ΤΟ ΠΑΡΤΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΟΚΚΑΛΗ ΚΑΙ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ – ΘΥΡΑ ΤΕΧΝΗΣ, κριτική της Νίκης Πρασσά

Απαραίτητη ένδυση: Ανοιχτό μυαλό – Προαιρετικά: Καλή διάθεση

to party tis vasilissas

Όρεξη και κέφι να έχουμε, παραστάσεις νέων ομάδων να βλέπουμε στις αθηναϊκές σκηνές. Το θέατρο αποτελεί μελίσσι που ελκύει τους κηφήνες γύρω από μία βασίλισσα. Την κορώνα δεν φοράει άλλη από την ίδια την θεατρική τέχνη, το κεφάλι της οποίας ενίοτε αποκεφαλίζεται από τους “ταπεινούς” ,πλην ανίκανους να μεθέξουν της εξουσίας της, “υπηκόους” της. Πολλές φορές όμως κάποιοι τροφοδοτούν με το αίμα της δημιουργικής ανησυχίας τους, τις αδύναμες φλέβες της, κι έτσι ευτυχεί να ξαναβρίσκει το παλιό της μεγαλείο, χαιρετώντας τα πλήθη από τον υψηλό της θρόνο. Και αν όλα αυτά σας φαίνονται σαν περιττή εισαγωγή και φλύαρη θεωρητική γενίκευση, είμαι απολύτως βέβαιη πώς θα τα βρείτε λίγα ως συνειρμική λειτουργία της σκέψης σας, άμα τη συμμετοχή σας στο “Πάρτυ της Βασίλισσας”.

Σε εποχές δύσκολες κυρίως οικονομικά, με ιδιαίτερα αυξημένο ανταγωνισμό και χαμηλά κριτήρια στο ποιοτικό αποτέλεσμα μίας παραγωγής, η ομάδα Τεχνικό αποφάσισε να φτιάξει ένα χειροποίητο “κόσμημα” και να το μοιράσει στον κόσμο στο συμβολικό ποσό των δέκα ευρώ. Αντίτιμο μικρό, για μία δουλειά που ανταμοίβει τόσο με την αισθητική όσο και κυρίως με την πρωτότυπη φιλοσοφική της στάση και λογική ανάπτυξη. Αποφασίστε την είσοδο μαζί μου και θα καταλάβετε.

Οι επτά ερμηνευτές και οι τρεις παραγωγοί – όλοι νέα παιδιά στον χώρο – επέλεξαν να υπερασπιστούν το έργο του Θεόφιλου Κόκκαλη, με όπλο τους την ποιητική ματιά του ικανότατου Γιώργου Συμεωνίδη. Δεν τα κατάφεραν άσχημα με μία παράσταση που λειτουργεί με όρους αφαίρεσης, όχι προσχηματική περιδίνηση στο κενό όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τελευταία στη σκηνή, αλλά προσπάθεια επανατοποθέτησης προβληματικών σημείων αναφοράς του σήμερα σε νέες φόρμες ανάγνωσης.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στα επιμέρους κείμενα τα οποία συνθέτουν το σώμα του έργου, είναι το οξύ και διεισδυτικό βλέμμα του δημιουργού τους, στα φαινόμενα κοινωνικοπολιτικής παθογένειας της Ελλάδας του 2011. Εκεί όπου άλλοι -και πιο αναγνωρισμένοι – συνάδελφοί του αποφασίζουν να δώσουν άρτον και θεάματα, περιτυλίγοντας με τη χάρτινη σακούλα του τραγουδιού-σχόλιου ένα περιεχόμενο που μένει ξεκρέμαστο όσο και οι πλαστικές σημαιούλες στα σκοινιά του εφήμερου πανηγυριού, ο ίδιος αποφασίζει να βουτήξει μέσα στον εφιάλτη της πραγματικότητας και τολμάει να γράψει για τις σκοτεινές εικόνες του βυθού της ανθρώπινης ψυχής. Το ύφος του ,άλλοτε ποτισμένο με κατάμαυρο χιούμορ και άλλοτε λυρικό (λόγου χάρη η συναισθηματική φόρτιση στο κομμάτι του Female ensemble), είναι τόσο εξεζητημένο ώστε μέσα στην ίδια σκηνή καταφέρνει να ξεκινήσει ως εσωστρεφής μονόλογος για να καταλήξει σε εξωστρεφές κήρυγμα ή πρόσκληση.

Η Αλληγορία και ο Συμβολισμός είναι το δεξί και αριστερό χέρι που αλληλοβοηθούν στην εξόντωση οποιασδήποτε ρεαλιστικής σκουριάς θα μπορούσε να καλύψει θέματα όπως η ανεργία, η πολιτική σήψη, η ηθική παρακμή μίας ολόκληρης κοινωνίας αλλά και πιο υπαρξιακής φύσης ζητήματα όπως η ανελευθερία, ο φόβος, η ματαίωση, η έλλειψη επικοινωνίας, η γέννηση, ο θάνατος και το περιεχόμενο της λέξης άνθρωπος. Αρσενικό: “καμιά δεν είναι σαν και σένα” – Θηλυκό: “κανείς δεν είναι σαν κανέναν” / Προσευχή: “Εγώ είμαι η μηχανή. Εγώ είμαι ο Άνθρωπος”.

Η ομοφυλοφιλία, ο καννιβαλισμός, θέματα ταμπού που παρουσιάζονται συχνά επιδερμικά ως ανώδυνες πτυχές μίας ανορθοδοξίας, εδώ αποκαλύπτονται σε αυτό που είναι: η καθολική πληγή στο υπερσυντηρητικό εγώ του καθενός μας. Τα λεκτικά παιχνίδια της γλώσσας αμφιταλαντεύονται μεταξύ της καθημερινής και της ιντελεκτουάλ μορφής για να καλλιεργήσουν το έδαφος της απόλυτης μετάβασης, στο επέκεινα του χωροχρόνου δράσης, το υποκείμενό τους. Ασκήσεις ύφους; Οπωσδήποτε ναι αλλά όχι με την επίφαση περιεχομένου. Ουσιαστικός και ανατριχιαστικά επίκαιρος (οικονομική κρίση 2011) ανατόμος της νοσηρής πραγματικότητας που όλοι βιώνουμε, ο νεαρότατος δημιουργός εκπλήσσει ευχάριστα με την άρνησή του να χρησιμοποιήσει εύκολους τρόπους εντυπωσιασμού, φλυαρώντας αμετροεπώς ή σιωπώντας αμήχανα εμπρός σε ένα κοινό συνηθισμένο να “μην ακούει” αλλά να θορυβείται.

Εν κατακλείδι θα έλεγα πως βρήκα αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την ποίηση του Λειβαδίτη (της πρώτης περιόδου) – κυρίως στο συνδιασμό του ελεύθερου στίχου με στοιχεία από την τέχνη του υπερρεαλισμού και στην επαναληπτικότητα φράσεων ή λεκτικών τρόπων. Όπως εκείνος άλλωστε έτσι και ο Θ. Κόκκαλης «ξεκινάει, ως ποιητής, έχοντας την αίσθηση ότι μετέχει σ’ ένα συλλογικό σώμα και το αντιπροσωπεύει. Ως κορυφαίος ενός χορού, εκφράζει τα αισθήματα και τα οράματα του συλλογικού σώματος στο οποίο, οικεία βουλήσει, εντάχθηκε». (Αργυρίου).

Έχοντας ένα σχεδόν φιλοσοφικό δοκίμιο ο σκηνοθέτης Γιώργος Συμεωνίδης, αφουγκράστηκε τα μονολογικά του “θέλω” να γίνει διάλογος και επικοινωνία με τον Άνθρωπο, και σεβόμενος απόλυτα τις ανάγκες του να ζήσει, του έδωσε ρυθμό ώστε να αναπνεύσει μακριά από το χαρτί και επάνω σε ξένα σώματα. Αν και η υπαρξιακή του αγωνία με το σαρκαστικό του χιούμορ δεν προσφερόταν για ανάλαφρες και χαρούμενες εικόνες, φιλικές προς τον “χρήστη” – θεατή, χωρίς να προδώσει την τραχύτητα των χαρακτηριστικών του, πρόσθεσε πινελιές που ωφέλησαν την πιο εύκολη αποδοχή ακόμα και της πιο σκληρής λεπτομέρειας. Από τις πιο δυνατές στιγμές το female ensemble (εξαιρετικός ο τρόπος που αναπαραστάθηκε όλη αυτή η μάχη εντός του γυναικείου σώματος) με την γεωμετρική τοποθέτηση στον χώρο τεσσάρων γυναικείων σωμάτων εγκλωβισμένων στην ανάγκη να φυλακίσουν και να δραπετεύσουν αντίστοιχα (σχήμα δυαδικό). Από τις υπόλοιπες σκηνές, ενδιαφέρον παρουσίαζε η κατά μέτωπον επίθεση στο θεατή των ζευγαριών που λογομαχούν αλλά και η θρησκευτική παρενδυσία με υποβλητικό, σχεδόν βιβλικό, τόνο, ενός μεταφορικού “κατηγορώ” στην απόρριψη, την αναλγησία, την αδιαφορία. Βρήκα αρκετά επιτυχημένο το υπαινικτικό παιγνίδισμα που μεσολαβούσε μεταξύ των σκηνών, που έδινε τις απαραίτητες ανάσες στον θεατή και τον βοηθούσε να μεταβεί στην επόμενη ιστορία (η εξαιρετική μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη λειτούργησε εδώ ως ο αφανής αφηγητής του έργου, συνδέοντας αποτελεσματικά τις σκηνές και κρατώντας στα ύψη την ενέργεια κοινού και ηθοποιών, βάζοντας παράλληλα το στοιχείο της έντασης στην ατμόσφαιρα).

Ο Συμεωνίδης με έξυπνο τρόπο κυριολέκτησε στις πιο σουρεαλιστικές σκηνές του έργου (Η συνάντηση και το Meeting) ενώ αντίθετα μετέφερε σε ένα άλλο σύμπαν ό,τι πιο κοντά στο προσωπικό και ανθρώπινο έγραψε ο συγγραφέας (female ensemble και προσευχή). Μία ένσταση υπάρχει ως προς την εισαγωγή, η οποία ήταν λίγο πιο αδύναμη από τη συνέχεια, ενώ και η τελευταία σκηνή, με τα τρία “παιδιά” που συζητούν για τις ιδιαιτερότητες της οικογενειακής τους εστίας, χρειάζεται να στρέφει περισσότερο ως απειλή και φόβος το βλέμμα της στον θεατή, παρά να έχει το ύφος αθώας παιδικής εξιστόρησης…σαν εκείνες τις ιστορίες τρόμου που λέγαμε παιδιά, κάτω από τα αστέρια, κάποιες νυχτερινές συνάξεις των παιδικών μας χρόνων. Δεν είναι το ζητούμενο να διασκεδάσουμε τους φόβους μας, αλλά να εισπράξουμε το μέγεθος της παράνοιας των άλλων επάνω μας.

Το θεατρικό είδος που διάλεξαν οι ηθοποιοί προκειμένου να παρουσιάσουν τις δυνάμεις τους στον χώρο, είναι πολύ δύσκολο ακόμα και για ηθοποιούς φτασμένους. Θέλει αρκετή δουλειά και αφοσίωση και συνεχή εργατικότητα προκειμένου να πεις κάποια στιγμή ότι έχεις κερδίσει μία σπουδαία, αν και μικρή, μάχη με το ψέμα επάνω στο σανίδι. Στα πρώτα τους αυτά βήματα είναι αξιοπρεπέστατα δοσμένα στους ρόλους τους, λειτουργούν προς τιμήν τους σαν ομάδα και υπέρ του κειμένου και των σκηνοθετικών υποδείξεων, με κάποιες πολύ καλές στιγμές και κάποιες άλλες λιγότερο εύστοχες. Τα ηνία κρατάει ως άλλη Πενθεσίλεια η καλπάζουσα ορμή της Νέλλης Μποφίλιου, η οποία έχει την πολύ δυνατή στιγμή της στο female ensemble, όπου ξεκινάει με την απλότητα της κοριτσίστικης αφέλειας την εξωστρεφή διήγησή της για να καταλήξει σε μία έκρηξη βίας από ανάγκη να προστατέψει ό,τι αγαπάει πιότερο (οι αναλογίες με όποιες εικόνες στο σήμερα δικές σας). Αν και πολύ νέα καταφέρνει να χειρίζεται με το μέτρο που απαιτείται τις σκηνές που θα μπορούσε να ξεχειλώσει ερμηνευτικά ο ρόλος της και από μία γκροτέσκα αναφορά να καταλήξει καρικατούρα γελοιογραφίας (σκηνή συνάντησης “επιστημόνων”). Ξεχωρίζει ως η υποκριτικώς πιο ευέλικτη του σχήματος, και αν ξεπεράσει τον σκόπελο της τυποποίησης (πολλοί θα την χαρακτηρίσουν κωμική περσόνα αλλά στο μονόλογο που προανέφερα δείχνει πώς έχει πολλά τόξα στη φαρέτρα της) θα καταφέρει να δώσει ωραίες ερμηνείες , ενώ την ακολουθεί ο παρτενέρ της σε αρκετές σκηνές Γιάννης Σουλάκης. Αν και προσγειώθηκε ο κυνισμός του σε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του έργου, όπου ήταν αποτελεσματικός και απολαυστικός, στη συνέχεια στο κεφάλαιο με τα ζευγάρια προχώρησε παραπέρα αδειάζοντας τις όποιες ευκολίες του και ερμηνεύοντας με ειλικρίνεια το “αρσενικό” είδωλο στον καθρέφτη του θηλυκού. Λίγο παραπίσω αλλά με το ίδιο πείσμα να σταθούν επάξια σε ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα, στάθηκαν τα υπόλοιπα παιδιά. Η Εργίνα Παπαδάκη υπήρξε λιτή στην σκηνή με τα τρία ζευγάρια, έιχε ωραίες εκρήξεις θυμού χωρίς να υπερβάλλει στην μάχη των δύο φύλων ενώ ασφαλώς έκλεψε το χειροκρότημα του κοινού ως θερμότατη ευαγγελίστρια στην σκηνή της Προσευχής (μπορείτε να περάσετε να ακούσετε το κήρυγμά της). Η Μαρία Κάλφα μπόρεσε να ταιριάξει με την φιγούρα της εγγύου εργαζομένης, φορώντας το ειδικό βάρος του ρόλου της απέριττα, αλλά θα την ήθελα λίγο πιο ουσιαστική στη σκηνή των τριών ζευγαριών. (εκεί όλοι οι ηθοποιοί χάνονται κάπως, με εξαίρεση τον Αστέρη Νάτσιο, ο οποίος μάλλον βρίσκει τα “κλειδιά” του για το κείμενο). Ο Νάτσιος έχει τις καλές στιγμές του (προσευχή, όπου “τσαλακώνεται” κάπως), αλλά δεν βρίσκει ακόμα σταθερό βηματισμό (θα του δοθεί η ευκαιρεία ωστόσο με την τριβή στο σανίδι). Ο Γιάννης Πήλιουρας καταφέρνει να κάνει τον κόσμο να γελάσει (έστω και πικρά) με την απόγνωση έτσι όπως ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του (στη σκηνή του meeting), θέλει όμως περισσότερη δουλειά στη σκηνή της συνάντησης επιστημόνων για να δέσει ως το ιδανικό αντίβαρο του ζεύγους. Η “στιγμή” της Ρομπέρτας Βέγκα, κατά την προσωπική μου πάντα εκτίμηση, για να κερδίσει σκηνικό έδαφος, είναι ως περιπλανώμενος προσευχητής, αν και πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένη σε εκείνες που προηγούνται. Όλοι τους πάντως κάνουν μία σημαντική αρχή με αυτό το πόνημα, και ίσως ακολουθήσουν διαδρομές που θα τους εξελίξουν σε ικανότατους μελετητές της υποκριτικής τέχνης!

Την παράσταση ωστόσο κλέβει η ίδια η βασίλισσα, τόσο με την παρουσία της (που αρχικά είναι απουσία) στο βάθος της σκηνής, έτσι όπως σιγά σιγά αποκτάει σάρκα και οστά με δανεικά μέλη από τα υλικά της σάπιας καθημερινότητας (εικαστικά πολύ επιτυχημένη η απεικόνισή της, καθώς και το ψυχρό των χρωμάτων που την περιλούζουν – με κυρίαρχο το μπλε), όσο και με την σκηνή εξόδου, εκεί όπου την αποχαιρετούμε κομματιασμένη και βιασμένη καθώς βυθίζεται μέσα στο σκοτάδι (εύστοχη η συμμετοχή του ίδιου του Συμεωνίδη σε αυτό το τελευταίο κομμάτι). Η κατασκευή αλλά και τα φώτα σε αρμονική συνεργασία σκηνοθέτη και ομάδας παραγωγής bfour αποδεικνύουν πως με ελάχιστα οικονομικά μέσα αλλά πλούτο φαντασίας και ιδεών μπορείς να κάνεις μία δουλειά που να ικανοποιεί τα, προαπαιτούμενα στην τέχνη, κριτήρια καλαισθησίας.

Επειδή διανύουμε μία περίοδο όπου το ευτελές βαπτίζεται καθαρκτική αφαίρεση, όπου οι προσπάθειες ύπαρξης εκτός συστήματος πέφτουν στο κενό του ίδιου του συστήματος, όπου έχουμε ανάγκη εκτός από τις κραυγές μας , να αφουγκραστούμε την δημιουργική σιωπή και τον εσωτερικό μονόλογο της ίδιας μας της ψυχής, θα πρότεινα καμιά φορά να προσπερνάμε τα πάρτυ αλκοποσίας και επίδειξης του ματαιόδοξου εφησυχασμού μας, προκειμένου να μεθύσουμε με λόγο πεπαιδευμένο και να χορέψουμε εκείνο τον χορό με τον οποίο οι αρχαίοι ξόρκιζαν κάποια από τα “κακά πνεύμα

INFO

Το Πάρτυ της Βασίλισσας

Η θεατρική ομάδα «ΤΕΧΝΙΚΟ», μετά την επιτυχημένη παράσταση Belle Rêve στην «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων, παρουσιάζει στη Θύρα Τέχνης, Σαρρή 14, κάθε Δευτέρα και Τρίτη από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 22 Φεβρουαρίου την παράσταση:

«Το Πάρτυ της Βασίλισσας»

σε κείμενα του Θεόφιλου Κόκκαλη, σκηνοθεσία του Γιώργου Συμεωνίδη και μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη.

«Το πάρτυ της Βασίλισσας» είναι μια μακάβρια σάτιρα, εν είδη work in progress, που αφορά στην αγωνιώδη αναζήτηση φύσης και θέσης του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα παράλογο, σκληρό αλλά γοητευτικό παρόν. Οι καλεσμένοι της Βασίλισσας αναγκάζονται να συγκρουστούν με τα γενετήσια ένστικτα τους , τις φορεμένες «αξιες» του σήμερα, να ρισκάρουν κάθε κεκτημένο και να αμφισβητήσουν κάθε δεδομένο.

Κείμενα: Θεόφιλος Κόκκαλης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Συμεωνίδης

Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης

Παίζουν: Ρομπέρτα Βέγκα

Μαίρη Κάλφα

Νέλλη Μποφίλιου

Αστέρης Νάτσιος

Εργίνα Παπαδάκη

Γιάννης Πήλιουρας

Γιάννης Σουλάκης

Παραγωγή: b.four

17/1 έως 22/2, κάθε Δευτέρα και Τρίτη

Ώρα Έναρξης: 21.00

Τιμή Εισιτηρίου: 10€

Θύρα Τέχνης: Σαρρή 14

Τηλέφωνα Επικοινωνίας και Κράτησης Εισιτηρίων: 210 9023311 & 697 8724736

τα” της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Η πρό(σ)κλήση εστάλη, εσείς δεν έχετε παρά να φορέσετε το καλό σας γάντι! Μάσκες επιτρέπονται μεν, πέφτουν δε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: