127 ώρες Σκηνοθεσία : Danny Boyle κριτική της Δήμητρας Γιαννακού

127_hours

127 ώρες

Σκηνοθεσία :

Danny Boyle

Παίζουν : James Franco, Lizzy Caplan, Amber Tamblyn, Kate Mara, Clémence Poésy

Το 51ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, άνοιξε τις πόρτες του τη φετινή χρονιά στις 3 Δεκεμβρίου υποδεχόμενο το κοινό με μια ταινία που εντυπωσίασε ήδη και πολυσυζητήθηκε σε φεστιβάλ όπως του Λονδίνου, του Τορόντο, του Telluride : 127 ώρες είναι η νέα ταινία του Danny Boyle που έπειτα από τα Όσκαρ που κέρδισε με το Slumdog Millionaire έρχεται για άλλη μια φορά να μας ιντριγκάρει, να μας διασκεδάσει και, γιατί όχι, να μας βάλει σε σκέψεις. Ο σκηνοθέτης του Trainspotting υπογράφει μια πρωτότυπη ταινία όπου η ένταση των φιλμικών εικόνων του, οι εκπλήξεις και τα διάφορα εφέ συνδυάζονται με μια ιδιαίτερη ματιά πάνω στην αξία της ανθρώπινης ζωής προσκαλώντας το θεατή να συλλογιστεί πάνω σε κάτι που θεωρεί δεδομένο.

Βασισμένο το σενάριο σε μια αληθινή ιστορία καθιστά το φιλμικό κείμενο ακόμη πιο ενδιαφέρον. Πρόκειται για την περιπέτεια ενός έμπειρου αλπινιστή, του Aron Ralston, που σε μια από τις πολλές εξορμήσεις του στα βουνά, τα φαράγγια και γενικά τα «απάτητα» μέρη, τού συμβαίνει ένα ατύχημα: περνώντας βιαστικά μέσα από μια ρωγμή στο βάθος των πέτρινων βουνών πέφτει επάνω στο χέρι του ένας ογκόλιθος ακινητοποιώντας τον στη στιγμή. Αιωρούμενος και έχοντας μόνο μια σχισμή ουρανού… ως επικοινωνία με τον κόσμο, ο αλπινιστής (ρόλο που υποδύεται αρκετά επιδέξια ο James Franco) αρχίζει να σκέφτεται τρόπους για να απεγκλωβιστεί από την απρόσμενη παγίδα στην οποία έπεσε.

Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε από την αυτοβιογραφία “Between a rock and a hard place” του Aron Ralston και δημιούργησε ένα θέαμα που εκτός από δράση, αγωνία και ένταση αναπαριστά με ανάγλυφο τρόπο την εσωτερική πάλη του ήρωα μέχρι να πάρει την τελική κρίσιμη απόφαση (έπειτα από 127 βασανιστικές ώρες!) που θα τον οδηγήσει στους δικούς του και στην ελευθερία. Η ενδοσκόπηση καθώς και η νοσταλγία για τους φίλους και συγγενείς αναπαρίστανται με αρκετά εκφραστικές αναδρομές στο παρελθόν (flash-back) ενώ η απελπισία καθώς και οι ψευδαισθησιακές του καταστάσεις –οφειλόμενες στην εξάντληση, την αφυδάτωση και την υποθερμία- μεταδίδονται στο θεατή με σύγχρονους οπτικούς κώδικες που αντλούνται από την τηλεόραση και τη διαφήμιση. Η μόνη συντροφιά του άτυχου «περιπατητή» είναι η προσωπική του κάμερα, μια κάμερα από αυτές που φέρει κάποιος σε ένα ταξίδι. Σε αυτή μιλάει, με αυτή περνάει το χρόνο του βλέποντας προηγούμενα βίντεο και γενικά αυτή αποτελεί το σύνδεσμό του με τον κόσμο. Η κάμερα διαδραματίζει τέτοιο ρόλο που θα τολμούσαμε να πούμε ότι αποτελεί έναν άλλο χαρακτήρα. Ένα σχόλιο ίσως του Danny Boyle για το πόσο «δεμένοι» είναι σήμερα οι άνθρωποι με την τεχνολογία ή ένα τέχνασμα αύξησης της δραματικής έντασης; Μάλλον και τα δύο.

Ο σκηνοθέτης με μια πληθώρα απρόσμενων και έντονων εικόνων οπτικοποιεί συναισθήματα και σκέψεις του Ralston δίνοντας κάποιες φορές μια γκροτέσκ απόχρωση. Σε αυτό, βέβαια, τον βοηθά η ερμηνευτική ικανότητα του James Franco ο οποίος υποδύεται τον κυριότερο, ίσως, ρόλο της μέχρι τώρα καριέρας του. Γνωστός στο κοινό ως Harry Osborn φίλος του Spideran, έρχεται αυτή τη φορά να καταλάβει με την παρουσία του σχεδόν όλο το μήκος της ταινίας ξεδιπλώνοντας μια γκάμα συναισθημάτων που κυμαίνονται από τη χαρά και την ξενοιασιά μέχρι την απελπισία, τη θλίψη ή και την τρέλα κρατώντας το ενδιαφέρον του θεατή και εκπλήσσοντάς τον με την υποκριτική του τέχνη.

Ο Danny Boyle μάς εμπλέκει σε μια ιστορία επιβίωσης (αγαπημένο του μάλλον θέμα) όπου μπερδεύει με αριστοτεχνικό τρόπο διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και στυλ έχοντας θεμελιώσει γερά το σχέδιό του πάνω στο διπλό concept «αληθινή ιστορία-περιπέτεια τρόμου». Τελικά θα αναρωτηθούμε αν πρόκειται για οικογενειακό δράμα, για περιπέτεια ενός αρκετά cool teenager ή για κλειστοφοβικό φιλμ φαντασίας αγγίζοντας τα όρια του τρόμου. Ίσως όλα μαζί.

Η ποικιλία προεκτείνεται στα όργανα καθώς και στα είδη κινηματογράφησης. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί άλλοτε κλασική κάμερα άλλοτε ψηφιακή, μερικά πλάνα μάλιστα έχουν τραβηχτεί και με απλή φωτογραφική μηχανή. Με ξαφνικά περάσματα από μεγάλα και φαρδιά πλάνα -χαρακτηριστικό είναι ένα μεγάλο plongé που ακριβώς τονίζει την αδιέξοδη κατάστασή του- σε πολύ σφιχτό cadrage και σε γκρο-πλαν που υπερτερούν, με παράλληλο μοντάζ και αρκετά γρήγορες σκηνές, ο σκηνοθέτης μάς βυθίζει κυριολεκτικά στην προσωπικότητα αυτού του χαρακτήρα, μάς κάνει να ταυτιστούμε μαζί του συμμεριζόμενοι τους φόβους και την απόγνωσή του. Δεν μένει παρά να προβληματιστούμε πάνω στο πόσο όμορφη είναι η ζωή με τις καθημερινές μικρές χαρές της, κάτι που δυστυχώς αναγνωρίζουμε την αξία του μόνο όταν αυτή κινδυνεύει.

Δεν στερείται επίσης η ταινία φιλμικών μεταφορών που αναμφισβήτητα την εμπλουτίζουν αισθητικά. Ο θάνατος που παραμονεύει σαν μια μόνιμη απειλή για τον Aron Ralston , έτσι όπως είναι αποκομμένος από τον κόσμο, βρίσκει μια σαφής προσωποποίηση στο κοράκι που κάθε πρωί πετάει την ίδια ώρα ακριβώς πάνω από τη σχισμή των βράχων όπου έχει αυτός εγκλωβιστεί. Ακόμη, το τόσο βραχώδες τοπίο χωρίς ίχνος βλάστησης- δηλ. ζωής- δεν μπορεί παρά να μας παραπέμψει στην ξηρή και άγονη Χώρα των Νεκρών και του Άδη.

Ο Ralston έχει σχεδόν θαφτεί˙ μόνο που δεν πρόκειται εδώ για το θαμμένο του Buried όπου η αίσθηση κλειστοφοβισμού περιέρρεε όλο το φιλμ, έχοντας βέβαια άλλους στόχους και άλλα μηνύματα να περάσει. Στο 127 ώρες έχουμε flash-back, εικόνες με εξωτικά τοπία που εναλλάσσονται με τις εικόνες από βίντεο, και γενικά το κύριο μέλημα του σκηνοθέτη είναι να μας κάνει να συλλογιστούμε πάνω στη ζωή και στο ένστικτο της επιβίωσης και κυρίως στο πόσο δυνατό μπορεί να κάνει αυτό το ένστικτο τον άνθρωπο. Για αυτό, παρ’ όλες τις ατέλειες και τα κενά που μπορεί να παρατηρήσει κανείς στο αφηγηματικό κομμάτι, οι 127 ώρες αποτελούν μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία, συν τοις άλλοις αληθινή. Το θάρρος με το οποίο χρειάστηκε να εξοπλιστεί ο ήρωας για να εκτελέσει την αποτρόπαιη πράξη που σήμανε όμως και την εξασφάλιση της ζωής και της απελευθέρωσής του οδηγεί το θεατή σε μια περίσκεψη κι ένα θαυμασμό για τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης. Μια πραγματικά συγκινητική ιστορία του Danny Boyle, ίσως η πιο πλούσια σε γραφικά- όπως ακούστηκε- μετά το Trainspotting, που αξίζει να δείτε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.