«Εγώ είμαι ο έρωτας», Io sono l’ amore, του Luca Guadagnino, κριτική της Δήμητρας Γιαννακού.

ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΣΤΕΡ

«Εγώ είμαι ο έρωτας» λέγεται η νέα ταινία του Luca Guadagnino με την οποία απέσπασε πολλές διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ του κόσμου. Ήδη ο τίτλος υπόσχεται πολλά. Ένα ταξίδι μαγικό στο σύμπαν των αισθήσεων, μια ιστορία που μεταβαίνει αργά και βαθμιαία από έναν γκρίζο και μουντό κόσμο καθωσπρεπισμού, διατήρησης των «τύπων» και κοινωνικών συμβάσεων, σε εκείνον της απλότητας, του αυθορμητισμού, της απόλαυσης και του έρωτα, θυμίζοντας πως η χαρά της ζωής κρύβεται μέσα σε λιγοστά απλά πράγματα που είναι ταυτόχρονα υπεραρκετά για να της δώσουν επιτέλους ένα νόημα.

ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρόκειται για μια ιστορία που σκιαγραφεί αρχικά την κοινωνία της μπουρζουαζίας της Ιταλίας μέσα σε ένα σπίτι όπου μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος, εστιάζοντας στη συνέχεια στον ξαφνικό έρωτα μιας αριστοκράτισσας με…ένα σεφ με όλες τις δραματικές προεκτάσεις που επισύρει αυτό το γεγονός.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η κάμερα μάς εισάγει με ασπρόμαυρα σταθερά (φιξ) πλάνα (όπου πέφτει και το ζενερίκ) από τον γκρίζο και παγερό, εξωτερικό χώρο ενός χιονισμένου Μιλάνου στο εσωτερικό μιας αριστοκρατικής οικίας – μιας βίλας θα λέγαμε ή ενός μαυσωλείου;- όπου εκεί θα λάβει χώρα κι ένα μεγάλο μέρος της δράσης. Ξαφνικά η ποικιλία χρωμάτων εισβάλλει στην οθόνη τονίζοντας με αδρές πινελιές τη διαφορά εξωτερικού και εσωτερικού χώρου. Ωστόσο, σιγά-σιγά ξεδιπλώνεται η θέα ενός ψυχρού και αποπνικτικά τυπικού περιβάλλοντος με πόρτες που ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα, με βαριά διακόσμηση, ακριβά χαλιά, έπιπλα και πίνακες της μπελ επόκ. Το σπίτι ανήκει στους Ρίκε, μια οικογένεια βιομηχάνων, υψηλής αριστοκρατίας, με μεγάλο όνομα στην παραγωγή υφασμάτων.

ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ 3

Ο πρόλογος της ταινίας είναι η συγκέντρωση όλων των μελών της οικογένειας, από τον γηραιότερο στο νεώτερο, γύρω από το τραπέζι, αναδεικνύοντας έτσι τρανά την οικογενειακή εστία, ως αντιπρόσωπο του θεσμού της Οικογένειας και στη συγκεκριμένη περίπτωση της πατριαρχικής. Η αφορμή αυτής της συγκέντρωσης είναι ο εορτασμός των γενεθλίων του παππού (ρόλο που υποδύεται ο Gabriele Ferzetti, o Sandro της Avventura του Antonioni ή ο κακός στο γνωστό φιλμ του Sergio Leone Once Upon A Time In The West) ο οποίος θα αδράξει τη ευκαιρία για να αναγγείλει τους διαδόχους του.

Μέσα σε όλο αυτό το κοινωνικό σώμα –ας μην ξεχνάμε ότι η οικογένεια είναι η πρώτη μορφή κοινωνικής οργάνωσης- υπάρχει ένα «σώμα» που είναι ουσιαστικά ξένο δημιουργώντας παραφωνία στο υπόλοιπο σφιχτοδεμένο σύνολο: η Έμα, η σύζυγος του Τανκρέντι, του πρώτου διαδόχου, ήρθε από τη Ρωσία πριν από χρόνια ακολουθώντας τον άνδρα της. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να επισημάνουμε ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο του σκηνοθέτη, ο οποίος είπε σε μια συνέντευξή του:

«Η μητέρα μου είναι αλγερινής καταγωγής και ο πατέρας μου Σικελός. Όταν ήρθε στη Σικελία στο τέλος της δεκαετίας στου ’60, άκουσε από πολλούς να λένε ότι ευτυχώς που δεν ήταν μαύρη..Αυτός ο εξοστρακισμός της κοινωνίας με σημάδεψε από την παιδική μου ηλικία για όλη μου την ζωή [..] Σχημάτισα την ιδέα ότι η γυναίκα είναι μια ξένη μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον…»

ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ 2

Πράγματι, καθώς προχωράει η εξέλιξη του μύθου ο θεατής θα διαπιστώσει ότι το πρόσωπο της Έμα περιφέρεται χωρίς σκοπό (θα τολμούσαμε να πούμε) μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της οικίας, εκτελώντας απλά έναν διακοσμητικό ρόλο, αυτόν της συζύγου του Τανκρέντι. Ξένη και παρείσακτη, λοιπόν, δίπλα στη ζωή του μεγαλοαστού συζύγου της, αποδεχόμενη στωικά το ρόλο της οικοδέσποινας. Ξένος είναι επίσης κι ο Αντόνιο, ένας φίλος του γιου της που εισέρχεται σε αυτήν την οικογενειακή φωλιά με την ιδιότητα του σεφ, χάρη στις ιδιαίτερες μαγειρικές του ικανότητες. Το ξύπνημα των «κοιμισμένων» αισθήσεων της Έμα θα γίνει για πρώτη φορά όταν θα δοκιμάσει ένα εύγευστο πιάτο με γαρίδες που είχε ετοιμάσει ο Αντόνιο. Ο Αντόνιο, ή μάλλον ο κεραυνοβόλος έρωτας της γι΄ αυτόν, γίνεται αρχικά το μέσο συνειδητοποίησης της φυλακής και, στη συνέχεια, της απόδρασής της από αυτήν.

Γίνεται σαφές ότι το ντεκόρ, εκτός από τις ανάγκες αφηγηματικού χαρακτήρα που εξυπηρετεί, έρχεται να επιτελέσει κι ένα συμβολικό ρόλο: το επιβλητικό σπίτι σε στυλ αρ-ντεκό αποτελεί από τη μια επιδεικτικό σύμβολο κυριαρχίας αλλά απ΄ την άλλη το ψυχρό περιβάλλον και η αίσθηση κλειστοφοβισμού που αποπνέει, ερχόμενη σε αντίθεση με το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του, παραπέμπει στην αντίστοιχη αίσθηση καταπίεσης και «φυλάκισης» που έχει το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, η Έμα (Tilda Swinton).

ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ 1

Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια ταινία «κομμένη στα μέτρα» κυριολεκτικά της Tilda Swinton η οποία εκτός από το ρόλο της ερμηνεύτριας συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της ιστορίας και στην παραγωγή της. Στο παρελθόν, πριν από εφτά χρόνια είχε συνεργαστεί με τον ίδιο σκηνοθέτη για την ταινία The love factory, μια ταινία-δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τη μοναξιά, όπου η ηθοποιός ξετυλίγει τις σκέψεις της απαντώντας στις ερωτήσεις που της θέτει ο Luca Guadagnino. Κάτι σαν το ντοκιμαντέρ του 1960 Le chronique dun été (το οποίο προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας) όπου ο ανθρωπολόγος Edgar Morin παίρνει συνεντεύξεις από τον κόσμο, ρωτώντας τον αν είναι ευτυχισμένος… Έπειτα από το The love factory οι δύο συνεργάτες συνέλαβαν την ιδέα να φτιάξουν μια ταινία μυθοπλασίας, μια φανταστική ιστορία με κεντρικό θέμα τον έρωτα και το ξύπνημα των αισθήσεων. Αυτό το σχέδιο το προετοίμαζαν και το δούλευαν επί επτά χρόνια ώσπου τελικά δημιουργήθηκε το Io sono lamore, όπου η Swinton βάζει όλη την πεμπτουσία των εμπειριών της από προηγούμενες ταινίες: από την υπέρμετρη κυριαρχία της Λευκής Μάγισσας στη Narnia μέχρι την εύθραυστη ηρωίδα στο φιλμ Michael Clayton με το οποίο κέρδισε Όσκαρ ερμηνείας. Ανένταχτη κυριολεκτικά μπορεί να υποδυθεί διάφορους ρόλους τόσο σε χολιγουντιανές παραγωγές όσο και σε αντίστοιχες μεγάλων δημιουργών (είναι γνωστό ότι έχει συνεργαστεί με τον Derek Jarman, τον Jim Jarmusch, τους αδελφούς Coen ακόμη και τον Béla Tarr).

Ξεκινώντας από ένα θέμα αρκετά κοινότυπο και πολύ-ιδωμένο –το ξαφνικό ξύπνημα του πάθους μέσα στην τακτοποιημένη ζωή μιας αριστοκράτισσας – ο Luca Guadagnino καταφέρνει να φτιάξει ένα κοινωνικό κι αισθηματικό δράμα υψηλής αισθητικής. Πρόκειται για ένα μελόδραμα όπου παντρεύεται η ποίηση και ο ρεαλισμός, αγγίζοντας τα όρια της αρχαίας τραγωδίας με ταυτόχρονα σαφείς βισκοντικές αλλά και χιτσκοκικές αναφορές.

Πράγματι, το έντονο πάθος που βιώνει η Έμα δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει το αντίστοιχο της ηρωίδας του Βισκόντι μέσα στο Ossessione, ακόμη και το όνομα Τανκρέντι παραπέμπει στον ήρωα Τανκρέντ που υποδυόταν ο Alain Delon μέσα στο Γατόπαρδο (Le guépard), ενώ όλο το περιβάλλον της μεγαλοαστικής οικογένειας των βιομηχάνων παραπέμπει δε σε αντίστοιχα ντεκόρ ταινιών του μεγάλου ιταλού δημιουργού.

Απ’ την άλλη πλευρά, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, η Έμα δηλαδή, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά τραγικής ηρωίδας: αποκομμένη από τους γύρω της, μόνη στο βάθος και αντισυμβατική έρχεται σε ρήξη με τις παγιωμένες νόρμες και αντιλήψεις, ταράσσοντας τα «καλώς κείμενα» της επιφάνειας της γοητευτικής μπουρζουαζίας μέσα στην οποία ζει. Όλα αυτά, για να υποστηρίξει κάποια ιδανικά, εκείνα του έρωτα, της αγάπης, της ειλικρίνειας και της απλότητας, όπως απλή και μεγάλη είναι και η Φύση. Αυτή η στροφή στη ζωή της αποτυπώνεται άψογα και στην ενδυμασία της, στο τέλος της ταινίας: η Έμα βγάζει τη «στολή» της μεγάλης κυρίας με τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, για να φορέσει κάτι πολύ απλό που φορούν όλοι οι κοινοί θνητοί. Οι ακραίες της επιλογές όμως και συμπεριφορές θα οδηγήσουν σε ένα τραγικό τέλος που θυμίζει αρκετά το Μοιραίο Πάθος (Dammage) του Louis Malle. Αντίστοιχα επαναστατική και η κόρη της (ρόλο που υποδύεται η Alba Rohrwacher) που δεν διστάζει να ομολογήσει την ομοφυλοφιλική της φύση μέσα σε αυτό το άκρως συντηρητικό και αποστειρωμένο περιβάλλον.

Ο ποιητικός ρεαλισμός, η τραγικότητα και η ένταση της δραματικής αφήγησης επιτυγχάνονται βέβαια με τις σκηνοθετικές ικανότητες και τους επιδέξιους χειρισμούς της κάμερας του σκηνοθέτη. Έτσι, εκεί που το εγχείρημα θα μπορούσε να καταλήξει στη δημιουργία ενός κοινού μελοδράματος, τα διαφορετικά είδη μοντάζ που χρησιμοποιούνται καθώς και η ερμηνευτική δεινότητα της Swinton αναδεικνύουν ένα έργο που μαγεύει το θεατή, «παίρνοντάς τον από το χέρι» και οδηγώντας τον στα μονοπάτια των βαθύτερων ενστίκτων. Σε αυτό επικουρεί και η εύστοχη φωτογραφία του Yorick Le Saux ο οποίος έχει συνεργαστεί παλαιότερα με τον Ozon και τον Hou Hsiao Hsien.

Το μοντάζ κατά κύριο λόγο είναι αφηγηματικό, υπηρετεί δηλαδή την εξέλιξη της δράσης διαμορφώνοντας μια λογική σχέση και συνέχεια ανάμεσα στα γεγονότα που αντιστοιχεί στον κοινό νου του θεατή. Ωστόσο, σε κάποια σημεία της ταινίας, όταν η ατμόσφαιρα βαραίνει συναισθηματικά ή όπου αυξάνεται η δραματική ένταση, ο Guadagnino με πολλά και σύντομα πλάνα που διαδέχονται με γρήγορους ρυθμούς το ένα το άλλο, κάνει το φιλμικό κείμενο υποκειμενικό, δηλαδή να καθοδηγείται και να διαμορφώνεται με βάση την οπτική γωνία και τη συναισθηματική κατάσταση των ηρώων του. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε και η περίφημη σκηνή της αυθόρμητης παρακολούθησης του Αντόνιο από την Έμα, αποδίδοντας αριστοτεχνικά τις συναισθηματικές της ταλαντεύσεις. Ένας τρόπος κινηματογράφησης που θυμίζει αρκετά σεκάνς από ταινίες του Hitchcock∙ υποψίες που έρχονται να μας τις επιβεβαιώσουν, στη συγκεκριμένη σκηνή, η έντονη παραμονή της κάμερας του σκηνοθέτη πάνω στο χτένισμα της Έμας (ένας κότσος σε στυλ σπιράλ α λά Kim Novak στο Vertigo) προμήνυμα ιλίγγου; καθώς και η μουσική επένδυση που παραπέμπει αρκετά στις νότες του Hermann σε πολλά φιλμ του ίδιου σκηνοθέτη.

Ακόμη, ο Luca Guadagnino δεν παραλείπει να χρησιμοποιήσει τεχνικές του μοντάζ του Eisenstein και άλλων του ρωσικού φορμαλισμού (montage-discursif ή αλλιώς intellectuel ή montage des attractions). Σε αυτήν την περίπτωση, με απρόσμενα cut και πολύ σύντομες εικόνες παραλληλίζονται πρόσωπα και καταστάσεις με αντικείμενα ή γεγονότα, εμπλουτίζοντας αισθητικά και σημασιολογικά το σύνολο του έργου βάζοντας από τη μια το θεατή σε σκέψεις, ενώ από την άλλη τον φορτίζουν συναισθηματικά. Χαρακτηριστικές σκηνές με διαδοχικά πλάνα συμβολικής φύσεως είναι πρώτα από όλα η σκηνή που δείχνει τον Αντόνιο και την Έμα να κάνουν έρωτα μέσα σε ένα ανθισμένο λιβάδι. Η κάμερα πηγαινοέρχεται επίμονα ανάμεσα στο ζευγάρι και στα γεμάτα ζωηρά χρώματα λουλούδια, το νέκταρ των οποίων ρουφάνε λαίμαργα κάποια έντομα αποδοσμένα σε γκρο-πλαν (σε πολύ κοντινά πλάνα). Η γιορτή της Φύσης αποδίδεται άψογα με αυτές τις εικόνες, όπου το μάτι και του πιο άπειρου θεατή δεν μπορεί να μη δει σε αυτές την αναπαράσταση του άπλετου «δοσίματος» της Έμα στον Αντόνιο, ο οποίος, ίδιος με ένα πεινασμένο έντομο, έχει πέσει με λύσσα επάνω της. Τα ζωηρά χρώματα των λουλουδιών που γεμίζουν την οθόνη μεταδίδουν ολοκάθαρα στο κοινό την κατάσταση ευφορίας που διακατέχει τους ήρωες.

Μια δεύτερη περίπτωση του montage discursif που μας προσφέρει ο σκηνοθέτης είναι στη σκηνή του πένθους, όταν χάνει απρόσμενα η Έμα τον γιο της. Ο μεγάλος πόνος και η θλίψη που ακολουθεί μετά τον ξαφνικό θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου συμβολίζεται πολύ εύστοχα, στο Io sono lamore, με τη βροχή που πέφτει πάνω στο πρόσωπο ενός γκρίζου αγάλματος που αναπαριστά μια γυναίκα…Σε μια προσπάθεια μεταφορικής συσχέτισης αυτών των πλάνων, είναι φανερό ότι ο σκηνοθέτης, αντί να δείξει απλώς τη μητέρα και τους άλλους συγγενείς να κλαίνε γύρω από το νεκρό – κάτι που εξάλλου είναι πολύ κοινότυπο και συνηθισμένο- έχει την ευφυΐα να εμπλουτίσει το φιλμικό του κείμενο δημιουργώντας νοητικές διασυνδέσεις μεταξύ των εξής: βροχή-δάκρυα, άγαλμα γυναίκας-μητέρα του νεκρού ή μήπως η Έμα που όμοια με ένα άγαλμα κείτεται πετρωμένη σα νεκρή τόσα χρόνια μέσα σε αυτό το Μαυσωλείο; Οι σημασιολογικές προεκτάσεις είναι αρκετές και σε άλλα σημεία του φιλμ και προκαλούν το θεατή να τις αποκωδικοποιήσει.

Η μουσική της ταινίας είναι του αμερικανού John Adams, ενός από τους πιο γνωστούς συνθέτες κλασικής μουσικής της σύγχρονης εποχής με μινιμαλιστικές επιρροές. Προϋπήρχε και δεν συντέθηκε αποκλειστικά για το φιλμ. Οι νότες αυτού του συνθέτη ενέπνευσαν και καθοδήγησαν το σκηνοθέτη στο στήσιμο και την ολοκλήρωση του Io sono lamore, όπως είπε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του. Είναι αλήθεια ότι η μουσική δένει αρμονικά με το σύνολο του έργου, αποτελώντας ένα αναπόσπαστο κομμάτι της. Οι διάφορες μελωδικές διακυμάνσεις της συμφωνικής μουσικής του John Adams και η ποικιλία των ρυθμών της επιδεικνύει και υπογραμμίζει τον ίλιγγο των συναισθηματικών μεταπτώσεων των προσώπων της ιστορίας. Έτσι η μουσική γίνεται ένα με την αφήγηση, ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης ή και το αντίστροφο.

Το «Εγώ είμαι ο έρωτας», λοιπόν, είναι μια ταινία που αναπαριστά τη σύγκρουση ενός χαρακτήρα με ένα σύνολο θεσμών, με ένα κοινωνικό σχήμα. Η κάμερα από αποστασιοποιημένη γίνεται όλο και πιο υποκειμενική, καθώς προχωρά η ιστορία, «γαργαλώντας» τις αισθήσεις του θεατή, κάνοντάς τον να συμπάσχει με τους ήρωες. Ένα φιλμ αισθαντικό, μείγμα πολλών επιρροών, ονειρικό, μαγικό, που πρέπει να δείτε οπωσδήποτε.

Που παίζεται:
Αμπελόκηποι – Νεάπολη
Δαναός

Λ. Κηφισίας 109 (ΜΕΤΡΟ Πανόρμου) 2106922655.
Γενική Είσοδος: € 8,00. Προπώληση εισιτηρίων στο 2106922609 και στο http://www.danaoscinema.gr.
Ώρες Προβολών: Αίθουσα 1: 17:40, 20:10, 22:40

Κέντρο – Κολωνάκι – Εξάρχεια
Ελλη

Ακαδημίας 64 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3632789.
Γενική Είσοδος: € 8,00.
Ώρες Προβολών: 17:30, 20:00, 22:30

Μαρούσι – Μελίσσια – Κηφισιά
Κηφισιά 1-2 Cinemax

Λ. Κηφισίας 245, Ζηρίνειο, Κηφισιά (ΗΣΑΠ Κηφισιά) 2106233567, 2106232808.
Γενική Είσοδος: € 8,00, Παιδ. – Φοιτ. € 6,50, γκρουπ άνω των 20 ατόμων € 6,00. Προπώληση εισιτηρίων στο 80111300400 και στο http://www.cinemax.gr.
Ώρες Προβολών: Αίθουσα 1: 17:40, 20:10, 22:40

Παγκράτι
Πτι Παλαί

Βασ. Γεωργίου Β’ και Ριζάρη (ΜΕΤΡΟ Ευαγγελισμός), 210-7291800, 2107243707.
Γενική Είσοδος: € 8,00. Παιδ. – Φοιτ. € 6,00.
Ώρες Προβολών: 18:10, 20:20, 22:30

MULTIPLEX
Γλυφάδα – Βουλιαγμένη – Βάρκιζα – Σαρωνίδα
Αθήναιον Cinepolis 3D Digital

Ζησιμοπούλου 7 & Ιωάννου Μεταξά, Γλυφάδα 2108108230.
Γενική Είσοδος: Δευτ. – Πέμ. € 7,50, Παρ.- Κυρ. € 8,50, Καθημ. έως 18:30 € 6,50. Για άτομα άνω των 60 & παιδιά κάτω των 12 & φοιτ. Γεν. είσ. € 6,50. Προπώληση εισιτηρίων στο http://www.athinaioncinemas.com και στο 210-8108230.

Αίθουσα 3

Ώρες Προβολών: 17:50, 20:10, 22:30

Advertisements

One thought on “«Εγώ είμαι ο έρωτας», Io sono l’ amore, του Luca Guadagnino, κριτική της Δήμητρας Γιαννακού.

  1. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ σε πολλά απ΄ αυτά που εντοπίζει η κριτική της Δήμητρας Γιαννακού.
    Η ικανότητα του σκηνοθέτη στις τεχνικές της κινηματογραφικής αφήγησης και του μοντάζ είναι -πέραν πάσης αμφισβήτησης- μοναδική. Δημιουργεί σκηνές ποίησης κινηματογραφώντας με πραγματική έμπνευση χώρους και χρόνο. Ωστόσο, φαντάζομαι, ότι το έργο δεν αποσκοπούσε να είναι απλώς μια άσκηση δεξιοτεχνίας, αλλά μια ταινία με ολοκληρωμένο νόημα. Ως τέτοια πιστεύω πως έχει αποτύχει στον σκοπό της:
    Το πάθος και η ένταση των καταστάσεων που βιώνει προοδευτικά η μητέρα, η απογοήτευση που καταλαμβάνει το γιό της από την κλιμακωτή καθίζηση των προσδοκιών του, η αλλαγή και η ανατροπή των παραδόσεων που συνήθιζαν να χαρακτηρίζουν το οικοδόμημα της πάμπλουτης, αριστοκρατικής οικογένειας των Ρέκι, αντιμετωπίζονται με έλλειψη σφαιρικότητας, αποσπασματικά, ως επεισόδια ενός σήριαλ, κι όχι δυναμικά με μια «απ΄ έξω από τα πράγματα», αφ’ υψηλού, γενική κριτική ματιά (αδιάφορο αν είναι θετική ή αρνητική) της στάσης ζωής της οικογένειας.
    Κι ενώ η κάμερα επιλέγει την αποστασιοποιημένη ματιά του αφηγητή –παντογνώστη, ο σκηνοθέτης μοιάζει να μην έχει πάρει θέση απέναντι στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι ήρωές του και στα διλήμματα που τους ταλανίζουν. Το αδύναμο κι επιφανειακό σενάριο του έργου, που χαρακτηρίζεται έντονα από τα στοιχεία του προφανούς, του κοινότυπου και του αυτονόητου, δεν αποκαλύπτει την ουσία της ψυχής των ηρώων, αλλά τους αφήνει να δρούν ως άγνωστοι μήτε δικαιώνοντας μήτε απαξιώνοντας τις αντιδράσεις τους. Ο θεατής αναγκάζεται να βρει τη λύση μόνος του καταφεύγοντας, προκειμένου να διακαιολογήσει ή όχι τις πράξεις τους, στην προσωπική του ηθική, αλλά αυτήν ακριβώς τη στιγμή το έργο ξεφουσκώνει σα μπαλόνι και γίνεται ισοδύναμο των προς εντυπωσιασμό κοινωνικών προβληματισμών που θέτουν τα τηλεοπτικά δραματικά σήριαλς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s