ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ (SHUTTER ISLAND) του Μάρτιν Σκορτσέζε, κριτική της Νίκης Πρασσά.

ΕΝΑ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΟ ΝΗΣΙ ΚΙ ΕΝΑ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΦΙΛΜ

Δεν επέλεξε τυχαία ο Σκορτσέζε ως πεδίο δράσης των ηρώων του ένα τοπίο παντελώς ξεκομμένο από την όποια πραγματικότητα γύρω του (και με το γύρω εννοώ την χωροχρονική διάσταση). Εισάγεται έτσι και ο θεατής σε μία κατάσταση απομόνωσης, φοράει ακούσια παρωπίδες, βυθίζεται στην ιστορία ταυτιζόμενος αποκλειστικά και μόνο με την οπτική του πρωταγωνιστή, Έντουαρντ (Ντι Κάπριο), χωρίς να μπορεί να πάρει άλλες πληροφορίες έξω από εκείνες που απαντώνται με εικόνες στο ταραχώδες μυαλό του ντετέκτιβ ήρωα.

Και κάπως έτσι ξεκινάει μία περιπέτεια μυστηρίου, αστυνομικής δράσης: ο Τέντυ Ντάνιελς – αστυνομικός σε απεξάρτηση από το Τζακ Ντάνιελς – με ναυτία πάνω σε ένα καράβι (εδώ έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της ψυχοσύνθεσης του ήρωα, την αρρωστημένη σχέση του με το νερό, το ειδικό βάρος της οποίας δεν γίνεται αντιληπτό παρά μονάχα αναδρομικά, στο τέλος – συναντά στο κατάστρωμα τον Τσακ, τον νέο συνεργάτη του στην διευρεύνηση της υπόθεσης εξαφάνισης μία ασθενούς, στο νησί – φρούριο ψυχασθενών, δραστών ειδεχθών εγκλημάτων.

Η υποβλητική μουσική την στιγμή που μπαίνουν στο νησί, βαραίνει περισσότερο από τις αλυσίδες στα πόδια των εγκλείστων που πρωτοσυναντάμε. Ευθύς αμέσως ο απηνής δεσμοφύλακας ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού – απόλυτη υποταγή στον ίδιο και στην εξουσία των πρωτεργατών γιατρών του νησιού . Οι δύο συνεργάτες απογυμνώνονται και το φρούριο τους καλωσορίζει, με τη φιγούρα του σοβαρού επιστήμονα dr Cawley. (O Mπεν Κίνγκσλει δίνει για άλλη μία φορά το υποκριτικό του κύρος σε έναν αμφιταλαντευόμενο ρόλο). Σιγά σιγά οι πρώτες λεπτομέρειες που αφορούν την υπόθεση δίνονται και η έρευνα ξεκινάει. Σε κάθε ωστόσο βήμα προς την αλήθεια, ο πρωταγωνιστής σκοντάφτει σε εικόνες και μνήμες του δικού του παρελθόντος. Εκεί ο θεατής υποθέτει πως βλέπει άλλη μία ιστορία ενός βασανισμένου, μοναχικού αντιήρωα σε μία περιπέτεια αυτοκάθαρσης και συμφιλίωσής του με το τραυματικό γεγονός που σημάδεψε την ζωή του. Και εκεί ασφαλώς σφάλλει. Γιατί αυτό που φαίνεται σαν κακό όνειρο, γρήγορα παίρνει την μορφή ζοφερής οφθαλμαπάτης.

Οι πονοκέφαλοι και τα ζωντανά ανατριχιαστικά οράματα, συμπτωματολογία μίας εν δυνάμει ασθένειας, ταυτίζουν την ιστορία του θηρευτή με την ιστορία του θηράματός του. Οι πληγές και των δύο προσώπων άλλωστε έχουν κοινό σημείο επαφής την απώλεια αγαπημένων, μόνο που στη μία περίπτωση ο ένας φέρει και το στίγμα της ενοχής, ως δρων της πράξης. Η ενοχή ωστόσο πάντα επιμερίζεται και στο ενεργό και στο απών άτομο μίας συνθήκης. Ο Τέντυ κυριαρχείται από τους ψίθυρους που του θυμίζουν αυτήν ακριβώς την ενοχή της απουσίας (γιατί δεν με έσωσες; – ρωτάει επίμονα το κοριτσάκι με τα θλιμμένα μάτια).

Όσο εξελίσσεται η υπόθεση μεταλάσσεται από αστυνομικό δράμα σε ψυχολογικό θρίλερ. Θεωρίες συνωμοσίας, με κακούς θεραπευτές, αθώα πειραματόζωα, ναζί ιατρούς, κυνήγι κομμουνιστών, πλύση εγκεφάλου και άλλα πολλά μετέωρα βήματα της ανθρωπότητας στο κυνήγι της απόλυτης κυριαρχίας. Κι εσύ τα πιστεύεις όλα αυτά, τα πιστεύεις γιατί γνωρίζεις πόσο κυνική είναι η πραγματικότητα, πόσο ανυποψίαστη είναι η δική σου ύπαρξη, πόσο κατευθυνόμενη είναι η όποια αλήθεια σου και πόση φωτιά υπάρχει πίσω από τον καπνό.

Το πρώτο μισό της ταινίας ξεδιπλώνει αργά αργά την κάθε πτυχή του, εδραιώνει τον κάθε χαρακτήρα και βάζει κομματάκια στη συνολική εικόνα του παζλ. Το δεύτερο έρχεται απλά, γρήγορα και με συνοπτικές διαδικασίες να ακυρώσει όλα τα παραπάνω. Σε φρενήρεις ρυθμούς, ακολουθώντας την παραληρηματική πλέον κατάσταση του πρωταγωνιστή, ανατρέπει σε κάθε καρέ εκείνο που υποστήριζε στο ακριβώς προηγούμενο. Η φύση ταλανίζει το νησί, όπως η φύση του ταλανίζει τον ήρωα. Φαντάσματα πιο αληθινά από ποτέ, τρέφουν τις πεποιθήσεις του Τέντυ. Και στοιχειώνουν τον θεατή.

Δεν θα αποκαλύψω άλλα για την πλοκή της ιστορίας. Το μυθιστόρημα του Lehane βρίσκεται στα επάξια χέρια της Laeta Kalogridis, αλλά εκείνο που απογειώνει τις λέξεις του είναι η ενσάρκωσή τους από το κινηματογραφοφιλικό δημιουργικό και ανήσυχο μυαλό του Μάρτι. Τα πάντα στην ταινία, από την σκοτεινά νατουραλιστική γήινων αποχρώσεων φωτογραφία μέχρι την γωνία λήψης των πρωταγωνιστών, θυμίζουν το μεγαθήριο του σινεμά, τον Χίτσκοκ. Το παιχνίδι της διπλοπροσωπίας, της απάτης αλλά και του ό,τι γνωρίζεις δεν είναι παρά παραπλανητικό δημιούργημα ενός συνηθισμένου στη μηχανορραφία νου, ό,τι σου επιβάλλεται δηλαδή να γνωρίζεις, είναι οικεία χαρακτηριστικά του auter, που πρωτοκαθιέρωσε την αγωνία ως κάτι που αρύεται από την γνώση και όχι την άγνοια του τί θα συμβεί και τον εγκλωβισμό του ήρωα σε συνθήκες ανοιχτού χώρου χωρίς δυνατότητα να κρυφτεί. Ο φάρος άλλωστε δεν θα μπορούσε να υπογραμμίζει ο,τιδήποτε άλλο από το Vertigo.

Παράλληλα, τα ξεσπάσματα του χαρακτήρα δεν θα μπορούσαν παρά να υποκύψουν στο γνωστό αισθητηριοκινητικό μοντέλο του Καζάν (ο Σκορσέζε ποτέ δεν έκρυψε τον σεβασμό του στο έργο του στιγματισμένου δημιουργού). Το λιμάνι της αγωνίας, με δεσπόζον το υγρό στοιχείο, όπως και δω, μου ήρθε αρκετές φορές στο νου, με την ομοιότητα στην εσωτερική δράση του ήρωα ως αντίδραση στους καταλυτικούς εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο Ντι Κάπριο εναρμονίζει τα ένστικτα αυτοάμυνάς του στην προκλητική στάση του Γερμανού ψυχιάτρου και την τρομακτική ιδιοσυγκρασία του ίδιου του νησιού.

Η διαρκής ωστόσο αναφορά στη βία και την ηρακλείτεια άποψη αναγκαιότητάς της στη ζωή συνδέεται με το προγενέστερο έργο του σκηνοθέτη που συνέλαβε τον Ταξιτζή αλλά και τα Καλά Παιδιά. Για να μην ξεχνάμε και τον μικροσκοπικό Ιταλό ασθματικό δημιουργό, που αποτίωντας φόρο τιμής σε εκείνους οι οποίοι διαμόρφωσαν την προσωπικότητα, εμψύχωσαν το όραμα και επηρρέασαν το έργο του, καταλήγει να συνθέτει ένα πολλαπλών αναγνώσεων φιλμ: πολιτικό με τις αναφορές του στην ψυχροπολεμική ανταγωνιστική ατμόσφαιρα των ημερών του Χούβερ, κοινωνικό με το άτομο να προσπαθήσει να παλέψει ενάντια σε ένα σύστημα προορισμένο να το καταπιεί, ψυχολογικό με τον στρατιώτη να προσπαθεί να ξεπλύνει και την δική του ενοχή για την σφαγή παραδομένων στρατιωτών σε έναν πόλεμο που αποκτηνώνει και εξισώνει δικαιοσύνη και αδικία, φιλοσοφικό με την λογική να πάλλεται μονίμως με την φαινομενολογία.

Ο Σκορσέζε έχει ακόμα ένα ταλέντο. Πέρα από το να δημιουργεί πλάνα υποκειμενικά, υποτάσσοντας τον θεατή στην μονοδιάστατη οπτική του (αντικειμενικότητα δεν πρέπει να υπάρχει, γιατί η εξωτερική παρατήρηση καταλήγει στη μη συναισθηματική εμπλοκή σου), ξέρει να τοποθετεί τον σωστό ηθοποιό με το ειδικό βάρος ερμηνείας του στην ερμηνεία του κάθε χαρακτήρα. Από τον εξαιρετικό Μax Von Sydow, την Patricia Clarkson, την Μichelle Williams μέχρι τον Τed Levine, ευστόχησε με όλες του τις επιλογές. Ξεχωριστή αναφορά όμως αξίζει στον Mark Ruffalo, έναν χαμηλών τόνων ερμηνευτή αλλά υψηλής απόδοσης και ουσιαστικής πάντα κατάθεσης ψυχής. Είναι υπνωτικός ο τρόπος που κάθε φορά ενεργοποιεί τα υποκριτικά του ένστικτα παρασέρνοντας τόσο εσένα όσο και εμφανώς σκηνοθέτη και συμπρωταγωνιστές στην δική του πραγματικότητα.

Ο Ντι Κάπριο για ακόμα μία φορά συνεργάζεται αγαστά με τον Πυγμαλίωνα του, ακόμα ωριμότερος, αν και το ότι δεν επρόκειτο για έναν αναλώσιμο χολιγουντιανό ζεν πρεμιέ το είχε αποδείξει από την εποχή του Γκιλμπερτ Γκρέιπ, με μερικές άστοχες ενδιάμεσες στάσεις και λανθασμένες στροφές, που καλύτερα θα ήταν να πάρουμε κι εμείς το χάπι προκειμένου να μην θυμόμαστε. Εδώ όμως επιστρέφει δυναμικά, σε έναν ρόλο που τον κάνει σάρκα και οστά του, χωρίς να δείχνει κάτι αλλά απλά βιώνοντας εσωτερικά και αφήνοντας κατά στιγμές μονάχα να φανεί το δράμα που βαραίνει την υπόστασή του.

Εκείνο που διαφοροποιεί το Νησί των Καταραμένων από το προγενέστερο έργο του Σκορσέζε, είναι πως εδώ εν τέλει, σε μία φοβερή τελική ανατροπή, η πτώση του ήρωα, καίτοι προδιαγράφεται, δεν συμβαίνει ποτέ. Για πρώτη φορά, σαν ήρωας αρχαίας τραγωδίας, ο πρωταγωνιστής επιλέγει την κάθαρση εν γνώσει του και εν αγνοία όλων των υπολοίπων. Μοιραία εξυψώνεται, όπως και η ταινία, από την σφαίρα του τυχαίου και συμπτωματικού στην διάσταση του αυτόνομου. διαβάστε και 1VELOS 1VELOS

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020 || Ξεκίνησαν οι εγγραφές

[έναρξη πολύ σύντομα της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι -Σεμινάρια Κινηματογράφου στο Σχολείο του Σινεμά από Σεπτέμβριο 2019 [1. Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (και για τάμπλετ & κινητά), 2. Δημιουργίας (& Ιστορίας) Ντοκιμαντέρ 3. Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, 4. Συγγραφής Σεναρίου, 5. Κινηματογραφικής Υποκριτικής «ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ» (& Σκηνοθεσίας), 6. Μοντάζ (adobe premiere και Avid)– Πληροφορίες στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564) και στο e-mail : schoolofcinemagr@gmail.com] .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.