ΦΑΝΤΟ ΚΑΙ ΛΙΣ του Fernando Arrabal σε σκηνοθεσία Βασίλη Χριστοφιλάκη – Θέατρο ΡΟΕΣ “Το παράλογο ως συνθήκη επιβίωσης” κριτική της Νίκης Πρασσά

fando kai lis

Το έργο του λατινοαμερικάνου συγγραφέα, γαλουχημένου στην Ισπανία και εγκατεστημένου πλέον στο Παρίσι, Fernando Arrabal, δεν θα το γνώριζα αν από την εφηβεία μου δεν εντρυφούσα στις κινηματογραφικές εποποιίες του Φελίνι και του Γιοντορόφσκι. Το Σατυρικόν του πρώτου με οδήγησε στα Άγια Βουνά και τους Τυφλοπόντικες του δεύτερου, με τις σουρεαλιστικές σκηνές βατράχων, εντόμων κι ερπετών να παγιδεύουν τις διανοητικές λειτουργίες των εγκεφαλικών κυττάρων μου. Η πρώτη ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη ακολούθησε την συνάντησή του με τον Arrabal, στο πόνημα του οποίου βασίστηκε. Έτσι ήρθα σε πρώτη επαφή με την πένα εκείνου, μέσα από την μεγάλη οθόνη, και υπό την καθοδήγηση του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού.

Ο Arrabal δεν πλάθει κόσμους ουτοπικούς, ούτε ευαγγελίζεται την σωτηρία του ανθρώπινου είδους μέσα σε χαμένους παραδείσους. Έχοντας ο ίδιος τραυματιστεί ψυχικά στα παιδικά του χρόνια από την απουσία του πατέρα (ο οποίος κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε ένεκα των πολιτικών του φρονημάτων), αρνείται να χρυσώσει το χάπι στον θεατή, με ήρωες που περιφέρονται μέσα στον εφιάλτη ενός άγονου τοπίου και πολλών σάπιων κατοίκων του. Το ίδιο σάπια ωστόσο είναι και η δική τους ψυχή. Στο Φάντο και Λις ο έρωτας χαρίζει ένα παγωμένο χαμόγελο στους εραστές, σαν αυτό που έχει κάθε δολοφόνος εμπρός στο υποψήφιο θύμα του, οραματιζόμενος πιθανώς το διαμελισμό κάθε ίντσας του κορμιού του. Ο Φάντο είναι το παιδί που βασανίστηκε από την αυταρχική μητέρα του, ο οποίος αναπαράγει τις σαδιστικές συμπεριφορές εκείνης στη σχέση του με την παραπληγική Λις. Η τελευταία πάλι, αρέσκεται να επιβεβαιώνει διαρκώς το ρόλο του θύματος, με πείσμα και ξεροκεφαλιά που μόνο ένα παιδί θα εφάρμοζε τόσο ισχυρά απέναντι στον επερχόμενο κίνδυνο. Οι δυο τους συναντάνε το σκοτεινό παρελθόν και το ζοφερό παρόν τους μέσα στη νύχτα μίας αιώνιας περιπλάνησης προς αναζήτηση της Ταρ. Τα φαντάσματα των γονιών του Φάντο, οι ετερόκλητοι χαρακτήρες που στολίζουν το τοπίο της “αποκάλυψης”, όλοι βάναυσα αντίβαρα στην βιαιότητα του ίδιου και της συντρόφου του. Ο Arrabal στοχεύει κατευθείαν στο ασυνείδητο, θέλωντας να το ενεργοποιήσει ώστε να υπερσκελίσει τη δικτατορία ενός ορθολογιστικού κόσμου, που όμως με τα επιχειρήματά του σκοτώνει οποιαδήποτε διαφορετική ανάγκη ύπαρξης. Χλευάζει τον καθωσπρεπισμό, δείχνοντας το πρόσωπο της πραγματικότητας κάτω από τη μάσκα του νορμάλ και φυσιολογικού. Χτυπάει με την ειρωνεία την ευτέλεια και δεικνύει εύστοχα τον κανιβαλισμό στις ανθρώπινες σχέσεις – ο Γιοντορόφκι μάλιστα όταν προβλήθηκε η ταινία του κατηγορήθηκε για βαμπιρισμό.

Ο Βασίλης Χριστοφιλάκης, με το πέμπτο έργο που αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει, έχει δύσκολο καθήκον. Χρειάζεται να πείσει τον θεατή για την ύπαρξη μιας χώρας του πουθενά, χωρίς την χρήση άλλων εφέ πέραν μίας καλής σκηνογραφίας και δυναμικών φωτισμών. Λειτουργώντας περισσότερο κινηματογραφικά (ήταν πολύ ενδιαφέροντες οι κυματοειδείς σχηματισμοί στο πρόσωπο της Λις, πιάνοντας λίγη από την μαγική ατμόσφαιρα του Arrabal) έδωσε κάποιες καλές εικόνες, παίζοντας συνεχώς με το σκοτάδι και τα χρώματα πάνω στους ερμηνευτές του. Ορθώς επίσης έπραξε χρησιμοποιώντας ζωντανή μουσική (ο Μιχάλης Κοκιάδης στα κρουστά), χάρη στην οποία έδινε ρυθμό στην αγωνία μας. Ο δε μουσικός του λάμβανε θέση στα δρώμενα, καθορίζοντας σε σημεία ακόμα και την εξέλιξη της υπόθεσης (βλέπε σκηνή με μπανάνα). Κάπως σαν από μηχανής θεός. Ενδιαφέρουσα ιδέα σε μία παράσταση κάπως διαφορετική από ότι θα περίμενα για το συγκεκριμένο έργο. Πρακτικά δεν μπόρεσε με το υλικό που είχε διαθέσιμο να διατηρήσει την κλειστοφοβική και δυσοίωνη ατμόσφαιρα της αγριότητας των ανθρώπινων ενστίκτων. Ο κυνισμός του Arrabal σε σημεία αποδόθηκε ως ανάλαφρη χιουμοριστική σεκάνς (κυρίως εξαιτίας της περσόνας της Μίνας Ορφανού). Λειτούργησε μεν ως αυτούσιο έργο τέχνης, απέτυχε ωστόσο να ακολουθήσει το ύφος του συγγραφέα και να επιβληθεί ως ανοιχτή επίθεση στις αποχαυνωμένες αισθήσεις μας, φέρνoντάς μας σε δύσκολη θέση όπως η πρωτότυπη εκείνη ανάγνωση. Υπήρξε λαθραίος επισκέπτης στον κόσμο του Arrabal που δεν κινδύνεψε να μπει στην ατμόσφαιρά του, μεταφέροντας στην εποχή μας τα ευρήματα της περιπέτειάς του.

Ο Κώστας Καζανάς έκανε μία εντυπωσιακή είσοδο, επιβεβαιώνοντας τις υποκριτικές αρετές του. Σχημάτισε έναν παρανοϊκό αντιήρωα, και έδωσε παράλληλα την διάσταση του απογοητευμένου μικρού παιδιού, που αναζητάει την χώρα της Ευαγγελίας. Έπαιξε ωστόσο στην ίδια υψηλή νότα έναν ρόλο που θα μπορούσε να έχει πολλές υφέσεις στις εξάρσεις του. Περισσότερο από παιδί είναι ένας αποπροσανατολισμένος ενήλικας που κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του δηλητηριάζοντας τον άνθρωπο δίπλα του. Κουρασμένος από την ίδια του την φύση υποτάσσεται στην σαδιστική πλευρά του χαρακτήρα του. Φωνάζοντας διαρκώς την οργή του Φάντο, ο Καζανάς δεν κατάφερε να αφήσει τον ήρωά του να κάνει αυτό τον κύκλο, ώστε να μας αιφνιδιάσει τη στιγμή που σπάει την αλυσίδα (και την σαδομαζοχιστική σχέση του με την Λις). Η δε ανωριμότητα των πράξεών του λειτουργεί σε συμβολικό και όχι κυριολεκτικό επίπεδο. Το κρυμμένο πολλές φορές στοιχείο είναι που δημιουργεί την ανησυχία περισσότερο από το φανερό της αρρωστημένης φύσης μας. Η Αντωνία Καμπάκου πάλι ήταν πιο συναισθηματική και ικετευτική μορφή από αυτήν της πεισματάρας και ξεροκέφαλης Λις. Με τον τρόπο αυτό κέρδιζε την συμπάθεια του κοινού, δεν άφηνε όμως να φανούν παραπάνω, από αυτή τη μία, διαστάσεις στον χαρακτήρα της. Η Λις δεν είναι μόνο ένα αθώο παιδί που τραγουδάει τον ίδιο τον θάνατό της. Είναι συνένοχος του Φάντο σε αυτή την παράλογη σχέση. Και ο διασυρμός της είναι επώδυνος όσο και η αγάπη της γι’ αυτόν. Εάν μετασχηματιζόταν ο ένας, πιθανώς θα έβγαινε κι ο άλλος από τον μονόδρομο της εξουσιαστικής μορφής. Πολύ πιο ενδιαφέρουσες οι σκηνές όπου βουβή δεχόταν τις ύβρεις του Φάντο, καθώς ακριβώς έτσι ουσιαστικά δακτυλόδειχνε τον αληθινό πρωταγωνιστή του δράματος (δικού της και δικού του).

Η Μίνα Ορφανού μάλλον καθοδήγησε παρά καθοδηγήθηκε από τον σκηνοθέτη. Ο Χριστοφιλάκης την άφησε να παρουσιάσει τον εαυτό της στη σκηνή και φυσικά δεν έχασε με αυτό. Με μία εμφάνιση που παρέπεμπε στον Μέρυλιν Μάνσον (κάτι οι βαμπιρικές αναφορές στο έργο, κάτι ο Γιοντορόφσκι που ευλόγησε τον γάμο του γκοθ σταρ), αλλά με διάθεση ανάλαφρη, η Ορφανού διασκέδασε το κοινό πότε ως καταπιεστική μητέρα, πότε ως εξτραβαγκάντ ντίβα, πότε ως μέλος ενός αλλοπρόσαλλου θιάσου, πάντα με μία ερμηνεία χωρίς την τόλμη υποκριτικών πειραματισμών. Αυτό ωφέλησε κατά πολύ το συγκεκριμένο ανέβασμα, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει την ίδια ερμηνευτικά.

Η Νίκη Σερέτη φάνηκε ως η πιο συγκεντρωμένη μαζί με τον Κοκιάδη από τους ηθοποιούς επί σκηνής (εξαιρώντας ασφαλώς τον, σε άλλη διάσταση ευρισκόμενο, Καζανά). Η αυστηρότητα στο παρουσιαστικό της εδώ δεν θυμίζει σε τίποτα την γλυκύτητα της αληθινής της περσόνας. Μεταμορφώνεται σε ένα άγριο πλάσμα, προσπαθώντας να αφοπλίσει την αφελή στάση της Ορφανού. Επικεντρώνεται σε αυτό και ξεχνάει να αφεθεί, τηρώντας ισορροπίες, ενώ θα μπορούσε να τσαλακωθεί περισσότερο μέσα στο όλο σκηνικό πλαίσιο δράσης, καθώς ξεκινάει με μία χορογραφία που μας θυμίζει πρωτόγονες φυλές ξεχασμένες στη ζούγκλα. Πιθανώς η εκκεντρική περσόνα της Ορφανού με την οποία πρέπει αναγκαστικά να λειτουργήσει ως ζευγάρι, δεν βοήθησε και την ίδια να βρει την ταυτότητά της μέσα στις αλληγορικές διαστάσεις των πλασμάτων που ενσάρκωνε. Παρ όλα αυτά ήταν εκεί, και δούλεψε υπέρ του γενικού συνόλου. Πιο αποστασιοποιημένος και καθόλου ευεργέτης του κλίματος τρόμου ο Πάνος Πανάγου. Ως Τόσο και πατρική φιγούρα υπήρξε πολύ προσηνής, αρκετά ωστόσο μακριά από το γκροτέσκο στυλ στην ερμηνευτική απόπειρα των υπολοίπων. Μας καλωσόρισε ο ίδιος στο θέατρο αλλά δεν μπόρεσε να μας κρατήσει το χέρι καθόλη την διάρκεια της παράστασης. Παραιτημένος σε κάθε σκηνή, χωρίς να καταφέρει να διαφοροποιήσει τις επιμέρους φιγούρες που υποδυόταν.

Στις καλές στιγμές της παράστασης που άφησαν να φανεί το μεταφυσικό σύμπαν δραστηριότητας και οι σουρεαλιστικές πινελιές του λόγου, ήταν εκείνη όπου οι δυο ξένες γυναίκες πλησίασαν για να φιλήσουν – με παρότρυνση του Φάντο – την παραπληγική Λις, αλλά και η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής χάνεται στις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, που ευνούχησαν την αρσενική ενήλικη μορφή του. Ο σκηνοθέτης στάθηκε περισσότερο στην σαδομαζοχιστική σχέση των δύο εραστών αλλά και σε εκείνη γιου – μητέρας και δεν έλαβε υπόψην την αλληγορία του συγγραφέα, για την κατάντια μιας πολιτισμένης- στο όνομα και μόνο- κοινωνίας, και επιπλέον το ειρωνικό του σχόλιο για το κυνήγι μίας ευτυχίας σε μακρινές πατρίδες, που εξοντώνει την όποια ανθρώπινη μας διάσταση. Με στόχο την Ταρ, ο Φάντο θα χάσει για πάντα την μοναδική πηγή ευτυχίας σε έναν αφιλόξενο κόσμο, την Λις. Και στην τελική σκηνή θα αναγκαστεί να ξεπεράσει τον παιδιάστικο εαυτό του, που αρνούταν πεισματικά να αντιμετωπίσει την ζωή με τα δεδομένα της. Η απώλεια της Λις έχει ως αποτέλεσμα την εξορία του από την άρνηση.

Επειδή βρισκόμαστε στο 2011 και η τερατώδης ανθρώπινη φύση αποκαλύπτεται καθημερινά στα δελτία ειδήσεων, είναι πράγματι δύσκολο να δημιουργήσεις μία παράσταση που θα σοκάρει τον θεατή. Σκανδαλώδης το 60, σήμερα προσεγγίστηκε ως μία ιδιόμορφη κατασκευή ενός εγκαταλελειμμένου χώρου, σε απροσδιόριστο χρόνο και με αβέβαιες αιτίες. Θα μπορούσε να είχε τολμήσει περισσότερο να κοιτάξει με αποφασιστικότητα και προς συγκεκριμένη κατεύθυνση την βαρβαρότητα και τις ανήλιαγες πληγές μίας ψυχής, ο κρυμμένος εαυτός της οποίας είναι εκείνη η τρομαχτική εικόνα των παραμυθιών, ο σκελετός που στοιχειώνει την ευάλωτη σε αιχμηρά αντικείμενα σάρκα μας. Θα ήθελα το μυστήριο να μην είναι ένα συνονθύλευμα περίεργων ωστόσο αναγνωρίσιμων μορφών, αλλά το είδωλο του παραμορφωτικού καθρέφτη που με την ανοίκεια εικόνα του αντικατοπτρίζει τον υποδόριο μας τρόμο. Τρόμος του αγνώστου που κρύβεται μέσα μας.

Για να γνωρίσετε έναν ιδιαίτερο συγγραφέα που δεν ανεβαίνει συχνά στις αθηναϊκές θεατρικές σκηνές, μπορείτε να περάσετε από τις Ροές και να αντιμετωπίσετε την δουλειά του κου Χριστοφιλάκη. Όσο και αν διαφωνώ με κάποιες από τις τοποθετήσεις του, δεν γίνεται να αρνηθώ την δουλειά που έκανε με ένα τόσο δύσκολο έργο. Και δεν είναι καθόλου μία πρόχειρη και κακοφτιαγμένη παράσταση. Αντιθέτως έχει συνδυάσει το πιο ετερόκλητο ανθρώπινο δυναμικό και παλεύει να κάνει την υπέρβαση. Στο χέρι μας είναι να βοηθήσουμε εισβάλλοντας στο ψυχεδελικό σύμπαν που ο Arrabal οραματίστηκε για να καυτηριάσει την ανθρώπινη παράνοια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.