Κούφιος κυνόδοντας; του Αδάμ Αδαμόπουλου

 

oteleftaiosaixmalotos.jpg

Στην ταινία του Άγγελου Γεωργιάδη «Ο τελευταίος αιχμάλωτος», παραγωγής του 1970, ο Αλέκος Αλεξανδράκης υποδύεται ως κεντρικό χαρακτήρα τον μοναδικό επιζώντα μιας ομάδας Ελλήνων ανταρτών – σαμποτέρ που δρουν κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Η ομάδα αυτή πέφτει θύμα προδοσίας και εξοντώνεται από τους Γερμανούς κατακτητές. Ο ήρωας της ταινίας – μοναδικός επιζών – καταφέρνει να ξεφύγει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας ανάπηρης κοπέλας (την οποία υποδύεται η Πέρυ Ποράβου). Η κοπέλα τον κρατά κρυμμένο στο υπόγειο του σπιτιού της καθ’ όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Όμως, η παροχή καταφύγιου μετατρέπεται ουσιαστικά σε ακούσια φυλάκιση, καθώς η ερωτευμένη με τον ήρωα κοπέλα, συνεχίζει να τον κρατά στο υπόγειο κρύβοντάς του την αλήθεια σχετικά με το γεγονός της εκδίωξης των στρατευμάτων Κατοχής και την απελευθέρωση της χώρας.

 

Σεμινάρια Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου, Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ και Ιστορίας Κινηματογράφου: Έναρξη

Η Ευνοούμενη του Ευνοούμενου κ. Λάνθιμου || κριτική του Γιάννη Καραμπίτσου [2/5]

Σεμινάριο Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019

Σεμινάριο Ιστορίας του Κινηματογράφου 2019 – 10 Μαθήματα

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2019

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Η ευνοούμενη του Γιώργου Λάνθιμου | Κριτική του Νίνου Φενέκ Μικελίδη | Πολύ Καλός Τεχνίτης χωρίς προσωπικό στυλ πραγματικού δημιουργού (2/5)

 

 

Σε αυτή της την προσπάθεια χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να διατηρήσει το κατοχικό κλίμα ώστε να κρατά το αντικείμενο του ερωτά της εντός των χωρικών ορίων που μπορεί να ελέγξει. Ο ήρωας, κάποια στιγμή καταφέρνει να «δραπετεύσει» από αυτή την ιδιότυπη υπόγεια φυλακή του και να περπατήσει στον ελεύθερο κόσμο. Μην έχοντας επαφή με τον έξω κόσμο για μεγάλο χρονικό διάστημα και έχοντας χάσει τις ραγδαίες εξελίξεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση, δοκιμάζει τη μια έκπληξη μετά την άλλη: η κοπέλα που αγαπούσε (την υποδύεται η Έφη Οικονόμου) δεν τον θέλει πλέον και τον απαρνείται, οι φίλοι του έχουν χαθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ, σαν τραγική κατάληξη του δράματός του, διαπιστώνει ότι ένας από τους συντρόφους του στην ομάδα (τον υποδύεται ο Χριστόφορος Ζήκας) είναι αυτός που πρόδωσε τα σχέδιά τους στους κατακτητές, οδηγώντας την ομάδα τους στον αφανισμό. Η αλήθεια είναι σκληρή, αβάσταχτη για τον ήρωά της ταινίας ο οποίος ανήμπορος να αντέξει τόση αλήθεια επιστρέφει εκούσια στη «φυλακή» του, στο υπόγειο του σπιτιού της κοπέλας που του παραστάθηκε και τον συνέδραμε όλα τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια. Εγκαταλείπει την σκληρή πραγματικότητα για να επιστρέψει με τη θέλησή του πλέον σε ένα χώρο της αθωότητας.

Με τρία χρόνια διαφορά, γυρίζεται η ταινία «Ο πύργος της αθωότητας». Πρόκειται για μια μεξικανική παραγωγή του 1973 (αυθεντικός τίτλος: «El Castillo de la pureza») σε σκηνοθεσία του Αρθούρο Ριπστάιν, σε σενάριο του ίδιου μαζί με τον Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Το σενάριο αυτής της ταινίας βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που διαδραματίστηκε κατά τη δεκαετία του 1950 στο Μέχικο Σίτυ και βασίστηκε στο βιβλίο του Λούις Σπότα «Το γέλιο της γάτας» (La carcajada del gato), ενώ υπήρξε και ένα σχετικό θεατρικό με τον τίτλο «Τα κίνητρα του λύκου» (Los motivos del lobo) γραμμένο από τον Σέργιο Μαγκάνια. Στην ταινία, ο πατέρας μιας οικογένειας κρατά την γυναίκα του και τα τρία παιδιά του (δύο κόρες και ένα γιο) κλειδωμένους στο σπίτι τους στο κέντρο της πόλης με σκοπό να τους προφυλάξει από την διαφθορά του κόσμου. Τα ονόματα των παιδιών είναι χαρακτηριστικά : Utopia, Porvenir και Voluntad, δηλαδή Ουτοπία, Μέλλον και Θέληση. Η οικογένεια εργάζεται στην παραγωγή ποντικοφάρμακου (οποίος συμβολισμός !), και μόνον ο πατέρας μπορεί να εγκαταλείπει την εστία τους και να εκτίθεται στον έξω κόσμο, προκειμένου να διαθέσει στην αγορά το ποντικοφάρμακο, να αγοράσει τροφή, ρουχισμό και να διεκπεραιώσει τις λοιπές στοιχειώδεις συναλλαγές. Για τα τρία παιδιά, αυτός ο μικρόκοσμος, είναι ολόκληρος ο κόσμος τους. Τα πάντα λαμβάνουν χώρα εντός των τειχών του σπιτιού τους, από την εργασία και τη μελέτη τους, μέχρι τα διάφορα παιχνίδια (όπως χαρακτηριστικά η τυφλόμυγα), το κούρεμα, αλλά και τα μπάνια τους, βρίσκοντας μάλιστα την ευκαιρία να χαϊδεύονται μεταξύ τους. Ο μικρόκοσμός τους μάλιστα, ως πιστή απεικόνιση του μεγάλου εξώ-κοσμου σε μικρογραφία, διαθέτει και φυλακές, ώστε να τιμωρείται η μη-αποδεκτή συμπεριφορά. Προς το τέλος της ταινίας η μία κόρη εξεγείρεται προσπαθώντας να δραπετεύει, ερχόμενη και αυτή με τη σειρά της με την σκληρή πραγματικότητα, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η συνειδητοποίηση της φυλακής που είχε ορθωθεί γύρω τους από τον ίδιο τον πατέρα τους.

village.jpg

Λίγο περισσότερο από τρεις δεκαετίες αργότερα, το 2004, ο Μανόχ Νάιτ Σιάμαλαν παρουσιάζει την ταινία «Σκοτεινό χωρίο» (The village). Όπως υπονοείται από τον τίτλο της, στην ταινία αυτή ο εγκλεισμός εντός των τειχών αφορά ένα ολόκληρο χωρίο του οποίου οι πρεσβύτεροι κάτοικοι είναι μέλη μιας ομάδας ψυχολογικής υποστήριξης θυμάτων βίας οι οποίοι μη αντέχοντας όσα τους συνέβησαν, αποφάσισαν να αποτραβηχτούν σε ένα περίκλειστο από πυκνό δάσος χώρο. Ιδρυτικός μύθος του χωριού είναι η ύπαρξη και κυκλοφορία στο δάσος που περιβάλλει το χωριό τους κάποιων τερατωδών πλασμάτων, «αυτών για τους οποίους δε μιλάμε». Φυσικά το ίδιο το δάσος αποτελεί ταμπού για τους κατοίκους του χωριού, με τη λέξη χρησιμοποιούμενη με την πρωτογενή της έννοια, αποτελεί δηλαδή τον τόπο που απαγορεύεται να διεισδύσουν οι κάτοικοι του χωριού, καθώς το αντίθετο θα έσπαζε τη συμφωνία που – υποτίθεται ότι – έχει θεσπιστεί, σύμφωνα με την οποία δε μένουμε στα χωράφια τους και αυτοί για τους οποίους δε μιλάμε δε μπαίνουν στα δικά μας. Η αλήθεια αποκαλύπτεται όταν ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας πέφτει θύμα μιας παρ’ ολίγον δολοφονικής επίθεσης για λόγους ερωτικής αντιζηλίας: μήλον της έριδος η τυφλή κόρη του αρχηγού του χωριού Άιβι Γουόκερ η οποία αποφασίζει να παντρευτεί με τον νεαρό Λούσιους Χαντ. Η προσπάθεια για αναζήτηση φαρμακευτικής αγωγής προκειμένου να θεραπευθούν τα τραύματα του Λούσιους, θα αποτελέσει τη λυδία λίθο για την αποκάλυψη του μυστικού που κρατά υπό περιορισμό τους κάτοικους τους χωριού. Αποκαλύπτεται ότι ο πατέρας του Γουόκερ ήταν κάποιος εκατομμυριούχος που αγόρασε ένα μεγάλο κομμάτι γης, φρόντισε να περιφραχτεί με συρματοπλέγματα, δωροδόκησε τους υπεύθυνους αξιωματούχους ώστε η περιοχή να αποκλειστεί από τους αεροδιάδρομους των αεροπορικών πτήσεων ώστε να μην υπερίπτανται αεροπλάνα καθώς και τα δρομολόγια των τρένων, μηδενίζοντας έτσι τις όποιες πιθανές και απίθανες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να προέλθουν από εξωγενείς παράγοντες.

Στην ανάλυση της συγκεκριμένης ταινίας που επιχειρεί ο Σλάβοι Ζίζεκ στο βιβλίο του «Βία – έξι λοξοί στοχασμοί» (εκδόσεις Scripta, 2010), δεν παραλείπει να συνδέσει την υπόθεση της συγκεκριμένης ταινίας με τις ουτοπικές, κοινοβιακές, σοσιαλιστικού τύπου κοινωνίες των οποίων η ιδρυτική πράξη και η διάρκεια της κοινωνικής συνοχής βασίζεται στο φόβο. Φυσικά, ακόμα και στο καλύτερα απομονωμένο κοινωνικό σύστημα, όσο εύρυθμα κι αν λειτουργεί αυτό, αν δεν δράσουν εξωγενείς παράγοντες είναι θέμα χρόνου να εμφανιστούν εσωτερικές διαδικασίες – οι οποίες κάποιες φορές δρουν ταχύτατα και καταλυτικά – ώστε να τεθεί υπό δοκιμασία η όποια κοινωνική συνοχή και ειρήνη έχει εμπεδωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η ταινία τελειώνει με ένα τρόπο ανάλογο με αυτόν που περιγράφεται στην ταινία «Ο τελευταίος αιχμάλωτος». Παρά την αποκάλυψη της αλήθειας και την κατάρρευση του ιδρυτικού μύθου της κοινωνίας τους, οι πρεσβύτεροι του χωριού αποφασίζουν με τη δική τους θέληση να κλειστούν εντός των τειχών του χωρίου τους θεωρώντας ότι αυτό τους προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια.

dogtooth.jpg

Φτάνοντας στο 2009 και στην ταινία «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται σεναριακά ένα μεγάλο τμήμα των σεναριακών ευρημάτων που είχαν χρησιμοποιηθεί στην ταινία «Ο πύργος της αθωότητας» του Ριπστάιν. Και εδώ έχουμε μια πενταμελή οικογένεια (αποτελούμενη – συμπτωματικά άραγε ; – από τους γονείς και τα τρία τους παιδιά, δύο κόρες και ένα αγόρι), που ζει περιορισμένη εντός του υψηλού φράκτη της μονοκατοικίας τους. Ο φράκτης απομονώνει την κατοικία από τον εξωτερικό κόσμο. Ο μόνος που μπορεί να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο είναι και εδώ ο πατέρας, ο οποίος κάθε πρωί φεύγει για τη δουλειά στο εργοστάσιο του και φροντίζει να τροφοδοτεί με όλα τα χρειαζούμενα τα μέλη της οικογένειάς του. Και εδώ καλλιεργούνται διάφοροι μύθοι προκειμένου να καλυφθεί προκαταβολικά η όποια νεανική περιέργεια για το τι συμβαίνει έξω από το φράκτη, που θα μπορούσε να βάλει σε περιπέτειες τόσο τους τρεις νέους, όσο και το όλο εγχείρημα του εγκλεισμού τους. Έτσι τα αεροπλάνα – από τη στιγμή που δεν υπάρχει δυνατότητα κατάργησης των αεροδιαδρόμων που περνούν σε οπτική απόσταση από το σπίτι – μετατρέπονται σε παιχνίδια που πέφτουν στον κήπο της κατοικίας, ενώ όπως και στην ταινία του Σιάμαλαν υπάρχουν τέρατα – ζόμπι, μόνο που στον «Κυνόδοντα» είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. Ένα επιπλέον στοιχείο σύμπτωσης (;) με την ταινία του Σιάμαλαν είναι ότι και στην ταινία του Λάνθιμου το καταλυτικό στοιχείο που οδηγεί τη μεγάλη κόρη στο να επιχειρήσει να δραπετεύσει σχετίζεται με τη μοναδική εξωτερική επέμβαση που επιτράπηκε από τον πατέρα της, που προσωποποιείται με τη Χριστίνα, η οποία δουλεύει ως υπάλληλος φύλαξης στο εργοστάσιο και επιστρατεύεται ώστε με τακτικές επισκέψεις που φυσικά κανονίζονται από τον πατέρα της οικογένειας να κατευνάζονται οι αναπόφευκτα παρούσες σεξουαλικές ορμές του γιου του. Και σε αυτή την περίπτωση είναι εσωτερικής προέλευσης οι μηχανισμοί που θα οδηγήσουν στην ανατροπή της εμπεδωμένης τάξης, μιας τάξης τόσο πολύ λουστραρισμένης που δεν έδειχνε να απειλείται από τίποτα.


Αν και οι συμπτώσεις με τις προαναφερθείσες ταινίες είναι τόσες πολλές και σε τέτοιες σεναριακές λεπτομέρειες που καταντούν εκνευριστικές, η ταινία «Κυνόδοντας» έδρεψε ουκ ολίγες δάφνες σε πολλά διεθνή κινηματογραφικά Φεστιβάλ. Επιγραμματικά ο «Κυνόδοντας» απέσπασε: Βραβείο στην ενότητα «Ένα κάποιο βλέμμα» και Βραβείο Νεότητας του Φεστιβάλ Καννών 2009, Ειδικό Βραβείο Επιτροπής και Α’ Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Αγγελική Παπούλια – Μαίρη Τσώνη), στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σεράγεβο 2009,Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Επιτροπής Νέων και Βραβείο CitizenKane Καλύτερου Νέου Σκηνοθέτηστο Διεθνές Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου Καταλώνιας στο Sitges 2009, LouvedOr στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ 2009, Βραβείο Νέων στο Μεσογειακό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μονπελιέ (2009), Μέγα Βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εστορίλ Πορτογαλίας, 2009, Βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Στοκχόλμη 2009, Ειδική Μνεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Τεργέστη 2010, Βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Δουβλίνου 2010, Βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ρίβεραν 2010 κατάλογος που κλείνει με πέντε Βραβεία της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2010 (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μοντάζ και Β’ ανδρικού ρόλου για τον Χρήστο Πασσαλή), μαζί με την επίσημη υποψηφιότητα της ταινίας για το Βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, έχει ήδη ανακοινωθεί ότι η ταινία «Κυνόδοντας» συμπεριλαμβάνεται στην τελική πεντάδα για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, δηλαδή βρισκόμαστε κυριολεκτικά μια ανάσα πριν από την τελική έκβαση της όλης υπόθεσης.

Παρ’ όλο το μακρύ κατάλογο βραβεύσεων της ταινίας, που ενδεχομένως να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο μελλοντικά, το ερώτημα που βάζει η ταινία «Κυνόδοντας» με τον πλέον επιτακτικό τρόπο είναι το εξής: κατά πόσο οι σεναριακές συμπτώσεις που εντοπίζονται στον «Κυνόδοντα» σε σχέση με την μεξικανική ταινία είναι όντως συμπτώσεις, ή το σενάριο του «Κυνόδοντα» αντλεί έμπνευση από το σενάριο της ταινίας «Ο πύργος της αθωότητας»;. Σημειωτέον ότι κάτι που να αφορά στη δεύτερη περίπτωση δεν αναφέρεται πουθενά στους τίτλους της ταινίας «Κυνόδοντας». Αν είναι κάτι βέβαιο αυτό είναι πως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη. Άλλο όμως είναι αυτό και άλλο είναι να θεωρούμε ως αυτονόητο ή περίπου αναμενόμενο ότι σε κάθε έργο Τέχνης, σε κάποια κινηματογραφική ταινία εν προκειμένω να βλέπουμε συμπτώσεις επί συμπτώσεων (σεναριακές, αφηγηματικές, σκηνοθετικές, κλπ. ).

Για τις τεχνικές ατέλειες της ταινίας «Κυνόδοντας» καλύτερα να μην αναφερθούμε τώρα, απλά να επισημάνουμε ότι εξώφθαλμα λάθη υπάρχουν ακόμα και σε σχετικά «εύκολα» πλάνα. Και αυτό με την ελπίδα ότι δεν θα προσπαθήσει κάποιος να περάσει τις τεχνικές ελλείψεις και ατέλειες ως «σκηνοθετική άποψη». Το να θριαμβολογούμε για τον «Κυνόδοντα» από σκηνοθετικής πλευράς (γιατί σε σχέση με το σενάριο μάλλον είναι προφανές τι έχει γίνει), είναι σα να αγνοούμε παντελώς το έργο πολλών διάσημων σκηνοθετών και αν θέλουμε να μιλήσουμε για το ελληνικά πράγματα, είναι σα να αγνοούμε τις ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη, του κατ’ εξοχήν Έλληνα σκηνοθέτη των περιθωριοποιημένων ομάδων και των κλειστών / κλειστοφοβικών χώρων.

Μαζί με τον «Κυνόδοντα», συνυποψήφια για το φετινό βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας είναι και μια μεξικανική παραγωγή, η ταινία «Biutiful» του Αλεχάντρο Γκονζάλεθ Ινιαρίτου. Μένει να δούμε τη βραδιά της απονομής των φετινών βραβείων Όσκαρ, αν η Ιστορία θα δείξει για άλλη μια φορά αυτό το φοβερά ειρωνικό της πρόσωπο, κάτι που γίνεται όχι σπάνια.

Ο Αδάμ Αδαμόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

[Το CameraStylo συνεχίζοντας την πολιτική του να διαθέτει  ελεύθερο βήμα διαλόγου σε όλους τους αναγνώστες του (και όχι μόνο)  που με επιχειρήματα θέλουν να εκφράσουν την άποψή τους, επισημαίνει για άλλη μια φορά το αυτονόητο, ότι αυτές εκφράζουν μόνο τους ίδιους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιοδικό μας υπεκφεύγει να πάρει θέση σε ζητήματα επίμαχα -κάθε άλλο-  και με την πρώτη ευκαιρία όταν έχει  όλα τα δεδομένα διαθέσιμα και ο χρόνος έχει ωριμάσει, το επιχειρεί. γ.κ.]

“Περί “Κυνόδοντα”, Oscar, κριτικής και αισθητικής κινηματογράφου, ηθικής, αισθητικής και δημοσιογραφικής δεοντολογίας” του Γιάννη Καραμπίτσου

Ο Arturo Ripstein μιλά με την Paz Alicia Garciadiego για το “Κάστρο της Αγνότητας” (1972)

Arturo Ripstein: Το κάστρο της αγνότητας (1972), «Έξω είναι άσχημα»

Ο Γιώργος Λάνθιμος μιλάει στον Ηλία Φραγκούλη για το πως εμπνεύστηκε το σενάριο του «Κυνόδοντα»

11 σκέψεις σχετικά με το “Κούφιος κυνόδοντας; του Αδάμ Αδαμόπουλου

Add yours

  1. Το μόνο που έχω να παρατηρήσω αρχικά είναι ότι η ταινία «Κυνόδοντας» ανήκει κατά την άποψή μου στις καλύτερες ελληνικές των τελευταίων χρόνων και δικαιολογημένα ασχολήθηκαν πολύ και για καιρό οι κινηματογραφόφιλοι μαζί της.

    Οι ταινίες μπορούν να εμπνέονται από άλλες ταινίες ή βιβλία αλλά αν η συνάφεια είναι μεγάλη , ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι μια ταινία έχει βασιστεί σε κάποια άλλη ταινία ή σε ένα βιβλίο, δεοντολογικά σωστό είναι να αναφέρεται.

    Πριν χρόνια είδα μια ταινία μικρού μήκους αξιόλογου έλληνα δημιουργού. Βασιζόταν πεντακάθαρα σε διήγημα κάποιου ξένου συγγραφέα και δεν αναφερόταν, ενώ κατά τη γνώμη μου όφειλε.

    Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχω δει την ταινία που αναφέρει το κείμενο και δεν μπορώ να εκφράσω άποψη. Δεν νομίζω ότι και να την δω θα αλλάξει η γνώμη μου για την αξία της ταινίας, ίσως μόνο για το αν θα έπρεπε να αναφερθεί ή όχι η πηγή της έμπνευσης.

    Επίσης η αναφορά του κειμένου σε τεχνικές ατέλειες σαν να ήταν αυτονόητες δεν εμφανίζεται επαρκώς επιχειρηματολογημένη για να στηριχτεί κάτι τέτοιο.

  2. Καλή θα ήταν μια αναφορά στην μεξικάνικη ταινία στους τίτλους τέλους, όπως καλή θα ήταν και μια αναφορά από εσάς στη σημαντικότερη διαφορά των δύο ταινιών.
    Η μία εστιάζει στον πατέρα και η άλλη στα παιδιά. Εντελώς διαφορετική κατεύθυνση,

    Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, θα ήθελα επιχειρήματα και όχι λοιδορία. Και δεν ξέρω πόσοι θα έκαναν τόσο σημαντική ταινία με πενιχρά μέσα και σπουδές στην αραχνιασμένη … Σταυράκου.

  3. ΔΙΟΛΟΥ ΤΥΧΑΙΟ,ΠΟΥ ΕΝΑ ΕΚΤΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ «ΚΥΝΟΔΟΝΤΙΑΚΗΣ» ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ ΠΟΥ ΜΗΝΕΣ ΤΩΡΑ ΜΑΣ ΣΕΡΒΙΡΟΥΝ ΤΑ ΜΜΕ, ΩΣ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ/ΕΘΝΙΚΗ ΝΙΚΗ,ΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΕΥΣΥΝΕΙΔΗΤΟ-ΨΑΓΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΚΑΙ ΔΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ…ΑΦΟΥ ΑΛΗΘΙΝΑ ΕΝΑΝ ΓΙΑΤΡΟ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΥΠΟΦΟΡΗ ΜΠΙΧΛΑ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΜΑΣ.
    ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΣΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ ΠΛΕΟΝ, ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ- ΟΠΩΣ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ- ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΙΡΩΣ ΠΙΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ.
    ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ ΒΛΕΠΕΙ,ΑΚΟΥΕΙ, ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΡΑΤΤΕΙ ΑΝΑΛΟΓΩΣ,ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙ ΚΙ ΟΣΟ ΑΝΤΕΧΕΙ.

  4. Μάλιστα λοιπόν,αποφασίσατε να κάνετε και αυτό τον μέχρι τώρα »αθώο» ιστότοπο, βωμό για να σφάζει ο καθένας (και δεν το λέω υποτιμητικά για τους σχολιαστές) ότι θέλει , όποιον θέλει, όπως θέλει. Είτε με επιχειρήματα είτε όχι. Ανώνυμα ή επώνυμα. Οι ψυχαναγκασμοί του κοινού , οι όποιες γνώσεις του, η όποια αισθητική του, και το όποιο απωθημένο του να ασκήσει κριτική σε κάτι ,σε οτιδήποτε-πόσο μάλλον σε κάτι »πετυχημένο και επίκαιρο». Όλα αυτά συνθέτουν την διαδικτιακή βία απόψεων κρίσεων και επιτρέψτε μου να πω προσωπικών διαφωνιών η εμπαθειών από κάποιους προς κάποιους άλλους. Φυσικά και πρέπει να έχουμε βήμα να λέμε την άποψη μας,όλοι αναιξερέτως,αλλά σκεφτείτε αν ο μέσος θεατής γράφει κριτικές αποδομώντας έργα,δουλειές,τέχνες,προσωπικότητες και αυτό δημοσιεύεται πάντα και από παντού τότε ποιος ο ρόλος των ανθρώπων που λέμε »ειδικους». Φυσικά και δεν πιστεύω στις αυθεντίες,επίσης γνωρίζω ότι γίνονται πληρωμένες κριτικές και διαφημίσεις όπως και δυσφημίσεις.Ξέρουμε όλοι πως για ποιους και από ποιους. Αλλά τι πιο επικίνδυνο από τους λασπολόγους που κρύβονται πίσω από τον τίτλο του θεατή ,πίσω από την ιδιότητα του φιλότεχνου και πως μπορούμε να κρίνουμε ποια γνώμη κοινού είναι αθωά και ειλικρινής; Από το αν επιχειρηματολογεί; Το βρίσκω τουλάχιστον αστείο να μιλάμε για βήμα για το κοινό.Όλο αυτό είναι πανελίστικο και τα χρόνια που πάει καλά στην τηλεόραση του έδωσαν δύναμη να εξαπλωθεί και σε site όπως το δικό σας και λυπάμαι για αυτό.

  5. Είναι θλιβερό πραγματικά το περιοδικό σας να εκμεταλλεύεται με αυτό τον τρόπο ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα προκειμένου να αποκομίσει λίγη αναγνωσιμότητα παραπάνω. Κρίμα και για όσους έπεσαν στην λούμπα να απαντήσουν (όπως κι εγώ). Είναι άλλο πράγμα να είμαστε αιρετικοί κι αμφιλεγόμενοι κι άλλο να θέλουμε να δείχνουμε έτσι, από προσωπική ματαιοδοξία. Κάποτε καλύπτατε και διαφορετικά πράγματα, τώρα όλο και περισσότερο γίνεστε ακόλουθος μίας mainstream επικαιρότητας, χρησιμοποιώντας την προσωπική δίψα για αναγνώριση ενός ανθρώπου εγκλωβισμένου σε τίτλους και πτυχία, προκειμένου να βγάλετε την ουρά σας απέξω… ενώ στην ουσία ψοφάτε για κάποιους αναγνώστες παραπάνω. Κρίμα…και λέγεστε και καλλιτέχνης.

  6. Τίποτα από αυτά που ισχυρίζονται τα δύο τελευταία σχόλια δεν ισχύει. Το κείμενο το λάβαμε προχτές λίγο πριν το δημοσιεύσουμε. Δεν έχουμε ανάγκη επισκεψιμότητας (με τον τρόπο που υπονοείτε τουλάχιστον) γιατί αυτή ούτως ή άλλως είναι μεγάλη.Όχι μόνο δεν βγάζουμε την ουρά μας απέξω και πότε την βγάλαμε άλλωστε, αλλά ήδη έχει υπάρξει σχόλιο του αρχισυντάκτη του περιοδικού και θα υπάρξει και κείμενο,όπως πάντα άλλωστε. Πέρα από το γεγονός ότι το περιοδικό μας δημοσιεύει συνεχώς κείμενα αισθητικής, γιατί ειρωνεύεστε το βήμα διαλόγου, ήδη σε αυτό γράφουν σχεδόν σταθερά δύο αξιολογότατες κοπέλες και είμαστε ανοιχτοί σε κάθε άνθρωπο που θέλει να εκφραστεί και δεν είναι και πολλοί αυτοί που επιχειρούν να το κάνουν.Αλήθεια εσείς αντί να λοιδορείτε δίκαια ή άδικα όσους το τολμούν επώνυμα με άρθρο και όχι σε φόρουμ γιατί δεν κάνετε το ίδιο;
    Mainstream; τα βίντεο τα πρωτότυπα και αποκλειστικά για τις τέχνες μαζί με τα κριτικά και αισθητικά κείμενα είναι mainstream; και τι δεν είναι παρακαλώ;
    Λέγομαι καλλιτέχνης;
    Δεν ξέρω τι λέγομαι, ξέρω ότι την ώρα που μπήκατε για να χύσετε το δηλητήριο σας, με μια κάμερα στο χέρι ήμουν για 3,5 ώρες στον badiou και βιντεοσκοπούσα για το καλό και το δικό σας νομίζω, για τρίτη συνεχόμενη μέρα.
    Κάθε μέρα για ένα χρόνο πάνω από 400 video για τον πολιτισμό, είναι αυτό καλλιτεχνία; τι λέτε; εσείς που τα ξέρετε όλα;

    Γιάννης Καραμπίτσος
    δ/ντής & αρχισυντάκτης camerastylo online

  7. Πανελίστικη άποψη να παρέχουμε βήμα σε νέους και όχι μόνο ανθρώπους με σπουδές πάνω στο αντικείμενο της τέχνης ή σε πανεπιστημιακούς και αυτούς αποκαλείτε «κοινό»; Και αν ψαγμένος θεατής του κινηματογράφου, του θεάτρου ή των τεχνών γενικά ήθελε να εκφραστεί με άρθρο θα του στερούσαμε το βήμα; και ποιος θα του το έδινε; εσείς;και δεν είναι αυτή mainstream άποψη;ή μήπως η απάθεια και αδράνεια βολεύει κάποιους;

  8. Φυσικά και όλοι έχουν το δικαίωμα της άποψης τους. Γι αυτό υπάρχουν τα blog. Συγνώμη Κε Καραμπίτσο που νομίζαμε πώς κάνατε λίγο πιο σοβαρή δουλειά. Αλήθεια γιατί δημοσιεύσατε πρώτα κείμενο αναγνώστη και όχι ας πούμε κριτική του συνεργάτη σας Κου Γωγάκη;
    Να ξέρουμε αν πλέον θα διαβάζουμε τις απόψεις των συντακτών ή των αναγνωστών σας στο περιοδικό.

    Άντε και του χρόνου να μας πείτε ποιες ταινίες αντέγραφε το Άτενμπεργκ

  9. Αγαπητή camerastylo,

    Σε ικετεύουμε μην μας στενοχωριέσαι και μην συγχύζεσαι, οσοι-ες σε παρακολουθούμε καθημερινά σου είμαστε ειλικρινά ευγνώμονες ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙΣ, προσφέροντας μας και ενημέρωση και εικόνες και βήμα ελεύθερου διαλόγου !
    Ας τους κακούς να λένε λοιπόν και μην τους δίνεις σημασία, δεν την αξίζουν…
    δες το επεισόδιο ως «ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΣΥΜΒΑΝ που αποδεικνύει το ΚΕΝΟ στις αναπαραστάσεις του συστήματος και τον σημαντικό σου ρόλο ως υποκειμένου» όπως τόσο σοφά μας εξιστόρησε σημερα ο Μπαντιου, ενω εμεις με χαρα θα περιμένουμε ο,τι καλό συνέλεξες από τις ομιλίες του.

  10. Γιατί απλούστατα, ο Ιάκωβος δεν έγραψε για τον Κυνόδοντα, όπως άλλωστε ούτε και εγώ. Συμβαίνει να γράφουμε στο CameraStylo όταν το νοιώθουμε. Για πάρα πολλές ταινίες δεν έχουμε γράψει καθόλου ή γράφουμε πολύ μετά. Ας πούμε προσέξατε ότι έχουμε γράψει για τα 45m2 και όχι για την Άπνοια; Ποιο είναι το πρόβλημα; Γράψτε εσείς πρώτη. Θα το δημοσιεύσουμε. Ο κ. Αδάμ Αδαμόπουλος έστειλε το κείμενο και το βάλαμε, όπως έχουμε κάνει έως τώρα με όλους αυτούς που αποκαλείτε αναγνώστες ενδεχόμενα κάπως υποτιμητικά (Δήμητρα Γιαννακού, Κατερίνα Μπουρδούκου, Θόδωρος Σούμας κ.α.) που δεν είναι και απλοί αναγνώστες. Σπουδαγμένοι κριτικοί και θεωρητικοί σε κινηματογράφο και θέατρο, ο δε Σούμας σκηνοθέτης και συγγραφέας επιπρόσθετα και εκεί διαφώνησα με το κείμενό του αλλά δεν είδα να κάνετε τόσο θέμα. Και σε αυτή την περίπτωση θα υπάρξει κείμενο μου, τώρα που το νοιώθω να το κάνω, φοβήθηκε ποτέ ο εκδότης του CameraStylo να εκφράσει την άποψή του, όποια και αν είναι αυτή κάθε φορά; [ Γ.Κ.]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: