MALA JUNTA – Esther Andre Gonzalez & ‘Ελλη Καραδήμου Τα “κόκκινα παπούτσια” της επανάστασης κριτική της Νίκης Πρασσά

MALA JUNTA1

Το θέατρο γίνεται “θέατρο” και η νεότευκτη σκηνή του Όλβιο ανοίγει την κουίντα για να υποδεχτεί μιαν άλλη εποχή σε μία μακρινή μας χώρα. Η Ελλάδα όλο και περισσότερο συγκρίνεται τελευταία με την Αργεντινή, η δε πολιτικοικωνική κατάστασή της παρομοιάζεται με εκείνες τις έκρυθμες ημέρες που τελούσε υπό τις διαταγές δικτατορικών καθεστώτων. Η Αργεντινή της δεκαετίας του ’70 θα μπορούσε να ταυτιστεί με το σήμερα μίας βάναυσης πραγματικότητας; Και παρακολουθώντας τα πρόσφατα γεγονότα στην Αίγυπτο, πόσο όμοιο είναι τελικά το πρόσωπο λαών καταπιεσμένων που εξεγείρονται προκειμένου να διεκδικήσουν το αυτονόητο της ελευθερίας τους;

Πιο κατάλληλη στιγμή δεν θα μπορούσε να μας έχει επισκεφθεί η ιδέα των Εσθέρ Αντρέ Γκονζάλες και Έλλης Καραδήμου, οι Κακές Συναναστροφές (Μala Junta).

H περιπέτεια ενός ραδιοφωνικού σόου αλλά και του ελληνικής καταγωγής παραγωγού του κατά την διάρκεια της ταραγμένης περιόδου λίγο πριν το πραξικόπημα του Βιντέλα, το 1976 στο Μπουένος Άιρες, αποτελεί το κεντρικό θέμα του έργου. Με αφορμή το αφιέρωμα στο τανγκό, γινόμαστε οι θεατές του ζωντανού προγράμματος αλλά και οι μάρτυρες των παρασκηνιακών δραμάτων που εκτυλίσσονται μεταξύ των άψογα εκτελεσμένων χορογραφιών ή τραγουδιών ανάμεσα στους καλεσμένους και τους συντελεστές της εκπομπής. Οι ιστορίες έξι καλλιτεχνών και ενός καθεστωτικού παράγοντα διασταυρώνονται στο μονοπάτι του Χόρχε, υπό το βλέμμα της τίγρης – εκείνης που ο Μπόρχες εξυμνούσε στην ποίησή του, της πάντα σιωπηλής αλλά κυρίαρχης και σαγηνευτικής μορφής. Η Γκονζάλες στο κείμενό της έκρυψε το ασφυκτικό κλίμα της εποχής κάτω από τα ψηλά τακούνια και μέσα στα αέρινα φορέματα των τανγκερίστας, ενώ την επαναστατική ψυχή την παγίδευσε μέσα σε σώματα που υποφέρουν από την τεμπελιά της αστικής καταγωγής τους, την οποία ξεγελούν με ουσίες χημικές, νεκρώνοντας με αυτό τον τρόπο την απογοήτευσή τους. Με αφήγηση ελλειπτική, λόγο που δίνει τόσα στοιχεία όσα χρειάζονται για να υποψιαστούμε ένα παρελθόν που καταυγάζει το χρονικό παρόν των προσώπων, η μουσικοχορευτική αυτή βραδιά διασκεδάζει μόνο κατ’επίφαση τις αισθήσεις μας, αφού στόχος της είναι να ενεργοποιήσει την σκέψη μας, σε αντίθεση με τον τρόπο της ρωσίδας Γελένας που χάνεται μέσα στον παθιασμένο χορό της. Της Γκονζάλες δεν της περισσεύει καθόλου η διάθεση να καλύψει την περιέργειά μας με περιττές επεξηγήσεις, κι έτσι ποτέ δεν μας ‘πετάει’ στον απλό ρόλο του θεατή μίας παράστασης μέσα σε παράσταση. Κλείνει το μάτι στο κοινό και μας κρατάει όμηρους στο σκηνικό της, τοποθετώντας μας στη θέση του ενεργού συμμέτοχου μίας γιορτής.

MALA JUNTA2

Η ίδια με την διπλή ιδιότητα συγγραφέα- σκηνοθέτη, έχει τον απόλυτο έλεγχο του τελικού αποτελέσματος, κι έτσι η ατμόσφαιρα διαποτίζεται με την νοτιοαμερικάνικη μπαρουτοκαπνισμένη ενέργεια. Με σκηνικό χώρο δράσης τα παρασκήνια ενός θεάτρου, ξεκινάει με μία εξαιρετική χορογραφία. Ο πρωταγωνιστής σε αυτή την παράσταση είναι ούτως ή άλλως το τανγκό. Παθιασμένος χορός τόσο όσο και η ψυχή των επαναστατημένων αργεντίνων, φυγή στην ελευθερία και έκφραση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, όχι άδικα στοχεύτηκε από ανελεύθερα καθεστώτα, λογοκρίθηκαν οι στίχοι των τραγουδιών του και απαγορεύτηκαν οι συναντήσεις των πιστών οπαδών του. Η τέχνη έχει τον τρόπο της να φοβίζει την εξουσία, ιδιαίτερα όταν είναι τέχνη που έχει την αφετηρία της σε παραγκουπόλεις και χαμηλές κοινωνικά τάξεις. Η Γκονζάλες μιλάει για καταπίεση, και το κάνει βάζοντας στο επίκεντρο της διήγησής της την τέχνη που μιλάει κατευθείαν με τα πανάρχαια ένστικτά μας, την όρχηση. Ο άνθρωπος έμαθε να εκφράζεται με το σώμα πριν διανοηθεί να αρθρώσει έστω και μία συλλαβή, και είναι αυτή η ενστικτώδης ανάγκη δημιουργίας που οδηγεί τον κόσμο έξω από την βαρβαρότητα. Κι όποιος καθρέφτης φοβάται το ανθρώπινο είδωλό του – για να μην αμελήσουμε τον Μπόρχες – θα κυνηγάει την τίγρη που κρύβεται μέσα σε κάθε έννοια προόδου.

Το βιογραφικό της Γκονζάλες είναι πλούσιο τόσο σε θεωρητικό επίπεδο – σπουδές – όσο και σε πρακτικό – συμμετοχή σε διεθνή θεατρικά σχήματα και υπογραφή σημαντικών παραστάσεων. Ως σκηνοθέτη την πρωτογνώρισα με μία από τις καλύτερες παραστάσεις που είχα την τύχη να παρακολουθήσω σε αθηναική σκηνή. Η Φένια Παπαδόδημα και η Κων/να Τάκαλου ενσάρκωσαν τότε τα δύο πρόσωπα της ζωγράφου και της γυναίκας Φρίντα Κάλο. Εάν δεν λάτρευα την τέχνη εκείνης ίσως να μην είχα συναντήσει την τέχνη αυτής εδώ της ευρηματικής δημιουργού. Τότε είχε πλάσει μία αξέχαστη φιγούρα – με δυο κεφάλια – σε μία παράσταση που συγκινούσε σε κάθε της λεπτό. Έκλεισε σε μία μικρή σκηνή το Μεξικό και άφησε να ανθίσουν τα ηχοχρώματά του που μας άγγιξαν τόσο όσο και η ζωγραφική της Κάλο. Εξαιτίας εκείνης της τόσο δυνατής εμπειρίας, θέλησα να ακολουθήσω σε κάθε βήμα του αυτόν τον άνθρωπο. Από θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη. Η εκτίμησή μου παραμένει η ίδια αν και την προηγούμενη χρονιά δεν εντυπωσιάστηκα από το Μόνη με τη Μέρυλιν (το ανέβασμα είχε καλές σκηνές και την πάντα εντυπωσιακή ερμηνευτικά παρουσία της Αγγελικής Δημητρακοπούλου, αλλά ωστόσο δεν με απογείωσε στην μαγική στρατόσφαιρα που θα ήθελα και πάλι). Όταν ενημερώθηκα για το νέο της project ήμουν βέβαιη πως ετοιμάζεται να δώσει δείγματα του σκηνοθετικού της ταλέντου.

Πραγματικά από το Mala Junta δεν λείπει η μαγεία. Η Γκονζάλες έχει το χάρισμα να βλέπει την πραγματικότητα με έναν ιδιαίτερο τρόπο – διαφορετικό και καθόλου συνηθισμένο. Αφουγκράζεται τους ήχους πίσω από τις σιωπές και βλέπει μέσα στο σκοτάδι της ασήμαντες για το γυμνό μάτι λεπτομέρειες, τόσο όμως καθοριστικές για την έκβαση μίας τραγωδίας. Με άφθονο χιούμορ – κυρίως εστιασμένο στους χαρακτήρες των Νινιού και Τάκαλου – πλησιάζει μία θλιβερή ιστορία έρωτα, για να θρέψει τις πληγές της με το άγγιγμα και την επαφή μέσα από τον τανγκό. Η παράσταση έχει διαρκή κίνηση, και άμεση επικοινωνία με το κοινό. Οι ηθοποιοί κερδίζουν επάξια το χειροκρότημα, κάνοντας πιο πειστική την συνθήκη του “live”. Χορεύουν απόψε για μας, ζητούν την επιβράβευσή μας. Στις πολύ ωραίες εικόνες που δημιούργησε, εκείνη της με slow motion κίνηση “χορογραφία’ της Cabeza.

Όπως και στην Φρίντα με τον μουσικό-θάνατο, έτσι κι εδώ υπάρχει διαρκώς η “τίγρης” – θάνατος της πραγματικότητας (σύμβολο της ματαίωσης των ονείρων στον Μπόρχες αλλά και ταυτόχρονα δύναμη του σαγηνευτικού κινδύνου – βλέπε ρηξικέλευθες ιδέες και επανάσταση). Ο θρίαμβος των αισθήσεων έναντι της λογικής είναι και πάλι παρών στην επανάγνωση των δομών της πραγματικότητας από την μεξικάνα σκηνοθέτη. Ο χορός των φασιστών γύρω από τον Χόρχε, η απειλητική χορογραφία της Γελένα και του Ντανιέλ έναντι του έλληνα “προδότη” , η συντονισμένη χορογραφία της τίγρης με τον μελλοθάνατο επαναστάτη, όλες αυτές οι σκηνές επιβεβαιώνουν την διάθεση της Εστέρ να προσπελάσει τις κοινοτοπίες και να επεξεργαστεί με διαφορετική οπτική τις δραματουργικές λεπτομέρειες του έργου. Κάπως σαν μαγικός ρεαλισμός, με τα πράγματα να σημαίνουν κάτι παραπάνω από τα φαινόμενά τους.

Η Κων/να Τάκαλου για ακόμα μία φορά με γοήτευσε με την υποκριτική της δεινότητα. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις ηθοποιών που λειτουργούν με τέτοια άνεση επί σκηνής και χαρακτήρα, ώστε να αναρωτιέσαι εάν είναι αβανταδόρικος ο ρόλος τους ή γίνεται με την δική τους έξυπνη παρουσία. Εδώ προκαλεί το περισσότερο γέλιο στο ακροατήριο, με την παρορμητική περσόνα της Ιρένε. Αυστηρά συγκεντρωμένη σε ό,τι κάνει έχει την ευελιξία να είναι την ίδια στιγμή μία ναρκομανής απογοητευμένη καλλιτέχνης και μία φλογερή μέσα σε παραλήρημα επαναστάτρια. Σπαρακτική η απογύμνωσή της, στην σκηνή όπου ως άλλη Κασσάνδρα γίνεται μάντης μελλοντικών κακών. Κινησιολογικά άψογη, χωρίς ούτε μία χειρονομία άσκοπη, αυθόρμητη, άμεση και συναρπαστική. Ο Γιώργος Νινιός πάλι, έχει την εμπειρία να χειρίζεται οποιαδήποτε συνθήκη, ακόμα και ένα μουσικοχορευτικό ρέκβιεμ, προσαρμόζοντάς την στα δικά του μέτρα και σταθμά. Εδώ προσθέτει μία χιουμορίστικη νότα αν και πάντα κουβαλάει πάνω στο κορμί, και μέσα στο βλέμμα του, την κούραση και την ταλαιπωρία μίας εξόριστης (γεωγραφικά και ηθικά) ψυχής. Υπάρχει μία αμηχανία σε κάποιες από τις σκηνές που μοιράζεται με την Αλίσια (Τίνα Γιωτοπούλου), αλλά είναι αξιέπαινη η προσπάθειά του, να στέκεται ο ακίνητος βράχος στο πλάι χειμαρρωδών τανγκερίστας. Στο τέλος μάλιστα συνοδεύει την Χατζάκη στο χορό. Η Γιωτοπούλου έχει καλή φωνή και ερμηνεύει με κέφι τα τραγούδια της. Μου άρεσε πολύ στην Μilonga “se dice de mi” ,μπριόζα και σκερτσόζα, αλλά θα ήθελα λίγη περισσότερη πειθαρχία στην πρόζα της, καθώς μου έδωσε την εντύπωση πως είναι κάπως αποπροσανατολισμένη. Ίσως το ανάλαφρο μοτίβο της επιθεώρησης που επικρατεί ως συνθήκη εργασίας να δυσκολεύει κάπως τα πράγματα. Ο Νινιός εδώ, ως πολύπειρος, είναι πιο μεστός, κι έτσι αν και εγγύς στην πραγματικότητα δεν ξεφεύγει από την συνθήκη ενός ρόλου. Θα ήθελα δηλαδή και στην Γιωτοπούλου την ίδια απλότητα αλλά όχι προχειρότητα. Ο Κων/νος Γιαννακόπουλος, με το σωστό ύφος παραστρατημένου ζεν πρεμιέ και ιδαλγού της αντίστασης, λειτουργεί αποτελεσματικά, όχι όμως αγγίζοντας το ερμηνευτικό επίπεδο της Τάκαλου, για την οποία θα έπρεπε να σχηματίζει τον αντίθετο πόλο έλξης. Χρειάζεται να μην μένει μετέωρος όταν εκείνη γεμίζει την σκηνή. Η Εύη Χατζάκη είναι η αθόρυβη πιο ηχηρή παρουσία. Μαγνητίζει με την αγριότητα της έκφρασής της, η οποία δεικνύει την σιγουριά για το τετελεσμένο της ανθρώπινης μοίρας. Ομολογώ πως παρακολουθούσα κάθε της εμφάνιση, κάθε μικροκίνησή της έστω και για δευτερόλεπτα, με κομμένη την ανάσα. Βρήκα ενδιαφέροντα τον κινησιολογικό διάλογό της με τους ηθοποιούς – ιδιαίτερα στο σημείο όπου βρισκόταν επάνω στο πιάνο. Η Αγγελική Ζήση είχε το προτέρημα της στρυφνότητας του χαρακτήρα της, τα ελαττώματα του οποίου μεγέθυνε τόσο ώστε να περάσουν απαρατήρητα αρχικά για να ανατρέψουν τα δεδομένα μας στη συνέχεια. Κωμική περσόνα, αυτοσαρκαστική, με διάθεση να τσαλακώνεται και να ορμάει για να κατακτήσει το κοινό. Με θετικά αποτελέσματα. Ακόμα και στις σκηνές όπου παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα, έκλεβε την παράσταση με τον τρόπο της να είναι συνεχώς παρούσα. Τον Βαγγέλη Ανδρέου πιθανώς τον πέτυχα σε κάπως μέτρια βραδιά για εκείνον, μιας και έμεινε κάπως πίσω από τους υπόλοιπους. Θα ήθελα να τον ξανασυναντήσω θεατρικά προκειμένου να εκτιμήσω τις δυνατότητές του. Εξυπηρέτησε πάντως το σύνολο, αλλά δεν είχε βρει ακόμα τον ρυθμό του.

Το ίδιο θα έλεγα και για την παράσταση γενικά, μιας και ενώ είχε δυνατές εικόνες, σε κάποια σημεία άδειαζε, αφήνοντας ένα κενό στο οποίο αμφιταλαντεύονταν και ερμηνευτικά οι ηθοποιοί της. Η Γκονζάλες άπλωσε τον κίνδυνο στον χώρο, ενώ ίσως θα μπορούσε να τον περιορίσει, εκμεταλλευόμενη περισσότερο τα φώτα της ράμπας. Καταλαβαίνω πως έπρεπε να αναμετρηθεί με κάτι τόσο ανοιχτό όσο το τανγκό, ένας χορός που χρειάζεται έκταση για να πραγματώσει τον σκοπό του. Το κλειδί ώστε να απογειωθεί το σύνολο βρίσκεται ακριβώς μέσα στον ρυθμό που κρατούσε και ενάλλασε η μουσική. Όταν σταματάνε οι νότες, το μουσικό παιγνίδι ανήκει στις ατάκες.

Προτελευταίους άφησα την Έλλη Καραδήμου και τον Gabriel Martino. Λάτρεις και υπερασπιστές του αργεντίνικου χορού με τις αφρικάνικες και ευρωπαικές ρίζες, έρχονται να κοινωνήσουν την αγάπη τους και στο αθηναικό θεατρόφιλο κοινό. Με μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων να έχουν μυηθεί στις υπέροχες φιγούρες της milonga, δεν ήταν δύσκολο να καταλήξουν σε μία οργανωμένη παράσταση με αφορμή και αιτία αυτήν και τις υπόλοιπες παραλλαγές. Η ευτυχής συγκυρία της συνεύρεσης της Μεξικάνας με την Καραδήμου, οδήγησε την τελευταία σε μία έρευνα και συλλογή του υλικού που έφτιαξε το ρετρό αφιέρωμα του έργου. Η ιστορία του τανγκό ξεδιπλώνεται μαζί με αυτήν των χορευτών του. Οι Martino και Καραδήμου χορογράφησαν (και οι δυο τους εκτέλεσαν άψογα) όμορφα τις σκηνές, χωρίς να δυσκολέψουν καθόλου τον αμύητο – όπως εγώ- στα είδη και τις έννοιες θεατή. Μπορεί να μην ήξερα στην θεωρία την διάκριση Nuevo ή Αργεντίνικου Τάνγκο αλλά γεύτηκα στην πράξη τα πολλά πρόσωπα αυτού του χορού. Απολαυστικά χαριτωμένος ο Ντανιέλ και χαριτωμένα αφελής η Γελένα, οι δύο αθώοι χαρακτήρες του έργου, είναι εκείνοι που ταλαντεύουν τα κορμιά και τις ψυχές τους με μεγαλύτερο πάθος σε όλη την διάρκεια της παράστασης.

Τελευταίοι αλλά όχι λιγότερο σημαντικοί, οι μουσικοί (πιάνο, μπαντονεόν, βιολί) Ανδρέας Σταματόπουλος, Τζόναταν Μπλάτυ και Σωκράτης Σταθουλόπουλος, που με την δική τους συμβολή παρασυρθήκαμε στους δρόμους του Μπουένος Άιρες με τις ξέφρενες μελωδίες και τις μελωδικές ανησυχίες. Ο Μπλάτυ μοιράστηκε και μία καλή στιγμή με τον Νινιό, καυτηριάζοντας τα ψευτοδιλήμματα ‘μπρος – πίσω’ εκείνου. Ορθή επιλογή να μη μένουν αδρανείς κάτω από την σκηνή, αλλά ως κομμάτι της φιέστας να αποτελούν συνομιλητή των ηθοποιών. (και κάποιες φορές συλλέκτες της οργής ένιων αυτών – βλέπε Νινιός και πάλι).

Από το Tango δεν λείπει ούτε πάθος, ούτε ψυχή. Από τους συντελεστές του Mala Junta επίσης. Όσοι κακοπροαίρετα σταθούν απέναντι στις Κακές Συναναστροφές, απλά θα χάσουν την ευκαιρεία να πάρουν μία γεύση του τί σημαίνει ελευθερία και πώς αυτή ιχνηλατείται στα σώματα και το πνεύμα των τανγκερίστας. Όσοι δεχτούν την πρόσκληση για χορό, θα έχουν το προνόμιο να αποδράσουν μαζί με τους φυλακισμένους ήρωες για λίγο σε μία παράλληλη πραγματικότητα, εκεί όπου ζητούμενο είναι ο έρωτας, η επαφή, η ελευθερία έκφρασης, η δημιουργία και όχι η τάξη που αιχμαλωτίζει τις τίγρεις σε αποπνικτικά κλουβιά, ο νόμος που καταστέλλει με βία κάθε προσπάθεια δικαιοσύνης. Γιατί όπως λέει και ο ποιητής, η επανάσταση μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, ένα τσακ, δίπλα σου. Και τότε εσύ ποιόν χορό θα χορέψεις;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: