STEVEN BERKOFF – SHAKESPEARE’S VILLAINS – ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, κριτική θεάτρου της Νίκης Πρασσά

image

Δεύτερο χτύπημα της,  πάντα ενδιαφέρουσας σε παραγωγές , Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας, στα θεατρικά δρώμενα της Αθήνας. Στην Πειραιώς και πάλι, αυτή τη φορά όμως στο νεότευκτο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», το κοινό συνάντησε μία εμβληματική περσόνα της υποκριτικής τέχνης, τον πολυπρόσωπο Steven Berkoff.

Στην μέχρι τώρα  καριέρα του, ο ταλαντούχος ηθοποιός ελίσσεται μεταξύ εμπορικών και  πιο αρτιστίκ, περιορισμένης ίσως οικονομικής απήχησης, δημιουργιών – για τα κινηματογραφικά πάντα δρώμενα μιλώντας. Στη σκηνή υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, υπερασπίζοντας το δικαίωμά του στην έρευνα και την κατάθεση της αισθητικής του. Από τον Κάφκα μέχρι τον Πόε και τις δικές του συνθέσεις (λόγου χάρη το περίφημο “Decadence”), έχει καταξιωθεί στον χώρο εμπλουτίζοντας διαρκώς την θεατρικές εμπειρίες με εμπνευσμένες ιδέες.

Το Shakespeare’s Villains είναι ένα Masterclass ηθοποιίας, με τον Berkoff να αποδίδει με κέφι μερικούς από τους πιο σκοτεινούς χαρακτήρες της Σαιξπηρικής δραματουργίας, με συρραφή σκηνών αλλά και εμβόλιμους δικούς του αυτοσχεδιασμούς. Έχοντας καθιερωθεί άλλωστε σε ρόλους «κακών», επιλέγει να δώσει στο θεατρόφιλο κοινό μία «διάλεξη» για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών. Ιάγος – Ριχάρδος ο Γ’ – Άμλετ (ναι, σωστά διαβάζετε, ο Berkoff ανατρέπει το δεδομένο του καλοκάγαθου πρίγκηπα) – Μάκβεθ – Κοριολάνος – Σάυλοκ – Όμπερον αλλά και δευτερεύοντες χαρακτήρες (Πολώνιος, Γερτρούδη, Πουκ, Λαίδη Μάκβεθ) διασχίζουν την απόσταση από τις άψυχες σελίδες ενός κειμένου στην έμψυχη παλέτα μίας παράστασης.

image

Τα φώτα σβήνουν  και στο κέντρο της σκηνής φωτίζεται  η περσόνα του ηθοποιού. Μας  διευκρινίζει τις προθέσεις του  να κατηγοριοποιήσει και αναλύσει μερικούς από τους μοχθηρούς χαρακτήρες του  Ουαλού δραματουργού και στη συνέχεια αρχίζει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, όπου φωτίζει τις πτυχές εκάστου  ρόλου, έτσι όπως ο ίδιος πάντοτε τις αντιλαμβάνεται! Με τις βαλίτσες του γεμάτες εντυπωσιακές κινήσεις, λόγο μετρημένο και εκρηκτική ενέργεια, ξεκινάει ένα ταξίδι διαρκών μεταμορφώσεων: από το εδώ και τώρα στον Ιάγο…και πάλι στο εδώ και στον Ριχάρδο και εδώ και στον Μάκβεθ κ.ο.κ. Χαρακτήρες κακοί αλλά και ευάλωτοι στη μοίρα, παμπόνηροι αλλά και αδύναμοι, αποφασισμένοι αλλά και αποδεκατισμένοι! Χωρίς αναπνοή μπαινοβγαίνει στους ήρωες, σχολιάζοντας ταυτόχρονα τόσο την επικαιρότητα όσο και την ίδια του την τέχνη. Από τους δυνάστες κριτικούς μέχρι τον γείτονά του – ιππότη Sir Ian Mc Kellen, ο Berkoff χάρισε με τα οξυδερκέστα τα σχόλιά του το γέλιο στο κοινό. Καυστικός δε και όσον αφορά τον τρόπο που ανεβαίνουν συνήθως οι ελισσαβετιανές τραγωδίες,αυτοσαρκαζόταν διαρκώς κατά την διάρκεια της ένδυσης ενός καινούργιου προσώπου – αρσενικού ή θηλυκού. Συνδυάζοντας ένα εξαιρετικό μάθημα ιστορίας με διακοπή για υπαινιγμούς που αφορούσαν τη σύγχρονη πραγματικότητα, μας έδωσε την ευκαιρεία να απολαύσουμε μαθαίνοντας. Από τον Ριχάρδο του Πατσίνο και τους ακαδημαικούς των πανεπιστημίων μέχρι τον Άμλετ του Ολίβιε και την αγωνία κάθε Άγγλου ηθοποιού που σέβεται τον εαυτό του να παίξει τον Δανό πρίγκηπα!

Με την αμεσότητά  του ο Berkoff κέρδισε αμέσως το ελληνικό κοινό.  Με την ανατροπή του λόγου από τις πράξεις του, ξέφυγε από τον κίνδυνο της μονοτονίας. Οπλισμένος με το χιούμορ που διαπότιζε ακόμα και την πιο δραματική σκηνή, όπως εκείνη του φόνου του Πολώνιου από τον Άμλετ, δεν ενέδωσε στον πειρασμό της σοβαροφάνειας, που και αν ακόμα δεν ήταν άκαρπη, οπωσδήποτε δεν θα είχε τα ίδια αποτελέσματα. Το ότι έχει ασχοληθεί και με τη «μιμική» φάνηκε από τον λεπτομερειακό και ολοζώντανο τρόπο που κάθε φορά εκτελούσε μία συγκεκριμένη κίνηση (πλένοντας τα χέρια, σχεδόν έβλεπες το νερό να τρέχει). Ως ηθοποιός θα έλεγα πως έβλεπα έναν χαρισματικό δάσκαλο, να δίνει μαθήματα υποκριτικής. Οι συμβουλές του για το πώς αποφεύγεται η μανιέρα ακολουθούνταν από την έμπρακτη εφαρμογή τους. Ως θεατής πάλι θα έλεγα ότι έβλεπα έναν δάσκαλο να δίνει μαθήματα ζωής, φέρνοντας στο φως τα παρασκήνια ενός χώρου αρκετά περίπλοκου, όπως αυτός των θεατρικών παρασκηνίων. Πόσο ο ηθοποιός αγωνιά μπροστά στην πένα του κριτικού, πώς ένας  κριτικός ξοδεύει τόνους λάσπης χτίζοντας και κατακρημνίζοντας υπολήψεις κ.ο.κ. Βγάζοντας κάθε φορά το αόρατο μακιγιάζ του έβαζε στο πρόσωπό του το δικό του χρώμα, για να απευθυνθεί με απλό τρόπο στους ανθρώπους απέναντί του, κάνοντάς μας συνένοχους στα «βάσανα» των περιθωριοποιημένων ηρώων του. Πάνω σε μία εντελώς άδεια σκηνή (μόνο μαύρες κουρτίνες στο φόντο), κι ένα ξύλινο τραπέζι με ένα ποτήρι νερό διακριτικά στην άκρη (να μας θυμίζει πως πρόκειται για «διάλεξη»), είχε πολύτιμο αρωγό του τον φωτισμό, που τοποθετούσε κάθε φορά το κάδρο, προκειμένου να δούμε την εικόνα του ήρωα που τη δεδομένη στιγμή διαπραγματευόταν. Κάπως σαν την προβολή σλάιντς με τον ανάλογο χαμηλό φωτισμό, μόνο που τα ενσταντανέ ήταν ζωντανές απεικονίσεις!

Η παράσταση στο  σύνολό της ήταν μία απενοχοποιημένη παρουσίαση των σκέψεων και της αγάπης ενός ηθοποιού για τον Σαίξπηρ, για το θέατρο, για την ίδια την ζωή. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο από το μικρό κομμάτι αλήθειας που αναλογεί στην εμπειρία του και αυτό είναι που κάνει την αξία του καθαρά υποκειμενική στη δική μας σκέψη.

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.