ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ (2010) Η καινούρια ταινία του ROMAIN GOUPIL ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΑΠΟ 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011

LES MAINS poster

Η καινούρια ταινία του ROMAIN GOUPIL

(Να πεθαίνεις στα τριάντα)

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

LE MAINS EN LAIR

[VIDEO 50:56 ] ΡΟΜΕΝ ΓΚΟΥΠΙΛ: Ευτυχώς που είναι Γάλλος ή ο Γκουπίλ στο Γαλλικό Ινστιτούτο συζητάει για την νέα του ταινία “Ψηλά τα Χέρια”


Ορκίστηκαν ότι θα μείνουν για πάντα μαζί

Και θα κάνουν τα πάντα για να το καταφέρουν!

Μια παρέα παιδιών που τολμούν

όσα οι μεγάλοι αποφεύγουν…

Πώς θα ήταν ένας κόσμος

όπου η ξενοφοβία θα ήταν παρελθόν;

Πρωταγωνιστούν: Valeria Bruni Tedeschi, Linda Doudaeva, Jules Ritmanic

22 Μαρτίου 2067. Η Μιλάνα θυμάται τι της συνέβη πριν από εξήντα χρόνια… Παρίσι, 2009. Η Μιλάνα είναι μια μαθήτρια της έκτης δημοτικού από την Τσετσενία. Όταν η οικογένεια ενός παιδιού από την παρέα απελαύνεται, τα παιδιά διαισθάνονται τον κίνδυνο ότι έρχεται και η δική τους σειρά και αποφασίζουν ότι είναι ώρα για δράση. Ορκίζονται ότι θα μείνουν για πάντα μαζί και καταστρώνουν τρόπους για να σώσουν τη Μιλάνα.

ΑΑΒΟΡΑ

Πέμ.-Τετ.: 18.30/ 20.30

ΙΛΙΟΝ

Πέμ.-Τετ.: 17.30/ 19.15/ 21.00

Ο θρύλος του γαλλικού Μάη του ΄68 και δημιουργός του ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ, Ρομάν Γκουπίλ, παρουσιάζει την καινούργια του ταινία με πρωταγωνίστρια μια μικρή μαθήτρια, την Μιλάνα και τους φίλους της, για να μιλήσει για τα σύγχρονα καυτά προβλήματα της ξενοφοβίας, της μετανάστευσης και της άχαρης κυβερνητικής πολιτικής, που μέχρι τώρα καταστρέφει ζωές ανθρώπων που αναζητούν μια ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στην πολυπολιτισμική Ευρώπη. Και όλα αυτά, μέσα από μια ταινία ρεαλιστική, καυστική αλλά και φτιαγμένη σαν ένα όμορφο παραμύθι. Γιατί, τα παραμύθια καμιά φορά, κρύβουν τις πιο μεγάλες αλήθειες…

Η Μιλάνα, που κατάγεται από την Τσετσενία, το 2067 μας διηγείται σε ένα flash back τι της συνέβη 60 χρόνια πριν, το 2009, όταν ήταν μαθήτρια σε Δημοτικό Σχολείο του Παρισιού. Τότε απειλήθηκε με απέλαση από τις Γαλλικές αρχές, εκείνη και η οικογένειά της και δυστυχώς δεν ήταν η μόνη που αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα ανάμεσα στους μη Γάλλους συμμαθητές της. Όλοι μαζί αποφάσισαν να κάνουν ότι περνά απ το χέρι τους για να μείνουν ενωμένοι…

Μια ταινία με πολλές διακρίσεις παγκοσμίως, κυρίως για τον αποτελεσματικό τρόπο με τον οποίο κατάφερε να μεταφέρει σε νεαρά κοινά ένα τόσο καυτό πολιτικό θέμα.

Σε μια εποχή ξενοφοβίας και παράνοιας, στην οποία ούτε μια σχολική τάξη δεν θεωρείται ασφαλές μέρος για όσους δεν έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, η πολύ-πολιτισμική κοινότητα αστυνομοκρατείται και ομάδες αξιωματικών παρελαύνουν στους δρόμους θυμίζοντας τους χειρότερους Οργουελικούς εφιάλτες.

Ο σκηνοθέτης Roman Goupil αποσπά εξαιρετικές ερμηνείες από τους νεαρούς ηθοποιούς του, οι οποίοι τρομαγμένοι και ανήσυχοι για το μέλλον των φίλων τους, είναι έτοιμοι να αναλάβουν δράση ενάντια σε νόμους που ακόμα κι ένα παιδί καταλαβαίνει πως είναι καταστροφικοί.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συζητιούνται όλες οι εκφάνσεις του θέματος. Ο Goupil ερμηνεύει έναν μεταρρυθμιστικό αλλά πιο κεντρικό χαρακτήρα σε σχέση με τη γυναίκα του για παράδειγμα, και απογοητεύεται από το υπέρ-φιλελεύθερο ιδεαλισμό της. Η διαφωνία της με τον πολιτικά αντίθετο αδερφό της είναι από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας. Εκεί όμως που η ταινία είναι πραγματικά καθηλωτική είναι στις σκηνές που παρουσιάζονται μόνα τους τα παιδιά. Όπως ο Laurent Cantet στην ταινία Ανάμεσα στους τοίχους του 2008, σκηνοθετεί τους μικρούς πρωταγωνιστές του μέσα από μια σειρά αυτοσχεδιασμών καταφέρνοντας έτσι να παρουσιάσει αυτούσιο το αίσθημα ανασφάλειας, αφέλειας, πολυπλοκότητας και σιγουριάς της παιδικής ηλικίας.

Γυρισμένες ψηφιακά με το σύστημα RED, οι σκηνές στους δρόμους έχουν μια αίσθηση επείγοντος και έντασης, ενώ οι σκηνές στο κελάρι όπου κρύβονται τα παιδιά είναι φωτισμένες μόνο με κεριά δίνοντας έτσι την αίσθηση της μήτρας.

Το θέμα της μετανάστευσης στη σημερινή Γαλλία είναι η σπονδυλική στήλη της ταινίας, η οποία χωρίς ποτέ να φτάνει στην ηθικολογία ή το διδακτισμό, είναι ήρεμα αισιόδοξη και καθιστά σαφές πως είναι η επόμενη γενιά αυτή που θα πρέπει να εφαρμόσει αλλαγές. Ας ελπίσουμε πως η συσκευή διαμόρφωσης του μέλλοντος έτσι όπως παρουσιάζεται στην ταινία, θα είναι μια προειδοποίηση, κι ότι η επόμενη γενιά θα είναι σε θέση να διηγηθεί μια παρόμοια ιστορία σε ένα μελλοντικό κοινό που θα δυσπιστεί πως όλο αυτό συνέβαινε το 2010.

Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει τη ζωή των μικρών ηρώων του με τη φιλοσοφική και ηθική βαρύτητα που αρμόζει σε πολιτικά ενεργούς Παριζιάνους. Ωστόσο δεν είναι απλά μια στάση απέναντι στη νεολαία αλλά η συνειδητοποίηση πως τόσο οι συμμετέχοντες όσο και τα γεγονότα του σήμερα, μοιάζουν με αυτά του παρελθόντος, έχοντας τη σημασία τους και την ιστορική τους δύναμη. Η γοητευτική απεικόνιση των μυστικών κρησφύγετων, οι σημειώσεις, οι κωδικοποιημένες προειδοποιήσεις, συστήνουν μια παιδική ηλικία του 21ου αιώνα, η οποία

βασίζεται στις ιδέες των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων όπου η αίσθηση του παιχνιδιού δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αίσθηση της συντροφικότητας και της αντίστασης.

Ο Goupil τα παρουσιάζει όλα αυτά άμεσα, με νηφαλιότητα, με μικρές ποιητικές πινελιές από κεριά, σταγόνες βροχής, τη διαύγεια των δύο μικρών κοριτσιών, δίνοντας βάρος στην εικόνα από τα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας, τη σοβαρότητα και τη δέσμευση.

Πρόκειται για μια γοητευτική ταινία αφιερωμένη στους σημερινούς νέους που θα διαμορφώσουν το αύριο.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝ ΓΚΟΥΠΙΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

-Τι σας έδωσε την έμπνευση για την ταινία;

Πρώτα απ’ όλα, υπήρχε μια αίσθηση αδυναμίας από την κυβερνητική πολιτική σχετικά με το θέμα της απέλασης παράνομων μεταναστών. Ειδικότερα, είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με ένα αγόρι από την Αμιέν, στη Βόρεια Γαλλία. Όταν η αστυνομία έσπασε την πόρτα, ο πατέρας του το έσκασε από τις σκεπές των κτηρίων. Ο γιος του προσπάθησε να τον ακολουθήσει και έπεσε και τραυματίστηκε. Τον πήγαν στο νοσοκομείο σε κώμα.

Έπειτα, υπήρξε εκείνη η περίπτωση μιας νεαρής γυναίκας στο Παρίσι, που προσπάθησε να το σκάσει απ’ το παράθυρο και ξαφνιασμένη από την κραυγή «Αστυνομία», έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Τέλος, στα προάστια του Παρισιού, ένας άνθρωπος πήδηξε σε ένα ποτάμι για να αποφύγει τους ελεγκτές εισιτηρίων και πνίγηκε. Σε τι κατάσταση απόλυτης αγωνίας λοιπόν πρέπει να ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι για να οδηγηθούν σε τέτοιες ακραίες πράξεις;

Επίσης, αυτό που με παρακίνησε ήταν επίσης πώς αυτές οι πολιτικές και οι συνέπειές τους, στο εκλογικό πλαίσιο του 2007 και ακόμα και σήμερα, χρησιμοποιούνται από τους πολιτικούς για να αυξήσουν τα στατιστικά τους στα δημοψηφίσματα.

-Πώς η αντίδρασή σας αυτή αναπτύχθηκε σε ιδέα για ταινία;

Κάποιος που ξέρω έχει ένα μικρό αγόρι Βιετναμέζικης καταγωγής. Μια μέρα, ρώτησε τον φίλο μου, πότε επρόκειτο να τον αναγκάσουν να φύγει από τη χώρα, γιατί είχε δει πολλούς από τους φίλους του να εξαφανίζονται από το σχολείο. Το αγόρι είχε καταλάβει ότι άνηκε σε μια κατηγορία ανθρώπων που ήταν στιγματισμένοι και υπό απειλή. Η ιδέα μου ήταν ότι το φιλμ θα έπρεπε να δείχνει παιδιά να παίρνουν πρωτοβουλία, ανεξάρτητα από τους γονείς, και ως κάποιο βαθμό, εναντίον τους. Ο φίλος τους, Γιουσέφ, έχει απελαθεί. Τώρα η Μιλάνα βρίσκεται σε κίνδυνο. Ολόκληρη η ομάδα απειλείται. Οπότε, οργανώνονται από μόνοι τους, χωρίς να πουν κουβέντα στους ενήλικες, των οποίων τα φυλλάδια και οι ομιλίες τους που συνεχώς κινδυνολογούν, απλώς ενισχύουν την αίσθηση του απόλυτου κινδύνου. Τα παιδιά μπορούν μόνο να βασίζονται μόνο στον εαυτό τους τώρα.

-Τα παιδιά δίνουν πάντα μια ιδιαίτερη και σημαντική ορμή στις ταινίες σας, συνήθως με τη μορφή μιας παρέας φίλων.

Είναι σαν η ομάδα, το «εμείς», ο δεσμός με τους άλλους, μου δίνει τη δυνατότητα να διαιωνίσω την ουτοπία ότι και κάτι άλλο είναι δυνατό. Οι παρέες είναι παρούσες σε όλες τις ταινίες μου, η ομάδα των ακτιβιστών στο «Να πεθαίνεις στα 30», τα μυστικά που μοιράζεται μια παρέα κοριτσιών στο A mort la mort, η δική μου παρέα φίλων στο Une pure coincidence, αυτή η σχέση με τους άλλους ταιριάζει με την δική μου προσωπική ιστορία, με την ιδέα ότι μπορούμε να επανεφεύρουμε τους κανόνες. Αυτή είναι επίσης η ιδέα πίσω από τη σκηνή, όπου τα παιδιά παίζουν σαν θέατρο ένα κείμενο του Στίβενσον, έχοντας έναν μυστικό κώδικα αναγνώρισης μεταξύ τους, και κρατώντας φανάρια κάτω από τα πανωφόρια τους για να «κρατήσουν το μεγαλείο τους κρυμμένο».

-Πώς φέρατε την Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι (σ.σ. αδελφή της Κάρλας Μπρούνι, συζύγου του Νικολά Σαρκοζί) στην ταινία;

Από την αρχή σκόπευα να παίξει σε αυτή την ταινία, αλλά εκείνη δίσταζε για λίγο καιρό πριν αποφασίσει να δεχτεί. Είχαμε μερικές μεγάλες συζητήσεις τους μήνες πριν το γύρισμα. Αναπτύξαμε τον χαρακτήρα της μαζί. Η συμβολή της Βαλέρια ήταν σημαντική. Αυτή επέλεξε τα ρούχα και το στυλ μαλλιών της Σεντρίν και ανέπτυξε μια πολύ μοναδική σχέση με τη θηλυκότητα και τη μητρότητα στον χαρακτήρα αυτό. Οι περισσότεροι από τους άλλους ενήλικες στην ταινία έχουν καλές προθέσεις αλλά χάνουν το νόημα. Μόνο η Σεντρίν έχει μια ενστικτώδη αίσθηση του τι συμβαίνει γύρω της, τα ρίσκα και την ανυπόφορη απειλή που νιώθουν τα παιδιά.

-Φυσικά, η φράση στην αρχή «Δεν θυμάμαι τώρα ποιος ήταν πρόεδρος το 2009» χτυπάει ιδιαίτερα έντονα με την Βαλέρια στην ταινία!

Την ήθελα να παίξει τη Σεντρίν πολύ πριν γίνει, για καλό ή για κακό, κουνιάδα του Νικολά Σαρκοζί. Αυτό βέβαια περιέπλεξε τα πράγματα λίγο αλλά ύστερα όλοι αποφασίσαμε απλώς να προχωρήσουμε όπως είχαμε πει.

-Πώς σκεφτήκατε τον χαρακτήρα του αδελφού της Σεντρίν, που τον παίζει ο Ιπολίτ Ζιραντό;

Υπάρχει μια συνεχιζόμενη και πολύ ζωηρή διαμάχη ανάμεσα σε ανθρώπους που υποστηρίζουν παράνομους μετανάστες, ανάμεσα σε αυτούς για παράδειγμα, που υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε σε όλους τους μετανάστες να τους δοθούν χαρτιά για εργασία, και αυτούς που υποστηρίζουν ότι μόνο οι μετανάστες που κάνουν αίτηση για χαρτιά, που συνεργάζονται με την γαλλική κοινωνία, που έχουν δουλειές, παιδιά στο σχολείο κτλ, θα πρέπει να πάρουν νόμιμα χαρτιά. Εγώ ήθελα αυτό το φιλμ να αντικατοπτρίζει αυτή τη διαμάχη και επίσης ήθελα να δείξω την αντίδραση από κάποιον από την οικογένεια της Σεντρίν, που εμπιστεύεται τα παιδιά του σε αυτήν για τις διακοπές. Ο αδελφός της έχει εξελιχθεί προς μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση και αυτά που λέει στην αδελφή του είναι εξαιρετικά βίαια, αν αναλογιστούμε την διαπροσωπική τους σχέση. Είναι κόπανος! Ήθελα να παίξω εγώ αυτόν τον ρόλο αλλά, αφού συζητήσαμε τους χαρακτήρες, η Βαλέρια σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να έπαιζα τον σύζυγό της, υπερασπίζοντας αυτό που θα αποκαλούσαμε «μεταρρυθμιστική» πολιτική γραμμή. Οπότε, ζήτησα από τον φίλο μου, Ιπολίτ, να αναλάβει αυτό τον ακραίο χαρακτήρα.

-Πώς βρήκατε τη Λίντα Ντούντεβα, που παίζει τη Μιλάνα;

Ήθελα το κοινό να νιώσει ότι τα παιδιά ήταν μια πραγματική παρέα φίλων, οπότε, μετά από πολλές οντισιόν, οργανώσαμε για τα παιδιά που είχαμε επιλέξει συναντήσεις, όπου θα περνούσαν χρόνο μαζί. Ύστερα, όπως συμβαίνει πάντα όταν κάνεις κάστινγκ, την τελευταία στιγμή ήρθε από τη Λυών ένα μικρό κοριτσάκι από την Τσετσενία με τη μαμά της (την Μαλίκα Ντούντεβα, που παίζει τη μαμά της Μιλάνα στην ταινία) και ήταν ξεκάθαρο ότι αυτή ήταν η τέλεια Μιλάνα. Έπρεπε να αλλάξουμε τα πάντα και να συστήσουμε στα άλλα παιδιά μια νέα Μιλάνα, που δεν την είχαν συναντήσει ποτέ πριν, και που ήταν ο χαρακτήρας γύρω από τον οποίο στρεφόταν όλη η ταινία. Σιγά σιγά όλα μπήκαν στη σωστή σειρά. Κάναμε αρκετές αναγνώσεις στο σενάριο με τα παιδιά και περάσαμε αρκετό χρόνο μαζί, παίζοντας…

-Αυτοσχεδιάσατε αρκετά με τα παιδιά;

Σε μερικές σκηνές ήταν απαραίτητο να μείνουμε πιστοί στο σενάριο, ενώ σε κάποιες άλλες είχαμε πολύ περισσότερη ελευθερία. Συχνά, μετά από κάποια λήψη, τα παιδιά άρχιζαν να κάνουν αστεία μεταξύ τους και αυτό ήταν πολύ καλό. Ως αποτέλεσμα, κάποιες φορές χρησιμοποίησα αυτές τις καταστάσεις και περιλάμβανα τις αυθόρμητες αντιδράσεις τους στη σκηνή.

-Πώς επιλέξατε τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά θα εκφράζονται λεκτικά;

Δεν ήθελα «νεανική ομιλία» ή «γλώσσα του δρόμου», γιατί θα έμοιαζαν ψεύτικα και βαλμένα απλώς για εφέ. Ήθελα έναν πιο ουδέτερο τρόπο ομιλίας. Όπως να’ χει, η ταινία είναι περισσότερο ένα παραμύθι παρά ρεαλιστική, ακόμα κι αν έχει φόντο πολύ ρεαλιστικά γεγονότα. Δεν μου αρέσει όταν οι ταινίες χρησιμοποιούν παιδιά για να εκφράσουν ενήλικα συναισθήματα, όταν τους βάζουν στο στόμα έξυπνες λέξεις, για να κάνουν τους μεγάλους να διασκεδάζουν. Ήθελα η ταινία να είναι από τα παιδιά, ανάμεσα στα παιδιά… Όπου ήταν δυνατό, έβγαζα τους ενήλικες από τις σκηνές επιλέγοντας στενές γωνίες λήψης και δίνοντας στα παιδιά τον έλεγχο του σάουντρακ της ταινίας, εννοώντας ότι έβαλα μόνο οι θεατές κάτω των 18 να ακούν όταν χτυπάν τα κινητά της παρέας όταν κάτι τρέχει, και το ringtone να είναι αδύνατο να το ακούν οι ενήλικες. Για τη μουσική, δεν ήθελα ραπ ή τέκνο. Ο Φιλίπ Ερσάν, ο συνθέτης της ταινίας, σκέφτηκε ένα μουσικό θέμα με τσέλο κυρίως, που είχε το πλεονέκτημα ότι κάνει αντίστιξη με την κατάσταση ενώ παράλληλα προκαλεί και την ιδέα ότι αυτές είναι αναμνήσεις μιας γριάς κυρίας, όπως θα είναι η Μιλάνα το 2067. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι μουσική από εκείνη την περίοδο.

-Πώς και γυρίσατε την ταινία με ψηφιακή κάμερα;

Δίσταζα για πολύ καιρό. Προτιμώ την απόδοση εικόνας του 35mm παρά του ψηφιακού HD. Η κάμερα που χρησιμοποιήσαμε, όμως, συνδύαζε τα πλεονεκτήματα του ψηφιακού και του 35mm, από άποψη προοπτικής και βάθους πεδίου συγκεκριμένα. Επιπλέον, αυτή η κάμερα αποκαλείται «κόκκινη»! Με αυτήν μπορούσαμε να κάνουμε λήψης μεγάλης διάρκειας από πολλές διαφορετικές γωνίες και να εξερευνήσουμε όλα τα παιχνίδια και τις μάχες ανάμεσα στα παιδιά, χωρίς να ανησυχούμε για το κόστος του φιλμ, γιατί ήταν όλο γυρισμένο σε ψηφιακό.

-Ποια η σημασία των αρχικών και των τελικών σκηνών, που διαδραματίζονται και οι δύο στο μέλλον;

Αυτές οι σκηνές μας βγάζουν από αυτό το σιχαμερό βούρκο που κυλιόμαστε αυτή τη στιγμή, που ίσως εντελώς αναίσχυντα αλλάξει την αντίληψή μας για τα θέματα αυτά, με το να πάρει η ταινία τη θέση ότι σε 50-60 χρόνια αυτά τα γεγονότα θα θεωρούνται ντροπιαστικά. Υπάρχει η αίσθηση ότι οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι για την παρούσα κατάσταση, όπως εκείνοι οι δειλοί που αρνήθηκαν να βοηθήσουν το Σαράγεβο και αυτοί που απέστρεψαν το βλέμμα τους από τη Ρουάντα και την Τσετσενία, μπορούν ήδη να ετοιμάζουν τους απολογητικούς λόγους τους που θα εκφωνήσουν σε 50 χρόνια. Η γερασμένη Μιλάνα θυμάται εκείνη την κατάσταση, που θεωρείται πέρα από κάθε φαντασία για τα δεδομένα του 2067 –δηλαδή, τι περνούσαν τα παιδιά στη Γαλλία την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα- και δημιουργείται το ερώτημα: Πόσο καιρό θα πάρει μέχρι να καταλάβουμε ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι απλώς απαράδεκτο;

ROMAIN GOUPIL

Ο Romain Goupil γεννήθηκε το 1951 στο Παρίσι. Στράφηκε πολύ νωρίς στο σινεμά, δεδομένου ότι ο πατέρας του ήταν οπερατέρ. Γύρισε τις δύο πρώτες μικρού μήκους ταινίες του, Lexclu και Ibizarre, στα 16 του χρόνια. Οι ταινίες είχαν αρχικά προγραμματιστεί για τη γαλλική τηλεόραση, κατόπιν, όμως λογοκρίθηκαν. Μαθήτευε στο λύκειο Κοντορσέ, απ’ το οποίο, όμως αποβλήθηκε εξαιτίας της πολιτικής του δραστηριότητας: συντόνισε τις μαθητικές επιτροπές δράσης, που στήριξαν δυναμικά το φοιτητικό κίνημα του Μάη του ’68. Το 1970 μαθήτευσε κι εν συνεχεία εργάστηκε ως βοηθός οπερατέρ του Ρομπέρ Μενεγκό, κι ύστερα ως βοηθός σκηνοθέτη της Άκερμαν, του Πολάνσκι και του Γκοντάρ. Γύρισε δύο ακόμη, ταινίες μικρού μήκους, Le père Goupil και Coluche Président πριν κερδίσει τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες και το βραβείο Cezar καλύτερης πρώτης δημιουργίας για το Mourir à trente ans του 1982, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία, επίσης, προτάθηκε για Όσκαρ. Η ταινία γυρίστηκε με βάση, πλάνα που είχε τραβήξει ο σκηνοθέτης πριν και μετά το Μάη του ’68, με σκοπό να γυρίσει, τότε, μια επαναστατική ταινία που θα είχε τίτλο De la révolte à la Révolution, σχέδιο που ποτέ δεν υλοποίησε. Στο Mourir à trente ans άσκησε αυτοβιογραφική κριτική, κάπως ειρωνική σε κάποια σημεία, για την επανάσταση και τη δράση του στο παρελθόν. Πέρασαν 7 χρόνια για να ξαναπιάσει την κάμερα στα χέρια του και να γυρίσει την ταινία Maman. Το 1993, ολοκλήρωσε την ταινία Γράμμα για τον Λ. Το 1996 έκανε το τηλεοπτικό Sa vie a elle, σχετικά με τη νομιμοποίηση των μεταναστών που δεν έχουν χαρτιά ενώ το 1998 εξερεύνησε το μυστήριο του θανάτου για άλλη μια φορά στην ταινία Θάνατος στο θάνατο, που αποτελεί και το τελευταίο μέρος της αυτοκριτικής του. Συνέχισε να γυρίζει ταινίες με έντονο πολιτικό προβληματισμό, και να ασχολείται με σύγχρονα θέματα όπως το μεταναστευτικό ζήτημα. Το 2001 γύρισε την ταινία-ντοκιμαντέρ Μια πραγματική σύμπτωση, με μια παρέα ακτιβιστών, που συναντιούνται μετά από 30 χρόνια και αναβιώνουν την επαναστατική τους δράση. Το 2004, πιστός πάντα στο ύφος του σινεμά-βεριτέ, γυρίζει το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ Ημερήσια Βαγδάτη, που εξερευνά τη ζωή στη Βαγδάτη μέσα από μια οικογένεια Ιρακινών, ενώ το 2010 γυρίζει την ταινία «ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ», μια τρυφερή ματιά στο θέμα της παράνομης μετανάστευσης, μέσα από την ιστορία μιας παρέας παιδιών από διάφορες εθνικότητες στη σύγχρονη Γαλλία. Η ταινία, με την ευαισθησία της, την ανθρωπιά της και το πολιτικό της μήνυμα, αποτελεί ταυτόχρονα μια από τις λίγες ταινίες που εξετάζουν το καυτό ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας από τη σκοπιά των πολύ νέων, των ανθρώπων που αύριο θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον κόσμο.

Το έργο του Γκουπίλ απαρτίζεται από ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ και πληθώρα συγγραμμάτων, μέσα από τα οποία παραμένει πιστός στα πιστεύω του και θεωρείται ακόμα εκπρόσωπος και εκφραστής μια ολόκληρης γενιάς που έδρασε επαναστατικά.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2010

SPECIAL SCREENING

ΒΡΑΒΕΙΟ UNICEF

ΠΑΙΔΙΚΟ ΚΙΝ/ΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΕΝΝΗΣ 2010

ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΥΣ 2010

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΑΙΝΙΑ

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΥΣ 2010

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

ΣΕΟΥΛ 2010

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ

ΓΑΛΛΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ TUBINGEN 2010

ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

ΑΠΟ 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

LE MAINS EN L’ AIR

Δραματική – Γαλλία – 2010 – 90΄

Σενάριο: Romain Goupil

Σκηνοθεσία: Romain Goupil

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1982 Να πεθαίνεις στα 30 σου (Mourir a trente ans)

1982 Ο χορός των σκιών (La Java des ombres)

1987 Avignon: τόπος και κοινό (Avignon : lieux et publics)

1987 Δεν ξέρω, δεν ξέρω (Je sais pas, je sais pas)

1989 Δεν θυμάμαι (Je me souviens pas)

1989 Κυρία Lita (Madame Lita)

1989 Μαμά (Maman )

1991 Κόντρα στη λήθη (Contre l’oubli : Abd al Ra’uf Ghabin (Israel)

1993 Γράμμα για τον Λ. (Lettre pour L.)

1994 Το Παρίσι είναι για μας (Paris est a nous)

1995 Γράμμα γι ’αυτόν (Lettre pour lui)

1996 Η ζωή της (Sa vie a elle)

1998 Θάνατο στο θάνατο (A mort, la mort!)

2001 Μια πραγματική σύμπτωση (Une pure coincidence)

2004 Ημερήσια Βαγδάτη (Quotidien Bagdad)

2010 Ψηλά τα χέρια (Le mains en l’air )

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: