[video] ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ – ΓΚΥ ΚΑΣΣΙΕΡΣ, κριτική Νίκης Πρασσά

19

Σκηνική σύνθεση με βάση το ομώνυμο μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας από την πένα του Μάλκολμ Λόουρυ. Η παραπάνω πρόταση περιγράφει συνοπτικά την παράσταση που αποφάσισα να δω, ένεκα της προσωπικής μου αγάπης για το συγκεκριμένο έργο. Εντελώς επιγραμματικά, ωστόσο, και χωρίς να αποκαλύπτει την φιλοσοφία του ίδιου του Κασσίερς, η υπογραφή του οποίου σε προγενέστερες απόπειρες-διασκευές κλασικών βιβλίων υπήρξε παραπάνω από ικανοποιητικά αποδεκτή στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Το γιατί συμβαίνει αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω παρακάτω.

Καταρχήν αναφέρομαι στο θεατρικό εγχείρημα με τον όρο της σύνθεσης, ακριβώς επειδή ο Κασσίερς συνδυάζει την κινηματογραφική τεχνική με την υποκριτική επάνω στο σανίδι και δημιουργεί έναν κατάδικό του κόσμο, όπου ο συγγραφέας πλέον, από τον οποίο αρύεται τις εικόνες, χρησιμοποιεί το νεότευκτο λεξιλόγιο του σκηνοθέτη, προκειμένου να εκφραστεί. Δεν ξέρω εάν ο Λόουρυ ή ο Κλάους Μαν θα έδιναν την συγκατάθεσή τους για το όλο “πείραμα”, οι ήρωές τους ωστόσο δεν αρνούνται τη συνομιλία με τους θεατές.

Το “Κάτω από το ηφαίστειο” δεν επιλέχθηκε τυχαία από τον Βέλγο δημιουργό. Όπως και ο Προυστ, τον χαμένο χρόνο του οποίου αναζήτησε σε παλιότερη δουλειά του, έτσι και ο Λόουρυ πλάθει μία νέα γλώσσα για να ακολουθήσει τους εσωτερικούς μονολόγους των χαρακτήρων του, μία γλώσσα όχι περιγραφική, αλλά τόσο εσωτερική που λειτουργεί σχεδόν συμβολικά σε επίπεδο μίας υψηλής ποίησης. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τη σκηνή όπου ο Hugh, ο ετεροθαλής αδελφός του Geoffrey, ξεκουμπώνει το πουκάμισό του σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, για να διαπιστώσει την σχεδόν κινηματογραφική λήψη της σκηνής από τον Βρετανό συγγραφέα. Διευκολύνεται λοιπόν η δουλειά του Κασσίερς, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα αποκαλούσαμε εύκολη την προσπάθειά του.

Ο Λόουρυ έστησε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με φόντο το Μεξικό, εκεί όπου ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας ενός περιστατικού, που τρόπον τινά σημάδεψε την σκέψη του. Ταξιδεύοντας στην χώρα με τη γυναίκα του Jan Gabrial, συνάντησαν έναν νεκρό στην άκρη του δρόμου. Ακολουθώντας τις συμβουλές της ομήγυρης να μην εμπλακούν, παρατήρησαν έναν pelado (όρος για τους “αλήτες” στο Μεξικό) να κλέβει τα χρήματα του νεκρού. Ο Λόουρυ έγραψε αργότερα μία μικρή ιστορία για το γεγονός αυτό, την οποία εξέλιξε στο Ηφαίστειο. Ο πρόξενος Τζέφρυ, ο αδερφός του Χιου, η γυναίκα του Υβόν αποτελούν τα κυρίως πρόσωπα της “δράσης”. Κάτω από το ηφαίστειο, το Ποποκατεπέλτ, τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει, με την έννοια μίας ακολουθίας γεγονότων που αλληλοδιαδέχονται απρόσμενα την παρουσία τους, δημιουργώντας νέα δεδομένα στις συνηθισμένες μέρες των ηρώων. Αντίθετα μέσα στην λάβα που σιγοβράζει εντός της ψυχής τους, καταβυθίζονται οι ζωντανοί – νεκροί την ημέρα των τελευταίων, για να λυτρώσουν με ή χωρίς το ποτό τους εφιάλτες τους. Η κόλαση του Δάντη από το επέκεινα στο εδώ και τώρα. Άλλωστε ο πρόξενος αναρωτιέται κάποια στιγμή, μήπως τελικά ο άνθρωπος δεν διώχθηκε ποτέ από τον παράδεισο, τουναντίον καταδικάστηκε να παραμείνει στην παραδεισένια κόλαση.

Εκτός από τις υπαρξιακές αγωνίες περί της φύσης της αδυναμίας μας, ο Λόουρυ εμπλέκει στην ιστορία του την επιθυμία να ζήσουμε μαζί με τον ‘Αλλον, την ανάγκη της συνεύρεσης ως ξόρκι για την μοναξιά, και γράφει πολύ εύστοχα πως κανένας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη (No se puede vivir sin amar). Και επειδή υψηλή λογοτεχνία σημαίνει περισσότερες από μία διαστάσεις και πολλές διαφορετικές αναγνώσεις μέσα σε κάθε σελίδα και κεφάλαιο, ο Λόουρυ δεν παραλείπει να τοποθετεί στο πρόσωπο του Χιου την πολιτικοποιημένη – κλίνουσα επί αριστεράς – ιδεολογική ταυτότητα του επαναστάτη, κάνοντας μία αναφορά στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Ο Γκυ Κασσίερς αγάπησε το έργο τόσο ώστε να αναδείξει τα βαθύτερα νοήματά του. Ξεκίνησε με τον διάλογο των δύο φίλων του προξένου, του σκηνοθέτη Ζακ και του γιατρού Αρτούρο, οι οποίοι ένα χρόνο μετά τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν επί σκηνής, συζητούν για τον, μονίμως πια απόντα, Τζέφρυ. Σε μία γιγαντοοθόνη προβάλλονται διάφορες κατακερματισμένες εικόνες εσωτερικών χώρων, ενώ πίσω από αυτές ο ίδιος ο πρόξενος παίρνει τον λόγο, μπροστά στο φακό, για να αυτοσυστηθεί μέσα στην ζάλη της μόνιμης μέθης του. Το επιβλητικό σκηνικό – απουσία σκηνικού – των εικόνων επί οθόνης δέσποζε στον χώρο, δίχως όμως να καταπίνει τους ηθοποιούς. Αυθεντικά στιγμιότυπα κινηματογραφημένα από τον Κασσίερς, στέλνουν σαν καρτποστάλ τις αναμνήσεις του προξένου – και μαζί του Λόουρυ – στα μάτια μας. Με πολύ προσοχή ο ίδιος επέλεξε τί θα μείνει ως βοήθημα στη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου από τον Γιόσσε Ντε Πάου (που ως ηθοποιός ανέλαβε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο). Έτσι πολύ εύστοχα άλλοτε οι εικόνες υπογραμμίζουν τον χώρο δράσης (η σκηνή στην εκκλησία είναι μαγευτική), άλλοτε υποκαθιστούν την δράση (ο ηθοποιός ποτέ δεν πίνει επί σκηνής) και άλλοτε εξαφανίζονται για να παραμείνει “γυμνός” ο ηθοποιός πάνω στο σανίδι. Θα κρατήσω οπωσδήποτε, σαν εξαιρετική εικαστική σύνθεση, το μονόλογο του Χιου, ο οποίος βρισκόταν ξαπλωμένος και ατένιζε τα σύννεφα, καθώς και την συνάντησή του με την Υβόν, μπροστά από μία πανδαισία χρωμάτων. Στην υποβλητική ατμόσφαιρα συνέβαλε τα μέγιστα ο ρυθμικός τόνος της μουσικής, πότε με καθαρούς φθόγγους και πότε με την δυναμική σύγχυση κρουστών δονήσεων. Κάτι από την μυστηριακή ενέργεια του Μεξικό παρείσφρυε στην αίθουσα την στέγης γραμμάτων και τεχνών για να μας υποβάλλει το αίσθημα της χαρμολύπης. Όπως η μεξικάνικη κουλτούρα δεν άφησε αδιάφορο τον Λόουρυ, έτσι δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει και τον Κασσίερς. Εκτός από την άφθονη τεκίλα, στην οθόνη βλέπουμε την πύρινη μορφή του ηφαιστείου, τόπους λατρείας αλλά και το βίαιο σπορ των σύγχρονων “ταυροκαθαρψίων”.

Ο θάνατος κρύβεται στην ψυχή της μεξικάνικης παράδοσης όπως και στην ψυχή του Τζέφρυ. Ο Κασσίερς διάλεξε συγκεκριμένα κομβικά σημεία του έργου προκειμένου να αποδώσει όσο πιο ολοκληρωμένα και συνοπτικότερα μπορούσε το περιεχόμενό του. Η πιστότητα της αναπαράστασης, όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε εκ των υστέρων, δεν ήταν κάτι που τον απασχολούσε. Ως καλλιτέχνης θεωρεί πως ο ρόλος του δεν είναι άλλος από το να μεσολαβεί στην επικοινωνία ενός κειμένου με τον θεατή. Έτσι θέλησε με τον τρόπο του να μας αφήσει το περιθώριο της ανασύνθεσης των όσων βλέπουμε, επιστρέφοντάς μας ακριβώς την βασική λειτουργική ιδιότητα ενός αναγνώστη, μιας και κάθε αναγνώστης είναι εν δυνάμει ο σκηνοθέτης του έργου που διαβάζει. Ο Κασσίερς στέκεται διακριτικά στο περιθώριο της δικής μας επανάγνωσης, ή τουλάχιστον αυτό δηλώνει ότι προσπαθεί να κάνει. Ίσως γι αυτό να έφυγαν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι κάποιοι άνθρωποι, βρίσκοντας το πόνημά του ημιτελές. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλησε να καθοδήγήσει τα συμπεράσματά μας στις δικές του ερμηνευτικές επιλογές. Το μόνο που έφτιαξε ήταν τον χάρτη για την διαδρομή που ακολούθησε ο Τζέφρυ από την κόλαση στη πτώση.

Οι ηθοποιοί του Τονήλχαους, στο σύνολό τους, εξαιρετικοί. Βρήκα πραγματικά συναρπαστικό τον τρόπο που δούλεψαν, μπροστά από τεράστιες υποβλητικές οθόνες, με μέτρο ώστε ούτε να “χάνονται” μέσα σε αυτές, ούτε να λοξοδρομούν προς την υπερβολή με ζήλο. Κυρίαρχοι των εκφραστικών τους μέσων, ενσάρκωσαν τον άνθρωπο πίσω από τον “ήρωα”. Απαλών τόνων και γήινοι, ιδίως η Katelijne Damen (που έκανε και τα κοστούμια), που ως Υβόν είχε τον δύσκολο ρόλο της παθιασμένης αλλά παραιτημένης συζύγου, και πρώην χολυγουντιανής σταρ. Πολύ ορθά τονίστηκε η συναισθηματική της πλέον απόσταση από τον ήρωα, με τις, μονίμως μέσα στις τσέπες του φορέματός της, παλάμες και τις μικροκινήσεις να αγκαλιάσει και αγγίξει τον εαυτό της, όπως έχει πάψει ο Τζέφρυ να κάνει. Ο τελικός της μονόλογος κινούταν σε παρόμοια πλαίσια λιτότητας, μακριά από τον στόμφο που η εσωτερική της έκρηξη θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει ως άλλοθι για εξωτερικές κραυγές απελπισίας. Την υποκριτική αυτή γραμμή ακολούθησε και ο Marc Van Eeghem, ο αμφιταλαντευόμενος Χιούι, που θέλει να υπηρετήσει την Επανάσταση αλλά δεν τόλμησε να συνεισφέρει στον Ισπανικό εμφύλιο. Ο νεαρός ηθοποιός έδωσε το στίγμα του παίζοντας κυριολεκτικά με τις ψευδαισθήσεις μας (σκηνή με ταύρο) αλλά και με την πανταχού παρούσα ως απούσα σκιά του. (ο Κασσίερς είναι ευρηματικός ως προν τον τρόπο που οργώνει μέσω των ηθοποιών του τη σκηνή, φωτίζοντας με λεπτομέρειες όσα κυκλώνουν απειλητικά κάθε φορά το μυαλό του βασανισμένου ήρωα – λ.χ η σκηνή όπου διακριτικά αποχωρούν οι Υβόν με τον Χιου και αρχίζει ο Τζέφρι να σκέφτεται την μεταξύ τους “παράνομη” σχέση.) Το ότι ο Josse De Pauw έκανε σκληρή δουλειά είναι αδιαμφισβήτητο. Επωμίστηκε τον κεντρικό ρόλο, εκείνον του προξένου που διολισθαίνει μέσα στην ενοχή του, ικανός αλλά αδιάφορος να αντισταθεί στην έξη του. Δεν είναι βάρβαρος και όμως συμπεριφέρεται σκαιά στον εαυτό του, συνεπώς και στους γύρω του. Μόνη του απόλαυση το μεσκάλ. Οι σκηνές της παράδοσής του στη μέθη δεν έχουν την συνηθισμένη έπαρση του “ξέρω πώς καταρρέει ένας αλκοολικός”. Χάρη στον Κασσίερς αποτυπώνονται πιο πολύ ως ένα χορευτικό που καταλήγει στην εξουθένωση νου και σώματος.

Ο Kevin Janssens υπήρξε ο μπαλαντέρ, που εκτέλεσε με την υποκριτική του μέθοδο τις παρεμβάσεις των λοιπών προσώπων του έργου, με απόλυτη ακρίβεια και ηθελημένη απάρνηση της μονομανίας ενός ηθοποιού να κάνει ερμηνευτικό ρεσιτάλ. Πέρναγε απλά και αθόρυβα από τη μία περσόνα στην άλλη, και πολλές φορές αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο, ίσως και αφηγητή, των διάχυτων στιγμών του θεατρικού.

Ο Κασσίερς πολύ σωστά δεν απομακρύνθηκε από τις φιλοσοφικές προεκτάσεις του έργου, με αποτέλεσμα το τελικό του δημιούργημα να φαίνεται σαν ένα ποίημα με διάφορες στροφές, που ανθολογείται με άνεση στα επιτυχημένα του είδους. Εκκεντρικές και οξύμωρες ασκήσεις ύφους δεν ταιριάζουν στην καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του, αλλά προτιμάει να ανοίγει ως παρένθεση έναν διάλογο με το βιβλίο και τους αναγνώστες του (ή ακόμα ακόμα και τους μη υποψιασμένους θεατές). Αρχικά δυσκολεύτηκα να κατανοήσω τον αβίαστο ρυθμό της παράστασης, στη συνέχεια όμως αποκαλύφθηκαν όλα τα προτερήματα της λογοτεχνικής επάρκειας του Λόουρυ. Δοσμένα σαν μικρά κεφάλαια – επεισόδια της τραυματικής εμπειρίας από την ζωή του Τζέφρυ, τα στιγμιότυπα αυτά φτιάχνουν εντέλει τον σκελετό μίας τελικής εξόδου στην κάθαρση της μνήμης και συνθέτουν το ρέκβιεμ της λύτρωσης.

Όπως και το χάρτινο πρωτότυπο έτσι και το έμψυχο αυτό απαύγασμα της τέχνης, χρειάζεται πολλαπλές αναγνώσεις προκειμένου να εισπράξεις όλα του τα μεγέθη και τις παράλληλες διαδρομές. Σε πρώτη ανάγνωση δεν σου μένει παρά η γεύση του μεσκάλ και τα χρώματα της λάβας που καίνε το λαρύγγι και την ψυχή του Τζέφρι, της Υβόν αλλά και το δικό σου, ως αμέτοχου θεατή – συνένοχου της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Αρχαία ελληνική τραγωδία.

Της παράστασης επόταν η συζήτηση με τον Κασσίερς και τους βασικούς συντελεστές της παράστασης. Όσοι απέμειναν στην αίθουσα (ευάριθμοι ,δυστυχώς, και αναρωτιέμαι γιατί), αφού έδωσαν πολλάκις τα συγχαρητήριά τους στον σκηνοθέτη, έθεσαν ερωτήσεις για τα μελλοντικά του σχέδια αλλά και γύρω από τεχνικής φύσης ζητήματα. Ευτυχώς ο ίδιος ο Κασσίερς φρόντισε να μιλήσει για πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως τους περιορισμούς που βάζει ο ίδιος στον εαυτό του για το ποιά έργα μπορούν ή όχι να πάρουν τον δρόμο τους για την θεατρική σκηνή. Για όσους πάντως αναρωτιούνται τώρα καταγίνεται με τον ‘Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, ενώ ο προγραμματισμός του μετά το 2013 θα περιλαμβάνει και θεατρικά κείμενα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.