Σταθμαρχείου της CIA στην Ελλάδα. Το όνομα του Βαν Φλιτ συνδέθηκε άρρηκτα με τη χρήση των ναπάλμ. Οι ανθρώπινοι στόχοι βομβαρδίζονται αλύπητα, με το που σκάει η βόμβα στο έδαφος και λόγω της τρομακτικής θερμοκρασίας που δημιουργεί, κατακαίει τα πάντα σε απόσταση πολλών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων. Οι βόμβες ναπάλμ πρωτοδοκιμάστηκαν στο Γράμμο με πειραματόζωα τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού και την πλήρη συγκατάβαση του ανωτάτου κλιμακίου της ηγεσίας του κυβερνητικού στρατού (παρ’ όλα αυτά, στην ταινία εμφανίζεται δήθεν ο Ελληνας αξιωματικός να δυσανασχετεί). Ολα αυτά με κάποιο τρόπο εμφανίζονται στην οθόνη. Ομως, ο σκηνοθέτης επιμένει κυρίως να βρίσκεται και να απεικονίζει τις σφαγές που εκτυλίσσονται στα πεδία των μαχών τις οποίες αναπαριστά με δομικά στοιχεία χολιγουντιανής αισθητικής: Αναβλύζον – πέραν του δέοντος – αίμα, εμμονή σε λεπτομέρειες διαμελισμένων σωμάτων υπό τον ήχο επιθανάτιου ρόγχου, παρατεταμένη διάρκεια πλάνων, κατάχρηση της θεματικής επανάληψης, σε βαθμό που κάπου να αγγίζει τα όρια της υπερβολής και ίσως του κακού γούστου, ενώ δε λείπει και …μια ιστορία αγάπης των αντιμαχόμενων πλευρών.

Ξαναγράψιμο της Ιστορίας

«Δεν είμαι πολιτικός, ούτε ιστορικός, είμαι καλλιτέχνης και στην ταινία καταθέτω αυτό που μου αναλογεί, αυτό που μέσα μου επιμένει να με συγκλονίζει», δηλώνει ο σκηνοθέτης και με αυτόν τον τρόπο «καθαρίζει» για τη φαινομενική απουσία πολιτικής και ιστορικής προσέγγισης.

Ετσι, δεν απομένει παρά η ανθρωπιστική, «σύγχρονη», «στρογγυλεμένη» και αριστερή υποτίθεται προσέγγιση. Πανέξυπνα, λοιπόν, συνθέτει προσωπογραφίες μεμονωμένων «λησμονημένων θυμάτων» του ΔΣΕ και όχι συλλογικά πορτρέτα είτε μιας ομάδας ή του συνόλου των ομάδων των ανταρτών. Στο στόμα των όχι τόσο νεαρών ηλικιακά στελεχών του ΔΣΕ βάζει ξεκάρφωτες αποφθεγματικές φράσεις «Πού είναι οι Σοβιετικοί σύντροφοι; Πότε θα έχουμε υποστήριξη; Το Κρεμλίνο θα έχει πολλούς διαδρόμους…», λόγια που παραπέμπουν ξεκάθαρα στις αντιδραστικές θεωρίες για το «μοίρασμα του κόσμου» και συνοδεύονται από συναισθήματα βαθιάς απογοήτευσης κι απόγνωσης που οδηγούν στην αυτοκτονία.

Κάποιος που δε γνωρίζει, ουδέποτε πρόκειται να μάθει την πραγματική ιστορία του ΔΣΕ, εάν φυσικά δεν ενδιαφερθεί ο ίδιος. Λαμβάνοντας, δε, υπόψη τους φορείς που χρηματοδότησαν την παραγωγή της ταινίας απ’ τη μια, μεταξύ αυτών αρκετά υπουργεία, καθώς και τη συνταγή και τις δόσεις υλικών για άσφαιρα καλλιτεχνικά προϊόντα, θα τολμούσε κανείς να υποθέσει ότι δεν απέχει πολύ η ώρα που το συγκεκριμένο φιλμ θα συνιστά …υλικό εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας. Η ταινία του Βούλγαρη, όπως το περιβόητο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, αποτελεί ένα έγκυρο βήμα προς την – όσο παίρνει – αλλοίωση, προς το – όσο περνάει – ξαναγράψιμο της Ιστορίας. Αν βάλει κανείς την εθνική περιπέτεια στην οποία οι «αιθεροβάμονες» κομμουνιστές έσυραν το έθνος στη μια πλευρά και στην άλλη τις βόμβες ναπάλμ, τα στρατοδικεία, τις εκτελέσεις και τις φυλακές, η πλάστιγγα κάπου ισοφαρίζει.

Εν μέσω έξαρσης μιας οργανωμένης αντικομμουνιστικής εκστρατείας, με μετέωρη συναισθηματική φόρτιση και μελοδραματικά γυρίσματα, η ταινία, με τον τρόπο που είναι φτιαγμένη, σχεδόν υποχρεώνει το κοινό της να καταδικάσει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, ειδικά όταν πηγάζει από …έναν, χωρίς νόημα, αδελφοκτόνο παραλογισμό. Συμπληρωματικό στοιχείο στα παραπάνω, ώστε να ολοκληρωθεί η άκρως επικίνδυνη θέση της νέας τάξης πραγμάτων, συνιστά η σοσιαλδημοκρατικής χροιάς έννοια κλειδί «συμφιλίωση», σύγκλιση δηλαδή των ταξικών διαφορών και συμφερόντων, ειδικά σήμερα.

Τζία ΓΙΟΒΑΝΗ
Πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας – Θεωρίας και Αισθητικής Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

«Ποιος δεν θέλει την ιστορική μνήμη;»

Του Μίκη Θεοδωράκη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

«Κάτω από  την επιφάνεια  των ιδεολογικών  και των πολιτικών  σκοπιμοτήτων  υπήρχε η μάζα  των αθώων παιδιών,  τυλιγμένων στα  γρανάζια του  χειρότερου πολέμου,  του Εμφυλίου,  αναγκασμένων να  σκοτώσουν για να  μην σκοτωθούν»,  τονίζει ο Μίκης  Θεοδωράκης

Με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» για τον Εμφύλιο, ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται όσα ένωναν και χώρισαν τις δύο πλευρές
Η Ελλάδα απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1944. Με τις Συμφωνίες στον Λίβανο σχηματίσθηκε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, που λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών ήρθε στην Αθήνα. Ο λαός μας, που ήδη γιόρταζε τη νεογέννητη Ελευθερία του, την υποδέχθηκε με ενθουσιασμό, όπως με την ίδια συγκίνηση και χαρά χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε τα πρώτα αγγλικά στρατεύματα, καθώς προχωρούσαν στη Λεωφόρο Συγγρού. Μια νέα ηλιόλουστη εποχή πιστεύαμε όλοι ότι ξεκινούσε για την πατρίδα μας, που θα την ξαναχτίζαμε όλοι μαζί ενωμένοι. Ώσπου οι Άγγλοι άρχισαν λίγο λίγο να ροκανίζουνε τις Συμφωνίες και να μας οδηγούν στην εμφύλια διαίρεση. Όποιος λέει ότι την αρχή την κάνανε οι Εαμίτες με τα Δεκεμβριανά, γιατί τάχα θέλανε να κατακτήσουν την Αθήνα, είναι είτε άσχετοι με τα γεγονότα είτε φανατικοί προβοκάτορες, διαστρεβλωτές της Ιστορίας και όργανα της αγγλικής πολιτικής που από τότε πέταξε το προσωπείο της και έδειξε καθαρά ότι δεν ήθελε μόνο απλά να μας βάλει στη γωνία της εθνικής ζωής αλλά να μας εξοντώσει όλους, άντρες και γυναίκες του ΕΑΜ, μέχρις ενός.
Πρώτον, γιατί έτσι κι αλλιώς στην Αθήνα και στον Πειραιά κυριαρχούσε το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ. Το μόνο που κατείχαν οι Άγγλοι και η Κυβέρνηση ήταν το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Δεύτερον, γιατί το ΕΑΜ δεν είχε ούτε πολιτική ούτε σχέδιο ούτε καν πρόθεση για κατάληψη της εξουσίας. Και τρίτον αν είχε και ήθελε να χτυπήσει τα ανεπαρκή για την περίσταση αγγλικά στρατεύματα, τότε γιατί δεν επέτρεψε στον τακτικό στρατό του μόνιμου ΕΛΑΣ να μπει στην Αθήνα και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση μέσα σε δυο-τρεις μέρες το πολύ, παρά άφησε τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της Αθήνας «με τα παιδάκια και τα λιανοντούφεκα», όπως είπε ο Σαράφης, να γίνουν εύκολη λεία, με χιλιάδες θύματα μπροστά σ΄ έναν σύγχρονο στρατό με αεροπλάνα και τανκς, που εν τούτοις άντεξαν σ΄ αυτή την άνιση μάχη επί 33 ολόκληρα μερόνυχτα;
Όποιος έζησε τα γεγονότα απ΄ την αρχή ώς το τέλος όπως εγώ, μπορεί να αποδείξει με στοιχεία ατράνταχτα την αλήθεια των όσων λέω. Κι αν ξέφυγα από τον θάνατο, αυτό οφείλεται μόνο στην τύχη. Αλλά αν δεν με θανάτωσαν, μου κάνανε τόσο κακό στο σώμα και στην ψυχή, που είναι σαν να με σκότωσαν. Την ίδια τύχη με μένα είχαν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες στα βουνά, στις συνοικίες, στις φυλακές, στις εξορίες, στα ξερονήσια και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Το σχέδιο του Τσώρτσιλ εφαρμόστηκε κατά γράμμα από τον Δεκέμβρη του 1944, όταν διέταξε τους στρατηγούς και τους στρατιώτες της Αυτού Μεγαλειότητος «Φερθείτε σαν να βρίσκεστε σε εχθρική χώρα». Και ποιος ήταν ο εχθρός; Εμείς οι Έλληνες μέλη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, του ΕΛΑΣ είτε απλά συμπαθούντες, που τότε ξεπερνούσαμε τα 2 εκατομμύρια ψυχές και μόλις βγήκαμε από τον σκληρό αγώνα που κάναμε κατά των Γερμανών κατακτητών και των συνεργατών τους.
Και φτάνω στον Δημοκρατικό Στρατό και τις μάχες στα βουνά με αντίπαλο τον Εθνικό Στρατό. Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες και ιδεολογικοπολιτικές αναλύσεις, θα προσπαθήσω να δω την ψυχολογία του ενός και του άλλου. Από απόψεως ηλικίας στη μεγάλη τους πλειοψηφία ήσαν όλοι έφηβοι-παιδιά. Πάντως το γεγονός είναι ένα: Ότι οι πρώτοι εξαναγκάστηκαν να πάρουν τα βουνά μπροστά στο όργιο των διώξεων (ειδικά στην ύπαιθρο), που είχαν αναλάβει 150 περίπου συμμορίες συνεργατών, ταγματαλητών και ληστών του κοινού ποινικού δικαίου με την άμεση καθοδήγηση των Άγγλων. Μπαίνανε στα χωριά, καίγανε τα σπίτια, σφάζανε τους άντρες, βιάζανε τις γυναίκες κι αυτό καθημερινά από το 1945 ώς το 1946, ώσπου όσοι κατόρθωσαν να ξεφύγουν, παίρνανε τα βουνά. Όταν έγιναν πολλοί και οργανώθηκαν, δημιούργησαν τέλος τον Δημοκρατικό Στρατό. Τότε οι Εγγλέζοι, πάντοτε με μια χούφτα Έλληνες πολιτικούς, άρχισαν να επιστρατεύουν χωρίς να ρωτούν τι πιστεύει ο ένας και τι σκέφτεται ο άλλος. Όμως όταν μπεις σε Λόχους, Τάγματα και Συντάγματα με την κατάλληλη εκπαίδευση μεταβάλλεσαι σε Νούμερο. Και τελικά κάνεις ό,τι σου πουν. Και τους είπαν: Τώρα θα πάτε στα βουνά να σκοτώσετε τα αδέλφια σας. Φυσικά δεν χρησιμοποίησαν ακριβώς τη λέξη «αδέλφια», αλλά άλλες περισσότερο εύηχες και αποτελεσματικές: Προδότες, κατσαπλιάδες, Βούλγαρους, όργανα των ξένων και εχθρούς της Πατρίδας. Όσοι ζήσανε στα Τάγματα Μακρονήσου ξέρουν ακριβώς τις μεθόδους με τις οποίες ένας «Βούλγαρος» μεταβάλλεται σε Έλληνα έτοιμο να κατασπαράξει τους προδότες.
Τελικά, τι ήσαν όλοι αυτοί παρά θύματα; Θύματα του φόβου οι μεν, θύματα της πλύσης εγκεφάλου οι δε. Όμως δεν έπαψαν και οι μεν και οι δε να είναι στο βάθος αθώα παιδιά, Έλληνες αναγκασμένοι να σκοτώνουν Έλληνες. Αδελφός τον Αδελφό!

Αν ξέφυγα από τον θάνατο, αυτό οφείλεται μόνο στην τύχη. Αλλά αν δεν με θανάτωσαν, μου κάνανε τόσο κακό στο σώμα και στην ψυχή, που είναι σαν να με σκότωσαν

Το κλάμα του βασανιστή
Εμένα, στο Πρώτο Τάγμα Μακρονήσου, ένας θηριώδης στραγγαλιστής μού ξερίζωσε το πόδι, γιατί του είπαν πως είμαι «Βούλγαρος». Με πήγαν στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο κι όταν γύρισα, κυκλοφορούσα με πατερίτσες. Κάποιο απόγευμα καθυστέρησα να γυρίσω στη σκηνή μου όταν σάλπισε το σιωπητήριο και με πιάσανε για να με χτυπήσουν. Επικεφαλής ήταν ο στραγγαλιστής μου, που πρόλαβαν να τον κάνουν «Έλληνα». Μου λέει: «Θα μείνεις κουτσός;». Εγώ δεν φοβήθηκα και με θάρρος του είπα «Φυσικά όχι», μήπως και θυμώσει. Τότε αυτός γυρίζει στους άλλους και τους διατάζει να μας αφήσουν μόνους. Με ρωτά «Θέλεις να σε κεράσω ένα γιαούρτι;». Μπήκαμε στη μεγάλη σκηνή των βασανιστών και καθήσαμε σε μια γωνία.
Με κοίταζε καλά-καλά και δεν μιλούσε. Τέλος φτάσανε τα γιαούρτια. Πριν προλάβω όμως να φάω μια κουταλιά, τον είδα ξαφνικά να αναστενάζει, να λέει «Δεν μπορώ άλλο» και να κλαίει.
Πήγα και τον αγκάλιασα λέγοντάς του «Μην κάνεις έτσι. Κάποτε θα περάσει…».
Σας διηγήθηκα μια ακραία περίπτωση που την έζησα για να δείξω ότι αυτή η πλύση εγκεφάλου, που δεν κατασκευάζει μόνο φανατικούς στρατιώτες αλλά και θηριώδεις βασανιστές, δεν ήταν ικανή να καταστρέψει τον άνθρωπο που έκλεινε ο καθείς μέσα του.
Γι΄ αυτό κι εγώ στα 1962, στο τέλος του «Νεκρού Αδελφού», βγάζω όλους τους σκοτωμένουςζωντανούς εχθρούς πιασμένους χέρι-χέρι να τραγουδούν «Ενωθείτε βράχια-βράχια, Ενωθείτε χέρια-χέρια», μιας και πιστεύω ακράδαντα ότι οι Έλληνες παραμείναμε στη συντριπτική μας πλειοψηφία ενωμένοι. Πάντοτε. Από τα 1940 έως σήμερα. Και όλα τα σύνορα που βάζουν κατά καιρούς ανάμεσά μας είναι φτιαχτά. Είναι πονηρά, δηλητηριώδη και κακόβουλα και εξυπηρετούν ξένους σκοπούς, ξένα συμφέροντα εχθρικά, εναντίον όλων των Ελλήνων, όλου του Λαού και της Πατρίδας.
Δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν
Με άλλα λόγια, κάτω από την επιφάνεια των ιδεολογικών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων υπήρχε η μάζα των αθώων παιδιών, τυλιγμένων στα γρανάζια του χειρότερου πολέμου, του Εμφυλίου, αναγκασμένων να σκοτώσουν για να μην σκοτωθούν, μιας και στην πραγματικότηταδεν είχαν τίποτα να μοιράσουν μεταξύ τους. Ούτε ταξικό μίσος ούτε καν μίσος, μιας και οι πιο πολλοί ζούσαν στα ίδια περίπουχωριά, στην ίδια μίζερη ζωή και όλοι κι απ΄ τις δυο πλευρές ονειρεύονταν μια καλύτερη ζωή με ειρήνη, ομόνοια, κοινωνική δικαιοσύνη και προκοπή για τον ίδιο λαό, τον ελληνικό.

Ψυχή Βαθιά ***
«Αραγε εμείς νικήσαμε;»

Ο Παντελής Βούλγαρης χειρίζεται «άτιμους καιρούς, δύσκολους ανθρώπους»

Της Μαριας Kατσουνακη

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Ερμηνεία: Γ. Αγγέλκος, Χρ. Καρτέρης, Βαγγ. Μουρίκης, Β. Χαραλαμπίδου, Γ. Συμεωνίδης, Κ. Κλεφτογιάννης, Μ. Ποντίκας

Και μόνο για τη στιγμή της αναπάντεχης συνάντησης, στο χιονισμένο τοπίο, μέσα σε ένα αντίσκηνο, εν σιωπή, ομάδας ανταρτών με φαντάρους, θα άξιζε ίσως να έχει γυριστεί η «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Στα λίγα λεπτά που διαρκεί, πυκνώνει μέσα από βλέμματα και χειρονομίες, με το φόβο να υποβόσκει και την καχυποψία να κυριαρχεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είναι ακριβώς εχθροί αλλά ασφαλώς ούτε φίλοι, μια αλήθεια. Και οι δυο πλευρές είναι πρόσωπα του ίδιου δράματος, του εμφύλιου πολέμου, «της ντροπής», όπως λέει ο παππούς (Θανάσης Βέγγος) που αναζητάει τη σορό του εγγονού του.

Από την έναρξη της ταινίας, οι προθέσεις γίνονται σαφείς: Στα πεδία των μαχών των Βαλκανικών Πολέμων χάθηκαν 12.000 Ελληνες στρατιώτες, στη Μικρασιατική Εκστρατεία 37.000, στην ιταλογερμανική επίθεση 15.000 και στον Εμφύλιο 70.000, στρατιώτες και αντάρτες, του Εθνικού και του Δημοκρατικού Στρατού. Στον Γράμμο και στο Βίτσι ενταφιάστηκε πολύς πόνος, πολύ μίσος, θρήνος, καημός, αγάπη και ενοχή. Και ο Παντελής Βούλγαρης προσπαθεί να αφαιρέσει στρώματα λήθης, ιστορίες θαμμένες, φράσεις που δεν καταγράφηκαν αλλά αποτέλεσαν υλικό αφηγήσεων, μέσα από την πορεία δύο ανήλικων αδελφών, του Ανέστη και του Βλάση, που στρατολογήθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Συνηθισμένος διχασμός στις οικογένειες της εποχής, που βίωσαν τον Εμφύλιο κομμένες στα δύο. Βίαια, οδυνηρά και ανεξίτηλα.

Η ταινία, σε πρώτη ανάγνωση, διαθέτει όλα τα συστατικά της επιτυχίας: συγκίνηση (ειλικρινή και πηγαία), καλογυρισμένες σκηνές μάχης όπου τα σύνολα «διασπώνται» επιδέξια σε άτομα, η κάμερα (συχνά στο χέρι) παρακολουθεί προσωπικές στιγμές, η ψηφιακή χρήση παραπέμπει σε μεγάλες παραγωγές, τα κινηματογραφημένα τοπία κόβουν την ανάσα, η «ψυχή βαθιά» κάθε φορά που ακούγεται ρυθμικά σαν σύνθημα των ανταρτών θολώνει την εικόνα. Τα δάκρυα ήταν κοινή εμπειρία στους θεατές της πρεμιέρας.

Ο Παντελής Βούλγαρης γνωρίζει πολύ καλά ότι χειρίζεται «άτιμους καιρούς, δύσκολους ανθρώπους». Επικεντρώνει στην ανθρώπινη τραγωδία, στο μετέωρο βήμα της Ιστορίας: «Πώς να κάνουμε πίσω; Σε ποια ζωή να γυρίσουμε ύστερα από όλα αυτά;» αναρωτιούνται οι αντάρτες. «Μας άφησαν μόνους».

Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί με τη συνείδηση, τη σχέση με τα γεγονότα, το συναίσθημα και το βλέμμα του δοκιμασμένου αριστερού. Προσπαθεί να είναι δίκαιος, να σεβαστεί τα όσα άκουσε και διάβασε στο μακρύ διάστημα της προετοιμασίας. Και εδώ, η μάχη είναι άνιση. Οι αιχμές κόβονται, το «κακό» βρίσκεται έξω από εμάς. Φταίνε οι Αμερικανοί που ήρθαν και οι Ρώσοι που δεν ήρθαν. Οι ξένες δυνάμεις έφεραν τις ναπάλμ, την καταστροφή, τον εμφύλιο σπαραγμό. Ο Π. Βούλγαρης αγγίζει τα τραύματα με προσοχή για να μη ματώσουν. Δεν αναψηλαφεί πληγές, τις θεωρεί δεδομένες. Οπου η αμηχανία τον κυκλώνει, καταφεύγει στην ποίηση της εικόνας, σε κινηματογραφικά στερεότυπα. Τα αντίπαλα χέρια που αγγίζουν το ένα το άλλο και το αναπάντητο ερώτημα «άραγε εμείς νικήσαμε», χορογραφεί το βάσανο, το νανουρίζει, αντί να το απογυμνώνει. Αυτό αναζητάμε 60 χρονιά μετά; Μπορεί και ναι.

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Αγγέλκος, Χρήστος Καρτέρης

Ο Παντελής Βούλγαρης γοητεύεται, συγκινείται, παθιάζεται με τις ιστορίες που συναθροισμένες γράφουν την Ιστορία. Όταν αυτές, ως περιστατικά, γεγονότα ή προφορική παράδοση συνδεδεμένη με τη μνήμη επιμένουν και τον τρώνε δημιουργικά, δεν του απομένει παρά να τις καταθέσει κινηματογραφικά.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ

Το έχει ξαναδοκιμάσει κάποιες φορές στο παρελθόν, άλλοτε με μεγάλη επιτυχία, όπως στα Πέτρινα Χρόνια, άλλοτε αστοχώντας, όπως στο Ακροπόλ, και κάποιες φορές με ανάμεικτα αποτελέσματα (Νύφες, Βενιζέλος).

Ο εμφύλιος είναι ένα ταμπού στο ελληνικό σινεμά και ο Βούλγαρης το αντιμετωπίζει κάτω από το πρίσμα της συμφιλίωσης. Η καρδιά του χτυπάει αριστερά, εξού και ο τίτλος Ψυχή Βαθιά, ένας εγκάρδιος χαιρετισμός/σύνθημα των ανταρτών στα βουνά. Ωστόσο, η ταινία δεν ασχολείται με τα εσωτερικά αίτια του εθνικού σπαραγμού. Ρίχνει την ευθύνη στους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς, που πόρωσαν και εγκατέλειψαν τους Έλληνες σε ένα πολιτικό χάος, μια τραγική εμπόλεμη κατάσταση («αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι ντροπή», όπως λέει ο Θανάσης Βέγγος που σπαραχτικά ζητάει το νεκρό εγγόνι του για να το θάψει), που οδήγησε συγχωριανούς σε μανιασμένο μακέλεμα, παιδικούς φίλους σε αλληλοσκοτωμό και αδέλφια, όπως ο Βλάσσης και ο Ανέστης, σε αντίπαλα στρατόπεδα, παρά τη θέλησή τους.

Δεν είμαι αρμόδιος να κάνω ανάλυση περί των λεπτομερειών, της ακρίβειας, της ορθότητας των πηγών και ίσως μιας ενδεχόμενης απλούστευσης του Βούλγαρη σε ό,τι αφορά τα αίτια που οδήγησαν τη χώρα σε λουτρό αίματος κατά την κρίσιμη τριετία 46-49. Γνωρίζω, ωστόσο, όπως όλοι μας, πως ακόμη πληρώνουμε μια διχαστική νοοτροπία που δεν έχει πάψει ουσιαστικά να γυροφέρνει πολιτικά διλήμματα. Και αυτό, πέρα από εκκλήσεις ή διδαχές, είναι το πνεύμα της ταινίας Ψυχή Βαθιά: η ελληνική περιπέτεια που, ανεξάρτητα από την εκκίνησή της, κατέληξε σε μια παράλογη τραγωδία και μαύρισε την ελληνική ψυχή, όπως οι βόμβες ναπάλμ καρβούνιασαν, στην επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα τους στις βόρειες βουνοκορφές, τα κορμιά των παρτιζάνων.

Ο Βούλγαρης κάνει την έκπληξη και, χωρίς να έχει παρουσιάσει παρόμοια δείγματα, κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά, λυρικά αλλά και σφριγηλά, τεντωμένα και αιχμηρά τις σκηνές των μαχών, υπηρετώντας με ακρίβεια το παιχνίδι της πολεμικής περιπέτειας (τέτοιες σκηνές δεν έχουμε ξαναδεί σε ελληνική ταινία), έχοντας απρόσμενο σύμμαχο την κατάλληλη και σύγχρονη ματιά στη μουσική επένδυση από τον Γιάννη Αγγελάκα. Κάνει σπουδαία δουλειά σε περιφερειακούς αλλά κρίσιμους χαρακτήρες, όπως με τον Καπετάν Ντούλα (Βαγγέλης Μουρίκης), τον Τριαντάφυλλο (Γιώργος Συμεωνίδης) και κυρίως τη δυναμική, ανατριχιαστική Βικτώρια Χαραλαμπίδου στον ρόλο της κοκκινομάλλας, μαχητικής και αμφιλεγόμενης Γιαννούλας. Εκεί που κόβεται στα δυο η Ψυχή Βαθιά και χάνει το ενδιαφέρον της είναι στη βασική ιστορία των δυο αδελφών, οι οποίοι ενώνονται και αποσυνδέονται με αμηχανία και αποσπασματικότητα. Όχι γιατί τα δυο νέα και προφανώς άπειρα παιδιά προδίδονται υποκριτικά, αλλά γιατί δραματικά υποστηρίζονται από ένα στόρι που, παρά τον διάχυτο ουμανισμό, μοιάζει ελλιπές.

του Γιώργου Ευθυμίου (δημοσιεύτηκε στα http://cine-theasi.blogspot.com/2009/10/blog-post_23.html καιcine.gr)

Ο Βούλγαρης με την κάμερα ανά χείρας αποπειράται να ρίξει φως στα γεγονότα του Εμφύλιου. Στις οροσειρές του Γράμμου, Εθνικοί και Δημοκρατικοί μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι μακελεύονται για να λύσουν τις διαφορές τους. Η ταινία είναι επικεντρωμένη οπτικά σε δύο αδέρφια. Τον Ανέστη και τον Βλάση. Και οι δύο χωριοπούλια, «δουλεύουν» καταναγκαστικά ως ιχνηλάτες. Ο Ανέστης για τους Εθνικούς και ο Βλάσης για τους αντάρτες. Δύο στρατόπεδα αντίμαχα. Τα αδέρφια όμως δεν είναι πολέμια μεταξύ τους. Πέραν του αίματος, τους ενώνει αγάπη, έγνοια, αδελφοσύνη. Δε τους χωρίζει τίποτα. Εκλιπαρούν για το πέρας αυτού του τέρατος που αποκαλείται πόλεμος. Και που το θρόισμα του αφήνει τα κουφάρια τους μισά, και τις ελπίδες των αμάχων (όπως της μάνας) να αιμορραγούν.


Ο Βούλγαρης μας παραθέτει τα γεγονότα του Εμφυλίου με μια ποιητική λυρικότητα που τα υπερβαίνει. Κατηγορεί το ανορθόδοξο, δηλαδή ο άνθρωπος να στρέφεται ενάντια στον ομοούσιο του, και εστιάζει στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ποιητικότητα υποθάλπεται τόσο στις εικόνες, όσο και στο λόγο που τις διατρέχει. Και όλα αυτά με την εξαιρετική μουσική επιμέλεια του Γιάννη Αγγελάκα.
Όμως το «Ψυχή Βαθιά» κουβαλάει τα κουσούρια της ατολμίας. Ο σκηνοθέτης θα προσπαθήσει επίμονα να λειάνει τα γεγονότα του εμφύλιου, σε μια πιεστική απόπειρα συμφιλίωσης των δύο πλευρών. Θα εμμείνει στην ουμανιστική φρίκη που προκαλεί ο πόλεμος, παρατηρώντας το συναισθηματικό βύθισμα της απώλειας και του αναπόφευκτου σε ατομικό επίπεδο. Όμως το γεγονοτολογικό πλαίσιο του εμφύλιου ασθμαίνει σε μια χλιαρή εποπτεία. Τόσο κινηματογραφικά όσο και ιστορικά. Αδυνατώντας έτσι να αποτελέσει το ουσιαστικό θεμέλιο-περιβάλλον όπου θα χτιστεί η ιστορία. Και για να γίνουμε πιο ξεκάθαροι, δεν κατηγορούμε την ταινία για έλειψη ιστορικότητας. Είναι στη δικαιοδοσία του σκηνοθέτη το αν, και κατά πόσο θα συμπεριλάβει την ιστορία στο σενάριο του. Όμως οΒούλγαρης επιλέγει να αναπτύξει την δραματουργία εντός του ιστορικού πλαισίου της, το οποίο όμως στη συνέχεια αναπτύσσεται με ελαφρότητα. Έτσι η «Ψυχή Βαθιά» εμφανίζεται δίχως κυρίως κορμό, παραδομένη αποκλειστικά στις συναισθηματικές εξάρσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου. Το οποίο είναι αλήθεια πως παραθέτει ένα σεμινάριο ουμανισμού. Όμως ακόμα και αυτή η ποιητική καλλιέπεια, σε σύγκριση με το σινεμά του Αγγελόπουλου για παράδειγμα, υπολείπεται οικτρά.



Η κύρια θέση της ταινίας, δια στόματος Βέγγου είναι η ακόλουθη:»Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες; Είναι ντροπή!». Εστιάζοντας έτσι στην παραδοξότητα του πολέμου όταν σ’ αυτόν διαπλέκονται ομοεθνείς. Όμως η φρίκη του πολέμου είναι παντού και πάντα ίδια, ανεξαρτήτως εμπλεκομένων. Άλλωστε οι εθνικότητες δεν προέκυψαν παρά ως ένα μοντέλο κατάτμησης του ενιαίου και μοναδικού τόπου. Τίποτα παραπάνω! Η παγίωση τους στο χρόνο επέβαλλε την αυτονομία και την αυτοτέλεια των κατατμημένων τόπων. Όμως ο τόπος είναι κοινός και προϋπάρχει ημών. Στρέφοντας το όπλο σου σε οποιονδήποτε, στρέφεις το όπλο σ΄ έναν ομοούσιο σου. Η ομοιοσύσταση σας δεν προκύπτει απ’ τα δεσμά μιας εθνικότροπης ομοιότητας. Αλλά απ’ τα δεσμά της παγκόσμιας αδελφοσύνης της ύπαρξης.



Για να κλείσουμε, με δυο λόγια θα μπορούσαμε να πούμε πως η «Ψυχή Βαθιά» υπηρετεί τον ουμανιστικό σκοπό της Τέχνης, αν η Τέχνη μπορεί να έχει έναν αυτόδηλο σκοπό. Ωστόσο, παρά την επιγραφή του τίτλου, υπολείπεται σε βάθος. Διότι ο Παντελής Βούλγαρης αδυνατεί να αναπτύξει το συλλογικό ιστορικοχρονικό πλαίσιο της -εν τέλει- εξατομικευμένης ιστορίας που διηγείται.
Βαθμολογία: 4,5/10

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ – ΤΑ ΝΕΑ

Μέσα στο ίδιο επταήμερο η διπλή όψη του ελληνικού κινηματογράφου. Με το Νέο ο Λάνθιμος. Με το Παλιό ο Παντελής Βούλγαρης. Το λένε «Ψυχή βαθιά», αλλά πάσχει και από ιστορική άγνοια βαθιά!

Σκληρό. Έτσι το είδα. Έτσι το επεξεργάστηκα. Έτσι κατέληξα. Και ο αδελφός μου να ήταν τα ίδια θα έγραφα εδώ. Ο Βούλγαρης, λοιπόν. Ο σκηνοθέτης των προσωπικών, μικρών ιστοριών. Όπου το έκανε αυτό – από το «Προξενιό της Άννας» μέχρι τα «Πέτρινα χρόνια»- έπιανε επιδόσεις με συγκίνηση βαθιά. Όπου καταπιανόταν με την Ιστορία και το πλήθος των μεγάλων παραγωγών από τον «Βενιζέλο» μέχρι τις «Νύφες»- κατέληγε να υπογράφει καλλιγραφημένες χαλκομανίες.

Το γκρέμισμα διπλό. Και η μικρή ιστορία δεν είναι άξονας και ολοκληρωμένη δραματουργία. Και η μεγάλη, η αληθινή Ιστορία, είναι επεξεργασμένη με υποκειμενική, επιπόλαιη ερμηνεία και αισθητική μυωπία. Στη θέση του θα έβλεπα και θα αφομοίωνα κάθε καρέ από την κορυφαία στιγμή του Κεν Λόουτς «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι». Πάνωκάτω ίδια περίπου ιστορία. Όμως εκ της συγκρίσεως βυθίζεται του Βούλγαρη η ταινία.

Ενός λάθους μύρια έπονται. Επειδή λοιπόν περιγράφει τις τελευταίες ημέρες του Εμφυλίου στον Γράμμο του 1949. Όχι, δεν είναι αληθινό πως οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν περίπου ισοδύναμες. Ο Εθνικός είχε πάρει φαλάγγι τον Δημοκρατικό Στρατό. Ήταν ζήτημα ημερών. Η θανατίλα των Desperados κομμουνιστών θα έπρεπε να ήταν χαραγμένη στο κούτελο των ανταρτών. Όχι, δεν είναι δυνατόν να είσαι κυκλωμένος μέχρι τ΄ αυτιά κι εσύ να τραγουδάς δυνατά, με άκρατο ενθουσιασμό. Θα σε έκαναν κιμά. Όχι, οι αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού δεν έδωσαν δείγματα συναισθηματικά. Αποκεφάλιζαν και περιέφεραν τα κεφάλια στα χωριά. Έλεος. Διαβάστε οποιαδήποτε μαρτυρία. Άγγλων, Αμερικανών και Ελλήνων παρατηρητών. Όχι, δεν είναι αληθινό πως ο Εμφύλιος τελείωσε επειδή οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές έριξαν για πρώτη φορά βόμβες Ναπάλμ. Τις έριξαν στην Μπανανία, αλλά το τέλος του Εμφυλίου ήταν μια προαναγγελθείσα τραγωδία. Όχι, για την παροιμιώδη ελληνική κακοδαιμονία δεν φταίνε οι Ρώσοι και οι Αμερικανοί. Αγαπητέ δεν φταίει ο διαιτητής, αλλά η δική μας η κεφαλή!

Και τέλος- το χειρότερο και πλέον ανιστόρητο όλων των λαθών- ο εύκολος συναισθηματισμός. Θέλουμε δεν θέλουμε, ο Εμφύλιος είναι δυστυχώς μια αναγκαστική ιστορική διαδικασία που έχει συμβεί και συμβαίνει σε κάθε γωνιά της Γης. Από την επανάσταση στην Αμερική και τη Γαλλία μέχρι Ισπανία. Παντού. Έτσι προς τα μπρος ή προς τα πίσω προχωράει η Ιστορία βουτηγμένη σε ωκεανούς αίματος. Δεν μας αρέσει, αλλά έτσι συμβαίνει. Μία η αιτία.

Μπορεί όλοι να μιλάμε ελληνικά, αλλά τα συμφέροντα εντελώς ξένα και εχθρικά. Στοιχειώδες αγαπητέ Ουάτσον. «Έλληνας τουφεκάει Έλληνα» (εκ βαθέων και συγκινητικά προφέρει ο Θανάσης Βέγγος τα λόγια αυτά). Επειδή δύο οι Ελλάδες, όπως δύο οι κόσμοι που συγκρούονται από την ημέρα που ο Άνθρωπος ήρθε στη Γη.

Τα λάθη προσέγγισης καταλήγουν σε λάθη σκηνοθετικής διαχείρισης. Το πρώτο μέρος μοιάζει με ρεπεράζ (περάσματα) από διαφορετικές ταινίες. Από τη μια, η ιστορία δύο αδελφών σε δύο στρατόπεδα διαφορετικά. Από την άλλη, ατελείωτες περιγραφές με γαλονάδες να συνεδριάζουν σαν από σκηνές του Τζέιμς Πάρις και από μάχες μέσα σ΄ ένα τοπίο θολό, έτσι για να δικαιολογηθεί η μεγάλη παραγωγή. Άφθονος χρόνος, άφθονη φλυαρία, άφθονος χαμένος κόπος χωρίς αισθητική αξία. Όπου ο φακός περιορίζεται στο δράμα το προσωπικό, απογειώνεται το υλικό. Όπου το μαζικό και το ιστορικό, γκρεμίζεται η ταινία ολοσχερώς. Κρίμα. Γιατί ήταν μεγάλη ευκαιρία. Και γιατί οι περισσότερες φάτσες από το καστ των νέων παιδιών είναι χάρμα οφθαλμών. Και γιατί η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις καλύτερες ξένες παραγωγές. Και γιατί το μουσικό μοτίβο του Γιάννη Αγγελάκα μοιάζει με πειραγμένο μοιρολόι. Με έναν λόγο, μία η απορία. Αφού είναι κάτοχος του μυστικού να σκηνοθετεί χαμηλόφωνα και υπαρξιακά, τι στο καλό το ήθελε και μπερδεύτηκε με όλα αυτά τα γαλόνια, τις μάχες και τις Ναπάλμ;

«Ψυχή βαθιά»

Ο Εμφύλιος στον Γράμμο του 1949 Δύο αδέλφια σε στρατόπεδα διαφορετικά Φλύαρο, επίπεδο και ρηχό

ΒΑΘΜΟΙ= 4 (μακάρι να πέφτω έξω)

[με άριστα το 10]

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

**   Ο Εμφύλιος μέσα από τη σύγκρουση δύο αδερφών που μάχονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, σε μια με εντυπωσιακά στημένες σκηνές μαχών ταινία, που όμως αντιμετωπίζει επιφανειακά το θέμα των σχέσεων και της συμφιλίωσης .

Ο Παντελής Βούλγαρης, ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου, που έκανε την εμφάνισή του στη δεκαετία του ‘70, δείχνει να μοιράζει τη σκηνοθεσία του ανάμεσα σε δύο είδη: τις πολύ προσωπικές, κατά κάποιο τρόπο «ταινίες δωματίου» («Το προξενιό της Αννας», «Ησυχες μέρες του Αυγούστου», «Ολα είναι δρόμος») και τις επικές ταινίες («Ελευθέριος Βενιζέλος», «Τα πέτρινα χρόνια», «Νύφες»), ενώ, ενδιάμεσα, μας πρόσφερε μια ξεχωριστή, στιλιζαρισμένη ταινία, όπως το αδικημένο αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον «Happy Day».

Στον επικό κινηματογράφο εντάσσεται και η τωρινή ταινία του «Ψυχή βαθιά», με τον 68χρονο Βούλγαρη να στρέφεται στον εμφύλιο πόλεμο, για να φτιάξει μια ταινία συμφιλίωσης των δύο πλευρών, της Αριστεράς και της Δεξιάς, που στοίχισε στο έθνος 70.000 νεκρούς, αριθμό δηλαδή μεγαλύτερο από το συνολικό αριθμό των νεκρών σε τρεις άλλους πολέμους (Βαλκανικούς, Μικρασία και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Κι αυτό όχι μέσα από την επίσημη Ιστορία αλλά μέσα από «τη μοίρα των απλών ανθρώπων, των από κάτω, των λησμονημένων θυμάτων», όπως ανέφερε ο ίδιος. Η ιστορία, τοποθετημένη στα 1949, τρίτη χρονιά του Εμφυλίου, επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα σε δύο αδέρφια τσοπανόπουλα, τον 17χρονο Ανέστη (Χρήστος Καρτέρης) και τον 14χρονο Βλάση (Γιώργο Αγγέλκο), που ο πατέρας τους σκοτώθηκε από νάρκη, ενώ η μάνα τους βρίσκεται σε στρατόπεδο αμάχων. Τα δύο παιδιά βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα και χρησιμοποιούνται αρχικά ως οδηγοί, ο Ανέστης του Εθνικού Στρατού και ο Βλάσης του Δημοκρατικού, με τον Βλάση να γίνεται στη συνέχεια πολυβολητής και να παίρνει το όνομα Φλόγας.

Ο Βούλγαρης είναι αναμφισβήτητα εξαίρετος σκηνοθέτης, πράγμα που φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της ταινίας με τις αρκετά εντυπωσιακές για τα ελληνικά δεδομένα (ας μου επιτραπεί εδώ να πω ότι με τα ξένα δεδομένα δεν είναι πάντα στο ίδιο επίπεδο) σκηνές των μαχών. Από ένα όμως σημείο και μετά οι μάχες επαναλαμβάνονται χωρίς να προσθέτουν τίποτα στην πλοκή, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κουράσουν τον θεατή. Αντίθετα, το δεύτερο μέρος, από κινηματογραφικής τουλάχιστον πλευράς, είναι πολύ πιο ενδιαφέρον: με τη σχέση που παρακολουθούμε ανάμεσα στα δύο αδέρφια, με τον Ανέστη να προσπαθεί να προφυλάξει όσο μπορεί τον μικρότερο αδερφό του, αλλά και τη σχέση του Ανέστη με έναν ταξίαρχο του Εθνικού Στρατού. Σκηνές που ο Βούλγαρης στήνει με φροντίδα, προσπαθώντας να δώσει την ανθρώπινη (ορισμένες φορές με κάποιο μελοδραματισμό) πλευρά των χαρακτήρων του.

Το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι αλλού. Στην προσπάθεια συμφιλίωσης που αποπειράται ο σκηνοθέτης. Η συμφιλίωση δεν είναι κάτι που παρουσιάζεται στις στιγμές εκείνες όπου κυριαρχούν τα πάθη και τα μίση αλλά γίνεται αφού και οι δύο πλευρές αποδεχτούν την αλήθεια και αναγνωρίσουν τα λάθη και τα όποια εγκλήματά τους -και σήμερα όλοι γνωρίζουμε πως υπήρχαν και λάθη και εγκλήματα και από τις δύο πλευρές. Το να θέλεις να δώσεις την ανθρώπινη πλευρά των χαρακτήρων δεν σημαίνει ότι αποκλείεις και τις αδυναμίες τους: το μίσος, η εκδίκηση και τα διάφορα άλλα ελαττώματα είναι αναπόσπαστο τμήμα του ανθρώπινου χαρακτήρα. Το να παρουσιάζεις τους μαχόμενους να αντιμετωπίζουν τον Εμφύλιο σαν κάτι που τους προξενούσε λύπη αλλά ήταν υποχρεωμένοι να το κάνουν δεν είναι συμφιλίωση αλλά παραποίηση της Ιστορίας. Γιατί η ταινία παρουσιάζει πως αυτοί που πήραν μέρος στον Εμφύλιο ήταν υποχρεωμένοι να το κάνουν είτε από τους Αμερικανούς και το Παλάτι, που ήθελαν να εξοντώσουν τον «εσωτερικό εχθρό» (ο Ελληνας στρατηγός παρουσιάζεται να υπακούει κάπως λυπημένος τον Αμερικανό εκπρόσωπο που τον αναγκάζει να προχωρήσει στην πλήρη εξόντωση του «εχθρού»), και όχι γιατί πίστευαν -και οι περισσότεροι πίστευαν με φανατισμό- στις ιδεολογίες τους, που συχνά δεν τους άφηναν περιθώριο για λογική και ανθρωπισμό. Αντίθετα, οι σκηνές απαλύνουν τη βία και την ωμότητα σε βάρος της αυθεντικότητας. Δυστυχώς, η συμφιλίωση δεν γίνεται με τέτοιο τρόπο. Ο Βούλγαρης μπορεί, κατά τα άλλα, να είναι πολύ καλός κινηματογραφιστής, ο Εμφύλιος όμως περιμένει ακόμη τον σκηνοθέτη του.

22.10.2009

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ» ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Το ανθρώπινο βλέμμα πάνω στον Εμφύλιο ενοχλεί ακόμα;

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

Οι Βρετανοί κατασπάραξαν τον Κεν Λόουτς όταν «βγήκε» η ταινία του «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι». Οι «Times» ισχυρίστηκαν ότι είναι χειρότερος από τη Λένι Ρίφενσταλ, την αγαπημένη σκηνοθέτιδα του Χίτλερ. Ο «Independent» έγραψε ότι «μοιάζει με καμπάνια στρατολόγησης νέων μελών στον IRA».

Γιώργος Αγγέλκος (το ανταρτόπουλο) και Χρήστος Καρτέρης (ο στρατιώτης): τα δύο αδέλφια της ταινίας που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδαΓιώργος Αγγέλκος (το ανταρτόπουλο) και Χρήστος Καρτέρης (ο στρατιώτης): τα δύο αδέλφια της ταινίας που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδαΙστορικοί (κυρίως), όπως ο Στέφεν Χόου, τον κατηγόρησαν ότι στέλνει ένα μήνυμα στην Ιρλανδία: «Συνεχίστε να πολεμάτε μέχρι να κερδίσετε την ανεξαρτησία σας από τη Βρετανία. Απελευθερώστε το έθνος σας με το ίδιο σας το αίμα…». Η ταινία απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και ο θρίαμβός της εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο τους πολέμιούς της, που έστρεψαν τα βέλη τους προς τη Γαλλία.

Τα θυμηθήκαμε όλα αυτά διαβάζοντας χθες τις κριτικές της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη, «Ψυχή βαθιά». Αρκετοί κριτικοί ανέφεραν την ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη ως πρότυπο για το πώς μεταφέρονται στο σινεμά εμφυλιοπολεμικές συρράξεις. Το μόνο κοινό που μοιράζονται οι δύο σκηνοθέτες -εκτός από το επάγγελμα- είναι ότι και οι δύο είναι έντονα πολιτικοποιημένοι και το έργο τους είναι σχεδόν αδύνατο να κριθεί με καλλιτεχνικά κριτήρια, απαλλαγμένο από ιδεολογίες.

Κι αν ο Κεν Λόουτς επέλεξε συνειδητά τους «κακούς» στην υπόθεσή του, δηλαδή τους Βρετανούς, ο Παντελής Βούλγαρης κρίνεται σήμερα αρνητικά επειδή ακριβώς δεν επέλεξε κανένα στρατόπεδο. Επιχείρησε να φωτίσει την ιστορία και από τις δύο πλευρές.

«Εξήντα χρόνια μετά προσπάθησα να είμαι δίκαιος», τόνιζε σε συνέντευξή του στην «Κ.Ε.» (11/10). Ομως η Αριστερά περίμενε προφανώς άλλα από αυτόν. Περίμενε ότι ο αριστερός σκηνοθέτης θα καταλόγιζε τις ευθύνες εκεί που «πρέπει».

* «Ριζοσπάστης»: Πού είναι η ταξική εκμετάλλευση;

Την επομένη της επίσημης προβολής της ο «Ριζοσπάστης», σε ανυπόγραφο κείμενό του, ισχυρίστηκε ότι «παραποιεί την Ιστορία». «Η ταινία «Ψυχή βαθιά» με την έντονη συναισθηματική φόρτιση που τη διαπερνά, επιχειρεί να καταδικάσει τη βία γενικά, να εμφανίσει ως συνυπεύθυνους τον αγωνιζόμενο λαό, που δεν δέχτηκε να υποταχθεί στη νέα σκλαβιά, και τους εκμεταλλευτές του, που δεν ήθελαν ο λαός να χαράξει τη δική του πορεία και τον ματοκύλισαν μαζί με τους ιμπεριαλιστές. Μόνο που αυτά τα πράγματα δεν συμφιλιώνονται και δεν θα συμφιλιωθούν ποτέ όσο υπάρχει ταξική εκμετάλλευση».

Είχε προηγηθεί στην ίδια εφημερίδα εκτενέστατο άρθρο (8/10) της Τζίας Γιοβάνη (πτυχιούχου του τμήματος Ιστορίας-Θεωρίας και Αισθητικής Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης) με τίτλο «»Ψυχή βαθιά» και η …αλήθεια πέρα». Επιχειρηματολογώντας για το «πολιτικό-ιδεολογικό κενό αέρος» του Βούλγαρη γράφει: «Πανέξυπνα συνθέτει προσωπογραφίες μεμονωμένων «λησμονημένων θυμάτων» του ΔΣΕ και όχι συλλογικά πορτρέτα είτε μιας ομάδας ή του συνόλου των ομάδων των ανταρτών. Στο στόμα των όχι τόσο νεαρών ηλικιακά στελεχών του ΔΣΕ βάζει ξεκάρφωτες αποφθεγματικές φράσεις «Πού είναι οι Σοβιετικοί σύντροφοι; Το Κρεμλίνο θα έχει πολλούς διαδρόμους…», λόγια που παραπέμπουν ξεκάθαρα στις αντιδραστικές θεωρίες για το «μοίρασμα του κόσμου» (…) Λαμβάνοντας δε, υπόψη και τους φορείς που χρηματοδότησαν την παραγωγή της ταινίας απ’ τη μία, μεταξύ αυτών αρκετά υπουργεία, καθώς και τη συνταγή και τις δόσεις υλικών για άσφαιρα καλλιτεχνικά προϊόντα, θα τολμούσε κανείς να υποθέσει ότι δεν απέχει πολύ η ώρα που το συγκεκριμένο φιλμ θα συνιστά …υλικό εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τη σύγχρονη ιστορία της χώρας»…

«Εξήντα χρόνια μετά, προσπάθησα να είμαι δίκαιος», τόνιζε σε συνέντευξή του στην «Κ.Ε.» ο καλός σκηνοθέτης. Η Αριστερά, όμως, περίμενε άλλα απ' αυτόν«Εξήντα χρόνια μετά, προσπάθησα να είμαι δίκαιος», τόνιζε σε συνέντευξή του στην «Κ.Ε.» ο καλός σκηνοθέτης. Η Αριστερά, όμως, περίμενε άλλα απ’ αυτόν* «Αυγή»: Πού είναι οι κακοί;

Κι αν ο «Ριζοσπάστης» θεωρεί τη συμφιλίωση «άκρως επικίνδυνη θέση της νέας τάξης πραγμάτων», η «Αυγή» πώς υποδέχεται την ταινία;

«Εμφύλιος στο ολισθηρό έδαφος της μυθοπλασίας» είναι ο τίτλος της κριτικής του Κ. Τερζή. «Ο σκηνοθέτης θέτει εξ αρχής τα δύο στρατόπεδα σε κατάσταση «ισοτιμίας». Οχι απόλυτης. Αλλωστε, ενδεικτικά ο τίτλος είναι παρμένος από το σύνθημα των ανταρτών… Ομως σαφώς, η οπτική του δεν είναι με κάποια από τις δύο πλευρές αλλά ταυτίζεται με εκείνη της μάνας Ζαχαρούλας ή του τραγικού παππού που έχασε τον εγγονό του (Θανάσης Βέγγος), δύο χαρακτήρες που καλούνται να συνενώσουν τα διεστώτα (…) Ο Βούλγαρης γύρισε μια ταινία για έναν εμφύλιο, τον πιο άθλιο, τον πιο ανελέητο απ’όλους τους πολέμους χωρίς «κακούς»! Εκτός αν «κακοί» είναι μόνο οι ξένοι, και η αθωότητα των βασικών ηρώων σφραγίζει τελικά ολόκληρο το έθνος των Ελλήνων, που ακόμη και 60 χρόνια μετά πορεύεται χωρίς συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης…».

Ο μη κομματικός Τύπος

«Ιστορική άγνοια βαθιά» καταλογίζουν και τα «Νέα» (Δ. Δανίκας). «Η αληθινή ιστορία είναι επεξεργασμένη με υποκειμενική, επιπόλαιη ερμηνεία και αισθητική μυωπία. (…) Οπου ο φακός περιορίζεται στο δράμα το προσωπικό, απογειώνεται το υλικό. Οπου το μαζικό και το ιστορικό, γκρεμίζεται η ταινία ολοσχερώς».

Στο «Βήμα» ο Γιάννης Ζουμπουλάκης δέχεται ότι ο Π. Βούλγαρης «δυσκολεύεται να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο». «Περιμένεις να εντοπίσεις την άποψή του για τον Εμφύλιο. Και εκείνος πεισματικά δεν σου το επιτρέπει. Σε γενικές γραμμές φταίνε οι «ξένοι» (…) Και οι Ελληνες; Τίποτε; (…) Δεν περίμενα να δω μια ταινία όπου ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος θυμίζει επικίνδυνη κατασκήνωση». *

Ο άνθρωπος στο επίκεντρο: δύο κριτικές που διαφοροποιούνται

Μόνο δύο κριτικές αποδέχονται τον «ανθρωποκεντρικό» Βούλγαρη και την πρόθεσή του να αφήσει πίσω όποιες απόψεις διαμορφώθηκαν ή επιβλήθηκαν ένθεν κακείθεν.

«Ο Π. Βούλγαρης», γράφει η «Καθημερινή» (Μαρία Κατσουνάκη), «αγγίζει τα τραύματα με προσοχή για να μη ματώσουν. Δεν αναψηλαφεί πληγές, τις θεωρεί δεδομένες. Οπου η αμηχανία τον κυκλώνει, καταφεύγει στην ποίηση της εικόνας, σε κινηματογραφικά στερεότυπα. Τα αντίπαλα χέρια που αγγίζουν το ένα το άλλο και το αναπάντητο ερώτημα «άραγε εμείς νικήσαμε» χορογραφεί το βάσανο, το νανουρίζει, αντί να το απογυμνώνει. Αυτό αναζητάμε 60 χρόνια μετά; Μπορεί και ναι».

«Ούτε αριστερά, ούτε δεξιά, ούτε καν στο κέντρο», γράφει η «Απογευματινή» (Νέστορας Πουλάκος). «Δεν αποστασιοποιείται με την κάμερά του ο Παντελής Βούλγαρης από την Ιστορία, αλλά τη γεμίζει με ανθρώπινο πόνο. Ο άνθρωπος είναι στο επίκεντρο, όχι οι παρατάξεις. Τόσο ο Εθνικός όσο και ο Δημοκρατικός Στρατός είναι φορείς ταλαιπωριών, κακουχιών, θανάτων. Πολλών θανάτων. (…) Οι παρατάξεις πυροβολούνται και ο άνθρωπος αποτελεί το θύμα τους»…


Πού παίζεται…

Με το σύμβολο σηματοδοτούνται οι κινηματογράφοι που αυτή την εβδομάδα (22-28/10 ’09) συμμετέχουν στο αθηνόραμα club

ΚΕΝΤΡΟ – ΚΟΛΩΝΑΚΙ – ΕΞΑΡΧΕΙΑ

ΑΠΟΛΛΩΝ CINEMAX CLASS Νέο παράθυρο
Σταδίου 19 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3236811.
Πεμ. – Τετ.: 17.00/ 19.45/ 22.40. Κυρ. & 14.10
αθηνόραμα Χάρτης

ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ΝΕΑΠΟΛΗ

ΑΘΗΝΑΙΟΝ 1 Νέο παράθυρο
Β. Σοφίας 124 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι), 2107782122.
Πεμ. – Τετ.: 17.40/ 20.20/ 23.00
αθηνόραμα Χάρτης

ΜΑΡΟΥΣΙ – ΚHΦΙΣΙΑ

ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX 3 Class Νέο παράθυρο
Δροσίνη 16 (απέναντι στο Βάρσο), Κηφισιά, 210-6231601, 2106231933.
Πεμ. – Τετ.: 17.10/ 20.00/ 22.45
αθηνόραμα Χάρτης

ΗΡΑΚΛΕΙΟ – Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ

ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ 1 Νέο παράθυρο
Λ. Ηρακλείου 386, Ν. Ηράκλειο, 2102826873, 2102825607.
Πεμ. – Τετ.: 17.30/ 20.15/ 22.50
αθηνόραμα Χάρτης

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ – ΑΙΓΑΛΕΩ – ΧΑΪΔΑΡΙ

CINE CITY 1 Νέο παράθυρο
Κωνσταντινουπόλεως 82, Πλατεία Μπουρνάζι, 210-5756243.
Πεμ. – Τετ.: 19.40/ 22.40
αθηνόραμα Χάρτης

CINE CITY 2 Νέο παράθυρο
Κωνσταντινουπόλεως 82, Πλατεία Μπουρνάζι, 210-5756243.
Πεμ. – Τρ.: 18.10/ 21.10
αθηνόραμα Χάρτης

CINE CITY 3 Νέο παράθυρο
Κωνσταντινουπόλεως 82, Πλατεία Μπουρνάζι, 210-5756243.
Τετ.: 18.10/ 21.10
αθηνόραμα Χάρτης

ΠΕΙΡΑΙΑΣ & ΠΕΡΙΧΩΡΑ

ΔΗΜ. ΚΙΝ. ΣΙΝΕΑΚ Νέο παράθυρο
Πλ. Δημαρχείου, Πειραιάς, 210-4225653.
Πεμ. – Τετ.: 16.40/ 19.35/ 22.20 αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE CINEMAS ΠΑΓΚΡΑΤΙ

VILLAGE CINEMAS ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 4 Νέο παράθυρο
Υμηττού 110 & Χρεμωνίδου (Εμπ. Κέντρο Athens Millenium), Παγκράτι, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 15.30/ 18.20/ 21.10/ 00.00
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ VILLAGE CINEMAS GOLD CLASS 1 Νέο παράθυρο
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 19.45/ 22.30
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ ΑΙΘΟΥΣΑ 9 G ΓΕΡΜΑΝΟΣ Νέο παράθυρο
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 14.15/ 17.00/ 19.45/ 22.30/ 01.15. Σάβ., Κυρ., Τετ. & 11.30
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ ΑΙΘΟΥΣΑ 20 Νέο παράθυρο
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 15.45/ 18.30/ 21.15/ 00.00. Σάβ., Κυρ., Τετ. & 13.00
αθηνόραμα Χάρτης

ΦΙΞ – Ν. ΣΜΥΡΝΗ – Π. ΦΑΛΗΡΟ

ΑΤΤΑΛΟΣ Νέο παράθυρο
Κοτιαίου και Ελ. Βενιζέλου, Ν. Σμύρνη, 210-9331280, 2109319779.
Πεμ. – Τετ.: 17.15/ 20.00/ 22.45
αθηνόραμα Χάρτης

ΓΛΥΦΑΔΑ – ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ

ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS 3 Νέο παράθυρο
Ζησιμοπούλου 7 & Ιωάννου Μεταξά, Γλυφάδα, 2108108230.
Πεμ. – Τετ.: 17.40/ 20.20/ 23.00
αθηνόραμα Χάρτης

ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS 4 Νέο παράθυρο
Ζησιμοπούλου 7 & Ιωάννου Μεταξά, Γλυφάδα, 2108108230.
Πεμ. – Τρ.: 21.40
αθηνόραμα Χάρτης

ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΧΟΛΑΡΓΟΣ

ΑΒΑΝΑ Νέο παράθυρο
Κηφισίας 234 & Λυκούργου 3, 210-6756546.
Πεμ. – Τετ.: 17.40/ 20.20/ 23.00
αθηνόραμα Χάρτης

STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ

STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 3 Νέο παράθυρο
Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. – Τετ.: Πέμ. & Δευτ. 18.40/ 21.30. Σάβ. 12.40/ 15.45/ 18.40/ 21.30/ 00.20. Κυρ. 12.40/ 15.45/ 18.40/ 21.30. Παρ. & Τρ. 18.40/ 21.30/ 00.20. Τετ. 17.10/ 20.10/ 23.00
αθηνόραμα Χάρτης

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 3 Νέο παράθυρο
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Τετ.: 17.00/ 20.00/ 23.00
αθηνόραμα Χάρτης

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 4 Νέο παράθυρο
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. – Τρ.: Πέμ. & Δευτ. 18.40/ 21.30. Παρ. & Τρ. 18.40/ 21.30/ 00.20. Σάβ. 12.50/ 15.50/ 18.40/ 21.30/ 00.20. Κυρ. 12.50/ 15.50/ 18.40/ 21.30
αθηνόραμα Χάρτης

ΤΑΥΡΟΣ – ΚΑΛΛΙΘΕΑ – ΜΟΣΧΑΤΟ

ΕΤΟΥΑΛ Νέο παράθυρο
Ελ. Βενιζέλου 152, Πλ. Δαβάκη, Καλλιθέα, 210-9592611, 2109536742.
Πεμ. – Τετ.: 17.00/ 19.45/ 22.30
αθηνόραμα Χάρτης

ODEON KOSMOPOLIS – ΜΑΡΟΥΣΙ

ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 10 Νέο παράθυρο
Λεωφ.Κηφισίας 73, Αγ.Θωμάς, Μαρούσι (Κόμβος Αττικής Οδού), 8011160000,.
Πεμ. – Τετ.: 17.10/ 20.20/ 23.30. Σάβ., Κυρ. & Τετ. & 14.20
αθηνόραμα Χάρτης

NANA CINEMAX – ΔΑΦΝΗ

ΝΑΝΑ CINEMAX ΑΙΘΟΥΣΑ 3 Νέο παράθυρο
Λ.Βουλιαγμένης 179 (ΜΕΤΡΟ Αγ.Ιωάννης), 2109703158, 2109706865.
Πεμ. – Τετ.: 17.45/ 20.45/ 23.45
αθηνόραμα Χάρτης

ΝΑΝΑ CINEMAX ΑΙΘΟΥΣΑ 6 Νέο παράθυρο
Λ.Βουλιαγμένης 179 (ΜΕΤΡΟ Αγ.Ιωάννης), 2109703158, 2109706865.
Πεμ. – Τετ.: 16.15/ 19.15/ 22.15. Σάβ., Κυρ. & Τετ. & 13.15
αθηνόραμα Χάρτης

ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1

ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1 ΑΙΘΟΥΣΑ 2 Νέο παράθυρο
Πατησίων 140, 2108259975, 2108215327.
Πεμ. – Τετ.: 15.30/ 18.30/ 21.30
αθηνόραμα Χάρτης

ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1 ΑΙΘΟΥΣΑ 4 Νέο παράθυρο
Πατησίων 140, 2108259975, 2108215327.
Πεμ. – Τετ.: 17.00/ 20.00/ 23.00. Σάβ., Κυρ. & Τετ. & 14.00
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 7 MAX SCREEN Νέο παράθυρο
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 14.45/ 18.00/ 21.15/ 00.30. Σάβ., Κυρ., Τετ. & 12.00
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 12 Νέο παράθυρο
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 16.30/ 19.30/ 22.30/ 01.15
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 14 VILLAGE CINEMAS GOLD CLASS Νέο παράθυρο
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 19.30/ 22.30. Σάβ., Κυρ., Τετ. & 16.30
αθηνόραμα Χάρτης

ODEON STARCITY – Λ. ΣΥΓΓΡΟΥ

ODEON STARCITY VODAFONE ΑΙΘΟΥΣΑ 7 Νέο παράθυρο
Λεωφ.Συγγρου 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος, 8011160000.
Πεμ. – Τετ.: 17.10/ 20.20/ 23.30. Κυρ. & Τετ. & 14.20
αθηνόραμα Χάρτης

VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO

VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO ΑΙΘΟΥΣΑ 7 Vmax Νέο παράθυρο
Παλαιά Λεωφ.Ποσειδώνος 1 & Μωραϊτίνη 3, Δέλτα Π.Φαλήρου, 2108108080.
Πεμ. – Τετ.: 15.30/ 18.30/ 21.30/ 00.30
αθηνόραμα Χάρτης

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ 25/10/2009

Η «Ψυχή» του Εμφυλίου

Εντυπώσεις για την αισθητική και πολιτική αξία της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο

του ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ | Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

image

Από την περασμένη Πέμπτη η «Ψυχή βαθιά», η ταινία μέσω της οποίας ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης τίμησε τα 60 χρόνια από το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, προβάλλεται στις αίθουσες. Το φιλμ τοποθετείται στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, στην εκπνοή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1949), και εξετάζει την περίπτωση δύο εφήβων αδελφών, του 17χρονου Ανέστη (Χρήστος Καρτέρης) και του 14χρονου Βλάση (Γιώργος Αγγέλκος), οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Καθ΄ ότι και οι δύο γνωρίζουν καλά την περιοχή όπου μεγάλωσαν (τα υψώματα, τα δάση, τα ποτάμια, τα περάσματα), χρησιμοποιούνται ως οδηγοί. Ο μεν Ανέστης βρίσκεται στο πλευρό του ανθυπολοχαγού του Εθνικού Στρατού (Γιώργος Συμεωνίδης), ο δε Βλάσης στο πλευρό του καπετάν Ντούλα (Βαγγέλης Μουρίκης) του Δημοκρατικού Στρατού.
Περί τους 70.000 στρατιώτες και αντάρτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946-1949).«Στον Εμφύλιο η διάσταση του πολέμου είναι πιο δραματική γιατί καμία εξήγηση δεν πείθει απόλυτα,δεν παρηγορεί» αναφέρει ο Π. Βούλγαρης στο press kit της ταινίας του.«Η εμφύλια αναμέτρηση είναι η πιο τραγική εκδοχή πολέμου γιατί καμία πλευρά δεν μπορεί να είναι υπερήφανη, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα ήταν καλά καμωμένα…Δεν είμαι πολιτικόςούτε ιστορικός,είμαι καλλιτέχνης και στην ταινία καταθέτω αυτό που μου αναλογεί,αυτό που μέσα μου επιμένει να με συγκλονίζει.Η μοίρα των απλών ανθρώπων, των από κάτω, των λησμονημένων θανάτων».
Παρά τις ενάρετες προθέσεις της ταινίας, η απουσία πολιτικού πλαισίου έχει προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις. Σε πρόσφατο δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη», π.χ., η Ελένη Μηλιαρονικολάκη αναφέρει ότι η «Ψυχή βαθιά» «παρακάμπτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί.Περιγράφεται ένας πόλεμος και μάλιστα με εξαντλητικές για τη βία του λεπτομέρειες:ποιες οι αιτίες, ποιος ο χαρακτήρας και ο σκοπός του,ποια κοινωνικά συμφέροντα εκπροσωπούν οι αντιμαχόμενες πλευρές;».
«Το Βήμα» συγκέντρωσε απόψεις ανθρώπων του πολιτικού και του καλλιτεχνικού χώρου που είδαν την «Ψυχή βαθιά» στην πανελλήνια πρεμιέρα της και ανέθεσε σε δύο συντάκτες του να καταθέσουν τη δική τους γνώμη.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου ο ελληνικός εμφύλιος είχε αποσιωπηθεί,αν και κατά καιρούς υπήρξαν ταινίες που ασχολήθηκαν μαζί του: «Δώστε τα χέρια» του Ερρίκου Ανδρέου,«Δραπέτες του Μπούλκες» του Ανδρέα Παπασταματάκη,«Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα κ.ά.Ακόμη και όταν ο Εμφύλιος ήταν νωπός,κάποιες ταινίες έκαναν νύξεις όπως το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1949) του Αλέκου Σακελλάριου που καυτηριάζει τη φαγωμάρα που διαδέχθηκε την εθνική ομοψυχία των χρόνων της Κατοχής (μεταδίδεται το επόμενο Σάββατο από τη ΝΕΤ).
Οπως αναφέρει ο ιστορικός Πολυμέρης Βόγλης στο βιβλίο Αναπαραστάσεις πολέμου (εκδόσεις Παπαζήση),μετά τη Μεταπολίτευση η πολιτική αλλαγή ώθησε σκηνοθέτες σε μια «αναδιαπραγμάτευση της δεκαετίας του 1940 και της μνήμης της». Ταινίες όπως «Η κάθοδος των εννιά» του Χρίστου Σιοπαχά και «Τα χρόνια της θύελλας» του Νίκου Τζήμα τοποθετούνται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου,ενώ άλλες όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου,«Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου,«Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο» του Τζήμα,η «Βασιλική» του Βαγγέλη Σερντάρη και το «Ούλοι εμείς εφέτη» του Λεωνίδα Βαρδαρού ασχολήθηκαν με τις συνέπειές του.Με περιέργεια περιμένουμε και το πρόσφατο ντοκυμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου «Η ζωή στους βράχους» που ασχολείται με το πολύκροτο ζήτημα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Για όλα φταίνε οι άκαρδοι ξένοι

του ΡΙΧΑΡΔΟΥ ΣΩΜΕΡΙΤΗ | Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Η εφημερίδα αυτή μού ζήτησε να δω το «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη και να το σχολιάσω. Ακριβώς γιατί δεν είμαι κινηματογραφικός κριτικός. Δέχτηκα ευχαρίστως.
Δυστυχώς. Πρώτα γιατί έχασα πάνω από δύο ώρες για ένα κυρίως εμπορικό έργο που, για να είμαι καλός, δεν αξίζει τη φασαρία που οργανώνεται γι΄ αυτό με τη φιλική συμμετοχή τόσων και τόσων σαλονοαριστεροδεξιών μεγαλοκάτι. Και γράφω «εμπορικό» γιατί περιλαμβάνει από μία δόση για το καθετί: δηλαδή όλα όσα θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους σημερινούς πολλούς. Με πολλά που «θυμίζουν» τόσα έργα από την ιστορία του κινηματογράφου. Με έναν Εμφύλιο ανάμεσα στο κόμικ και στην Άγρια Δύση. Με τη συστηματική υπενθύμιση ότι ο Αμερικάνος είναι εκ γενετής φονιάς και άθλιος ιμπεριαλιστής. Με το «Μάνα που έχεις δυο γιους, τον έναν στην Ανατολή και τον άλλον στη Δύση», αλλά και με τα δακρύβρεχτα μισο-χάπι εντ των «λαβ στόρι».
Δυστυχώς όμως και για έναν άλλον λόγο. Για μια Ιστορία που, κινηματογραφική αδεία, κακοπαθαίνει: δεν αντέχω πια το θεώρημα ότι για όλα φταίνε οι άκαρδοι ξένοι που μας «έβαλαν» να αλληλοσφαζόμαστε ανάμεσα σε ενθουσιώδεις λαϊκούς αγωνιστές και θλιβερούς αλλά καλόκαρδους λαϊκούς υποταγμένους. Και με μια Ελλάδα πάντα ανάδελφη, ηρωική, πένθιμη και προδομένη: από τους «άλλους». Εδώ όχι μόνο από τους Αμερικανούς αλλά και από τους Σοβιετικούς: Ο μέγας αρχιστράτηγος Ζαχαριάδης δεν υπάρχει στο έργο… Ποιον δεν βόλευε;
Να το γράψω για μία φορά: δεν έχει άδικο σε πολλά, από την πλευρά της φυσικά, σε όσα σημειώνει σχετικά με το «Ψυχή βαθιά» η Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του κουκουέ παρακαλώ, στον «Ριζοσπάστη» της 20ής του Οχτώβρη· κι ας είναι ανατριχιαστικό το μέλλον που οραματίζεται για τη δικαίωση του Εμφυλίου.
Ενας αυθεντικός ελασίτης (της Αντίστασης), ο συνταγματάρχης Παπαζήσης, συνήθιζε να κραυγάζει «Ψυχή βαθιά και τρίχες κατσαρές». Ηταν (Δεκέμβρης του ΄44) ηττημένος και αιχμάλωτος των Αγγλων στο Χασάνι. Το θυμήθηκα με το φιλμ του Παντελή Βούλγαρη.
Τέλος, μια λέξη για το Ναπάλμ: είναι κατασκεύασμα του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ (1942) και πρωτοχρησιμοποιήθηκε όχι στον Γράμμο (το 1949) αλλά στη συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία (1944). Δεν διαθέτουν Google οι σεναριογράφοι;

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Παίζουμε πόλεμο;

της ΕΛΕΝΗΣ ΒΟΥΛΤΣΙΔΟΥ | Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Ζήτημα πρώτον: Ο πόλεμος είναι κακό πράγμα. Ζήτημα δεύτερον: Ο εμφύλιος πόλεμος χείριστον. Ηθικόν δίδαγμα: Αγαπάτε αλλήλους! Ήταν, ομολογουμένως, η διαπίστωση που δεν ήθελα να κάνω βλέποντας την τελευταία ταινία του Παντελή Βούλγαρη. Ο σκηνοθέτης που μας έχει προσφέρει δυνατές συγκινήσεις διαχειριζόμενος με μαεστρία προσωπικές ιστορίες («Πέτρινα χρόνια») κατάφερε στην «Ψυχή βαθιά» να ενταφιάσει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την «ψυχή» και την ιστορία της σκληρότερης πολεμικής αναμέτρησης που γνώρισε η Ελλάδα.
Ο Εμφύλιος ήταν, για αρκετά χρόνια, η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής ιστορίας την οποία οι ειδικοί άρχισαν σιγά σιγά να φωτίζουν, κυρίως από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Οσο οι πληγές ήταν ανοιχτές και ο εθνικός διχασμός μια υπόθεση που δεν έκλεισε με το τέλος των εχθροπραξιών, ο διάλογος και η αποτίμηση αποδείχθηκαν εξίσου επίπονη διαδικασία.
Ο Παντελής Βούλγαρης, εξήντα χρόνια μετά, επιχείρησε την υπέρβαση μέσω της τέχνης. Εβαλε τον πήχη ψηλά, δυστυχώς όμως πέρασε από κάτω. Είχε την ιστορία, είχε την τεχνογνωσία και την τεχνολογία, του έλειπε το σενάριο. Το εύρημα των δύο αδελφών που πολεμούν από αντίπαλα στρατόπεδα χάνεται μέσα στον καπνό των, χολιγουντιανής αποτύπωσης, μαχών. Η σκηνοθετική διαχείριση της προσωπικής τους τραγωδίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιαν εξαιρετική ακτινογραφία της εποχής απαλλαγμένη από αγκυλώσεις. Αντ΄ αυτού επέλεξε να τους περιφέρει από σκηνή σε σκηνή. Με τη φωνή της μητέρας τους (Ελλάδα) να τους συμβουλεύει να μείνουν αγαπημένοι στα δύσκολα χρόνια που περνούν ενώ αναρωτιέται γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά. Ένας πόλεμος, δηλαδή, χωρίς αιτία. Οπου όλοι οι «καλοί» Ελληνες (ένθεν κακείθεν) χωράνε, αφού οι κακοί είναι οι ξένοι (Αμερικανοί ή Ρώσοι).
Στην ταινία η ευγενής πρόθεση της εθνικής συμφιλίωσης ακύρωσε τις αιτίες που γέννησαν τον ελληνικό εμφύλιο. Λες και δεν υπήρχαν κυβερνήσεις, δεν υπήρχαν κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, δεν υπήρχαν συμφέροντα. Λες και όπως ξυπνήσαμε ένα πρωί, μετρηθήκαμε με τους φίλους μας και είπαμε: «Παίζουμε πόλεμο;».

Οκτωβρίου 27, 2009

“Ψυχή βαθιά”, ψυχές ρηχές – ή πώς να κάνετε την ιστορική μνήμη μαρμελάδα..

Εγώ παιδιά σκηνοθέτης δεν είμαι. Ούτε σεναριογράφος, Κέντρο Κινηματογράφου, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης,παραγωγός, καμεραμάν ή μπουμαν. Δεν γράφω κριτικές κινηματογράφου σε περιοδικά, δεν έχω το αρχείο του “Cahiers du cinema”. Ένα στοιχειώδες αισθητήριο έχω, αισθητικό εννοώ, σχετικά με το ποιά ταινία είναι καλογυρισμένη ή όχι. Υπάρχουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες περισσότερο αξιόπιστοι να πουν ποια ταινία είναι καλή ή όχι.

Εκτός από το αισθητικό κριτήριο βέβαια υπάρχει και το πολιτικό. Πάντα και σε κάθε έργο τέχνης επιστρατεύεται και , σωστά, οφείλει να επιστρατεύεται. Κι ο Μαρξ μας τά’πε κι ο Λένιν κι ο Γκράμσι, δεκάδες , εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες ακόμα έγραψαν τεκμηριωμένα γι’αυτό. Οποιοδήποτε πνευματικό προϊόν γεννιέται σε ανταγωνιστικές κοινωνίες έχει τη θέση του στη διαλεχτική ανάπτυξης αυτών των κοινωνιών. Με δυο λόγια από τα σουξέ του Ρουβά ως τις ταινίες του Αγγελόπουλου, τα πάντα έχουν τη θέση τους στην ταξική πάλη. Απ’την από δω μπάντα ή την από’κει.

Αν θέλετε τη δική μου, ερασιτεχνική και “χομπίστικη” γνώμη για μια ταινία για τον εμφύλιο, αυτή θα έπρεπε να γυριστεί αλλιώς από την “Ψυχή βαθιά”. Θά’πρεπε να ξεκινά από τη Σμύρνη να καίγεται. Να βλέπει τους πρόσφυγες να στοιβάζονται στις καραντίνες στον Πειραιά και την Καλαμαριά. Να χτίζουν τις παράγκες τους μόνοι τους, αποξηραίνοντας έλη, η μια τρώγλη δίπλα στην άλλη με τους κομματάρχες των βενιζελικών και των βασιλικών να υπόσχονται και να ξαναϋπόσχονται την “οριστικήν διευθέτησιν του προσφυγικού προβλήματος”. Θά’πρεπε να βλέπει τους σλαβόφωνους στα χωριά της Μακεδονίας να τρώνε βούρδουλα “στη ζούλα” από τους ενωμοτάρχες και τους αγροφύλακες. Θά’ πρεπε να δείχνει τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα, πετυχημένα και όχι, βενιζελικών κι αντιβενιζελικών τις δεκαετίες ‘20 και ‘30, τους “λαμπρούς” εθνάρχες πολιτικούς να ρητορεύουν δίπλα στη φτώχεια των πόλεων, με τους ξυπόλητους, τους πρεζάκηδες, τους ρεμπέτες. Να βλέπει τους αγώνες ελλήνων και τούρκων καπνεργατών στην Καβάλα και τη Δράμα,να μιλάει για το Ιδιώνυμο, να περνάει από τη Σίκινο τη Φολέγανδρο την Ανάφη. Να βλέπει τον εμπρησμό του Κάμπελλ από παρακρατικούς της δεξιάς, και να θυμάται τον Ίντο Σενόρ και το Σαλβατόρ Ματαράσσο που έπεσαν, μάρτυρες του εβραϊκού προλεταριάτου το Μάη του ‘36. Να περνάει τη διαμάχη δημοτικιστών – “καθαρών”, και να μιλάει για τη λογοτεχνική γενιά του ‘30. Να φωτίζει την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, και να εξηγεί την εσωτερική όπως εξελισσόταν στα πλαίσια της Αγγλικής κηδεμονίας και των εξωτερικών επενδύσεων στη χώρα μας – ιστορία που ξεκινάει ήδη από τον αγώνα του ‘21. Να μας πει από που προέκυψε ο Μεταξάς δικτάτορας, τί διείσδυση είχε επιχειρήσει η Ιταλία στα χρόνια ‘36 -’40 και γιατί ο φασίστας κατά τα άλλα Μεταξάς ολόψυχα μπήκε στο πλευρό των Άγγλων το ‘40. Η κυβέρνηση του Καϊρου, το ΕΑΜ, οι ταγματασφαλίτες κι η κοινωνική τους βάση, ο Μιχάλαγας κι ο Τσαούς Αντόν όλοι και όλα. Γιατί.

ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΓΙΝΕ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟ 1946 -’49;

Α..καλά. Ξέρω τί θα μου πείτε. Μια τέτοια ιστορία χρειάζεται τριλογία τουλάχιστον. Πάμπολλες ώρες, γερό σενάριο κι ιδιοφυή σκηνοθέτη. Έτσι είναι. Αλλά πριν απ’όλα θέλει τόλμη. Για να πεις την αλήθεια. Κανένας εμφύλιος δε γίνεται από καπρίτσιο:ούτε ο Ζαχαριάδης την είδε επαναστάτης ενώ “οι μεγάλοι τα είχαν βρει” (ε, κι αφού τα βρήκαν το Ζέβγο γιατί τον σκότωσαν? το όργιο μετά τη Βάρκιζα τί χρησίμευε? οι δεξιοί “μας” ενώ ξέρουν να μιλάν για συμβιβασμούς επιμένουν μ’αυτό τον τρόπο να δικαιώνουν χωρίς κουβέντα το δικό τους μονοπώλιο βίας..), ούτε οι Αμερικάνοι “επέβαλαν” τη θέλησή τους στους δισταχτικούς Έλληνες αξιωματικούς και πολιτικούς. Πώς “επιβάλεις” χωρίς συναίνεση? Ήταν η Ελλάδα του Σοφούλη -του κεντρώου Σοφούλη -υπό Αμερικανική κατοχή; Πώς έφτασε η ελληνική άρχουσα τάξη να επιλέξει τη συντριβή δια όπλων του ΕΑΜικού κινήματος, και κυρίως, γιατί; Δημοκρατία σημαίνει να γίνεται ό,τι θέλει η πλειοψηφία. Ποια ανάγκη του ελληνικού κεφαλαίου, καθορισμένη από ποια σύνθεση και πιο χαρακτήρα του τελευταίου, εξυπηρέτησε το σαθρό ελληνικό κράτος του μεσοπολέμου που “αναβίωσε” -για πιο σκοπό -από τις αμερικάνικες ναπάλμ του ‘49 για να ανασυγκροτηθεί με τα Μακρονήσια, τις αντιπαροχές, και το χωροφύλακα από το ‘50 και δώθε?

Η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου είναι η ιστορία της μαζικής εισόδου των προλεταρίων της χώρας στην πολιτική. Με σκοπό να γκρεμίσουν την αστική κυριαρχία (εντάξει, με θολούρα αν θέλετε και με κραυγαλέα λάθη ταχτικής). Αλλά, αυτό ήταν. Δεν ήταν η “έφοδος’ των καλών απέναντι στους κακούς. Δεν ήταν ένα δονκιχωτικό ρομάντσο. Δεν ήταν καουμπόίκο.Δεν ήταν απλό πράγμα.

Ένας νέος ισπανός συγγραφέας ο Isaac Rosa, σημειώνει εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο που ιστορείται στη χώρα του ο δικός τους εμφύλιος: “δημιουργείται μια μνήμη όχι χρησιμότητας, αλλά φετιχισμού. Μια μνήμη όχι γνώσης, αλλά κουτσομπολιού. Μια μνήμη όχι λόγων, έργων και ευθυνών, αλλά ανεκδότων. Σε τελική ανάλυση μια μνήμη μάλλον συναισθηματική, παρά ιδεολογική”.

Ο αποχρωματιστής Αγγελάκας , συνθέτης της μουσικής της ταινίας το βάζει πολύ όμορφα:”Δεν είχε αυτός ο πόλεμος ψυχή – αν υπήρχε ψυχή, υπήρχε απ’ τους αντάρτες που ήταν κι αυτοί παγιδευμένοι από τους σταλινιστές, αλλά και με το όνειρο να κάνουν την Ελλάδα πιο ελεύθερη· η ορμή τους ήταν ότι ήθελαν να ζήσουν σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ήταν όλο παράλογο. Και τα δύο στρατόπεδα παγιδευμένα.”

Παγιδευμένοι από τους “σταλινιστές” οι αντάρτες.. Είχαν βέβαια ένα όνειρο να κάνουν την Ελλάδα πιο δίκαιη -αλλά παγιδευμένοι και οι φαντάροι του “εθνικού στρατού”. Όλοι παγιδευμένοι και όλο το θέμα παράλογο, μια παρεξήγηση, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν οι παγίδες. Αυτοί οι ”απροσδιόριστοι” κακοί που όλο τα καταφέρνουν και μας βάζουν να σκοτωνόμαστε. Προφανώς οι ‘κακοί” υπήρχαν από τις δυο μπάντες βέβαια. Οπότε απομονώνοντας τους τελευταίους μπορούμε άφοβα να οδεύσουμε στην ταξική συμφιλίωση..

“Ονειρεύομαι ότι θα μπορούν να βγαίνουν από το σινεμά είτε ένας δεξιός είτε ένας αριστερός δακρυσμένοι – κι αυτό είναι κάτι που ξεπερνάει την ταινία.” Και την πραγματικότητα ξεπερνάει. Το δάκρυ είναι στοιχειώδης ανθρώπινη αντίδραση σε στοιχειώδες ερέθισμα. Η λογική είναι που έχει αξία. Και η λογική θρέφεται και από την ιστορική μνήμη. Άμα σπέρνεις μνήμη λαπά θερίζεις κλάμματα, εισιτήρια στις αίθουσες και δάφνες μεγάλου κινηματογραφιστή και μεγάλου μουσικού. Ταυτόχρονα έχεις ασελγήσει στα πτώματα των ανταρτών (που ενδιαφέρουν εμένα) και των στρατιωτών (που ενδιαφέρουν και εμένα). Οι ανόητοι “εξαπατήθηκαν” από τους “ξένους” και μπλέχτηκαν σε εμφύλιο το ‘49 ενώ ,αντίθετα ο “Δεκέμβρης” ήταν “ό,τι πιο ελπιδοφόρο απ’τη μεταπολίτευση”. Ναι βέβαια. “Είναι παράξενη αυτή η πόλη”. Σκοτώνει τ’αγόρια της τελεσίδικα κι οριστικά κύριε συνθέτα.

Βλέπω στις φιλμοκριτικές(όπως τις παραθέτουν στον Πόντο & αριστερά) πως αν μη τι άλλο φαίνεται οι “αρμόδιοι” να κρατάνε τις αποστάσεις τους. Ευτυχώς.

Τα σόγια των ανταρτών κύριοι δεν θέλουν τη ζωή τους σε χολυγουντιανές διαστάσεις. Οι “επικές” μάχες, τα δάκρυα, οι μουρμούρες και τα κουτσομπολιά , οι τραγικές “καθημερινές” φιγούρες είναι περιστατικά στα οποία πρωταγωνίστησαν. ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣΑΝ. Δεν θα τους τα πείτε εσείς ύστερα από δεκαετίες. Το γιατί αν μπορείτε να πείτε, αυτό θα έχει αξία σήμερα. Και αύριο. Και το γιατί γυρέψατε να απαντήσετε -αλλά δυστυχώς για σας το “γιατί” το ψιλοξέρουνε όλοι σ’αυτό τον τόπο.

Ο “αριστερός” κι ο “δεξιός’ κλάψανε όντως μαζί σ’αυτό τον τόπο: στα τρένα για τη Γερμανία και στου Βελγίου τις στοές. Εκεί που τους έστειλε η νικήτρια παράταξη. Αλλά ούτε κι αυτό το είδαμε κι ούτε πρόκειται να το δούμε σε ταινίες φτηνού συναισθηματισμού με παντιέρα τη σύγχρονη “εθνικοφροσύνη” του μεταμοντέρνου.

δημοσιεύτηκε στο regimientocinqo.wordpress.com

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Ψυχή βαθιά»: Κριτικές, απόψεις, αντιπαραθέσεις για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: