[video] ΓΚΡΗΣ ΗΛΕΒΕΝ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΝΟΥΡΗΣ – ΙΔΡΥΜΑ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, κριτική της Νίκης Πρασσά

KARAMIXOS artd

Το Γκρης Ηλέβεν δεν είναι τίποτα περισσότερο από, θεατρικά δοσμένες, σκόρπιες σκέψεις ενός νέου ανθρώπου, όπως άλλωστε και η ίδια η παράσταση μας αυτοσυστήθηκε μέσω του βασικού δημιουργού της. Τα προβήματα της ελληνικής κοινωνίας του 21ου αιώνα, αποκρυσταλλωμένα στην αυγή του 2011. Ο Γιώργος Νανούρης προσκάλεσε έναν καταξιωμένο ηθοποιό και μία ταλαντούχα τραγουδίστρια και συγκέντρωσε 18 ακόμα σπουδαστές δραματικών σχολών, προκειμένου να φτιάξει μία επιθεωρησιακού τύπου περφόρμανς για να διασκεδάσει το κοινό του.

Στο γκαράζ του ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, καθίσαμε απέναντι σε μία ομάδα παιδιών, για να ακούσουμε τα “θέλω” τους, στην – με μεγάλη απήχηση στον κόσμο – εναρκτήρια σκηνή του έργου. Στη συνέχεια 10 παρόμοιες εικόνες και 6 τραγούδια προσπάθησαν να διαπραγματευτούν μερικές από τις στιγμές (με διάρκεια αιωνιότητας) αλλοτρίωσης και αποξένωσης που ζούμε στην καθημερινότητά μας. Με το λογική stand up comedy και εμβόλιμη παράθεση τραγουδιών που υπογράμμιζαν κάθε φορά το υποκεφάλαιο του οποίου έπονταν, η παράσταση είχε χαρακτήρα ανάλαφρο, σαν ένα σύγχρονο βιντεοκλίπ με περιεχόμενο ωστόσο παλιομοδίτικης ελληνικής ταινίας του 60, όπου όλα τα κακώς κείμενα αντιμετωπίζονταν με μία έκρηξη κεφιού και χορού, υπερθεματίζοντας την ομοψυχία ενός λαού, παρά τις αντίξοες, για την επιβίωσή του, συνθήκες. Δεν είναι όμως μονάχα έμπλεο αισιόδοξων τόνων το βλέμμα του Νανούρη. Αν και κυριαρχεί λόγω της ανάγκης του κοινού να “γελάσει χωρίς προσπάθεια”, υπάρχουν κάποια λεπτά μελαγχολίας, εκεί όπου όλοι μας αναγνωρίζουμε την διάβρωση της κοινωνικότητάς μας, όπως δεν επιλέγουμε αλλά αναγκαζόμαστε να απομονωθούμε, από την θλίψη στην οποία μας οδηγεί το αίσθημα της στέρησης, όχι της επαφής, αλλά της κτήσης υλικών αγαθών. Ωστόσο ο Νανούρης δεν μένει πολύ σε αυτό το υπαρξιακό κενό, το προσπερνά και εκεί είναι που θα ήθελα να ξεφύγει από το προφανές, όσο και αν χρησιμοποιεί το άλλοθι της μη σπουδαιότητας των λεγομένων (στην αρχή αυτό δηλώνει ο ίδιος), γιατί νομίζω έχει προ πολλού έρθει ο καιρός που ένας δημιουργός θα πρέπει εκτός από μία απλά καλή παράσταση, να προχωράει παρακάτω σε μία στιβαρή τοποθέτηση επί των πραγμάτων γύρω του, ειδικά όταν θέλει να σχολιάσει ούτως ή άλλως αυτό που αντιλαμβάνεται ως πραγματικότητα γύρω του. Εκείνο δηλαδή που θα περίμενα ως φυσιολογική εξέλιξη της απελπισμένης κραυγής των “θέλω” θα ήταν το “μπορώ να” , την δράση που ακολουθεί ως αντίδραση σε ένα τέτοιο ξέσπασμα. Σε πολλά σημεία όμως το κείμενο με απογοήτευσε, επειδή είχε μία προβλέψιμη και σταθερή ανάπτυξη, την οποία ίσως και να μην ήταν στα ζητούμενα του δημιουργού να αποφύγει.

Σκηνοθετικά ο Νανούρης έχει κερδίσει κάποια πράγματα στον χώρο. Ξέρει να τοποθετεί τους ηθοποιούς σωστά, εκμεταλλευόμενος κάθε γωνία της σκηνής που του δίνεται, χρησιμοποιεί το κόλπο της προοπτικής παίζοντας με το βάθος, ενώ συνδιάζει ιδανικά τη μουσική για να δώσει τον ρυθμό που χρειάζεται κάθε επί μέρους εικόνα (παρεπιπτόντως να αναφέρουμε ότι τα μπιτάκια τα έχει συνθέσει ο ίδιος). Επειδή έχω παρακολουθήσει αρκετές δουλειές του, νομίζω πως έφτασε η ώρα να πάει λίγο παρακάτω, να πειραματιστεί περισσότερο και να αρχίσει να τολμάει ένα διαφορετικό τρόπο στησίματος, μακριά από τις ευκολίες του. Γιατί ενώ υπάρχει ένα γερό δέσιμο, δεν υπάρχει αυτή η ανανεωτική ματιά που θα οδηγούσε στην απογείωση. Όχι ότι απαραίτητα ενδείκνυτο η συγκεκριμένη παράσταση για κάτι τέτοιο.

Από το σύνολο εθελοντών και ερμηνευτών, ασφαλώς ξεχώρισα τον Καραμίχο στο πρώτο του σολάρισμα (“Έχω”), γιατί με τα γυρίσματά του και την ειλικρινή απογύμνωσή του, έδωσε με μέτρο το λυγμό και σφυγμό μίας εποχής, που από την οικονομική κίβδηλη ευμάρεια, κατέληξε στην χρεωκοπία (παντός είδους). Και στο τραγούδι που ερμήνευσε με εσωστρέφεια, ήταν παραπάνω από αληθινά συγκινητικός. Ήταν μαγευτικός.

Η Μπάμπαλη, χωρίς να έχει υποκριτικές ανησυχίες, κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού, με το αναμφισβήτητο ταλέντο των φωνητικών χορδών της. Μου άρεσε γιατί ο Νανούρης άφησε τον πειρασμό μίας όποιας εκκεντρικότητας (ο Λουδάρος λόγου χάρη στο αμέσως προηγούμενο πόνημά του, ως ικανότατος και ηθοποιός και τραγουδιστής σάρωσε με το ταπεραμέντο του τη σκηνή) και προσάρμοσε τη διττή αξιοποίηση της ερμηνεύτριάς του, στη γήινη δική της χαμηλών τόνων περσόνα.

Από κει και πέρα, η πιο επιτυχημένη περιπέτεια της όλης 70λεπτης διαδρομής, ήταν η στάση στον σταθμό του διαδικτύου, με την ευρηματική χρήση ψηφιακών οθονών, που χόρευαν τον χορό της σύγχρονης μοναξιάς μας. Εκεί είναι που καταλαβαίνεις ότι ο Νανούρης έχει πράγματα να δώσει, έχει όρεξη και αν μη τί άλλο προσπαθεί με ειλικρίνεια να δώσει ζωή στις δικές του καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Αν και στην παράσταση που παρακολούθησα υπήρχαν αρκετά τεχνικά προβλήματα, τα οποία προσωπικά με αποσυντόνισαν, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις την ψυχραιμία του εμπνευστή της να τα προσπελάσει.

Σε γενικές γραμμές, όπως ήδη ανέφερα, μιλάμε για μία δουλειά με την οποία ο κόσμος πέρασε καλά, είχε καλή επικοινωνία με το κοινό, παρουσίαζε ενδιαφέρον σε μερικές από τις σκηνές -όπως αυτή στο ίντερνετ και εκείνη με τα σκουπίδια, ήταν καλά σκηνοθετημένο, με κέφι. Εν κατακλείδι θα αρέσει στον κόσμο…και ίσως αποτελεί μία εναλλακτική μορφή διασκέδασης, όχι μόνο θεατρικά, αλλά μουσικοθεατρικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: