ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ – ΤΖΕΙΜΣ ΤΖΟΥΣ – Σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη – ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ, κριτική της Νίκης Πρασσά

exoristoi_

Πόσο δύσκολο είναι για έναν θεατή να παρακολουθήσει για τρεις ώρες την “αναμέτρηση” τεσσάρων ανθρώπων, έτοιμων να αποποιηθούν τις όποιες ηθικές αρχές τους για να απολαύσουν τα όποια πάθη και τις αδυναμίες τους; Η Ρούλα Πατεράκη θέλησε να αναλάβει το εγχείρημα να παρουσιάσει στο αθηναικό κοινό το μοναδικό θεατρικό έργο του δημιουργού του “Οδυσσέα”. Επικοινώνησε τα αδιέξοδα των ηρώων του, στους, εγκλωβισμένους σε μία δυσάρεστη πραγματικότητα, νεοέλληνες, σε όσους τουλάχιστον επιθύμησαν να αφουγκραστούν τις ανάσες του δικού του σύμπαντος. Και δεν ήταν και λίγοι, από όσο διαπίστωσα στο ασφυκτικά γεμάτο θέατρο της Ακαδήμου.

“Οι εξόριστοι” πρωτογράφτηκαν το 1918, ως εξέλιξη της τελευταίας ιστορίας των Δουβλινέζων, του “Νεκρού”. Πρωτοπαρουσιάστηκαν στη σκηνή του Μονάχου το 1919, σε γερμανική μετάφραση, χωρίς να τύχουν ενθουσιώδους κριτικής. Βρήκαν υποστηρικτές στα πρόσωπα των Έζρα Πάουντ και Τζωρτ Μπέρναρντ Σω, οι οποίοι επεσήμαναν τις θεατρικές αρετές του έργου, αλλά και τις δραματουργικές αναλογίες του με τον Ίψεν, τον πατέρα του μοντέρνου δράματος. Το πιο επιτυχημένο, ωστόσο , ανέβασμα, δεν έγινε παρά το 1970, χάρη στην ιδιοφυή σύλληψη του Χάρολντ Πίντερ. Όλα αυτά με βάση την ειδησεογραφία της εποχής. Όσον αφορά στο σήμερα, υπήρξα τυχερή να συναντήσω για πρώτη φορά τον Τζόις θεατρικά (κινηματογραφικά τον γνώρισα μέσα από τους Δουβλινέζους του Χιούστον, με την εξαιρετική Αντζέλικα – λογοτεχνικά ασφαλώς μέσα από τον μονόλογο του κυρίου Μπλουμ) έτσι όμως όπως συνέλαβε το πνεύμα του η καταξιωμένη σκηνοθέτης.

Λίγα λόγια για το ίδιο το έργο. Αντικατοπτρίζοντας τις σχέσεις του συγγραφέα με την Nora Barnacle, την γυναίκα που τον συντρόφεψε στην δική του εξορία, αλλά και με τους φίλους του Oliver St John Gogarty και Vincent Cosgrave, καθώς και την ξαδέρφη του Εlisabeth, χωρίς ωστόσο να είναι ξεκάθαρα αυτοβιογραφικό, το έργο μας εισάγει στη ζωή του Ρίτσαρντ, της συζύγου του Βέρθα, του φίλου του Ρόμπερτ αλλά και της Βεατρίκης. Ο Τζόις έλεγε πως το κείμενό του αφορά τρεις πράξεις γάτας – ποντικών. Ένα γαιτανάκι ερωτικού πάθους, με τον Ρίτσαρντ να επιθυμεί την Βεατρίκη, την Βέρθα να διεκδικεί τον Ντικ και τον Ρόμπερτ να επιδιώκει την αποπλάνηση της Βέρθας. Δεν μιλάμε όμως ούτε για μία μπριόζικη κωμωδία σχέσεων, ούτε για μία τραγωδία απάτης και προδοσίας. Αντιθέτως το έργο υπήρξε προκλητικό για την εποχή του αλλά εξακολουθεί να μην αναγιγνώσκεται με ευκολία και σήμερα, ακριβώς επειδή αποτελεί περισσότερο ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για τα όρια της ελευθερίας που θέτουμε στον εαυτό μας, παρά μία κοινότοπη έκρηξη θυμού, οργής, εκδίκησης ή στεναχώριας επειδή κάποιος παραβίασε την όποια εμπιστοσύνη του δείξαμε (ερωτική, φιλική κ.ο.κ). Ο παθιασμένος Ντικ παρακολουθεί με εκπληκτική άνεση την αφήγηση της γυναίκας του Βέρθας για τις προκλητικές προτάσεις του κολλητού του φίλου, δημοσιογράφου Ρόμπερτ. Δεν αντιδρά κατά το δραματουργικά αναμενόμενο, αντιθέτως είναι η κινητήρια δύναμη όλης της δεύτερης πράξης, μιας και σπρώχνει ουσιαστικά την αμφιταλαντευόμενη γυναίκα του μέχρι το σπίτι του πιθανού εραστή της. Κι όλα αυτά αφού έχει προηγηθεί η δική του φλογισμένη “επίθεση” στην Βεατρίκη, την ξαδέρφη του ανταγωνιστή του με την οποία συνδεόταν ανέκαθεν κάπως ιδιαίτερα. Η τελική πράξη αποκαλύπτει μονάχα την αμφιβολία, αφήνωντας τον θεατή στα μετέωρα βήματα της όποιας σχέσης υπήρξε μεταξύ των δύο “παράνομων” εραστών. Ο Τζόυς δεν έπλασε τους χαρακτήρες του για να καλύψει την περιέργειά μας γύρω από ένα σκάνδαλο, αλλά για να κηρύξει την ελυεθερία επιλογής. Όπως ο ίδιος στάθηκε ανεχτικός στη σχέση του με τη Νόρα, επειδή δεν πίστεψε ποτέ στα συμβατικά δεσμά ενός γάμου (27 έτη πέρασαν προτού την παντρευτεί). Ακόμα και στον Οδυσσέα του βλέπουμε την σεξουαλική φιλελεύθερη συμπεριφορά της Κας Μπλουμ.

Η Πατεράκη άδειασε το σκηνικό από έπιπλα για να το γεμίσει από τις παλλόμενες ψυχές των ηθοποιών της. Με το υποκριτικό ταλέντο των οποίων δεν αστόχησε καθόλου να πετύχει να προσπελάσει εσωτερικά τα κορμιά που βασανίζονται από την ίδια τους την ανήσυχη φύση. Ο Άκης Βλουτής υπήρξε εντυπωσιακά τσαλακωμένος, στον ρόλο του αλκοολικού συγγραφέα, ο οποίος αν κι επιστρέφει στην πατρίδα, εξακολουθεί να νιώθει εξόριστος. Με τον μόνο άνθρωπο που φαίνεται να πλησιάζει και επικοινωνεί είναι ο νεανικός του έρωτας, η Βεατρίκη. Ο Ρίτσαρντ τον οποίο πλάθει, τραγουδάει στεντόρεια τον Una fortiva lacrima και παίζει με τις ξαφνικές εμφανίσεις του γιου του, Άρτσι, επάνω στη σκηνή. Κινείται νευρικά στον χώρο, και αλλοιώνει την ηρεμία των χαρακτηριστικών του, φεγγρίζοντας την υπαρξιακή αγωνία ενός ανθρώπου, ενός ακούραστα εργαζόμενου νου. Στην αντίθετη κατεύθυνση ερμηνευτικά κινείται ο ‘πράος’ Ρόμπερτ του Γιάννη Παπαδόπουλου. Πιο ήπιων τόνων, διακριτικός ακόμα και στο φλερτ του με την Βέρθα, αμήχανος δίπλα στο αντικείμενο του πόθου του, κι όμως αποφασιστικός κατακτητής την ώρα της τελικής κρίσης, ο ικανότατος ηθοποιός έχει τόσες διακυμάνσεις όσες και ο χαρακτήρας που υποδύεται.

Από την άλλη οι γυναικείες παρουσίες δίπλα τους παλεύουν εξίσου επάξια για να αποδώσουν την σύγχυση που τους προκαλεί η άρνηση των προκαθορισμένων συμβάσεων του κοινωνικού τους ρόλου. Πρώτη από όλες η Βέρθα της Ίριδος Χατζηαντωνίου, δεν σταματάει να εκπέμπει θηλυκό ερωτισμό, ακόμα και όταν αποκαμωμένη πέφτει μέσα στην απελπισία της απόρριψης. Μου άρεσε ιδιαίτερα σε όλη την δεύτερη και τρίτη πράξη, έτσι όπως έδωσε τον προσωπικό της αγώνα για να καταλήξει στην πτώση και την αποδοχή της αλήθειας μίας ούτως ή άλλως αντισυμβατικής σχέσης.

Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου αυστηρή μέσα στην απολυτότητα των ορθών επιλογών της, δεν απογυμνώνεται παρά στην τελική διαλογική σκηνή, όπου έρχεται αντιμέτωπη με την αντίζηλο αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Η στιγμή όπου υποδεικνύει τα λουλούδια για να υπαινιχτεί την παρουσία του Ρόμπερτ στην ζωή της Βέρθα, προκαλεί την ανατριχιαστική επιβεβαίωση της λαχτάρας της να υπάρξει μέσα στην απλότητα εκείνης. Η πιο εγκεφαλική, αυστηρά κρυπτογραφημένη και όμως τόσο εγκλωβισμένη μέσα στην ίδια της την άρνηση προσωπικότητα του έργου. Δεν είναι τυχαία ο καθρέφτης του Ντικ.

Τέλος, πολύ σοφή η επιλογή της πανταχού παρούσας, αθόρυβης μορφής της Σοφιανίδου, που ως υπηρέτρια κρατάει τα ‘κλειδιά’ του σπιτικού των Ρούαν. Αινιγματική μέχρι την τρίτη πράξη, όπου προσπαθεί να στηρίξει την Βέρθα στο προσωπικό της δράμα, της αποξένωσης από τον σύντροφό της.

Η ματιά της Πατεράκη κρύβει αγάπη και σεβασμό για το έργο. Δεν θέλησε σε καμία περίπτωση να πειραματιστεί με τον τρόπο που πολλοί αγγίζουν το σώμα ενός κλασικού κειμένου, κακοποιώντας το ύφος του Τζόις. Με μία μετάφραση που δεν αφήνει να ακουστεί κακόηχα η γλώσσα του Ιρλανδού συγγραφέα (της ιδίας και του Αντώνη Γαλέου), παρουσιάζει τον σκελετό μίας σχέσης, για να κάνει ανατομία επί των ανθρώπινων συναρτήσεών της. Οι σιωπές δεν την τρομάζουν, κι έτσι παραδίδει μαθήματα για το πώς η ουσία των λόγων βρίσκεται στην απουσία οποιουδήποτε φθόγγου. Εντείνει μάλιστα την αγωνία μας, με τις διαρκείς παρεμβάσεις της υπηρέτριας, σε καίρια σημεία της εξέλιξης ενός διαλόγου. Δημιουργεί ωραίες εικόνες, όπως τα στιγμιότυπα του τέλους, μεταφέροντας σε διαφορετικά σημεία τις ίδιες της σκέψεις των ηρώων. Και παράλληλα εκμεταλλεύεται όλες τις αισθήσεις μας, φέρνοντας την μυρωδιά και τον ήχο της βροχής, λίγο πριν ξεδιπλωθεί ο υπαρξιακός εφιάλτης. Ειδικά η σκηνή όπου η Βέρθα περιμένει τον Ρόμπερτ να “αλλάξει’ και τρομάζει βλέποντας οράματα ή ακούγοντας σκυλιά να αλυχτάνε, είναι ένα μάθημα χρήσης εφέ, χωρίς καμία τεχνική υποστήριξη, με τα πιο απλά μέσα (νομίζω πως στον κινηματογράφο θα είχε θριαμβεύσει με τις σκηνοθετικές της λύσεις). Όσο περνούσε η ώρα έμπαινες τόσο πολύ μέσα στο περίπλοκο σύμπαν της ανθρώπινης ανάγκης για αγάπη όσο και αναγνώριση όσο και ελευθερία, ώστε στο τέλος δεν μπορούσες παρά να χειροκροτήσεις τον σκηνοθετικό και υποκριτικό άθλο των συντελεστών του. Στην αρχή ομολογώ πως ένιωσα περίεργα από την έλλειψη μίας ξέφρενης δραστηριότητας, επειδή κι εγώ μέσα σε όλο αυτό το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι έχω συνηθίσει την ανάλογη θεατρική αντιμετώπιση. Στη συνέχεια ωστόσο αφέθηκα να ακολουθήσω τον ρυθμό της παράστασης, που μου φάνηκε να κυλάει όλο και πιότερο αρμονικά.

Κάπως έτσι τα 180 και κάτι λεπτά φαγώθηκαν από την αγωνία μου να συμπαθήσω ή αντιπαθήσω αντίστοιχα τον ιδιοφυή Ρουάν, όπως άλλωστε η ίδια η ιστορία του θεάτρου δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει το οξυδερκέστατο αλλά εκκεντρικό για τα δεδομένα της εποχής, πνευματικό της τέκνο. Η Πατεράκη έκανε την σωστή δουλειά, μεσολαβώντας ως διερμηνέας στην κατανόηση του κόσμου εκείνου από εμάς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: