[VIDEO] ΠΛΑΤΟΝΩΦ – Σε σκηνοθεσία Γ. Λάνθιμου – Εθνικό Θέατρο Κάποτε στη… “Δύση”, κριτική Νίκης Πρασσά

INFO Ο Τσέχωφ, ο Λάνθιμος, ο Χέαρ, τρεις ετερόκλητες καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες, με εντελώς διαφορετικό ειδικό θεατρικό βάρος και ανόμοια ερεθίσματα κουλτούρας, συνυπάρχουν επί σκηνής του εθνικού φορέα μας, με αφορμή τις πρώτες λέξεις, τις ανήσυχες εικόνες και την ευρηματική αναπροσαρμογή του καθενός αντίστοιχα.

PLATONOV

Πρωτόλειο κείμενο του Τσέχωφ. Σχεδόν εξάωρης διάρκειας κι ωστόσο μη ολοκληρωμένο, το έργο του ρώσου δραματουργού ανήκει στη συγγραφική δραστηριότητα των φοιτητικών του χρόνων. Με γενέθλια χρονολογία το έτος 1878, ο Μιχαήλ Πλατόνωφ δεν ευτύχησε να ανέβει στη σκηνή εν τη παρουσία του “πατέρα” του. Ο Τσέχωφ μάλιστα το αποδοκίμασε μεταγενέστερα, ενώ η Μaria Yermolova, το αστέρι του Maly Theater της Μόσχας, για την οποία εξαρχής το έγραψε, το απέρριψε αυτόχρημα. Χωρίς τίτλο, ανακαλύφθηκε δύο δεκαετίες μετά τον θάνατο του δημιουργού του, και μετά από πολλές περιπέτειες βρήκε τον δρόμο του για να συναντήσει το θεατρόφιλο κοινό. Πρωτοεκδόθηκε με τίτλο “Fatherlessness”, διασκευάστηκε εκπληκτικά για τον κινηματογράφο από τον Νικήτα Μιχάλκωφ (“Τα Μηχανικά Πιάνα”) ενώ το 2001, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών άλλων, ο David Hare έκοψε κι έραψε την δική του, σχεδόν τρίωρη εκδοχή. Ο 38χρονος έλληνας σκηνοθέτης πήρε αυτή την θεατρική μεταφορά και έστησε ένα πάρτυ μίας ώρας και σαράντα λεπτών, σε μία βραδιά που ξεκινάει ως ποδοσφαιρική αναμέτρηση για να καταλήξει να γίνει αρένα στην οποία θυσιάζεται ο ομώνυμος πρωταγωνιστής.

Η υπόθεση του Πλατόνωφ έχει να κάνει με όλες εκείνες τις θεματικές που ανέκαθεν προβλημάτιζαν τον φοιτητή της ιατρικής και σπουδαίο θεατρικό συγγραφέα. Πολύ πριν τον Βυσσινόκηπο ή το Θείο Βάνια, ο Τσέχωφ ασχολείται με την επιστροφή του επαρχιώτη δασκάλου, κάποτε επαναστάτη μα τώρα απόλυτα συμβιβασμένου με την ανυπαρξία και το κενό νοήματος στην καθωσπρέπει ζωή του, στα εδάφη και την αγκαλιά των πρώτων του ερώτων. Παντρεμένος με μία παχουλή και συγκρατημένη γυναίκα, εξαρτημένη από αυτόν, ο Πλατόνωφ διεκδικεί άθελά του τον τίτλο του γυναικοκατακτητή, χωρίς να επιδιώκει ούτε καν ο ίδιος προσωπικά την φαύλη ευτυχία του. Αντιθέτως αποκαλύπτει διαρκώς τον σκληροτράχηλα αδιάφορο χαρακτήρα του, με την άρνησή του να κρύψει τις αδυναμίες του ή να κρυφτεί πίσω από εκείνες των άλλων. Περιστοιχισμένος από ευγενείς αριστοκράτες χρεωκοπημένους, γιατρούς ανίκανους να γιατρέψουν ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό τους, επιστήμονες που ανήκουν ολοκληρωτικά στα πάθη τους αλλά και ελκυστικές θηλυκές παρουσίες, έτοιμες να σαγηνεύσουν με τα κάλλη τους όποιο αρσενικό επιθυμήσουν, ο 27χρονος άντρας λειτουργεί εν μέσω αυτών ως η σανίδα σωτηρίας για την πλήξη τους και το μεγάλο άλλοθι των ακόλαστων αναγκών τους.

PLATONOV1

Ο Γιώργος Λάνθιμος αντιμετώπισε το έργο χωρίς κανέναν φόβο, αν και με περίσσευμα πάθους, με τον δικό του τρόπο και μακριά από τις συνηθισμένες τσεχοφικές αναγνώσεις. Εκείνο που τόνισε και είναι απολύτως θετικό, μιας και σπάνια γίνεται με τα κείμενα του συγκεκριμένου συγγραφέα (ας μην ξεχνάμε ότι η πρόθεση του συγγραφέα για τον Βυσσινήκηπο ήταν να αποδοθεί με τις κωμικές διαστάσεις που έχει, αλλά ο Στανισλάφσκι προς απογοήτευση του Τσέχωφ έστησε το γαϊτανάκι μίας τραγωδίας, καταδικάζοντας τις μετέπειτα ακηνοθετικές απόπειρες στην απομάκρυνση από τον σκοπό του Τσέχωφ) , είναι το χιούμορ που εμφιλοχωρεί και ανατρέπει την βαρύτητα της ατμόσφαιρας σε μία καθόλα αναγνωρίσιμη τραγωδία. Χωρίς καμία στατικότατα, με διαρκή κίνηση, τοποθέτησε τους ηθοποιούς ως πιόνια πάνω σε ένα ζωγραφισμένο πάτωμα – ταμπλό βημάτων, τα οποία καθοδηγούσαν τις κινήσεις και προκαλούσαν την αστάθεια ή την ισορροπία τους. Με καρέκλες και ξαπλώστρες δεξιά και αριστερά, τις οποίες τα πρόσωπα του έργου μετέφεραν όποτε χρειαζόταν στο κέντρο της σκηνής, άδειαζε και γέμιζε τον χώρο περικυκλώνοντας ή αφήνοντας εκτεθειμένο τον βασικό του ήρωα. Προκειμένου να δείξει μάλιστα την αντιπαράθεση στις μεταξύ τους σχέσεις, την βιαιότητα στην επαφή τους ή την επιφανειακή ευγένεια των χειρονομιών, βάζει τους πρωταγωνιστές του να ξιφομαχούν με όπλο τα καθίσματα, να παλεύουν ως “γίγαντες” της πυγμαχίας λίγο προτού αγκαλιαστούν και σμίξουν αδερφικά, να χαϊδεύουν κοιλιές και να σκάνε μπαλόνια που έκρυβαν πάνω στα σώματά τους. Από τη μία σκηνή στην επόμενη δημιουργούσε και κατέστρεφε μικρές στιγμές, με παρανοϊκά κρεσέντο, όπως εκείνο της συνάντησης της Σοφίας (Μαρία Πρωτόπαππα) με τον Πλατόνοφ (Άρης Σερβετάλης), όπου τη μουσική φτιάχνουν τα σκρατσαρίσματα στα μπαλόνια που κρατούν στα χέρια τους τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου. Οι ηθοποιοί σε όλη την διάρκεια της παράστασης καθοδηγήθηκαν σε ένα παίξιμο ισοπεδωτικό όσον αφορά την εκφορά του λόγου. Χωρίς καμία συναισθηματική χροιά, αποδραματοποίησαν τους ρόλους τους, αποστερώντας από το κωμικοτραγικό τους περιεχόμενο το δεύτερο συνθετικό . Περισσότερο με μαύρο χιούμορ και κυνισμό παρά με την αόρατη μάστιγα μίας άδειας ύπαρξης, ανικανοποίητης και φλεγματικά οξυδερκούς, όλοι οι χαρακτήρες τοποθετήθηκαν χαμηλότερα των προσδοκιών μιας δυσδιάστατης απεικόνισης. Ήταν τόσο επιφανειακοί όσο και οι ρηχοί ήρωες του Τσέχωφ, που χρεωκοπημένοι εξακολουθούν να διοργανώνουν χορούς (κάπως σαν την Ελλάδα ακούγεται αυτό). Αν κάτι σου έμενε από την παράσταση είναι η κούραση, ακριβώς έτσι όπως την βίωνε και ο Πλατόνωφ. Κούραση από τον κίτρινο αρρωστημένο φωτισμό, κούραση από τη μονοτονία στις ερμηνείες, κούραση από τις επαναλαμβανόμενες επιτηδευμένες χορευτικές αναμετρήσεις. Χωρίς να χρωματίζω αρνητικά την λέξη, αποδίδοντας την στην διάθεσή μου κατά την διάρκεια της παράστασης. Αντιθέτως πιστεύω ότι πέτυχε σε μεγάλο βαθμό να μεταφέρει την ψυχοσύνθεση του ήρωα στα καθίσματα των θεατών. Υπό την δική του ζαλισμένη οπτική, έβλεπες κι εσύ τα τεκταινόμενα του έργου. Στις καλές στιγμές η σύσταση των προσώπων σε πρώτο ενικό, με χαλαρότητα και αυτοσαρκασμό. Εκτός από τα ‘εφέ” και τις μεγαλόσχημες θεατρικές χειρονομίες, η παράσταση είχε και σημεία απλότητας, που έπιαναν ακριβώς αυτή την μελαγχολία στο κάτω κείμενο του Τσέχωφ. Η καλύτερη από αυτές βρισκόταν μέσα στην κόκκινη καρδιά του Πλατόνωφ. Όπως και στην αμέσως προηγούμενη σκηνή, όπου εγκλώβισε σε ένα θεατρικό σχήμα τον Πλατόνωφ, για να αντιμετωπίσει ως εξιλαστήριο θύμα το ‘κοινό’ του. Σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι ο Λάνθιμος σχημάτισε έναν κόσμο χρησιμοποιώντας δικές του προσλαμβάνουσες, για να μην χαθεί σε άγνωστες χώρες και αναλωθεί σε γνωστές εκτάσεις ρώσικης γης, φορώντας πλούσια κοστούμια του 19ου αιώνα. Πάλεψε με ό,τι ήξερε και προσπάθησε να συνεισφέρει τον δικό του οβολό στο ταμείο της θεατρικής μας μνήμης.

PLATONOV2

Από τους ηθοποιούς, θα έλεγα πως ξεχώρισε του συνόλου ο Άρης Σερβετάλης. Δουλεύοντας αθόρυβα στον χώρο, με συνέπεια στις θεατρικές επιλογές του, εδώ είναι απλός, ειλικρινής και απογυμνωμένος από τον στόμφο ενός αρκετά προκλητικού – έστω και άθελά του – χαρακτήρα. Του ταιριάζει περισσότερο από όλους αυτή η λογική της απόλυτης παραίτησης από κάθε συναισθηματισμό, και κατορθώνει να είναι ο μοναδικός που κάνει την πικρή αλήθεια που ξεστομίζει να προκαλεί το γέλιο στο κοινό. Ακριβώς επειδή προσβάλλει με τόση φυσικότητα όση απαιτεί ο καταβεβλημένος χαρακτήρας του. Η μοναδική μου αντίρρηση, που έχει να κάνει με την σκηνοθετική γραμμή, είναι πως δεν χρωμάτισε την σαγήνη του δασκάλου στην ομήγυρή του. Είναι κάτι που ακούγεται μεν, αλλά δεν φαίνεται σε καμία από τις επαφές του με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Επίσης δεν είναι ευδιάκριτη η αμφιταλάντευση και αναποφασιστικότητα του ρόλου του. Δεικνύεται ως περισσότερο υπεύθυνος των πράξεών του από όσο ο ίδιος ο Τσέχωφ ομολογεί, μιας και τον παρουσιάζει κυρίως ως τον άνθρωπο ο οποίος αποτελεί το μέσο λύτρωσης για τους υπολοίπους, και άγεται και φέρεται από τις δικές τους επιλογές.

Από την υπόλοιπη διανομή, η Αγγελική Παπούλια αποδεικνύει για ακόμα μία φορά τις υποκριτικές της ικανότητες. Μακριά από υπερβολές και κακόγουστες μελοδραματικές εξάρσεις, είναι η πιο γήινη από τις θηλυκές παρουσίες, και κατορθώνει να είναι η μόνη που ακούγεται διαφορετικά από το υπόλοιπο σχήμα. Επιβάλλει τον δικό της ρυθμό στα κομμάτια της και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.

Η Μαρία Πρωτόπαππα κερδίζει ένα ακόμα ερμηνευτικό στοίχημα, ως η βαριεστημένη σύζυγος που επικεντρώνεται στο θήραμά της, τον παλιό της έρωτα. Η Σοφία στέκεται πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων, αυστηρή παρουσία και αγέρωχη, που μόνο προς το τέλος αντιλαμβάνεσαι την ολοκληρωτική κατάρρευσή της.

Στα συν η εκμετάλλευση των μουσικών και τραγουδιστικών προσόντων της Έλενας Τοπαλίδου (με όλους τους ηθοποιούς έγινε αυτό, αλλά η Κα Τοπαλίδου υπήρξει η ικανότερη σε αυτόν τον τομέα). Πολύ συγκινητική, η σκηνή όπου εκλιπαρεί για την ζωή του παιδιού της.

Η Αριάν Λαμπέντ πάλι έχει τη νεανική ορμή τόσο της Μαρίας, της σπουδάστριας χημείας που παρασύρει στα θέλγητρά της αθωότητάς της τον Πλατόνωφ όσο και του Κιρίλ που διεκδικεί με πάθος εκείνο που πιστεύει ότι του ανήκει.

O Πορφίρι Γκλαγκόλιεφ του Μάνου Βακούση είχε μεστότητα και υποκριτική δεινότητα, μακριά από τις ξέφρενες, εξωστρεφείς δυναμικές των υπολοίπων, μία ώριμη και εμπνευσμένη κατάθεση σε έναν όχι τόσο ευνοημένο από τις συνθήκες ρόλο. Κατάφερε να χαρίσει το γέλιο στην αλληλεπίδρασή του με την Παπούλια, ως ο άστοχος κυνηγός της ομορφιάς και χάρης εκείνης.

Και οι Θανάσης Δήμου, Βασίλης Καραμπούλας και Ανδρέας Κωνσταντίνου σχημάτισαν τον τραγικό “χορό” των προσώπων που έμειναν στο πλάι ή αντίκρυ του Πλατόνωφ, προκειμένου να ενισχύσουν με τις δικές τους ανασφάλειες την δική του ενοχική συμπεριφορά.

Οι ακροβασίες που τους έβαλε ο Λάνθιμος να κάνουν, ήταν ένα επιπλέον εμπόδιο στις ερμηνευτικές τους δυσκολίες, το οποίο όλος ο θίασος προσπέλασε με σχετική επιτυχία.

Το πώς βλέπεις ένα έργο τέχνης, είτε ως δημιουργός είτε ως θεατής, είναι ξεκάθαρα υποκειμενικό. Το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τις προθέσεις του καλλιτέχνη έχει να κάνει με το επίπεδο πρόσληψης γνωσιολογικών αλλά και αισθητικών αναφορών, όπως και με τις προσωπικές αντιλήψεις περί κάλλους και χρησιμότητας στην τέχνη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ούτως ή άλλως περιπετειώδες ως προς την θεατρική του ανασυγκρότηση έργο, που ταξίδεψε από τα συρτάρια και τις τραπεζικές θυρίδες της Μόσχας στα αθηναϊκά σαλόνια του κτιρίου Τσίλλερ. Το τί είναι και τί όχι ικανός ένας σκηνοθέτης να κάνει, φαίνεται ασφαλώς σε βάθος χρόνου. Έχεις ωστόσο την ευκαιρία να μυηθείς στο σύμπαν του, κρυφοκοιτάζοντας το παιγνίδι του με κλασικά αριστουργήματα της τέχνης. Ο Λάνθιμος έπαιξε μπάλα όπως οι ηθοποιοί του στο εναρκτήριο ζέσταμα, δίνοντας πάσα στο κοινό να ρίξει στα δίχτυα την ψήφο εμπιστοσύνης ή όχι στο έργο του. Δεν έχετε παρά να παρευρεθείτε στον αγώνα. Καλή δύναμη.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “[VIDEO] ΠΛΑΤΟΝΩΦ – Σε σκηνοθεσία Γ. Λάνθιμου – Εθνικό Θέατρο Κάποτε στη… “Δύση”, κριτική Νίκης Πρασσά

Add yours

  1. Νίκη, το σχόλιο αυτό είναι εντελώς αυθόρμητο – απλώς δεν μπορώ να αφήσω μια τόσο εξαιρετική κριτική χωρίς έπαινο. Είναι σφαιρική, τεκμηριωμένη και δείχνει εξαιρετική αντίληψη και προσοχή στη λεπτομέρεια – ποιότητες τις οποίες κάθε κριτικός θα έπρεπε να κατέχει αλλά σπανίως συναντώνται. Σε μια έρημο ηλιθίων και ακαλλιέργητων που δεν αντιλαμβάνονται την ειρωνία, την λεπτή γραμμή μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας (καθώς και την συνύπαρξή τους και τις ομοιότητές τους),την ηθελημένη αποστασιοποίηση από τα συναισθήματα και τον αφηρημένο συμβολισμό, είσαι η…φωνή βοώντος.

    Η κριτική σου με βρήκε γύρω στο 99% σύμφωνο – η μόνη διαφωνία που έχω είναι στο ότι νομίζω πως η ερμηνεία του Σερβετάλη μετέφερε πολύ καλά την πλήρη αποσυντόνιση του χαρακτήρα, καθώς και τον μηδενισμό που κατείχε τις σκέψεις του. Βεβαίως, όπως αναφέρεις και στο τέλος της κριτικής σου, η τέχνη είναι κατ’εξοχήν ζήτημα υποκειμενικό – απλώς χαίρομαι που βλέπω και κάποιον άλλο να δίνει ψήφο εμπιστοσύνης σε αυτήν την τολμηρή προσέγγιση του (κατά τη γνώμη μου) ιδιοφυούς Γιώργου Λάνθιμου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: