Ερωτισμός στον Κινηματογράφο-Η αυτοκρατορία των στερήσεων, του Μπάμπη Ακτσόγλου

la bete

Το θέμα ερωτισμός – κινηματογράφος έχει συχνά απασχολήσει την κινηματογραφική κριτική, συχνά όμως καταναλώνεται είτε σε καθαρά ιστορικού χαρακτήρα μελέτες (όπως το L’ Erotisme et cinema του Λο Ντούκα ή το Amour, erotisme et cinema του Άδωνη Κύρου) είτε σε καθαρά κοινωνιολογικές (όπως οι μελέτες του Εντγκάρ Μορέν ή του Αντρέ Μπαζέν).

Για μας το θέμα αυτό μπορεί να εξεταστεί κάτω από τρία πρίσματα: μια πρώτη οπτική αφορά όλο τον κινηματογράφο ως συγκεκριμένο αναπαραστατικό σύστημα και την εγγραφή της θέσης του θεατή· μια δεύτερη οπτική αφορά τα ίδια τα φιλμ και τις ρητορικές μεθόδους με τις οποίες εγγράφεται ο ερωτισμός (είτε σ’ ένα κατευθείαν επίπεδο είτε σ’ ένα καθαρά συμπαραδηλωτικό) μια τρίτη, τέλος, οπτική μπορεί να περιορίσει από το σύνολο «φιλμ» την κατηγορία εκείνη των ταινιών που κατά καιρούς ονομάστηκαν «ερωτικές» και να δει το θέμα «ερωτισμός» ως εξέλιξη ενός συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την πρώτη οπτική.

Ταινίες ερωτισμού, τρία διαφορετικά είδη: κινηματογράφος του δημιουργού, soft πορνό και hardcore, του Θόδωρου Σούμα

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ | ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ (Προβολή Βίντεο)

in_the_realm

Ηδονοβλεψίας και ευνουχισμός στον κινηματογράφο

Ο κινηματογράφος, ως γνωστόν, βασίζεται στη σχέση ενός υποκείμενου που κοιτά κι ενός αντικείμενου που γίνεται τροφή στο βλέμμα του. Αυτό όμως που τον διαφοροποιεί από άλλα θεάματα (όπως το στριπτίζ, για παράδειγμα) ή αναπαραστατικό συστήματα (όπως η ζωγραφική) είναι ότι πίσω από αυτό το βλέμμα υπάρχει ένας πόθος:
ο πόθος του θεατή να είναι υποκείμενο μέσα σε έναν αναπαραστατικό χώρο, όπου κανένα άλλο βλέμμα δεν θα μπορεί να απειλήσει την προνομιακή του αυτή θέση(1), εξουσιάζοντας τον έτσι απόλυτα. Ο θεατής πραγματοποιεί μέσα στη σκοτεινή αίθουσα αυτό που ο Ντομινίκ Νογκέζ αποκαλεί «όνειρο του Γύγη» (του μυθικού Τιτάνα): το να βλέπεις χωρίς να μπορούν να σε δουν· διευκρινίζοντας όμως ότι: «το φάντασμα του αόρατου δεν είναι παρά ένα ηδονοβλεπτικό φάντασμα σπρωγμένο στα άκρα του»2.

Και πραγματικά ο θεατής είναι ένας ηδονοβλεψίας που, μέσα από την ασφάλεια και την απομόνωση της σκοτεινής αίθουσας, κρυφοκοιτά ένα θέαμα (ερωτικό ή όχι), το οποίο εξελίσσεται μπρος στα μάτια του (λες κι έγινε για το βλέμμα τού*, αλλά και από το βλέμμα του), δίνοντας του ανείπωτη ηδονή. Θέαμα που, ανεξάρτητα αν έχει να κάνει με το σεξ ή όχι, ερωτικοποιείται μέσα από τον ίδιο το μηχανισμό της τέλεσης του 3.
Τι είναι όμως το βλέμμα του ηδονοβλεψία παρά το βλέμμα ενός ακινητοποιημένου, παθητικού κι ευνουχισμένου ατόμου, που πρέπει πάντα να κρατά απόσταση από το αντικείμενο του πόθου του, χωρίς ποτέ να μπορεί να το κάνει δικό του (να το αγγίξει, να το ψηλαφίσει). Εκτός βέβαια κι αν μπει στον απαγορευμένο χώρο, πράγμα που σημαίνει και κατάλυση όλης της ηδονοβλεπτικής λειτουργίας.
Όμοια, ο θεατής του κινηματογράφου είναι ένα ακινητοποιημένο στην καρέκλα του άτομο, τελείως παθητικό κι ευνουχισμένο, όπως ακριβώς ο ήρωας του Rear Window (Σιωπηλός Μάρτυς) του Χίτσκοκ, που για να ξεπεράσει την αδυναμία του αυτή έχει ως μοναδική λύση τη φαντασματική του προβολή στο χώρο της μυθοπλασίας, διαμέσου ορισμένων μορφών-υποκατάστατων του εαυτού του (η ερωμένη του και η υπηρέτρια)4. Πρόκειται για μια φαντασματική μετάβαση μέσα στο χώρο του πόθου που ο θεατής πραγματοποιεί καθημερινά, ταυτισμένος είτε με ένα πρόσωπο της μυθοπλασίας είτε με την ίδια την Αφηγηματική Αρχή (το μηχανισμό δηλαδή που γεννά τη μυθοπλασία και που στον κινηματογράφο προσωποποιείται από την κάμερα: ένας μηχανισμός που όχι μόνο κυοφορεί, αλλά εδώ βλέπει, παρατηρεί και κατευθύνει τα δρώμενα). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας  ο θεατής κυριολεκτικά εγκαταλείπει τα μάτια του, το σώμα του και φορά τα μάτια του μυθοπλαστικού σώματος, όπως λέει ο Ντομινίκ Νογκέζ, «αυτά τα μάτια που είναι κολλημένα στη διήγηση, όμοια με τα μάτια που είναι κολλημένα σε μια κλειδαρότρυπα». Το κινηματογραφικό κάδρο γίνεται έτσι ένα κατά κυριολεξία ερωτικό σώμα που επιδεικνύεται μπροστά σε ένα αδηφάγο και λιμπιντικό βλέμμα, αυτό του θεατή.

Μια ρητορική της λιτότητας

liberte_

Το όχι το κινηματογραφικό θέαμα είναι ένα κατεξοχήν ερωτικό θέαμα έγινε συνειδητό από τη γέννηση κιόλας του κινηματογράφου. Σε καμία άλλη μορφή τέχνης του 20ού αιώνα δεν συναντάμε μια τόσο έντονη φετιχοποίηση αντικειμένων, μελών του σώματος, κινήσεων της κάμερας κλπ., που όλα να παραπέμπουν στο φαλλό ή τη σεξουαλική πράξη. Όπως σε καμία ίσως άλλη τέχνη δεν συναντάμε μια τόσο καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, αλλά και μια τόσο έντονη τάση να εκφραστεί αυτή με κάθε πλάγιο μέσο.

Γιατί όμως το γυμνό ή το σεξ να είναι απαγορευμένο στην οθόνη, όταν επιτρέπεται να εμφανίζεται στη φωτογραφία η τις πλαστικές τέχνες; Η απάντηση δεν μπορεί να βρεθεί παρά σε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κινηματογράφου: την εντύπωση της πραγματικότητας, που πριμοδοτεί με άμεσο και ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα την κινηματογραφική εικόνα. Αυτό που ενοχλεί την κυρίαρχη αισθητική αντίληψη και ιδεολογία είναι ακριβώς αυτή η εικόνα της φυσικής, ακατέργαστης πραγματικότητας, που την απωθεί κάτω από το όνομα του «ειδεχθούς», του «βρόμικου», του «άσεμνου», του «πορνογραφικού», αναγκάζοντας τον κινηματογράφο να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη λογοκριτική διαδικασία την οποία συνοψίζει, καλύτερα από κάθε άλλον, ο Αντρέ Μπαζέν: «…ο κινηματογράφος μπορεί να πει για τα πάντα, όχι όμως.και να τα δείξει. Δεν υπάρχει εκ των προτέρων απαγορευμένη σεξουαλική σχέση (είτε είναι ηθική ή
όχι, σκανδαλώδης ή συνηθισμένη, νορμάλ ή παθολογική), που να μην μπορεί να δειχθεί στην οθόνη, με την προϋπόθεση όμως ότι θα ανατρέξουμε στις δυνατότητες αφαίρεσης της κινηματογραφικής γλώσσας, ώστε η εικόνα να μην μπορεί ποτέ να λάβει ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα»6.

Εκεί λοιπόν που το σεξ υπονοείται, έχει καλώς- είμαστε στο χώρο της τέχνης (και του ερωτισμού). Εκεί όμως που δείχνεται στη φυσικότητα του, βρισκόμαστε ξαφνικά στο χώρο του ειδεχθούς, δηλαδή του ακατέργαστου και βρόμικου ρεαλισμού (της πορνογραφίας). Να λοιπόν που μπήκαμε ξαφνικά στο κέντρο της προβληματικής και της αντίθεσης, ανάμεσα σε «ερωτισμό» και «πορνογραφία», ανάμεσα σε softcore και hardcore. Ας δούμε λοιπόν από κοντά αυτή την αντίθεση, αφήνοντας τις δύο άλλες προσεγγίσεις του ερωτισμού στον κινηματογράφο για μια άλλη μελέτη.

casino

Η αυτοκρατορία των στερήσεων

Αν και ο ερωτισμός ή το γυμνό φαίνεται να είναι μια πρόσφατη κατάκτηση του κινηματογράφου, εντούτοις υπάρχει από τις πρώτες κιόλας ταινίες του: «Ο κινηματογράφος, τέχνη φαινομενικά του ορατού, δεν θα ικανοποιείται για πολύ δείχνοντας τους ντυμένους αστούς των αδελφών Λιμιέρ. Η γυμνότητα εμφανίζεται να είναι έτσι, κατά κυριολεξία ή μεταφορικά, μια κρυφή και θεμελιακή βλέψη της κάμερας»6.

Η ηδονοβλεπτική όμως διάθεση της κάμερας πρέπει να σταθεί μέσα σε ορισμένα όρια. Κάπου υπάρχει ένας απαγορευμένος χώρος που δεν θα πρέπει ποτέ να δρασκελιστεί. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια ερωτική ταινία από τα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου, έτσι όπως μας την περιγράφει ο Άδωνης Κύρου στο βιβλίο που αναφέραμε προηγουμένως: «Στην Ψείρα, η ηθοποιός του Casino de Paris Ανζέλ Ερό έψαχνε μια ψείρα που ‘χε χωθεί στην πουκαμίσα της. Οι διάφορες κινήσεις της άφηναν να φανούν, διαδοχικά, κάποια σημεία του σώματος της, η πουκαμίσα όμως σταματούσε να κατεβαίνει κι άλλο όταν το γδύσιμο προχωρούσε σε επικίνδυνα σημεία. Οι θεατές περίμεναν έτσι, με κομμένη την ανάσα, μια συνέχεια που δεν ερχόταν ποτέ».

Αυτό λοιπόν που χαρακτηρίζει τη θέαση μιας ερωτικής ταινίας είναι το συναίσθημα της έλλειψης, ο μη κορεσμός του ηδονοβλεπτικού πόθου, η αναμονή για κάτι που δεν έρχεται ποτέ, η μη κατάδειξη αυτού το οποίο ουσιαστικά ήλθε να δει ο θεατής. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι σκοπός του ερωτικού κινηματογράφου δεν είναι η αποκάλυψη, η κατάδειξη (ενός απαγορευμένου), μα κυριολεκτικά η απόκρυψη!7

Ερωτικός κινηματογράφος και σύμπλεγμα ευνουχισμού

Ο ερωτικός κινηματογράφος (σε όποια μορφή κι αν εμφανίζεται: από τις ταινίες στριπτίζ των πρώτων χρόνων μέχρι τα «nudies» ή το «softcore»)8 είναι λοιπόν ένας ευνουχισμένος, νευρωτικός κινηματογράφος, που το κυρίαρχο του σημαίνον δεν είναι το σεξ ή η ερωτική πράξη, όπως θα περίμενε κανείς, μα το σύμπλεγμα του ευνουχισμού. (Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό, τα παραδείγματα ερωτικών ταινιών όπου οι ήρωες είναι ανίκανοι ή ευνουχισμένοι ή κυριαρχεί η απειλή του ευνουχισμού είναι δεκάδες. Ας θυμηθούμε μονάχα τη βία και την επιθετικότητα αυτών των ταινιών, μια βία τόσο θεματική, όσο και οντολογική -βία της κινηματογραφικής εικόνας- που αποτελεί χαρακτηριστική αντίδραση στην παραπάνω απειλή.)9 Τέλος, στις ταινίες αυτές είναι διάχυτος ο φετιχισμός και η τερατομορφία (το τελειότερο παράδειγμα είναι η ταινία Mamel Story, όπου η ηρωίδα σκοτώνει τους εραστές της με τα υπερ-τεράστια στήθη της), που φέρνουν τον κινηματογράφο κοντά σε μια πιο πληβεία, λαϊκή κουλτούρα και ατμόσφαιρα (χωρίς να λείπουν οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις των παραπάνω φαινομένων, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ).

PANOUSIS2

Το πορνό και η υστερία του ρεαλισμού

Αν ο ερωτικός κινηματογράφος και ιδιαίτερα οι ταινίες softcore είναι ένας νευρωτικός κινηματογράφος, ο κινηματογράφος πορνό (hardcore) μπορεί να οριστεί ως κινηματογράφος της υστερίας. Η υστερία του σινεμά πορνό ονομάζεται υστερία του ρεαλισμού: το καθετί που υπάρχει σε αυτόν τον κινηματογράφο δεν έχει αξία παρά μόνο και εφόσον αποδεικνύει το «αυθεντικό», το «πραγματικό» αυτών που δείχνει. Οι ήρωες κάνουν «πραγματικά έρωτα μπροστά στην οθόνη (δεν προσποιούνται, δεν «παίζουν» όπως στο software μα δίνουν την εντύπωση ότι βιώνουν μια πραγματική κατάσταση περιορίζοντας έτσι το σεξ σε μια μηχανιστική τέλεση των ίδιων και ίδιων πραγμάτων  και κινήσεων, που επαναλαμβάνονται στις ψευτοπαραλλαγές τους, ενώ η απόδειξη για το «αυθεντικό» της σεξουαλικής πράξης, για τον απόλυτο ρεαλισμό της κινηματογραφικής σκηνής, περνά μέσα από την κυριολεκτικά καταχρηστική χρήση του γκρο-πλάνου (δηλαδή τη μεγέθυνση, τη διείσδυση στη λεπτομέρεια που δείχνει ότι πραγματικά αυτός ο φαλλός βρίσκεται σε στύση, ότι πραγματικά έχει μπει μέσα στο γυναικείο σώμα, ότι πραγματικά έχει ικανοποιηθεί κλπ.).
Η καταχρηστική αυτή χρήση του γκρο-πλάνου που καταλύει κάθε συμβατικό κανόνα του κλασικού ντεκουπάζ, δίνει μια ασυνέχεια στο φιλμικό σώμα, που πολλές φορές θυμίζει μοντάζ από πειραματική ταινία(10) αλλά και που κάνει ακόμη πιο έντονη την τραυματική παρουσία ενός κατακερματισμένου σώματος (τόσο του φιλμικού, όσο και του σώματος των ίδιων των ηθοποιών, που παρουσιάζεται αποσπασματικό, διαμελισμένο), κατακερματισμός που δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει το «κατακερματισμένο σώμα» για το όποιο μιλά ο Ζακ Λακάν στο Στάδιο του καθρέφτη, (όπου το συνδέει μεταξύ άλλων και με τα φαντάσματα της υστερίας)11.

Ο κινηματογράφος πορνό είναι ένας κινηματογράφος περιορισμένος στα απολύτως στοιχειώδη του στοιχεία, χωρίς σχεδόν καθόλου διήγηση ή άλλη επέμβαση ρηματικής υφής. Η γλώσσα του είναι μια γλώσσα χωρίς μεταφορές, σύμβολα (με εξαίρεση τα φαλλικά) ή άλλο συμπαραδηλωτικό υλικό. Το κινηματογραφικό σημείο συγχέεται με το παραπέμπον του για τον απλούστατα λόγο ότι όλα είναι «αληθινά»: το γκρο-πλάνο ενός φαλλού σε στύση «αποδεικνύει απλά ότι έχουμε έναν στην πραγματικότητα ερεθισμένο φαλλό, που θα ζητήσει μια εξίσου πραγματική ικανοποίηση. Μπροστά όμως σε αυτή την εικόνα ακατέργαστης πραγματικότητας, του ύστατου «ρεαλισμού», ο θεατής δεν μπορεί να «κάνει καμία φαντασιακή επένδυση12. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει -δεν μπορεί να υπάρξει- μυθοπλασία στο σινεμά πορνό. Είναι ανέφικτη, άχρηστη, ενοχλητική. Κι όταν υπάρχει, ο θεατής τη νιώθει σαν κάτι το ξένο προς το υπόλοιπο φιλμικό υλικό, σαν κάτι το πρόσθετο (σαν μια κατά κυριολεξία «τσόντα»), σαν ένα άχρηστο πρόσχημα που μας οδηγεί για μια ακόμη φορά μπροστά στο ίδιο θέαμα.

Πραγματικά υπάρχει μια συνεχής επανάληψη στο σινεμά πορνό της ίδιας και της ίδιας πάντα σκηνής, που έκανε τον Μπαρθέλεμι Αμένγκουαλ να το παρομοιάσει με τον κινηματογράφο των αδελφών Λιμιέρ: «…με το ‘πορνό’ το φιλμ παλινδρομεί στις καταβολές του ίδιου του σινεμά […]. Ο κινηματογράφος αυτός επαναλαμβάνει με ελάχιστες διαφορές την ίδια πάντα ουσιαστικά σκηνή: την Είσοδο του τρένου στο σταθμό της Τσιοτά […]. Θα λέγαμε ακόμη ότι το θέαμα του σινεμά πορνό οδηγεί τον κινηματογράφο στην πλανόδια εποχή του. Ο κινηματογράφος γίνεται μια συνεχής επίδειξη, ξεχνώντας ότι μπορεί να είναι και μια γλώσσα, η γλώσσα μιας τέχνης. Προτιμά τη σκηνή από το λόγο (discours) και την παράσταση από την αναπαράσταση. Ο θεατής βρίσκεται όσο το δυνατό περισσότερο μπροστά στην ίδια πάντα στιγμή της πραγματικότητας, όμοια με τον επισκέπτη ενός ζωολογικού κήπου…»13.

porno

Μια αντίφαση του σινεμά πορνό

Θα ήθελα εδώ να κάνω μια παρένθεση και να επισημάνω μια αντίφαση του hardcore. Όπως είπαμε και πιο πάνω, το πορνό αποδεικνύει την «αληθοφάνεια» του, τη «ρεαλιστικότητά» του μέσα από τη συνεχή χρήση γκρο-πλάνων που δείχνουν το ανδρικό όργανο βασικά να μπαίνει μέσα στο γυναικείο σώμα (ή οποιαδήποτε άλλη τρύπα, για να μην ξεχάσουμε ότι υπάρχει και το ομοφυλοφιλικό πορνό). Τι είναι όμως το γκρο-πλάνο; Ένα κινηματογραφικό εκφραστικό μέσο που περιορίζει το οπτικό πεδίο, μας στερεί τη θέα (μην αφήνοντας μας να δούμε το σύνολο μιας πράξης, εικόνας ή κατάστασης), ενώ ταυτόχρονα ομολογεί ότι εδώ έγινε μια επέμβαση (έγινε μοντάζ), η μηχανή σταμάτησε να κινηματογραφεί το γενικό πλάνο και ξαναστήθηκε για να φιλμάρει σε γκρο-πλάνο. Έτσι όχι μόνο το φιλμικό ντεκουπάζ αποκτά μια ασυνέχεια εκεί ακριβώς όπου η διάρκεια και η συνέχεια παίζουν καθοριστικό ρόλο (τι σημαίνει το σταμάτημα μιας ερωτικής πράξης και η επανεκκίνηση της σε λήψη γκρο-πλάνου παρά ότι έχουμε να κάνουμε με μια σκηνοθεσία, τελικά, και όχι με το «φυσικό» μιας πράξης), αλλά και το γκρο-πλάνο μας στερεί από τη βεβαιότητα ότι έχουμε να κάνουμε με την ίδια πράξη, με τα ίδια πρόσωπα που βλέπαμε πιο πριν (σε γενικό πλάνο): το γκρο-πλάνο ενός φαλλού που κάνει έρωτα δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο απ’ ότι ο εν λόγω φαλλός… κάνει έρωτα! Ποιος όμως μας αποδεικνύει ότι πρόκειται όντως για το φαλλό του ήρωα και όχι για μια «σφήνα», μια «τσόντα» που μονταρίστηκε πρόσθετα σε μια soft ερωτική σκηνή (όπως συχνά συμβαίνει);

Πορνό και γυναικεία ηδονή

Και, πραγματικά, αν ο σε στύση φαλλός είναι η ύστατη απόδειξη του «ρεαλισμού» στο hardcore, είναι φυσικό ο κινηματογράφος πορνό να επικεντρώνεται γύρω από αυτό το σημαίνον. Το ανδρικό πέος γίνεται κυριολεκτικά ένα αντικείμενο λατρείας, ένα φετίχ, όπου κάθε ερωτική χειρονομία, πράξη ή αντίδραση την υπαγορεύει η νομοτέλεια της μοναδικής ικανοποίησης του. Στο hardcore δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «γυναικεία ηδονή», παρά μόνο ηδονή της υποταγής της γυναίκας στην ικανοποίηση του άνδρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, ενώ υπάρχει ένα πολύ ανεπτυγμένο κύκλωμα ταινιών πορνό για άνδρες ομοφυλόφιλους, δεν υπάρχει (απ’ όσο γνωρίζω) ούτε μια ταινία πορνό για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία14, λες και κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, λες και το hardcore δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ύστατη αυτή απόδειξη της «αυθεντικότητας» του, όλη αυτή την τελετουργία του φαλλού, που πάντα θα αποδεικνύει την «πραγματική» ικανοποίηση του μπροστά στα ίδια τα μάτια της κάμερας, χύνοντας έξω από το γυναικείο σώμα!

pussy talk

Το κτήνος

Πράγματι γεννιέται το ερώτημα: εφόσον το πορνό είναι ένας κινηματογράφος του «ορατού», πώς θα μπορούσε να δείξει (και ταυτόχρονα να «αποδείξει») τη γυναικεία ηδονή; Το πράγμα από καθαρά εξωτερική, μορφολογική πλευρά είναι αδύνατο και το πορνό απλώς περιορίζεται στο να δείξει σε γκρο-πλάνο την προσποιητή ευφορία του προσώπου της ηρωίδας (που συχνά συνοδεύεται από μια εξίσου ψεύτικη και- μετα-συγχρονισμένη ηχητική μπάντα). Το θέμα της γυναικείας ηδονής είναι κάτι έξω από τη ρητορική του hardcore. Αυτό τουλάχιστον έδειξαν όλες οι ταινίες που υποτίθεται ότι μιλούν αποκλειστικά για τη γυναικεία ηδονή: Pussy Talk (Το σεξ που μιλάει), Privates Afternoons of Pamela Man (Τα ιδιωτικά απογεύματα της Παμέλα Μαν), The Devil in Miss Jones (Ο Διάβολος στη Μις Τζόουνς) κλπ., που δεν ξεφεύγουν από τα στερεότυπα του σινεμά πορνό (ιεροποίηση του φαλλού, υποταγή της γυναίκας στην ικανοποίηση του άνδρα κλπ.). Μένει βέβαια το παράδειγμα της Αντοκρατορίας των αισθήσεων, μια ταινία έξω από τα θεματικά (όχι όμως και τα κωδικό) στερεότυπα του σινεμά πορνό. Η γυναικεία ηδονή βρήκε επιτέλους για πρώτη φορά μια «δίκαιη» αναπαράσταση (μιας και ο λόγος είναι περί «ρεαλισμού»), μια «σωστή» εικόνα; Θα θέλαμε να αμφιβάλλουμε: στη νεύρωση και την υστερία του softcore και του hardcore, ο Όσιμα απαντά με μια ψυχοπαθολογική περίπτωση, που τελικά χάνει τη δύναμη του οριακού15 ακριβώς γιατί ο θεατής την ερμηνεύει κλινικά (όπως, φαντάζομαι, θα έκανε το αναγνωστικό κοινό της εποχής και το δικαστήριο που δίκασε τη Σάντα). Η Αυτοκρατορία των αισθήσεων, πέρα από οποιαδήποτε άλλη αξία ή σημασία, μας απογοητεύει, γιατί μας δίνει μια ακόμη ιστορία προσδιορισμένη από το σύμπλεγμα του ευνουχισμού, γιατί μας αφήνει στην ίδια δίψα να μάθουμε κάτι για το θέμα της γυναικείας ηδονής.
Ταυτόχρονα, όμως, είναι η μοναδική ίσως ταινία (αν και δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε διάφορες πειραματικές και αντεργκράουντ ταινίες, που έκαναν χρήση hardcore σκηνών) που ανοίγει ένα μέλλον για το πιο παραγνωρισμένο και περιφρονημένο είδος στην ιστορία του κινηματογράφου (και που παρεμπιπτόντως λέμε ότι υπάρχει από την έναρξη σχεδόν του κινηματογράφου, σε αντίθεση με το κινηματογραφικό είδος των ερωτικών ταινιών, που αποτελεί φαινόμενο του ’50). Θα υπάρξει κάποτε μια εποχή όπου η θέα δύο ατόμων που κάνουν πραγματικά έρωτα θα «σοκάρει» τόσο όσο σοκάρει σήμερα η θέα ενός γυμνού. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει το πορνό να βγει από το γκέτο του και να αγκαλιάσει μια πλατύτερη κινηματογραφική αγορά, πράγμα που θα του επιτρέψει να ξεφύγει από την τωρινή παραγωγή αυτών των υποπροϊόντων που γυρίζονται σε τρεις τέσσερις μέρες και να στραφεί προς έναν μυθοπλαστικό κινηματογράφο, όπου η ερωτική σκηνή θα αποτελεί απλώς στοιχείο μιας γενικότερης μυθοπλαστικής δομής. Ίσως έτσι το πορνό καταφέρει να μας δείξει λιγότερη «πραγματικότητα» και περισσότερο «φαντασιακό».

Σημειώσεις

1. Έτσι εξηγείται γιατί ο κλασικός κινηματογράφος τήρησε πιστά το νόμο που λέει ότι ποτέ ο ηθοποιός δεν
πρέπει να κοιτά κατάματα την κάμερα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το βλέμμα του θα διασταυρωθεί με το βλέμμα του θεατή, κι αυτός θα νιώσει «ενοχλημένος», γιατί ξαφνικά θα χάσει την προνομιακή του θέση, μια και από υποκείμενο της αναπαράστασης θα μεταβληθεί σε αντικείμενο του βλέμματος ενός άλλου.
2. Από το βιβλίο he Cinema autrement, εκδ. 10/18, Παρίσι 1977.
3. Μηχανισμός που δεν υπάρχει ούτε στο θέατρο ούτε στην τηλεόραση. Εξάλλου ποιος μίλησε ποτέ για ερω-
τισμό των παραπάνω μορφών έκφρασης παρά μόνο όταν είχαν να δείξουν ένα ανάλογο ερωτικό θέ(α)μα.
4. Δείτε την ανάλυση της ταινίας, από τον γράφοντα, στο άρθρο «Η παράξενη περίπτωση του κυρίου Άλ-φρεντ Χίτσκοκ».
5. «En marge de l’erotisme au cinema», άρθρο δημοσιευμένο στα Cahiers du Cinema, Απρίλιος 1957.
6. Ντομινίκ Νογκέζ από το ίδιο βιβλίο.
7. Πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα φανερό στις ταινίες γυμνιστών. Οι ταινίες αυτές κατάφεραν κυριολεκτι-
κά το αδύνατο: να μη δείξουν ποτέ ανδρικά ή γυναικεία σεξουαλικά όργανα, κι αυτό μέσα σε γενικά πλάνα όπου υπήρχαν δεκάδες γυμνά άτομα! Οι σκηνοθέτες αυτών των φιλμ σκαρφίζονταν καθετί ώστε να αποκλειστεί από τη θέα το επίμαχο σημείο (φλου πλάνα, καδράρισμα από το μπούστο και πάνω ή από πίσω, σώματα ή αντικείμενα έτσι τοποθετημένα ώστε να κρύβουν άλλους κλπ.). Το ίδιο συμβαίνει και με ταινίες στριπτίζ, οι οποίες δεν έδειχναν ποτέ τα γυναικεία όργανα και πολλές φορές ούτε τις ρώγες από τα στήθη, που τις σκέπαζαν φτερά ή πούλιες (περίεργη φετιχιστική αντίληψη, που κυριαρχεί ακόμη στη λογοκρισία του Τύπου: ένα μικρό αστεράκι ή μια μουντζούρα σκεπάζει το επίμαχο σημείο, κάνοντας έτσι ακόμη πιο ποθητό το κρυμμένο αντικείμενο, ενώ παράλληλα η προσοχή του θεατή συγκεντρώνεται εκεί ακριβώς, αναζητώντας το κρυμμένο).
8. Nudies λέγονται οι ταινίες γυμνού που κυριάρχησαν ανάμεσα στα 1958 και 1966 κυρίως στην Αμερική και
που έδειχναν όσο το δυνατόν περισσότερο γυναικείο γυμνό (πάντα στήθη και οπίσθια), ποτέ όμως τη σεξουαλική πράξη. Για περισσότερα, δείτε το βιβλίο του Δ. Παναγιωτάτου Οι ταινίες πορνό, ένας ακόμη μηχανισμός καταπίεσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1978, σελ. 44-45. Softcore λέγονται οι ταινίες του «μαλακού πορνό», με άλλα λόγια οι ταινίες που δείχνουν μεν την ερωτική πράξη, αλλά οι ήρωες προσποιούνται ότι την κάνουν. Στην αρχή οι ταινίες αυτές ήταν το ίδιο σεμνότυφες με τις nudies, σιγά σιγά όμως άρχισαν να δείχνουν πρώτα τα γυναικεία σεξουαλικά όργανα και στη συνέχεια (αλλά περιθωριακά και ποτέ σε στύση) τα ανδρικά. Κατά γενικό κανόνα το softcore χαρακτηρίζει μια φτωχή σε μέσα παραγωγή, όπου η υπόθεση αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα για τις ερωτικές σκηνές και που η κριτική συνηθίζει να τις ξεχωρίζει (με το να μη μιλά ποτέ γι’ αυτές) τόσο από τις ερωτικές ταινίες «χλιδής» (Εμμανουέλα, Καλιγούλας κλπ.), όσο και από τις «καλλιτεχνικές» (Γουόρχολ, Παζολίνι, Μπόροβζικ κλπ.). Αναρωτιόμαστε όμως για τη σκοπιμότητα αυτής της διάκρισης, που θα ξαναεμφανισθεί εντονότερα με την Αυτοκρατορία των αισθήσεων του Όσιμα, μια ταινία που όλοι οι κριτικοί έσπευσαν να τη χαρακτηρίσουν μη πορνό, λες και αυτή η κατηγορία κινηματογράφου αποτελεί κάτι εκ των προτέρων ειδεχθές και βρόμικο (!).
9. Το τελειότερο παράδειγμα μας το δίνουν τα ερωτικά ιταλικά θρίλερ, όπου κυριαρχούν οι τρελοί και ανί-
κανοι σεξουαλικά δολοφόνοι.
10. Οι ταινίες πορνό συχνά ερωτροπουν με την αβανγκάρντ. Ο Ζαν-Φρανσουά Νταβί, με τις ταινίες του Exhibition και Exhibition II, συνδυάζει το σινεμά ντιρέκτ με το πορνό, παίρνοντας συνεντεύξεις από δύο μεγάλα αστέρια του είδους (Κλοντίν Μπεκαρί και Σιλβί Μπουρντόν). Ο Ζοζέ Μπεναζεράφ κάνει σινεμά της «αποδιάρθρωσης» δείχνοντας μας με το J.B.I. όλον το μηχανισμό με τον όποιο φτιάχνεται μια ταινία πορνό. Ο Τζ. Ρόμπιν προχωρά ακόμη πιο πέρα και μας δίνει έναν «μπρεχτικό» Mr. Sade: ο ήρωας της ταινίας μεταμφιεσμένος σε Μαρκήσιο Ντε Σαντ ομολογεί στους θεατές ότι δεν είναι παρά ο σκηνοθέτης. Ύστερα μας προσκαλεί σε μια θεατρική παράσταση της «Ζιστίν», από την όποια απουσιάζει οποιοδήποτε γκρο-πλάνο, παρά το ότι πρόκειται για hardcore παράσταση. Η ταινία τέμνεται από δύο μεγάλες σε-κάνς σκληρού πορνό, που μπαίνουν σαν σφήνες, και κλείνει με τη διάσωση του συγγραφέα, που μετανοεί και δεν αυτοκτονεί, γιατί η θεατρική παράσταση είχε επιτυχία! Στο Βάλτε τα σλιπάκια σας του Ζο-ζέφ Σαρνό ξαναβρίσκουμε τον θεατρικό σκηνικό χώρο της Άκερμαν (Jeann Dielman), στις Σουηδικές Νύχτες αυτόν του Rear Window, για να μη μιλήσουμε για ταινίες-μεταφορές στο χώρο του hardcore άλλων ταινιών (Εξορκιστής, Ψυχώ, Λάουρα κλπ.). Δεν χρειάζεται να πούμε ότι, παρά τα καλλιτεχνικά τους άλλοθι, οι παραπάνω ταινίες μόλις και μετά βίας ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο χώρο του hardcore και αυτό λόγω τόσο των ανόητων σεναρίων τους, όσο και των αντίστοιχων σκηνοθετικών επεμβάσεων.
11. Δείτε τη μετάφραση του άρθρου στον Πολίτη αρ. 25, Απρίλιος 1979.
12. Όπως ακριβώς και στο σινεμά ντιρέκτ, το φτωχό σινεμά μαζί με το πορνό από πλευράς φαντασιακών επενδύσεων του θεατή.
13. Μπαρθέλεμι Αμένγκουαλ: «Du cinema porno comme redemption de la realite physique», άρθρο στο περιοδικό Cinema d’aujourd’hui αρ. 4, 1976, που είναι ειδικά αφιερωμένο στον ερωτισμό. Παρεμπιπτόντως λέμε ότι ακριβώς επειδή ο θεατής βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος στο πορνό με ένα κομμάτι της πραγματικότητας που το κοιτά όμοια με μια παράσταση τσίρκου, αυτό του στερεί τη δυνατότητα ταύτισης με τα αναπαριστώμενα (όπως και στο σινεμά ντιρέκτ). Κατά κάποιον τρόπο το πορνό είναι ο πιο «αποστασιοποιημένος» κινηματογράφος. Πρόκειται όμως για μια αποστασιοποίηση της φτώχειας, όπως είναι ακριβώς και σε πολλές αβανγκαρντίστικες ταινίες, όπου η υιοθετημένη αυτή σκηνοθετική αντίληψη δεν συνοδεύεται από καμία άλλη κριτική ή λεκτική επέμβαση.
14. Αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες λεσβιακές σκηνές ενσωματωμένες μέσα σε ταινίες πορνό φτιαγμένες για ανδρική πελατεία, πράγμα τελείως διαφορετικό.
15. Το «οριακό» εδώ με την έννοια της ύστατης ηδονής, της ερωτικής φρενίτιδας.
ΟΘΟΝΗ αρ. 6, φθινόπωρο 1981

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: