Ιl paRЯaiso – Ομάδα “Και όμως κινείται” – Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, κριτική της Νίκης Πρασσά

il-Paraiso-_Ki-omos-kineitai-

Την ομάδα “Κι όμως κινείται” την γνώρισα κάπως καθυστερημένα και αυτό χάρη σε μία φίλη που παρακολουθούσε τα σεμινάρια ακοροβατικών τους. Αν και στα μέλη τους ανήκουν καταξιωμένοι χορευτές όπως ο Ερμής Μαλκότσης (sine qua non ) η δουλειά τους δεν μου ήταν γνωστή. Γι αυτό και χάρηκα ιδιαίτερα όταν το βράδυ της Παρασκευής, ανεβαίνοντας τον δεύτερο όροφο του Ιδρύματος Κακογιάννη, συνάντησα αρκετό νεανικό κόσμο, να περιμένει να απολαύσει την παραδεισένια ατμόσφαιρα που μας έφτιαξαν.

Αυτή ήταν και η πρώτη ευχάριστη έκπληξη, για να ακολουθήσει το προοίμιο ενός μικρού θεάματος, στηριγμένου στο τρίτο και πιο αδύναμο (κατά τις φιλολογικές παραδοχές) μέρος της Δαντικής Θείας Κωμωδίας. Η εισαγωγή λοιπόν ξεκινάει με ένα ευχάριστο δρώμενο στο φουαγιέ του θεάτρου, όπου ο ημίγυμνος Καμίλο (με ελισσαβετιανού τύπου κολλάρο να μας θυμίζει την φιγούρα του Σαίξπηρ) προσπαθεί να κατευθύνει στο δρόμο προς τον Παράδεισο την Mαρία Λουίζα, αναστατώνοντας τους ανυποψίαστους θαμώνες. Λίγο πριν το αγόρι με το ζωγραφισμένο πρόσωπο και το μπαλόνι ανακατεύεται στο πλήθος που περιμένει ανυπόμονα, σχηματίζοντας πηγαδάκια, την έναρξη της παράστασης. Όταν οι πόρτες ανοίγουν και μία σειρά χορευτών βγαίνουν τρενάκι λικνιζόμενοι σε ρυθμούς ευχάριστους. Διασχίζοντας τον χώρο μπαίνουν στην κυρίως σκηνή και ακολουθούμε κι εμείς, ήδη προιδεασμένοι, για μία ευχάριστη παράσταση.

Μετά την καθαρτήρια αύρα του purgatorio, η ομάδα ανεβάζει μία χρωματιστή παράσταση, με διάθεση απολύτως θετική και γεμάτη χιούμορ. Αναμειγνύοντας τον θεατρικό λόγο, ως απαγγελία, και το τραγούδι στις κινησιολογικές αναζητήσεις τους, δημιουργούν μία ευσύνοπτη και άρτια σπουδή πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, έτσι όπως αυτές μας οδηγούν στον προσωπικό μας κήπο της Εδέμ. Χωρίς να αφαιρούν στιγμές μοναξιάς, εκεί που ο θάνατος χωρίζει ανθρώπους, εμπλουτίζουν ωστόσο την θεματολογία τους με παιχνιδιάρικη διάθεση. Φωτοστέφανα που γίνονται ζητούμενο και μέσο απελευθέρωσης ή δέσμευσης αντίστοιχα, ακροβατικά με τον Καμίλο ή την Χριστίνα επάνω σε σχοινιά και σε πανιά να συνομιλούν με τους ουρανούς κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε πόσο χαμηλά βρίσκεται ο Παράδεισος, και μία τελετουργική πράξη αναγέννησης με την ζωοδότρια δύναμη του νερού, όλες αυτές οι εικόνες ζωγράφισαν μία ξεχωριστή άποψη για τη μετά θάνατον γαλήνη της ψυχής. Εκεί όπου στο Purgatorio τα σώματα έστεκαν βαριά και αδυνατούσαν να εγερθούν, εδώ σχεδόν αέρινα πετάνε και ανυψώνονται στο τέλος, με μία απαράμιλλης ομορφιάς σκηνή, σαν πίνακας ύψιστης καλλιτεχνικής αξίας. Ωραίος και ο τρόπος όπου σαν θηριοδαμαστής, ο ένας έσερνε τα υπόλοιπα μέλη στο κέντρο της σκηνής, ή η προσπάθεια να ενώσει τα άτομα σε σύνολο. Η τυφλή που επέμενε να εισβάλλει στον χώρο και χορό του άλλου, ή η σκηνή με το σπαθί, με το οποίο αναμετρήθηκαν ένας ένας όλοι τους. Πολύ καλές και οι απότομες σιωπές, με τις ανάσες να αφήνουν το ηχηρό μήνυμα της κόπωσης, αλλά πολύτιμη και η συμβολή, όπως και στο purgatorio με τους Χαίνηδες, της ζωντανής μουσικής. Αν και εδώ η Μαρία Λουίζα Παπαδοπούλου επικεντρώθηκε στη διασκευή κομματιών που έγιναν γνωστά από τον Τζόνι Κας αλλά και στο ίδιο το κείμενο του Δάντη. Το οποίο μάλιστα ο Καμίλο φρόντισε να μοιράσει στους νεκρούς προκειμένου να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο της Κωμωδίας.

Η ομάδα τόσο με την ενακτήρια σκηνή όσο και με τη συνοχή των μελών της, μου θύμισε την δουλειά του Βούπερταλ που απολαμβάνεις στις χοροραφίες της Πίνα Μπάους. Η επανάληψη ως μοτίβο δράσης αλλά και ο τρόπος ερωτικής συνομιλίας – συνεύρεσης μου έδωσαν την αίσθηση μίας καλοδουλεμένης μελέτης των χορογραφιών εκείνης, που ωστόσο δεν περιορίστηκε σε αυτή την μορφή αλλά επεκτάθηκε και ενισχύθηκε με τις ακροβασίες και τις αιωρήσεις των σπουδαίων αυτών περφόρμερς. Καμπύλες και κύκλοι διαρκώς σχηματίζονται για να αποδώσουν σχέσεις και αισθήματα. Θα προτιμούσα μία μεγαλύτερη προσοχή στον αρμό τραγουδιού – κίνησης – απαγγελίας, όχι για άλλο λόγο αλλά επειδή είναι τόσο όμορφες οι κινήσεις των παιδιών που δεν χορταίνεις να στεριώνεις το βλέμμα σου επάνω τους. Σε γενικές γραμμές ευχάριστο θέαμα, με περιοδικές μουντές εικόνες, και λυπητηρές ιστορίες που ωστόσο γλυκαίνει η παρουσία του Άλλου, αφήνει στον θεατή μία γεύση λαχτάρας όχι για το επέκεινα, αλλά για το Εδώ και Τώρα των ζωντανών (άλλωστε ο Καμίλο επιμένει να πεθάνει διακριτικά, δεν τα καταφέρνει όμως παρά να συναντάει συνέχεια εμάς).

Ελπίζω τέτοιες ομάδες να συνεχίσουν να δουλεύουν αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά, με μέτρο, ακρίβεια και αγάπη που φαίνεται γι αυτό που κάνουν, ώστε να έχουμε και εμείς την ευκαιρεία να απολαμβάνουμε μικρές σπουδές αληθινής ομορφιάς και ποίησης, “αναπνέοντας χρώμα, εκπνέοντας μαύρο”.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: