Λευτέρης Βογιατζής: Συνέντευξη στην Έλια Αποστολοπούλου (εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών) “ η κάθε νεόπλουτη τρέχει σε παραστάσεις sold out”

image

Συναντηθήκαμε ένα βράδυ, ήπιαμε ένα ποτό και συζητή­σαμε για την παρά­σταση και για πολ­λά άλλα. Πριν καν τον ρωτήσω για το έργο με προλαβαίνει και μου ζητάει να μην το κάνω. Επιμένω όμως καθώς πρό­κειται για ένα νέο, άγνωστο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Δεν έχει έτοιμες απαντήσεις γιατί για τον Λευτέρη Βογιατζή μια συνέντευξη είναι μια συνά­ντηση που του δίνει την αφορμή να συ­ζητήσει για θέματα που δεν έχει την ευκαιρία να αναφερθεί στην καθημερι­νότητα του. Πήγε στη Βιέννη να σπου­δάσει ιατρική, τελικά έγινε ηθοποιός και σκηνοθέτης αλλά θα ήθελε να είχε γίνει μουσικός.

Μιλήστε μου λίγο για το έργο που ανεβάζετε.

Κάθε μέρα η ιστορία αλλάζει, γιατί ανα­καλύπτονται κάποιες λεπτομέρειες που δημιουργούν άλλες προοπτικές Υπάρ­χει ο χώρος μιας αυλής ο οποίος στην παράσταση μας είναι η άκρη ενός κτή­ματος σε ένα προάστιο. Μια λαϊκή μι­κροαστική συντροφιά έχει μαζευτεί εκεί να γιορτάσει τη γέννηση του παιδιού της υιοθετημένης κόρης του ζευγαριού ταυ­τόχρονα με τα γενέθλια της. Το έργο έχει σχέση με τον κόσμο της νύχτας που αντι­προσωπεύουν οι γονείς της κοπέλας. Τα ονόματα των ηρώων έχουν πραγματική αφετηρία και παραπέμπουν σε παλιότε­ρες εποχές σε ονόματα της νύχτας ονό­ματα παλιών μουσικών, τραγουδιστών, συνθετών. Ένα άλλο ζευγάρι αντιπρο­σωπεύει την πολιτική πλευρά· ο σύζυγος είναι ανώτερος υπάλληλος κάποιου υπουργείου σχετικού με την Εθνική Υπη­ρεσία Πληροφοριών. Υπάρχει ένας σύν­δεσμος του κράτους με τον κόσμο της νύχτας που αποκαλύπτεται σιγά σιγά μέσα στο έργο. Εκείνο το βράδυ, ο παι­δικός φίλος του νεαρού γαμπρού της οι­κογένειας τινάζει στον αέρα όλη τη βρα­διά και προκαλεί την καταστροφή κάθε ψευδαίσθησης σε σχέση με τις αντιλή­ψεις μας για το τι σημαίνει καλό ή σωστό στη ζωή. Υπάρχει, εξάλλου, η μακρινή απειλή ενός δολοφόνου εγκύων γυναι­κών. Κάποια στιγμή η κοπέλα κατεβαίνει κρατώντας στην αγκαλιά της το παιδί της νεκρό. Το έργο έχει και στοιχεία θρίλερ, τα οποία σχετίζονται και με τους τρόπους που έρχονται στην επιφάνεια όλα τα πράγματα που ενώνουν ή χωρίζουν αυ­τούς τους ανθρώπους προδοσία, ζήλεια, κακία, απωθημένα. Θα μπορούσε να πει κανείς επιφανειακά ότι το έργο είναι ενα­ντίον κάθε γέννησης κάθε δημιουργίας. Υπάρχει κάτι ακραίο, το οποίο μπορεί κα­νείς να το συναντήσει και στην πραγμα­τική ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ ή ο συγγραφέας είμαστε κατά της γέννησης. Το χρησιμοποιεί όμως για να εκφράσει ότι η ζωή είναι συμβιβασμένη μέσα σε καταστάσεις που μοιάζουν με θάνατο. Το έργο αυτό μου δίνει την αίσθηση ότι ζούμε μέσα σε έναν ύπνο.

Εννοείτε ότι δεν έχουμε συνείδηση της πραγματικότητας;

Οχι μόνο. Είμαστε σε πλήρη άγνοια ανα­φορικά με το ποιοι είμαστε. Ακόμα και η μεγαλύτερη σιγουριά κάποια στιγμή κλονίζεται. Σήμερα μπορεί να πίνουμε ένα ωραίο ποτό και να κάνουμε μια ωραία συζήτηση, αλλά κανείς δεν ξέρει πως είμαστε μόνοι μας σε τι χάος κολυ­μπάει το μυαλό μας. Δεν θέλω να το πα­ρουσιάσω σαν κάτι φοβερό, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα του καθενός. Επειδή όμως είναι δυσάρεστη την προ­σπερνάμε και πιστεύουμε ότι τα ευχάρι­στα έχουν νόημα. Υπάρχουν πραγματι­κότητες που αν είχαμε αποδεχθεί ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Δεν κάνει κακό όμως να τις υποπτευόμαστε, να τις αφήνουμε να μας επηρεάζουν και να μην τις απωθούμε. Το χιούμορ συνο­ρεύει πολύ με την απελπισία. Το να βλέ­πεις την καλή πλευρά μιας κακής κατά­στασης είναι απλώς μια καθυστέρηση στο να δεις την πραγματικότητα. Η καλή πλευρά εξυπακούεται σε όλα τα πράγ­ματα και δεν πρέπει να την εξαίρουμε. Οι κακές μας πλευρές έχουν ενδιαφέρον.

Έχει χιούμορ η παράσταση;

Προσπαθώ. Δεν είναι ένα ανοιχτό χιού­μορ, αλλά μουντό. Δεν έχει πλάκα, έχει χιούμορ.

Πώς ήρθατε σε επαφή με το κείμενο του Δημητριάδη;

Ο Δημητριάδης είναι πάρα πολύ ενδια­φέρων συγγραφέας Τον γνωρίζω πολλά χρόνια και ήθελα να συνεργαστώ μαζί του. Η ιδιοτυπία των έργων του και οι τε­χνικές δυσκολίες της σκηνικής πραγμά­τωσης τους, με τα πάρα πολλά πρό­σωπα και τα πολύπλοκα σκηνικά, δεν μου επέτρεψαν νωρίτερα να ασχοληθώ με τη δουλειά του. Είχαμε μια πρώτη συ­νάντηση, διαβάσαμε το έργο κάποιες φορές και βασισμένος σε αυτές τις συ­ναντήσεις του έδωσε μια δεύτερη μορφή. Συνήθως ο Δημητριάδης ανα­φέρεται σε πιο αστικά περιβάλλοντα κι αυτό είναι το μοναδικό του έργο που αποτελεί εξαίρεση. Υπάρχει μια αντί­θεση ανάμεσα στην επεξεργασία του θέματος και στο περιβάλλον όπου δια­δραματίζεται- οι συμπεριφορές δεν πε­ριορίζονται στην απεικόνιση του λαϊκού περιβάλλοντος. Με τράβηξε η αντίθεση ανάμεσα στην επιφάνεια και την ουσία. Τα προβλήματα είναι για μένα μια εισα­γωγή στις δυσκολίες που παρουσιάζει αυτός ο συγγραφέας. Θέλω σίγουρα να κάνω και μια δεύτερη δουλειά με τον Δημητριάδη. Πρόκειται για ένα έργο εντελώς διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν όλες οι πλευρές της ρητορικής του συγ­γραφέα. Νιώθω από τη μία πιεσμένος και εγκλωβισμένος μέσα στις δυσκολίες και από την άλλη ευχάριστα περίεργος για το υλικό που έχω επιλέξει. Είμαι πε­ρίεργος να δω πού μπορεί να με βγάλει.

Σας δυσκόλεψε η γλώσσα του Δημη­τριάδη;

Η γλώσσα είναι η μεγάλη δυσκολία του έργου. Υπάρχει μια επιφάνεια γραφικό­τητας που αναφέρεται σε όλη την πα­ράδοση των ελληνικών έργων που γί­νονται σε αυτό το λαϊκό περιβάλλον. Αυτός είναι ένας κίνδυνος. Η δυσκολία της γλώσσας υπάρχει σε όλα τα έργα του Δημητριάδη και αποτελεί εμπόδιο να ανέβει ένα έργο του με ζωντανό τρόπο.

Είναι η πρώτη φορά που ανεβάζετε παράσταση στην Πειραιώς. Πώς σας φαίνεται ο χώρος

Δεν τον ξέρω. Θα έχουμε δύο μέρες, όπου θα πρέπει να γίνει μια καινούργια κερκίδα να τοποθετηθεί κάτω χώμα και ξερά χόρτα, να φροντίσουμε τους φω­τισμούς και τον ήχο και να κάνουμε και πρόβες. Ένας χώρος λογαριάζεται σε σχέση με την πράξη που γίνεται μέσα.

Δουλεύετε συχνά με σταθερό καστ ηθοποιών. Από πού προκύπτει αυτή η επιλογή;

Οσο μπορώ επιδιώκω να συνεργάζομαι με τους ίδιους ανθρώπους γιατί κατά κάποιον τρόπο επαναφέρω προβλή­ματα της δουλειάς συχνά. Βέβαια ποτέ δεν φτάνεις στο σημείο να είναι όλα λυ­μένα. Προτιμώ να είμαι με ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Έχω όμως και την περιέργεια. Φέτος λοιπόν συνεργάζομαι με ηθοποιούς με τους οποίους η συνεργασία είναι η πρώτη μας φορά.

Πώς είναι να παίζετε και να σκηνοθε­τείτε παράλληλα;

Είναι πολύ δύσκολο. Δεν ξέρω τι θα έκανα φέτος αν έπαιζα κιόλας. Στην αρχή δεν το καταλάβαινα. Οσο περνούν τα χρόνια γίνεται όλο και πιο δύσκολο, γιατί είμαι απόλυτος και από τις δύο πλευρές και αυτά δεν συνδυάζονται. Δεν μπορώ να ψάχνω και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης ταυτόχρονα. Πρέ­πει να έχω μεγαλύτερη σιγουριά. Αντί μεγαλώνοντας να ξέρεις πιο πολλά, ξέ­ρεις πιο λίγα. Απαλλάσσεσαι από την υπεροψία της νιότης. Μόνο οι δειλοί εί­ναι σίγουροι. Όσο πιο ειλικρινής είσαι τόσο πιο εύκολα παραδέχεσαι ότι γνω­ρίζεις λίγα.

Ασχολείστε με δύο έργα ταυτόχρονα. Με το Θερμοκήπιο του Χάρολντ Πί-ντερ και με τον Τόκος του Δημήτρη Δημητριάδη. Περνάτε μια έντονα δη­μιουργική περίοδο; Το Θερμοκήπιο προχώρησε πολύ σε πρόβες και σταμάτησε γιατί έπρεπε να αρχίσουν εκείνες για τον Τόκο στο Φε­στιβάλ. Αυτό δεν το έχω ξανακάνει στη ζωή μου και μου στοίχισε πάρα πολύ. Κάτι τέτοιο μπορεί να σε αποσταθερο­ποιήσει, γιατί δεν κάνω πρόβες για να ανεβάσω ένα έργο. Δεν ξέρω να ανε­βάζω έργα, ξέρω να τα ψάχνω. Γι’ αυτό και δεν έχω ανεβάσει πάρα πολλά. Τε­λικά αποδείχθηκε ότι ο χρόνος αυτός ήταν απαραίτητος γιατί ο σκηνικός χώ­ρος που απαιτείται για την παράσταση είναι ίσως από τους πιο δύσκολους που έχουν γίνει για το θέατρο της Οδού Κυ­κλάδων. Υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτε­ρότητες στον τρόπο που δουλεύω και χρησιμοποιώ το χώρο, που δεν μου επι­τρέπουν να είμαι ακριβής στους χρό­νους. Και τώρα θα ήθελα άλλους δύο μήνες λόγω των συνθηκών. Οι υπάρ­χουσες συνθήκες περιλαμβάνουν οικο­νομικούς περιορισμούς υλικά, πνευμα­τικά και ψυχικά αποθέματα, ηθοποιούς συνεργάτες.

Έχει έρθει ποτέ η στιγμή που ολο­κληρώσατε τις πρόβες και δεν θα χρειαζόσασταν μέρα παραπάνω;

Όχι. Οι συνθήκες όμως το φέρνουν έτσι που πρέπει να σταματήσω, άρα είμαι υποχρεωμένος να το δεχτώ. Οπότε δεν χρειάζομαι μέρα παραπάνω.

Διάβασα ότι θα θέλατε να είχατε γίνει μουσικός.

Α, ναι! Δεν έχω σπουδάσει μουσική, αλλά έχω μια πολύ στενή σχέση με τη μουσική από μικρός. Ο κυριότερος λό­γος ήταν ο αδελφός μου, που τελικά έγινε τενόρος Λόγω της σχέσης μου με τη μουσική διά του αδελφού μου απέ­κτησα αυτή τη μουσικότητα στην αντί­ληψη. Σε ηλικία 12-14 χρονών με υπο­χρέωνε να κάνουμε ντουέτα. Ήξερα απ1 έξω άπειρες άριες από τις ιταλικές ιδίως όπερες. Ακόμα και σήμερα θυμάμαι τα λόγια στα ιταλικά. Αν είχα γίνει πιανί­στας θα είχα πολύ μεγαλύτερη κυριό­τητα πάνω στον εαυτό μου και στο υλικό μου απ’ ό,τι τώρα που είμαι υποχρεω­μένος να τα κάνω αυτά μέσα από άλ­λους. Μερικές φορές είναι αβάσταχτο. Ξαφνικά κατέχεσαι από μία ανάγκη να γίνουν τα πράγματα – είναι κάτι που σε πνίγει. Όταν όμως πετυχαίνεις κάτι και αυτό έχει μια ροή, μια μουσικότητα, σε αποζημιώνει απόλυτα.

Πρωταγωνιστείτε στην ταινία Τα οπωροφόρα της Αθήνας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, στηριγμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Σωτήρη Δημη­τρίου. Ποια είναι η σχέση σας με το σινεμά;

Έχω κάνει ταινίες κυρίως με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, που είναι φίλος μου και τον εκτιμώ πάρα πολύ. Το κάνω κέφι το σινεμά στο επίπεδο που ασχολούμαι. Δεν θα ήθελα όμως να ασχοληθώ πε­ρισσότερο. Έχει ενδιαφέρον, αλλά το σι­νεμά και το θέατρο είναι δύο διαφορε­τικοί κόσμοι. Η ευκολία με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο δεν κάνει καλό. Ο ηθοποιός στο σινεμά δεν έχει την ίδια ευθύνη. Στο θέατρο ο πολύ καλός ηθοποιός είναι ένας αληθινός δη­μιουργός. Η ίδια η φύση του σινεμά δεν επιτρέπει την απόλυτη δημιουργία. Στο σινεμά αν δεν πετύχει μια σκηνή την ξα­ναγυρίζεις ενώ στο θέατρο δεν ξέρεις αν κάθε βράδυ θα πετύχει. Αυτό είναι καταπληκτικό.

Έχετε σκεφτεί ποτέ να σκηνοθετή­σετε για το σινεμά;

Παλιότερα ήθελα να σκηνοθετήσω μια ιστορία του Παπαδιαμάντη, τα Μαύρα κούτσουρα, αλλά το εγκατέλειψα, γιατί έχω μεγάλη δυσκολία να ανταποκριθώ στις 24 ώρες της μέρας. Κρίμα, γιατί ήθελα πολύ να το κάνω αυτό.

Βλέπετε τηλεόραση;

Δεν έχω χρόνο να δω. Αλλά όταν βλέπω ανακαλύπτω πόσο επικίνδυνη είναι Δεν μπορώ να την κλείσω, κάνω συνέχεια ζάπινγκ. Βλέπω κάτι βλακείες και δεν μπορώ να σταματήσω,

Ποια είναι η σχέση σας με το Ίντερνετ;

Δεν έχω καμία σχέση, γιατί δεν μπορώ να μάθω εύκολα πια Όπως δεν μπορώ να μάθω να οδηγώ και αυτοκίνητο.

Έχει αλλάξει το κοινό του θεάτρου;

Η τηλεόραση και ειδικά ο νεοπλουτι­σμός δημιουργούν νέες συνθήκες και ένα άλλο κοινό. Το κοινό αυτό έχει μια άνεση, έναν εγωισμό, μια άγνοια ορι­σμένων άγραφων, απαράβατων νόμων που διέπουν τη σχέση του θεατή με την παράσταση. Είναι σαν να είναι σπίτι τους και να απαιτούν.

Είναι η λογική του πληρώνω, άρα κάνω ό,τι θέλω»;

Έχεις κάθε δικαίωμα να έχεις τη γνώμη σου, αλλά μέσα από τη συμμετοχή. Υπάρχουν θεατές που έρχονται σε κά­ποια θέατρα γιατί το θεωρούν ένα «πρέπει». Άπειρες φορές έχω δει έναν θεατή στην πρώτη σειρά να κουνάει το πόδι του. Επειδή στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων η απόσταση είναι κο­ντινή, έχω πιάσει το πόδι, το έχω ακι­νητοποιήσει, έχει σοκαριστεί, πολλές φορές έχει καταλάβει, άλλες φορές όχι και μόλις βγάζω το χέρι συνεχίζει. Κα­μιά φορά επιμένω και δεύτερη και τρίτη φορά. Πολλοί άνθρωποι είναι ανάμεσα σε κόσμο και νομίζουν ότι ο κόσμος υπάρχει μόνο γι’ αυτούς. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει συμβίωση. Είναι αξιολύπητοι.

Εσείς σε ποιο κοινό απευθύνεστε;

Εγώ απευθύνομαι πάντα σε έναν αόρατα θεατή, ο οποίος έχει όλα τα χαρακτηρι­στικά του ιδανικού θεατή: καταλαβαίνει, κρίνει αυστηρά, είναι καλοπροαίρετος και θέλει να συμμετέχει όσο δεν τον κοροϊ­δεύουν. Ο θεατής μου αντιπροσωπεύει όλους τους θεατές και χάρις σε αυτόν θε­ωρώ όλους τους θεατές δύσκολους, έντι­μους, δίκαιους. Ο θεατής είναι ένας καλ­λιτέχνης της παρακολούθησης, καθώς εφευρίσκει τον ιδανικότερο τρόπο να πα­ρακολουθήσει και να μην αποσπαστεί η προσοχή του. Αλλιώς δεν είναι θεατής Όπως και όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, σιγά σιγά γινόμαστε καλοί αναγνώστες Και ο θεατής πρέπει να καταβάλει κάποια προσπάθεια

Σε μια περίοδο κρίσης ποιος είναι α ρόλος του θεάτρου;

Το θέατρο είναι ένας τόπος συνάντη­σης με πάρα πολλές προεκτάσεις.

Έχουμε ρεκόρ θεατρικών σκηνών στην Αθήνα, όταν μάλιστα δεν είμα­στε και πολύ θεατρόφιλο κοινό. Μπο­ρεί η κρίση να αποτελέσει μια ευκαι­ρία για ξεκαθάρισμα; Δεν νομίζω. Το θεωρώ θεμιτό να υπάρ­χουν πολλές θεατρικές σκηνές. Εφόσον επιβιώνουν, με όποιον τρόπο, καλώς υπάρχουν.

Ξεχωρίσατε κάποια παράσταση του Φεστιβάλ;

Είδα μία παράσταση που για μένα δι­καιολογεί την ύπαρξη του Φεστιβάλ, τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγερ. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το ύψιστο σημείο που μπο­ρεί να φτάσει ένα θέατρο. Ταράχτηκα από τον τρόπο που η παράσταση με έμπασε μες στο έργο, από τη διάθεση των ηθοποιών να αποποιηθούν οτιδή­ποτε θα τους αποσπούσε από την από­λυτη συγκέντρωση. Είναι υπόδειγμα πα­ράστασης.

Τα εισιτήρια των παραστάσεων σας είναι ήβη εξαντλημένα

Αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Δεν πρέπει να επηρεαζόμαστε από αυτά, είναι λά­θος. Η κάθε πρώην μικροαστή νεό­πλουτη των βορείων προαστίων πηγαί­νει σε sold out παραστάσεις. Όπως όταν ήμασταν μικροί και μας έλεγαν οι δικοί μας: «Να πας να δεις αυτή την ταινία, στοίχισε 20 εκατομμύρια δολάρια». Εί­ναι η ίδια αντίληψη, όπως με τα αστε­ράκια και τις βαθμολογίες στις κριτικές Οι κριτικοί υποκύπτουν στην εμπορικό­τητα και βαθμολογούν, ειδικά στον κι­νηματογράφο. Από την ώρα που ο κρι­τικός δεν διαλέγει αυτό που θα κρίνει δεν είναι κριτικός, είναι μικροεπαγγελ­ματίας.

Αν σας έλεγαν ότι έχουν πουληθεί τρία εισιτήρια, θα το αντιμετωπίζατε με τον ίδιο τρόπο;

Όχι, αλλά κι αυτό είναι λάθος. Αν δη­λαδή σε μία παράσταση που έχει δέκα θεατές αποφασίσεις να βγεις θα παίξεις ανάλογα; Είναι μια ικανοποίηση, αλλά δεν είναι σημαντικό. Ο πολύς κόσμος όταν μάθει ότι μια παράσταση είναι sold out τρέχει σαν τρελός.

θα συνεχίζατε να κάνετε αυτή τη δου­λειά αν βλέπατε ότι μετά από κάποιες προσπάθειες δεν έχει ανταπόκριση στον κόσμο;

Δεν το ξέρω. Όμως είδα μια παράσταση με δέκα θεατές -όλοι με προσκλήσεις ενός σκηνοθέτη, με τη δουλειά του οποίου δεν θα έλεγα εν γένει ότι συμ­φωνώ, και ήταν αναμφισβήτητα η πιο σημαντική παράσταση που είδα φέτος Θα έπρεπε αυτός ο άνθρωπος να μην κάνει παραστάσει.

με αφορμή την παράσταση Τόκος Δημήτρη Δημητριάδη νέα ΣΚΗΝΗ – Λευτέρης Βογιατζής ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260 (Δ) 12, 13, 14 και 15 Ιουλίου Ώρα έναρξης 21.00

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: “ΤΟΚΟΣ” Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ – ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ, Κριτική θεάτρου Νίκης Πρασσά

ΚΑΙ  “Τόκος” Δημήτρη Δημητριάδη νέα ΣΚΗΝΗ – Λευτέρης Βογιατζής ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260 (Δ) 12, 13, 14 και 15 Ιουλίου Ώρα έναρξης 21.00


One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.