ΑΓΓΕΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ – ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260, κριτική θεάτρου της Νίκης Πρασσά

image

Πρεμιέρα για το Φεστιβάλ Αθηνών με το έργο «Άγγελοι στην Αμερική» του Τόνυ Κούσνερ. Η Πειραιώς φοράει τα καλά της, έτοιμη να υποδεχτεί  το θεατρόφιλο κοινό που κατακλύζει τον χώρο, προκειμένου να απολαύσει  τις καλοκαιρινές προτάσεις του  κ. Λούκου και των συνεργατών του. Η πρώτη στάση μας γίνεται  στον χώρο Δ, για να παρακολουθήσουμε την δουλειά του κ. Μαστοράκη.

Πολυβραβευμένο ως θεατρικό αλλά και καταξιωμένο στη  συνείδηση του κοινού, μέσα από  την εξαιρετική τηλεοπτική προσαρμογή του (με ένα καστ που περιελάμβανε από τον Αλ Πατσίνο και τη Μέριλ  Στριπ μέχρι την ‘Εμα Τόμσον), το “Angels in America” μίλησε το 1993 για το «τέλος του κόσμου» της αθωότητας και την «αποκάλυψη» κάθε είδους υποκρισίας που κρυβόταν στην παρυφές ενός πολιτισμένου κόσμου. Το έργο, ξεφεύγοντας από τον κανόνα ενός τυπικού μελοδράματος, μίλησε για το AIDS, την ομοφυλοφιλία, τον ρατσισμό και σωρό ανάλογων θεμάτων, με μία γλώσσα που χρησιμοποιούσε τους φθόγγους του σουρεαλισμού και της μαγείας. Οι άγγελοι του τίτλου άλλωστε υπάρχουν ενεργά μέσα στο έργο, ευαγγελίζοντας – όχι τόσο χαρμόσυνα – αλλά ωστόσο καταλυτικά για τους ήρωες νέα.

Πιθανόν να φάνηκε παρωχημένη η επιλογή του κ. Μαστοράκη  να  απευθυνθεί στο ελληνικό κοινό  με τη θεματική και τον προβληματισμό  που απασχόλησε έντονα το τέλος της  προηγούμενης χιλιετίας. Ωστόσο είναι  ενδιαφέρουσα πάντα η ανάγνωση του  φόβου που κυριαρχεί στους  ανθρώπους, φόβος για την αγάπη, φόβος για τον έρωτα, φόβος  για την ζωή, φόβος για τον  θάνατο, και πόσο οχυρωνόμαστε όλοι εμείς πίσω από ταμπού, θρησκείες,καριέρες, πολιτικά φρονήματα, προκειμένου να δικαιολογήσουμε την επίμονη  άρνησή μας να είμαστε ελεύθεροι, πληρώνοντας το κόστος της επιλογής. Όλη αυτή η ανθρώπινη μάχη κυριαρχεί υπερμεγεθυμένη στο κείμενο, και αυτό είναι που θα μπορούσε και να μας αφορά.

Μαζεύοντας ένα  καστ που περιελάμβανε από τις  εμβληματικές κυρίες Λυμπεροπούλου  και Σειρλή μέχρι τα αδιαμφισβήτητα ταλέντα (αποδεδειγμένα επί σκηνής) των κυρίων Λούλη και Παπασπηλιόπουλου,o γνωστός σκηνοθέτης παρουσίασε τη δική του εικόνα για το τέλος της φαινομενικής αυταπάτης κάθε είδους σχέσεων. Φρενίτιδα επί σκηνής, σε μία σχεδόν παροξυσμική ανάγνωση, μεταμοντέρνας λογικής και αισθητικής, όπου το αφαιρετικό προσπάθησε – χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα – να γίνει συγκεκριμένο. Χωρίς εναλλαγές στο ύφος του, το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος κινήθηκε σε διαλογικές αναμετρήσεις, συνήθως δύο αλλά και τεσσάρων ατόμων μεταξύ τους, με συνδετικό κρίκο μουσικά κομμάτια – που ξεσπούσαν σε ηχητική εκτόνωση ή αντίθετα μας καταβύθιζαν σε κατανυκτική ψυχική εσωστρέφεια. Παρ’ όλα αυτά δεν στάθηκε δυνατόν να απολαύσουμε τους χυμούς του έργου, καθώς η σκηνοθετική γραμμή αποδυνάμωσε το εσωτερικό δράμα των ηρώων και προσωπικά ο ρυθμός της με κούρασε.

Με ένα σκηνικό  (Μανόλης Παντελιδάκης) που θύμιζε πίνακα φουτουριστικό, «χτισμένο» από κάθε είδους αντικείμενο της «πολιτισμικής» εξέλιξής μας προς την κατεύθυνση της τεχνολογικής και καταναλωτικής υστερίας (ψυγεία, σωλήνες ύδρευσης, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κτλ) βάραινε αρκετά το πλαίσιο δράσης των ηρώων με τον όγκο μιας εποχής να πέφτει πάνω σε ένα λιτό σκηνικό καθημερινής δράσης. Δύο τραπέζια, λίγες καρέκλες, μία κρεμάστρα με τα απαραίτητα κοστούμια –οι αλλαγές γινόντουσαν επί σκηνής – ένα κρεββάτι νοσοκομείου, ήταν τα αντικείμενα που μετακινούνταν από τους δύο μαυροντυμένους νεαρούς της παράστασης, σιωπηλούς καθ όλη τη διάρκειά της, προκειμένου να στήσουν κάθε φορά τον χώρο δράσης. Οι ηθοποιοί, αρχικά στο βάθος και στη συνέχεια μετακινούμενοι, άλλοτε σε κύκλο, άλλοτε σε άλλα σχήματα, ήταν πάντα παρόντες επί σκηνής, ως θεατές κάθε δράσης και πρωταγωνιστές της δικής τους. Δυστυχώς όλο αυτό το παιχνίδι με τα μικρόφωνα, αφαίρεσε την ικανότητα να δημιουργηθεί έστω και η παραμικρή «επαφή» μεταξύ των ηρώων, κάνοντας ουσιαστικά τις ερμηνείες να φαίνονται παραπάνω από όσο θα χρειαζόταν αυτοασαρκαστικές, υπενθυμίζοντάς μου διαρκώς πως παρακολουθώ τον τάδε ή δείνα ηθοποιό να «παίζει». Αυτό κατά συνέπεια, μου στέρησε τη χαρά της συναισθηματικής διείσδυσης σε σκηνές που προσπάθησαν να βάλουν ενεργά το μεταφυσικό στοιχείο του έργου – το τέλος του πρώτου μέρους, ακριβώς πριν από το διάλειμμα, αλλά και κάθε εμφάνιση του αγγέλου της κυρίας Σειρλή. Ειδικά στο τέλος του πρώτου μέρους, η δύναμη της εικόνας του Πράιορ αποδυναμώθηκε από τις στεντόρειες κραυγές του κ. Ευθυμιάδη. Εύκολος τρόπος να δείξεις ένα πονεμένο σαρκίο, όπως εύκολο είναι να συμβολίσεις το θάνατο με λευκό πρόσωπο και την παγωμένη μοναξιά με χάρτινο χιόνι (σκηνές που ακολούθησαν).

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος για άλλη μία φορά, αν και λιγότερο από άλλες φορές που τον  έχω «συναντήσει» θεατρικά, επιβεβαίωσε  τη σταθερή προσήλωσή του στο  να επεξεργάζεται – και κατά συνέπεια να αποδίδει – λεπτομερειακά ένα  ρόλο. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είτε απλά στάθηκαν στο ύψος των συγκεκριμένων περιστάσεων – Μάγια Λυμπεροπούλου, Χρήστος Λούλης – είτε παρέμειναν «χαριτωμένα» αδιάφοροι – Θανάσης Ευθυμιάδης, Νίκος Χατζόπουλος. Ο Δημήτρης Λιγνάδης επανέλαβε για μία ακόμα φορά έναν εκνευριστικά απάνθρωπο ήρωα, βρίζοντας χυδαία (δεν ξέρω γιατί, ενώ από τον Αλ Πατσίνο ακούγονταν σχεδόν απειλητική όλη αυτή η βωμολοχία, στο στόμα του κ. Λιγνάδη έγινε ανυπόφορη και σχεδόν επιδερμική η απόδοση μιας δήθεν υστερίας). Με προτελευταία μου παρακολούθηση την ερμηνεία του στον Εφιάλτη της Ευτυχίας, στο Εθνικό, δεν βρίσκω καμία απολύτως διαφορά στην αλαζονική περσόνα εκείνου του σκηνοθέτη με αυτόν εδώ τον δικηγόρο (και όχι, δεν μπορείς να πεις πως έμοιαζαν στην ουσία τους οι ρόλοι). Η Ζέτα Δούκα πάλι είχε τις εκρήξεις της παρανοϊκής προσωπικότητας που ερμήνευε, διάλεξε όμως από την αρχή έως το τέλος να αποδώσει την τρέλα με υστερία, με ένα διαρκές κρεσέντο που δυστυχώς άφησε τις χορδές ξεκούρδιστες και το δράμα της ηρωίδας (η οποία είχε και χιουμοριστικές στιγμές) μη ευδιάκριτο. Ήταν πολύ εύκολο άλλωστε να χαθεί το μέτρο σε μια παράσταση που φώναζε από την αρχή έως το τέλος.

Στα μείον θα προσθέσω και το πολύ κουραστικό μπλε φως, που  εξουθένωνε τις όποιες ικανότητές να εστιάσουμε την ματιά μας στα επί σκηνής δρώμενα, με την ψυχρότητά του να υπερτονίζει άσκοπα το ζόφος της εποχής και των περιστάσεων που περιγράφονται στο έργο. Στα συν από την άλλη, η πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική συνάντηση της άστεγης Σοφίας Σειρλή με τη δογματική μορμόνο της  Λυμπεροπούλου. Το χιούμορ δεν έλειψε από την παράσταση, δεν είχε όμως την οξύτητα του πρωτότυπου, αυτές τις λέξεις που σε κάνουν να γελάς έχοντας ωστόσο στην γεύση την αίσθηση της πίκρας για τη ματαίωση της ίδιας σου της ύπαρξης.

Σε γενικές γραμμές, η παράσταση δεν κύλησε καθόλου  γρήγορα και σχεδόν καθόλου ανατρεπτικά, παραμένοντας στατική και καθόλου  φιλική προς τον θεατή, όχι γιατί  είχε ιδιαίτερο και απαιτητικό και δύσκολο ανέβασμα, αλλά αντιθέτως επειδή ήταν χαμένη στην προσπάθειά των συντελεστών της να εμπνεύσουν και να εμπνευστούν από κάτι μάλλον μεγαλύτερο και ξένο από τους ίδιους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.