«Η Μαρία Κάλλας και η Σκάλα του Μιλάνου», ΕΚΘΕΣΗ, 9 Μαρτίου – 8 Μαΐου 2011, στο Μέγαρο Μουσικής

ΕΚΘΕΣΗ

«Η Μαρία Κάλλας και η Σκάλα του Μιλάνου»

9 Μαρτίου – 8 Μαΐου 2011

Για πρώτη φορά εκτός Ιταλίας

κοστούμια, σπάνιο φωτογραφικό και ηχητικό υλικό,

αντικείμενα και βίντεο από τη σκηνή των μεγάλων θριάμβων της απόλυτης ντίβας

Φουαγιέ Ισογείου

Καθημερινά 10:00 – 18:00

Γενική Είσοδος: € 6,00

Φοιτητικά – Παιδικά: € 3,00

Οικογενειακό εισιτήριο: € 10,00

Σταρ, ντίβα, μοιραία, εικόνισμα και αγία για τους λάτρεις της όπερας, η Μαρία Κάλλας έλαμψε στη Σκάλα του Μιλάνου και το κοινό του μιλανέζικου θεάτρου έπεσε στα πόδια της, λατρεύοντας ένα πλάσμα που είχε γίνει μύθος, πολύ πέρα από τα όρια της τέχνης του.

Για ολόκληρη τη δεκαετία του ’50 η Σκάλα του Μιλάνου μεταμόρφωνε την Μαρία Κάλλας από ένα αδέξιο κορίτσι σε ένα παγκόσμιο σκηνικό φαινόμενο και η Μαρίας Κάλλας μετέτρεπε τη Σκάλα στο θέατρο μιας πρωτοφανούς και ανεπανάληπτης επανάστασης στον κόσμο της όπερας.

Αυτήν την ιλιγγιώδη δεκαετία στη ζωή της Κάλλας, αλλά και της Σκάλας του Μιλάνου, αφηγείται η μεγάλη έκθεση που παρουσιάζεται για δύο μήνες στο Φουαγιέ του Ισογείου του Μεγάρου Μουσικής. Το Μέγαρο, με την ευκαιρία του εορτασμού της 20ετίας από την έναρξη λειτουργίας του, φιλοξενεί την Έκθεση αυτή που οργανώθηκε, στο πλαίσιο της υλοποίησης του πρωτοκόλλου πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ του Μεγάρου και της Σκάλας.

clip_image008clip_image010

Η Έκθεση τελεί υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ιταλίας στην Αθήνα με την ευκαιρία του εορτασμού των 150 χρόνων από την ένωση της Ιταλίας.

Χορηγός της Έκθεσης είναι η Οικογένεια Λαμπράκη.

Χορηγοί επικοινωνίας:

clip_image012clip_image014clip_image016

clip_image018clip_image020

clip_image022

clip_image024


Το υλικό, που δεν έχει ποτέ παρουσιαστεί εκτός Ιταλίας, περιλαμβάνει είκοσι βαρύτιμα κοστούμια που φόρεσε η Κάλλας σε 12 παραστάσεις της Σκάλα, ενσαρκώνοντας μεγάλους ρόλους της όπερας, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, αντικείμενα, βίντεο και πρωτότυπο ηχητικό υλικό από τις παραστάσεις της Κάλλας. Ένα μικρό σύνολο εκθεμάτων θα ανατρέχει στην ιστορία της Σκάλας του Μιλάνου, του μοναδικού αυτού ναού της μουσικής.

Την επιμέλεια της έκθεσης έκανε η Έφη Ανδρεάδη.

Η Μαρία Κάλλας πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στη Σκάλα το 1950, αντικαθιστώντας την Ρενάτα Τεμπάλντι (στην Αϊντα) και επανήλθε το 1951 θριαμβευτικά για να τραγουδήσει στους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Εκείνη ήταν υπέρβαρη και το θέατρο, που είχε γνωρίσει στιγμές δόξας με τον Αρτούρο Τοσκανίνι στο τιμόνι του, ήταν σε περίοδο παρακμής. Ο καινούργιος του διευθυντής, ο Νικόλα Μπενουά, δεν είχε ακόμη δώσει το στίγμα του και η όπερα περνού σε μέρες κόπωσης και εξάντλησης.

Οι πρώτες εμφανίσεις της Κάλλας πραγματοποιήθηκαν υπό το άγρυπνο βλέμμα του Νικόλα Μπενουά. Γιός ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Ντιάγκιλεφ στα Ρώσικα Μπαλέτα, ο Μπενουά ήταν ένας εξαιρετικός σκηνογράφος και ενδυματολόγος, πληθωρικός και πραγματιστής.

Μέσα σε τρία χρόνια η αδέξια σοπράνο έχασε 30 κιλά, μεταμορφώθηκε σε μελαγχολικό κύκνο, σε μια κομψή, αριστοκρατική φιγούρα και ταυτόχρονα τελειοποιούσε τη σκηνική της παρουσία ενώ οι παραστατικές τέχνες άνθιζαν, άλλαζαν οι ιδέες για τα κοστούμια, η σκηνή αποκτούσε, επί τέλους, δραματική υπόσταση, παλιές συνήθειες και καθιερωμένες πρακτικές υποχωρούσαν.

Η μοίρα είχε φέρει κοντά της χαρισματικές προσωπικότητες. Στη ζωή της εισέβαλε ο Λουκίνο Βισκόντι, που θα την οδηγούσε σε ένα πρωτοφανή θρίαμβο στην ιστορία του θεάτρου με τη βοήθεια ανερχόμενων αρχιμουσικών, προορισμένων για την κορυφή: Λέοναρντ Μπέρνστάιν, Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, Τζαναντρέα Γκαβατσένι.

Η παρουσία της Κάλλας θα ήταν καταλυτική για τον ανανεωτή του θεάτρου, τον μεγάλο Λουκίνο Βισκόντι ο οποίος ξεδίπλωσε το ταλέντο του κοντά της. Για τον Βισκόντι η Κάλλας ήταν ένα ολοκληρωμένο μουσικό και υποκριτικό φαινόμενο, μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στην ιστορία της όπερας. Σχολαστικοί, λεπτολόγοι και ακούραστοι, ο ένας δοκίμαζε τις αντοχές του άλλου στις πρόβες, οι δύο αυτοί ‘μύθοι’ της όπερας, έγραψαν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας της Σκάλα.

Ο Νικολά Μπενουά, πρόσεχε ιδιαίτερα την πριμαντόνα, της έδειχνε πάντα τα σχέδια των κοστουμιών, σχεδίαζε ποικιλία ενδυμάτων με εναλλαγές χρωμάτων, επέλεγε το υλικό που έδειχνε πιο πλούσιο και προτιμούσε τις στενές γραμμές, οι οποίες αναδείκνυαν τη σιλουέτα της.

Στο Μέγαρο θα δούμε δώδεκα κοστούμια που φέρουν την υπογραφή του: για τη Λαίδη Μάκβεθ στην όπερα Μάκβεθ του Τζουζέππε Βέρντι(1952), Ελισάβετ του Βαλουά από τον Ντον Κάρλο του Βέρντι το 1954 (δύο κοστούμια), Φεντόρα Ρομάζοφ από τη Φεντόρα του Ουμπέρτο Τζορντάνο το 1956 (τέσσερα αριστουργηματικά κοστούμια), Αννα Μπολένα από την Αννα Μπολένα του Γκαετάνο Ντονιτσέτι το 1957, Ιφιγένεια από την Ιφιγένεια εν Ταύροις του Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ το 1957, Αμέλια από τον Χορό των Μεταμφιεσμένων του Βέρντι το 1957 και Παυλίνα για τον Πολύευκτο του Ντονιτσέτι το 1960 (δύο κοστούμια).

Τα κοστούμια του ενδυματολόγου Σαλβατόρε Φιούμε, διάσημου Σικελού ζωγράφου, είχαν χαρακτήρα, έντονες γραμμές και αρμονικά χρώματα. Στο Μέγαρο θα δούμε το μεταξωτό, ζωγραφισμένο στο χέρι, κοστούμι της Μήδειας από τη Μήδεια του Κερουμπίνι το 1953.

Θα εκτεθούν επίσης κοστούμια του Πιέρο Τζούφφι για την Άλκηστη, από την Άλκηστη του Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ το 1954, για την Ιουλία από την Εστιάδα του Γκάσπαρε Σποντίνι το 1954 και την Ιμογένη από τον Πειρατή του Βιντσέντσο Μπελλίνι το 1958 (δύο κοστούμια). Την Έκθεση ολοκληρώνουν δύο υπέροχα κοστούμια του Φράνκο Τζεφιρέλλι, για τη Φιορίλλα από τον Τούρκο στην Ιταλία του Τζοακίνο Ροσσίνι το 1954.

Η Κάλλας τραγούδησε και ταυτίστηκε στη Σκάλα με τους μεγάλους λυρικούς ρόλους, ακόμα και οι πιο αυστηροί λάτρεις της όπερας ανυπομονούσαν να την δουν και να την ακούσουν, τους γοήτευε το θεατρικό της ταμπεραμέντο, οι χειρονομίες της, που πολλαπλασίαζαν την εκφραστικότητα του τραγουδιού, η σχεδόν κινηματογραφική εμμονή της στις λεπτές αποχρώσεις. Είχε γίνει η απόλυτη ντίβα, απολάμβανε δόξες σταρ του Χόλυγουντ και με την νεωτερική θεατρική σύλληψη που επέβαλλε ο Βισκόντι, είχε γίνει το σύμβολο της ανατροπής του ακαδημαϊσμού της ιταλικής όπερας.

Οι ενδυματολόγοι της έδωσαν ρούχα που δεν είχε ξαναδεί ο κόσμος του θεάτρου, με άψογο στυλ, καλόγουστα χρώματα και εικαστική αισθητική. Οι τεχνικοί του θεάτρου καθηλώνονταν αποσβολωμένοι στις πρόβες, η προσωπική της ζωή έγινε θρύλος, η φωνή της υπερέβη τις κατηγοριοποιήσεις και το χρόνο και η ίδια έγινε ένας μύθος, μια ύπαρξη αδιαχώριστη από την τέχνη της. «Όταν τραγουδώ δεν ακούγεται μόνο η φωνή μου, γιατί σ’ αυτό το όργανο κρύβεται όλη μου η ψυχή».

«Έζησε για την τέχνη, έζησε για τον έρωτα», όπως η Φλόρια Τόσκα του Πουτσίνι, άλλαξε τον κόσμο της σε μια δεκαετία και χάρισε στην Σκάλα τα καλύτερά της χρόνια και την αύρα ενός μύθου. Αποχαιρέτησε το μοιραίο αυτό θέατρο της ζωής της, το 1961, με την Μήδεια του Κερουμπίνι, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, με τον Τούλιο Σεραφίν στο πόντιουμ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: