Γιάννης Κακλέας: “Σκηνοθετώ; Όχι ρίχνω μολότοφ” συνέντευξη στην Κατερίνα Οικονομάκου (εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών) με αφορμή την παράσταση “Λυσιστράτη” Αριστοφάνη Εθνικό Θέατρο ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 16 & 17 Ιουλίου Ώρα έναρξης 21.00

KAKLEAS

Με ποιον τρόπο μπορεί η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα να μιλήσει σκληρά και αποκαλυπτικά για την κοινωνία; Τι σχέση έχει η απουσία του ερωτισμού με τη βία της πόλης; Και τι σχέση με τον ερωτισμό το έργο του Αριστοφάνη; Επιχειρώντας μια νέα ανάγνωση της Λυσιστράτης, ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας ανεβάζει μια παράσταση που στοχεύει να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για την ποιητική ιδιοφυΐα του μεγάλου σατιρικού της αρχαιότητας.

Δεν χρειάζεται δικαιολο­γία για να αποφασίσει σήμερα ένας σκηνοθέ­της να ανεβάσει Λυσιστράτη – είτε σήμερα είτε οποτεδήποτε, λέει ο Κακλέας όταν θέτω το πρώτο, προβλέψιμο αλλά απολύτως εύγλωττο ερώτημα. Εί­ναι ένας συγγραφέας-παλίμψηστο, προσθέτει, και όσο περισσότερο ξύ­νεις και ψάχνεις τόσο περισσότερα βρίσκεις. Ο σκηνοθέτης, που μέσα από τις περίφημες παραστάσεις του Τεχνο-χώρου μύησε μια ολόκληρη γενιά θε­ατρόφιλων στα κόμικς και μια χούφτα από λάτρεις των κόμικς στη θεατρική εμπειρία, έχει μια ιδιαίτερη, προσω­πική αίσθηση για το περιεχόμενο και την επιδραστικότητα του χιούμορ.

image

«Η Λυσιστράτη είναι ένα από τα καλύ­τερα έργα του Αριστοφάνη, γραμμένο με μια εμπειρία είκοσι χρόνων πολέμου. Ο Αριστοφάνης είναι ένας συγγραφέας που εκτιμώ πολύ, και αστείος και εκρη­κτικός και σκληρός και πολτακός και ταυ­τόχρονα ουτοπιστής Και ως απόλυτο τέ­κνο μιας συγκεκριμένης δημοκρατίας είχε όλα τα θετικά και τα αρνητικά εκεί­νης της συγκεκριμένης δημοκρατίας. Πράγμα που σημαίνει ότι δικαιούται, μετά από μια καταστροφή όπου τα νιάτα της Αθήνας έχουν πεθάνει, να ονειρεύε­ται έναν καινούργιο κόσμο. Το θέμα εί­ναι, όμως, ότι ο Αριστοφάνης ανεβαίνει ακόμα και σήμερα με την ηχώ των πα­ραστάσεων του 1980, όπου υπερίσχυσε το πανηγύρι και η διάθεση να γλεντή­σουμε. Κατά τη δική μου άποψη είναι ένας συγγραφέας πολύ πιο ολοκληρω­μένος, πολύ πιο βαθύς. Πολιτικός συγ­γραφέας και ιδιαίτερα προκλητικός, χάρη στον τρόπο με τον οποίο χρησι­μοποιεί τη σάτιρα Εμείς για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το έργο του, αλλά με εμάς αποκλειστικά, αποφασί­σαμε άτι ο Αριστοφάνης απλώς είναι δια­σκεδαστικός».

Δηλαδή τον έχουμε υποτιμήσει;

Ναι, θα μπορούσες να το πεις αυτό. Ενώ οι αρχαίοι τραγικοί έχουν αναλυθεί διε­ξοδικά, ο Αριστοφάνης παραμένει ένας συγγραφέας τον οποίο δεν έχουν ψάξει ακόμη. Ας είμαστε ειλικρινείς ποτέ δεν πέρασε από την ανυποληψία στο σε­βασμό. Γι’ αυτό και με τη μεγαλύτερη ευκολία στις παραστάσεις του Αριστο­φάνη μπορεί να δει κανείς να εντάσσε­ται ένα τραγούδι της Eurovision ή ένα οποιοδήποτε άλλο σαχλοτράγουδο, ή να περάσουν αναφορές σε οποιονδή­ποτε επίκαιρο χοντρό, ψηλό ή ανόητο πολιτικό, γιατί πιστεύουμε ότι το κεί­μενο του Αριστοφάνη είναι ανοιχτό το­πίο. Τη στιγμή που δεν θα σκεφτόμα­σταν ποτέ να επικαιροποιήσουμε μια τραγωδία του Ευριπίδη. Επίσης φαίνε­ται ότι ο Αριστοφάνης χρειάζεται πά­ντα ένα άλλοθι Με την έννοια ότι χρει­άζεται ο σκηνοθέτης να τοποθετήσει την παράσταση σε μια εποχή θριάμβου, του 1930, του 1920, του 1890, με φου­στανέλες ή σε μια ουτοπική εποχή, σε μια ατμόσφαιρα που ανακαλεί ένα τσίρκο.

Όλα όσα περιγράφετε λένε κάτι για τη δική μας σχέση με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό;

Μα μήπως δεν είμαστε σοβαροφανής κοινωνία; Έχουν χιούμορ οι πολιτικοί μας Έχουν χιούμορ οι πανεπιστημιακοί μας Έχουν χιούμορ οι άνθρωποι της εξουσίας στη χώρα μας Έχω ζήσει χρό­νια στην Αγγλία και μπορώ να σας δια­βεβαιώσω ότι εκεί οι άνθρωποι έχουν χιούμορ, όσο κι αν εμείς τους θεωρούμε ξενέρωτους. Εμείς πάσχουμε από έλ­λειψη χιούμορ. Ένα από τα πράγματα με τα οποία μας αρέσει να γελάμε, π.χ., είναι τα κουσούρια των άλλων. Αυτό, όμως εί­ναι το τελευταίο σκαλί του χιούμορ. Και σίγουρα, για να γυρίσω πάλι στον Αρι­στοφάνη, ο τρόπος που ανεβαίνει συνή­θως καθρεφτίζει το επίπεδο του χιού­μορ που έχουμε ως λαός Άλλωστε, γενικά στη χώρα μας η κωμωδία έχει τη σφραγίδα της ανυποληψίας

Ανάμεσα στον Γούντι Άλεν και μια συ­γκινητική σαπουνόπερα…

Όχι, ας μην το πάμε εκεί. Ας το πάμε στο ότι το κλάμα, η λύπη ή ο πόνος προέρ­χονται από ένα τραγικό συμβάν, το οποίο μπορεί να καθορίσει την (δια μας τη ζωή. Ενώ το γέλιο είναι μια γλυκιά πο­λυτέλεια για να μπορέσουμε να υπερ­βούμε καταστάσεις και να μπορέσουμε να διοχετεύσουμε λιγάκι την ενέργεια του μυαλού μας προκειμένου να επι­κοινωνήσουμε. Είναι πιο επικοινωνιακό στοιχείο το γέλιο. Και απαραίτητο. Βέ­βαια, έχει διαφορά από το σαχλό και τη σαπουνόπερα, από το επιδερμικό και το μελό. Το αστείο είναι πολύ σοβαρή υπό­θεση. Ο Αριστοφάνης είναι σατιρικός συγγραφέας που χρησιμοποιεί το γέλια για να μιλήσει για τρομακτικά και σο­βαρά θέματα. Πώς να μιλήσει κανείς για τον πόλεμο με αστεία; Το αστείο έχει αξία λοιπόν μόνο όταν σατιρίζει κανείς σημαντικά πράγματα, έως και ιερά.

Γιατί τότε είναι άστοχο να εμπλουτίσει κανείς το κείμενο του Αριστοφάνη με σκυλάδικα ή ευτελή τραγούδια;

Όπως θα ήταν άστοχο στον Ευριπίδη να χρησιμοποιήσουμε τα τραγούδια μιας τραγουδίστριας σε σκυλάδικο που θρη­νεί για την καψούρα της Στη μια περί­πτωση, του Ευριπίδη, δεν τολμούμε καν να το σκεφτούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα σκυλάδικο όσο θρηνεί η Εκάβη, ενώ στην περίπτωση του Αριστοφάνη είναι έως και ζητούμενο. Βέβαια, αυτή η επι­λογή σχολίαζα εμάς όχι τον Αριστοφάνη. Έλα όμως που το κοινό έχει εκπαιδευτεί κι έχει ταυτίσει τον Αριστοφάνη με το κιτς και την ευκολία

Εσείς πώς χειρίζεστε τον άγνωστο Αριστοφάνη, όπως τον λέτε, στη δική σας σκηνοθεσία της Λυσιστράτης;

Το έργο είναι στην ουσία άγνωστο- αν ρωτήσει κανείς τον κόσμο τι είναι η Λυ­σιστράτη, είναι πολύ πιθανό να ακούσει πως το θέμα είναι ότι κάποια στιγμή οι γυναίκες αποφάσισαν να πάρουν την εξουσία, έτσι από το τίποτε, ότι άρχισαν να διακωμωδούν τους άνδρες…

Ενώ στην πραγματικότητα;

Στην πραγματικότητα έχουμε μια πόλη, την Αθήνα κατεστραμμένη, χωρίς άν­δρες. Διότι οι άνδρες συνεχίζουν ακόμη βλακωδώς να διοχετεύουν όλη την ενεργητικότητα και τη σεξουαλική επι­θυμία τους στον πόλεμο. Έχουμε ορφα­νές γυναίκες χωρίς το άλλο τους μισό. Απελπισμένες πια, αποφασίζουν ότι εφόσον οι άνδρες νομίζουν ότι δεν τις έχουν ανάγκη, θα απέχουν από το κρε­βάτι. Σαν να λένε, ελάτε λοιπόν να με­τρηθούμε τώρα – ως ένστικτα ως κοι­νωνία ως αρσενική πλευρά, ως θηλυκή πλευρά, για να δούμε πώς μπορούμε να έρθουμε κοντά. Αυτό είναι ένα δρώ­μενο, είναι μια τελετουργία. Κάπως έτσι ξεκινούσαν όλες οι τελετές ευγονίας για να φτάσουμε στα ανθεστήρια και να αν­θίσει η γη. Όμως αυτή δεν είναι μια εύ­κολη διαδικασία Περνάει μέσα από σκο­τεινά λαγούμια, περνάει μέσα από θάνατο, μέσα από το όνειρο, μέσα από την απόλυτη παρεξήγηση. Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να βρούμε μια καινούργια ισορροπία αρσενικού και θηλυκού, δηλαδή να συνθηκολογή­σουμε για να δούμε από εκεί πέρα πώς θα εξελιχθεί το μέλλον, μέχρι να χαθεί και πάλι η ισορροπία. Γιατί οι κοινωνίες είναι αντιερωτικές έτσι κι αλλιώς

Η ελληνική κοινωνία, νια παράδειγμα με ποιον τρόπο είναι αντιερωτική;

Η Αθήνα είναι μια βίαιη κι ως εκ τούτου μια αντιερωτική πόλη. Στην Αθήνα και μια βόλτα να κάνεις σου έρχεται να σκο­τώσεις άνθρωπο, κι όχι μόνο έναν. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας Ολόκληρο το λεκανοπέδιο είναι ένα βίαιο λεκανοπέδιο, πυκνοκατοικημένο, το οποίο μόνο σχιζοφρένεια και τρέλα μπορεί να προκαλέσει. Σ’ αυτή την πόλη μόνο μικρές εστίες ερωτισμού μπορούν να υπάρξουν, όπως και δημιουργικές μυ­στικές σχέσεις πολύ κλειστών κύκλων. Για μένα η πρόβα είναι μια τέτοια εστία, η συνάντηση μιας ομάδας καλλιτεχνών που μοιράζονται έναν κοινό στόχο. Αυτή θεωρώ ερωτική διαδικασία, πέρα από την ερωτική επιθυμία που έχω για έναν άνθρωπο που αγαπάω. Γιατί πολλές φο­ρές δεν αγαπάμε κιόλας.

Και ποια νομίζετε ότι είναι η σχέση της σημερινής Αθήνας που περιγρά­φετε με την Αθήνα του Αριστοφάνη;

Ο Αριστοφάνης γράφει ενώ η πόλη με­τράει τον εικοστό χρόνο του πολέμου. Ο πόλεμος είναι πια καθημερινή διαδικα­σία. Οι Αθηναίοι δεν βλέπουν μάχες, αλλά τη διαφθορά, τη βία, την παρακμή, την ηθική κατάπτωση, θέλουν απλώς να επιβιώσουν. Αυτά βλέπει ο Αριστοφά­νης. Εδώ, σήμερα -γιατί η παράσταση παίζεται τώρα- γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει βία, τι σημαίνει καταστολή, τι σημαίνει θάνατος στις ανθρώπινες σχέ­σεις. Βιώνουμε έναν πόλεμο άλλου τύπου. Και η παράσταση γι’ αυτόν τον πό­λεμο ενδιαφέρεται. Για να το κάνω ακόμη πιο συγκεκριμένο, ενδιαφέρεται πολύ για τη σχέση του άνδρα και της γυ­ναίκας, για την κατάρρευση του ανδρό­γυνου όπως περιγράφεται στο Συμπό­σιο του Πλάτωνα. Και ενώ είναι μια προσωπική σχέση, μπορεί να μιλήσει για την κοινωνία Και την παράσταση τη δια­περνάει ένα νεαρό ζευγάρι, μέσα από τη σχέση των οποίων παρακολουθούμε και την πορεία της Λυσιστράτης.

Γιατί κρατούν άνδρες τους γυναικεί­ους ρόλους

Οι γυναικείοι ρόλοι των επεισοδίων παί­ζονται από άνδρες ηθοποιούς σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε τη γυ­ναικεία ψυχολογία μέσα από το ανδρικό σώμα. Το εγχείρημα έχει και τη σοβαρή και την αστεία πλευρά. Έχει μεγάλο εν­διαφέρον να αποφασίσει ένα ανδρικό σώμα να επιχειρήσει ένα ταξίδι και στο σώμα αλλά και στην ψυχοσύνθεση της γυναίκας. Υπάρχουν όμως και οι γυναί­κες που λειτουργούν σε δεύτερο, φαντασιωτικό επίπεδο, το οποίο κινεί μυ­στικά την παράσταση και εμφανίζεται στα χορικά για να μας πει μια άλλη ιστο­ρία. Υπάρχουν δηλαδή οι άνδρες που υποδύονται τις γυναίκες και βιώνουν μια εμπειρία, και ταυτόχρονα υπάρχει η αλή­θεια της παράστασης που είναι η γυναι­κεία φύση, η οποία βιώνει επίσης με τον τρόπο της την έλλειψη και την επιθυμία για τον έρωτα.

Θα συνεχίσω να σας ρωτώ για το σή­μερα. Για τη σημερινή επικαιρότητα του Αριστοφάνη…

Επειδή καλό είναι να μην έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, ας θυμηθούμε ότι πριν από ενάμισι χρόνο η Αθήνα καιγόταν. Και δεν καιγόταν χωρίς λόγο. Δολοφόνησαν ένα παιδί. Ξαφνικά διαπιστώσαμε ότι πτώχευσε και το κράτος. Ξαφνικά διαπιστώσαμε ότι πτώχευσε και ο πολιτικός λόγος. Πόσο ξαφνικά πια; Αυτά έχουν συμβεί. Η ρήξη και η σκληρή κοινωνία είναι πραγματικότητες εδώ και χρόνια. Τώρα κάποιοι ξύπνησαν και λένε ότι δεν πάμε καλά. Δεν πάμε καλά εδώ και πάρα πολύ καιρό. Για να επιστρέψω στο κείμενο, πρέπει να πω ότι και ο Αριστοφάνης έβλεπε ότι το πράγμα τείνει προς την τυραννία – το έχει και στο έργο, ότι όλα αυτά τα εξυφαίνουν οπαδοί της τυραννίδος. Δεν υπάρχει πιο φανερό μονοπάτι για την έλευση του φασισμού από την έλλειψη του ερωτισμού, τη λαγνεία της ομογενοποίησης και της συγχρονισμένης αισθητικής. Αυτή η έλλειψη ανοίγει το δρόμο προς τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κι ο Αριστοφάνης αυτό το βλέπει, το διαισθάνεται.
Πώς σας φαίνεται που σας χαρακτηρίζουν ανατρεπτικό σκηνοθέτη;
Θα ήθελα να είμαι ανατρεπτικός· με κολακεύει ο χαρακτηρισμός. Έχω ασχοληθεί συστηματικά με τα κόμικς και με γοητεύουν ιδιαίτερα – και η οικονομία, η εξυπνάδα, η αιχμηρότητα, αλλά και το βάθος τους. Γιατί έφτασα εκεί; Γιατί δεν με ικανοποιούσε μια συμβατική θεατρική ανάγνωση των κειμένων. Όταν διαβάζω ένα κείμενο προσπαθώ να δω τη δυναμική που έχει και αυτό συνήθως φέρνει φόρμες που ανατρέπουν προκατασκευασμένες αντιλήψεις για τις παραστάσεις. Αυτό άλλοτε πετυχαίνει, άλλοτε όχι. Από την άλλη, επειδή είμαι πολιτικοποιημένος, προσέχω τα κείμενα που περιγράφουν και αναδεικνύουν μια κοινωνική βία, την αρρώστια την οποία και εγώ προσπαθώ να βγάζω στην επιφάνεια, γι’ αυτό συχνά οι παραστάσεις μου είναι βίαιες. Κι αυτή η επιδίωξη της συνύπαρξης του αιχμηρού αστείου και μιας βίαιης πραγματικότητας ίσως καμιά φορά φτιάχνει μια μολότοφ. Έτσι όμως αγαπάω το θέατρο, το αγαπάω εκρηκτικά. Οι παραστάσεις που κάνω θα ήθελα να είναι αμφιλεγόμενες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.