“ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στα στενά;” Σχόλιο Γιάννη Καραμπίτσου για το κείμενο του Θόδωρου Σούμα “Το νέο ρεύμα των Ελλήνων σκηνοθετών ”

[Επειδή το σχόλιο στο άρθρο του Θόδωρου Σούμα βγήκε λίγο εκτενές το παρουσιάζουμε και με τη μορφή άρθρου, αφού ενδεχόμενα μπορεί να αφορά και άλλους ανθρώπους που θα ήθελαν να πάρουν θέση στο θέμα]

Χωρίς καμιά πρόθεση εύκολης επίκλησης του “τυπικού αυτονόητου”, ότι το περιεχόμενο ενός άρθρου απηχεί τις απόψεις του συγγραφέα του και μόνο και όχι του περιοδικού, αλλά προσπαθώντας να τοποθετήσουμε το θέμα της ιστορικής και αισθητικής μελέτης και προσέγγισης  ζητημάτων όπως οι εθνικές κινηματογραφίες, και ειδικότερα του ελληνικού κινηματογράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε μια βάση ανάδειξης των βαθύτερων αιτιών της κατάστασης πραγμάτων  που επικρατούν σε αυτές, κάτι που σίγουρα θα συνεισφέρει στην δημιουργία νέων προοπτικών τους και σεβόμενοι απόλυτα τις θέσεις και απόψεις του φίλου και συνεργάτη Θόδωρου Σούμα, καταθέτουμε τις παρακάτω ενστάσεις στο άρθρο του, συμπυκνωμένα, με την υπόσχεση ότι σύντομα θα επιχειρήσουμε να καταπιαστούμε  διεξοδικότερα με το ζήτημα του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και με άλλα παρόμοιας δυναμικής και αξίας ζητήματα κινηματογραφικής αισθητικής.

Το νέο ρεύμα των Ελλήνων σκηνοθετών του Θόδωρου Σούμα

Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα ζητήματα του ελληνικού κινηματογράφου, όπως ο Ν.Ε.Κ. που εμφανίζονται στο άρθρο, αναφορικά με το τι ήταν, πόσο διήρκεσε, ποιους σκηνοθέτες περιλαμβάνει και αν αυτό έχει να κάνει μόνο με την ηλικία τους ή πότε τυπικά άρχισαν να κάνουν κινηματογράφο, για εμάς θα αποτελέσει μια μεγάλη αναλυτική και διεισδυτική κουβέντα που δεν θα επιχειρήσουμε τώρα, αφού το θέμα του σχολίου έχει να κάνει κυρίως με ζητήματα δεοντολογίας σε σχέση με την μέθοδο προσέγγισης και των κριτηρίων που χρησιμοποιεί το άρθρο.

Το άρθρο δεν αποτελεί , αλλά και δεν επικαλείται κάτι τέτοιο,  απόπειρα ενδελεχούς μελέτης του φαινομένου ελληνικός κινηματογράφος και των τάσεών του.  Αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια αναλυτικής σε μεγάλο βαθμό καταγραφής ενός νέου ρεύματος (σύμφωνα με τις απόψεις του συγγραφέα του τουλάχιστον) που επικρατεί στον ελληνικό κινηματογράφο των τελευταίων δύο δεκαετιών  τις εκφρασμένες από (κάπως) νεώτερους σκηνοθέτες.

Οι Γκορίτσας και Γραμματικός αναφέρονται στο άρθρο  επί παραδείγματι γιατί θεωρούνται νεότερη γενιά από τους  Αγγελόπουλο, Βούλγαρη, Παναγιωτόπουλο, Νικολαΐδη και Παπαστάθη και αντίστοιχα  οι Αβδελιώδης και Τσιώλης δεν αναφέρονται επί παραδείγματι γιατί ανήκουν στην παλιότερη γενιά;   η ο Αβδελιώδης δεν αναφέρεται γιατί δεν ανήκει στους σημαντικούς σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου του νέου ρεύματος;

Πάντως αν τελείωσε ο Ν.Ε.Κ. κάποια στιγμή,  δεν τελείωσε για όλους; άρα όλο το σώμα των ταινιών των 2 τελευταίων δεκαετιών δεν αποτελεί ουσιαστικά υλικό που εκφράζει το νέο ρεύμα  του ελληνικού κινηματογράφου άσχετα από ηλικίες ουσιαστικά;

Αν παρόλα αυτά στα κριτήρια προστεθεί συνδυαστικά και  η ηλικία όπως θέλει ο επεξηγηματικός τίτλος αλλά και η ουσία του άρθρου, τότε  ποια είναι η ουσιαστική διαφορά π.χ. του Γκορίτσα και του Αβδελιώδη (αν το κριτήριο “κοψίματος” του Αβδελιώδη είναι η γενιά και όχι η αξία); Το ότι ας πούμε ο Γκορίτσας ξεκίνησε την δεκαετία του ‘90 για να προσθέσουμε ακόμα ένα κριτήριο; Μα δεν ξεκίνησε τότε. Την ίδια δεκαετία ουσιαστικά  με τον Αβδελιώδη ξεκίνησε αν θυμηθούμε και τη “Δέσποινα” και τις μικρού μήκους, αλλά και με τις ίδιες απόψεις και νοοτροπία και την ίδια περίπου ηλικία. Εκτός αν το κριτήριο “κοψίματος” του Αβδελιώδη δεν είναι η γενιά. Τα ίδια ισχύουν και για άλλους σκηνοθέτες που αναφέρονται. Το κριτήριο το οποίο έχει βασιστεί το άρθρο δεν φαίνεται να είναι απόλυτα σαφές και συνεπές.

Αν το άρθρο χοντρικά διαχωρίζει τη σύγχρονη ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου σε εποχή του Ν.Ε.Κ. και της μετά Ν.Ε.Κ. εποχής, την έναρξη της οποίας οριοθετεί στην αρχή της δεκαετίας του 90’, κάτι που σηκώνει μια συζήτηση που ακόμα δεν είναι ούτε στα σπάργανα , αφού η θεωρία και αισθητική του κινηματογράφου στη χώρα μας δεν γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση, τότε πολλά από αυτά που το άρθρο τοποθετεί ένθεν και εντεύθεν, μπορεί να του προσδίδουν ένα τόνο τόλμης, ενέχουν όμως και μια μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, που θα αρθεί μόνο με τη βαθύτερη μελέτη τους.  Π.χ. όλες οι ταινίες και οι σκηνοθέτες  που αναφέρονται στο άρθρο ως νέο ρεύμα εκφράζονται μέσα από το περιεχόμενο της παρακάτω παραγράφου;

“Πρόκειται κυρίως για ταινίες καταστάσεων και χαρακτήρων. Ο κινηματογράφος των νεότερων είναι πιο ζωντανός και σπιρτόζος από αυτόν των παλαιότερων, τον επονομαζόμενο Ν.Ε.Κ. (Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος), συνήθως πολιτικό ή/και ποιητικό, πολύ προσωπικό κινηματογράφο που είχε την αφετηρία του στα χρόνια της δικτατορίας και συνέχισε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, περίπου έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80.”

[ή μόνο ένα είδος αυτό που στην παλιότερη εποχή αποκαλούσαμε “εμπορικό” και που σήμερα εμείς τουλάχιστον έτσι ακόμα το αποκαλούμε; Αν ο Ν.Ε.Κ. τελείωσε, οι παραφυάδες του ως έκφραση συμβατικά του «ποιοτικού» κινηματογράφου ή αυτού που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε συνέχεια του «κινηματογράφου του δημιουργού» και οι παραφυάδες του «εμπορικού» κινηματογράφου αντίστοιχα, έπαψαν να λειτουργούν δηλαδή; Ο Οικονομίδης και οι ταινίες του ανήκουν στην ίδια παραφυάδα με το Μπραζιλέρο;  Το “Απ’ το Χιόνι” ανήκει στην ίδια παραφυάδα με το Απ΄το κόκαλα βγαλμένα; Ο Λάνθιμος του Κυνόδοντα στην ίδια με τον Λάνθιμο του Καλύτερού μου Φίλου;, ο Κούτρας της Στρέλλας στην ίδια με τον Κούτρα του Γιγαντιαίου Μουσακά;  ο Τζουμέρκας και ο Γιάνναρης με τις ταινίες τους ανήκουν στην ίδια παραφυάδα με το Ριζότο; Και μπορεί η Πολίτικη Κουζίνα να έσπασε τα ταμεία και δε λέμε βέβαια ότι στερείται καλλιτεχνικής αξίας, κάθε άλλο,  αλλά βραβεία στα “καλλιτεχνικά” φεστιβάλ άλλες ταινίες διεκδίκησαν και κάποιες πήραν.]

Αυτή είναι η πρώτη ένσταση. [Το κριτήριο το οποίο έχει βασιστεί το άρθρο δεν φαίνεται να είναι απόλυτα σαφές και συνεπές. ]

Η δεύτερη ένσταση έχει να κάνει, σύμφωνα πάντα με τον χαρακτήρα που αποδίδουμε εμείς τουλάχιστον στο άρθρο του Θόδωρου ως αναλυτική (ιστορική) καταγραφή των συντελεστών του λεγόμενου νέου ρεύματος του ελληνικού κινηματογράφου, με την ολοκληρωτική απουσία σκηνοθετών και ιδιαίτερα παραγωγικών αλλά  και με  σημαντική προσφορά στον ελληνικό κινηματογράφο. Πιο χαρακτηριστικά σε αυτή την κατηγορία τα ονόματα των Βασίλη Μαζωμένου και της Λουκίας Ρικάκη προφανώς θα υπάρχουν και άλλα που μας διαφεύγουν (του Νίκου Κορνήλιου στην ίδια κατηγορία, αλλά και της Χρονοπούλου, της Αλεξανδράκη, της Μαντά, του Φάγκρα,  ενδεικτικά αναφέροντας και πολλών άλλων νέων σκηνοθετών που θα μπορούσαν άνετα να ενταχτούν σε κάποιες  από τις κατηγοριοποιήσεις που το άρθρο περιλαμβάνει).

Αν το άρθρο είχε τον τίτλο, οι αγαπημένοι ή πιο σημαντικοί σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου τότε κάθε απουσία θα ήταν δικαιολογημένη ακόμα και αν επρόκειτο για απουσία τέτοιου βεληνεκούς. Ο ιστορικός χαρακτήρας του άρθρου, πάντα κατά τη γνώμη μας, επιβάλλει την υποχώρηση του υποκειμενικού κριτηρίου τοποθέτησης στα πράγματα έναντι του αντικειμενικού.  Και αυτό νομίζουμε προκύπτει εύκολα από την ανάγνωση του κειμένου, δεν θέλει έξτρα και πιο αναλυτική επιχειρηματολογία, την οποία αν παρόλα αυτά προκύψει η αναγκαιότητα ύπαρξής της, μπορούμε να παρέχουμε.

Τέλος μια όχι τόσο ένσταση, περισσότερο προτροπή και προς τον εαυτό μας, ας ξεφύγουμε από αυτές τις κάπως ουδέτερες καταγραφές του ελληνικού κινηματογράφου, που παρουσιάζεται σαν μια αγαπημένη και δυναμική οικογένεια.  Όλοι και όλα μέσα (με κίνδυνο τελικά να μην είναι και εντελώς όλα και όλοι μέσα), σεβαστή η “αισιόδοξη” άποψη του Θόδωρου για την αγαστή συνύπαρξη της Μαλέα να αναφέρουμε το πιο τρανταχτό όνομα αυτής της “πλευράς” και του Γιάνναρη ή του Αθανίτη και των άλλων παλληκαριών, όσων τουλάχιστον παρέμειναν παλληκάρια, της άλλης “πλευράς” και την συνύπαρξη των εμπορικών κωμωδιών; και παραγωγών με εκείνες του πάλαι ποτέ “κινηματογράφο του δημιουργού”, αλλά κατά τη γνώμη μας όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά παραπλανεί σε ένα βαθμό και τον κόσμο που έχει μια έλξη προς την τέχνη, για την φύση, την ταυτότητα, την βαθύτερη ουσία και  τις αληθινές προοπτικές  του φαινομένου ελληνικός κινηματογράφος.

Και τέλος, τέλος “ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στα στενά;” Και ο λεγόμενος πειραματικός κινηματογράφος δεν είναι τάση που έχει θέση μέσα στο νέο ρεύμα ελληνικού κινηματογράφου; αλλά ξέχασα ο Κώστας Σφήκας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια τάση έστω και μόνος του θα κοβόταν από το όριο ηλικίας. Υπάρχει όμως η Αγγελίδη και πάει λέγοντας και αυτή μεγαλούτσικη είναι βέβαια. Και εκείνο το ακαταχώρητο φαινόμενο που ακούει στο όνομα Ανέστης Χαραλαμπίδης;  Και το ντοκιμαντέρ, δεν αποτελεί μια τέτοια τάση; με ποιο κριτήριο στο άρθρο του Θόδωρου αναφέρεται “Η Αγέλαστος Πέτρα” και καμιά άλλη ταινία ντοκιμαντέρ; Αν τα ντοκιμαντέρ είχαν εξαιρεθεί από τη μεθοδολογία του άρθρου κανένα δεν θα έπρεπε να αναφέρεται (αν και με αυτή την άποψη διαχωρισμού ουσιαστικά  της ιστορίας του κινηματογράφου, σε ιστορία  ταινιών μυθοπλασίας, ιστορία ταινιών ντοκιμαντέρ και ιστορία πειραματικού κινηματογράφου, διαφωνούμε κάθετα). Όσοι εκφράζονται με ταινίες μικρού μήκους (ενδεχόμενα και μόνο με αυτές) δεν είναι τάση ή τουλάχιστον δεν μπορούν να αποτελέσουν τάση με θέση στο νέο ρεύμα του ελληνικού κινηματογράφου; Και οι σκηνοθέτες που κάνουν και ταινίες μυθοπλασίας και ταινίες ντοκιμαντέρ, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν, ιδιαίτερα αν πίσω από αυτό, υπάρχει μια “ιδεολογική” τοποθέτηση και στρατηγική, μια τέτοια τάση; Η Ιστορία του Κινηματογράφου ως τέχνη, του ενιαίου κινηματογράφου, αναμένει το ξαναγράψιμό της  από τους ιστορικούς του παρόντος. Για το μέλλον δυστυχώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε.

Κλείνοντας επισημαίνουμε ξανά ότι ο συγγραφέας κάθε άρθρου δικαιούται να πιστεύει και να επιχειρηματολογεί σε  ότι θέλει και όπως νομίζει, και το CameraStylo ήταν είναι και θα είναι ένα φιλόξενο βήμα για τις απόψεις όχι μόνο όσων θα αποκαλούσαμε “ειδικούς” αλλά για τον κάθε φίλο της τέχνης που θα ήθελε να εκφράσει με επιχειρήματα, έγγραφα, τις θέσεις και αισθητικές του απόψεις για οποιοδήποτε ζήτημα. Καλό θα ήταν όμως, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τα άρθρα μέσω της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς τους να καθιστούν καθαρό αν είναι άρθρα άποψης ή άρθρα αισθητικής και ιστορικής προσέγγισης. Ένα άρθρο πάντως με τίτλο “Το νέο ρεύμα των Ελλήνων σκηνοθετών” μόνο ιστοριογραφικό χαρακτήρα οφείλει να έχει. Γνώμη μας. Επίσης τέτοιου είδους “μεικτά” κείμενα με εκτενείς καταγραφές ονομάτων και ουσιαστικά χωρίς βαθύτερη ανάλυση των τάσεων που εκπροσωπούν μόνο παρεξηγήσεις μπορούν να γεννήσουν από ένα σημείο και πέρα σχετικά με τους ποιους συμπεριέλαβαν και ποιους όχι και χωρίς λόγο μάλλον.

Γιάννης Καραμπίτσος

αρχισυντάκτης & δ/ντής CameraStylo Online

7 thoughts on ““ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στα στενά;” Σχόλιο Γιάννη Καραμπίτσου για το κείμενο του Θόδωρου Σούμα “Το νέο ρεύμα των Ελλήνων σκηνοθετών ”

  1. Παράθεμα: guilt

  2. Αχ βρε Ιωαννη ΕΚΤΟΣ από την αναλυτική ενημέρωση αναλαμβάνεις τώρα και χρέη αποκατάστασης της ιστορίας .. Ως παραληφθείσα σε ευχαριστώ αν και πια έχω συνηθίσει να απουσιάζω από κάθε ιστορική επισκόπηση που έχει πέσει στην αντίληψή μου ως τώρα.. Φαίνεται ότι αν δραστηριοποιήσαι με μια συνέχεια και συνέπεια δεν αποτελείς ιστορία.. Αλλά ακόμη ξέρουμε ότι η ιστορία γράφεται ερήμην κι όχι εν θερμώ και τέλος πάντων δεν κάνουμε ταινίες για να μπούμε στα βιβλία αλλά για να κάνουμε ταινίες. Με αυτή την έννοια χαίρομαι που έχω κάνει πολλές ταινίες και έχω ελάχιστες ιστορικές καταγραφές τους, έχουν όμως καταγραφεί αλλού… Αυτό είναι βέβαιο κι έτσι γράφουν με τον δικό τους τρόπο ιστορία
    ευχαριστώ και πάλι για τη δίκαιη προσέγγιση.

  3. Καλή χρονιά! Δεν είναι μυστικό. Σε αυτήν που θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς «συνέχεια του κινηματογράφου του δημιουργού», για την ακρίβεια στην παραφυάδα που αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως τέχνη.

  4. Δεν έχουμε καμιά διαφωνία σε αυτό, Νίκο. Απλά η επισήμανση-επιφύλαξη είναι ότι το άρθρο του Θόδωρου έχει ένα χαρακτήρα ιστορικό και όχι άποψης και αν θέλεις τη γνώμη μου και οι δικές σου ταινίες όφειλαν να αναφέρονται. Ο Θόδωρος βέβαια το αρνείται αυτό, υποστηρίζει έχω δικαίωμα να γράψω ένα κείμενο τέτοιο και να συμπεριλάβω όσους εγώ θεωρώ καλούς σκηνοθέτες. Θεμιτό, όλα είναι θεμιτά ειδικά στη σύγχρονη «μετανεωτερική» εποχή που ζούμε. Για το δικό μου σχόλιο εννοείται.γ.κ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s