ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΠΑΤΡΩΝ στο Θέατρο ΙΛΙΣΙΑ “ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ”, κριτική Νίκης Πρασσά

Ο ταραχώδης βίος και η τραυματισμένη ψυχή του Τενεσί Ουίλιαμς, αποτυπώνονται με τον πιο εύληπτο τρόπο στα θεατρικά κείμενά του, που έχουν αναγνωριστεί στο βάθος του χρόνου ως αριστουργήματα της τέχνης. Από τον Γυάλινο κόσμο μέχρι την Λυσσασμένη Γάτα, ο συγγραφέας δρασκελίζει τις πληγές της προσωπικής του ιστορίας, και αφήνει παρακαταθήκη στο είδος που υπηρετεί έργα των οποίων οι χαρακτήρες τσακίζουν το ψέμα που προσφέρει ο καθωσπρεπισμός των κανόνων και της τάξης της κίβδηλης ηθικής μιας κοινωνίας, καθώς γκρεμοτσακίζονται οι ίδιοι από την ανάγκη τους να επιβιώσουν μέσα σε ένα αυστηρά προκαθορισμένο περιβάλλον, έτοιμο να τους εξοντώσει στέλνοντάς κάθε τους ανάγκη στο περιθώριο της αποδοχής τους.

Όπως ο Σαίξπηρ και οι αρχαίοι τραγωδοί, έτσι και ο Ουίλιαμς έχει αναγνωστεί με ποικίλους τρόπους και σε διάφορες γλώσσες, από ανθρώπους που αγάπησαν τα πάθη του και αναγνώρισαν τις αρετές της γραφής του. Η Μπλανς και ο Στάνλευ, εμβληματικές φιγούρες του πολέμου “Αρσενικού” – “Θηλυκού”, δύο κόσμοι που δεν έπρεπε κι ωστόσο συναντήθηκαν για να αλληλοεξοντωθούν, ταξίδεψαν με το Λεωφορείο ως επιβάτες του ασίγαστου πόθου να απολαύσουν τη μυρωδιά της σάρκας καθώς ξεσκίζεται από τα νύχια των όρνεων. Κινηματογραφικά ο Ελίας Καζάν έδωσε την ευκαιρεία στην Βίβιαν Λι και τον Μάρλον Μπράντο να ερμηνεύσουν τους ρόλους σταθμούς της καλλονής του νότου και του πολωνικής καταγωγής εργάτη αντίστοιχα, για να χαράξουν μια για πάντα στην μνήμη μας εντυπωσιακές σκηνές αναμέτρησης δύο “τεράτων”. Στο σανίδι η ίδια η Λι και η Τζέσικα Τάντι στοίχειωσαν το θεατρόφιλο κοινό, με την πρώτη να κερδίζει την εκτίμηση του Ουίλιαμς.

Όσον αφορά τα καθ ημάς, η Έλλη Λαμπέτη και η Μελίνα Μερκούρη υπήρξαν μερικές μόνο από τις ηθοποιούς που τόλμησαν να λάμψουν μέσα στο σκοτεινό κόσμο της Μπλανς. Ο Βασίλης Νικολαίδης εν έτει 2011 εμπιστεύεται την Κάτια Γέρου, προκειμένου να επανασυστήσουν στο κοινό την έκπτωτη δασκάλα από το Λόρελ που βρίσκει καταφύγιο από τους εφιάλτες της στο σπίτι της αδελφής της, Στέλλας, στη Νέα Ορλεάνη και στην αγκαλιά του Μιτς. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Άλλωστε ο πόθος, ως όχημα μεταφοράς της, δεν την αφήνει πουθενά αλλού παρά στην περιοχή κοιμητήριο.

Επειδή κάποιοι συγγραφείς οδηγούν καλλιτέχνες και κοινό συνεχώς στην πηγή των κειμένων τους, σαν ιεροτελεστική διαδικασία αποκάλυψης μίας αλήθειας πέρα από τις συμβάσεις της καθημερινής εντρύφησής μας στα πράγματα, την μαγεία ενάντια στην τυραννία του ρεαλισμού που έχει ανάγκη και η Μπλανς, περαιτέρω αναφορές στο έργο δεν θα είχαν κάποια σπουδαία αξία. Εκείνο που οφείλω να κρίνω, είναι το αποτέλεσμα της νέας εκδοχής που έστησαν οι συντελεστές του δημοτικού θεατρικού της Πάτρας, και μετέφεραν στην αθηναική σκηνή του θεάτρου Ιλίσια. Πράγμα το οποίο ευθέως θα πράξω.

Σε γενικές γραμμές, η παράσταση χωρίς να αξιώνεται δάφνες ευρηματικότητας ή να πειραματίζεται στα πλαίσια μιας όποιας καινοτομίας, και άνευ της υπέρβασης που θα την εδραίωνε στη συνείδησή μας ως μοναδική και ανεπανάληπτη μυσταγωγική εμπειρία, δεν καταποντίζεται ωστόσο κάτω από το όριο της εκτίμησής μας, αλλά αγωνίζεται να εξυψωθεί από ένα αξιοπρεπές θέαμα σε μία άνω του μετρίου καλλιτεχνική κατάθεση. Στιγμές πετυχαίνει να κατακτήσει ένα βαθμό στην αλήθεια, στο σύνολο όμως χρειάζεται περισσότερη μαεστρία προκειμένου να ξεπεράσει την στασιμότητα του τίποτα – σχεδόν – δεν συμβαίνει. Χωρίς να βιώνεις ως απειλητικό το νέο περιβάλλον της Μπλανς, περισσότερο μοιάζει η ίδια χαμένη μέσα σε κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάποιες σκηνές να προκαλούν ένα καθησυχαστικό γέλιο, ενώ η κλιμάκωση της δράσης με τον βιασμό της ηρωίδας δεν είχε την απαιτούμενη ένταση που θα δικαιολογούσε την τελική (α)διέξοδο στην τρέλα. Η ποπ αισθητική σε συνδιασμό με την μετάφραση του Μπελιέ, αφαίρεσαν λίγο από το κρυμμένο στις παραδόσεις του Νότου μεταφυσικό στοιχείο, ενώ η μοναδική ουσιαστική αγωνία εντοπίστηκε στο πρόσωπο της Στέλλας, ως ο φόβος της διατήρησης μιας ισορροπίας μεταξύ συζύγου και αδερφής. Στις ενδιαφέρουσες προτάσεις θα κατέτασσα την διαρκή παρέμβαση, ως μουσικό διάλειμμα, του σαξοφωνίστα Γιώργου Μπουρδόπουλου, που περισσότερο από σχολιασμό μας ταξίδευε στις επαρχίες του αμερικάνικου νότου. Πολύ ωραίες και κάποιες από τις σκηνές, όπως η συνάντηση Μιτς και Μπλανς μετά την αποκάλυψη της αλήθειας για το ποιόν της, στην οποία βρήκα ενδιαφέρουσα την τρυφερότητα που αναπτύχθηκε στη μεταξύ τους σχέση. Πιο πολύ από πάλη και εξευτελισμό, ο Νικολαίδης κράτησε μία σχεδόν παιδική ανάγκη της αποκάλυψης της ανάγκης μας να τραβήξουμε ακόμα και με τον πιο χυδαίο τρόπο την προσοχή, προκειμένου να αγαπηθούμε.

Η Κάτια Γέρου υπήρξε πολύ ικανή, και έφερε εις πέρας άκρως επιτυχημένα τον ρόλο της, με τις συνθήκες και προυποθέσεις που η σκηνοθετική ματιά της είχε ορίσει. Μου άρεσε η προσγείωση της Μπλανς από εξεζητημένα σαλόνια σε πιο στενά δωμάτια, πράγμα που της έδωσε μία πιο έντονη και επιβλητική γοητεία, ακριβώς επειδή την έπλασσε πιο ισχυρή και αυτοκυρίαρχη – φαινομενικά ασφαλώς – από όσο συνήθως την βλέπουμε. Υπερθεμάτισε έτσι την βαρύτητα των εξαρτήσεών της, μιας και χωρίς το αλκοόλ ήταν ένα μελαγχολικό, σχεδόν βουβό, πρόσωπο, χαμένο μέσα στις αναμνήσεις του παρελθόντος.

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης διασκέδασε την άγρια εκδοχή που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε για τον Κοβάλσκι. Άξεστος μεν, αλλά πιο πολύ ενάς αδέξιος μεροκαματιάρης παρά ο βάρβαρος επικυρίαρχος των Ηλύσιων Πεδίων της Ορλεάνης, επέβαλλε την ούτως ή άλλως ευγενική φυσιογνωμία του στον Πολωνό. Περισσότερο τονίστηκε η αδυναμία του στην Στέλλα, ενώ η επαφή του με την Μπλανς δεν κατάφερε να μας προιδεάσει για τον επικείμενο αλληλοσπαραγμό τους. Πιστεύω πως τόσο ο ίδιος όσο και η Γέρου, χρειάζονταν ένα σκαλί μόνο για να ανέβουν εκεί όπου το ταλέντο τους μπορεί να τους οδηγήσει.

Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς η Ηλέκτρα Νικολούζου δεν χάθηκε μέσα στη ευαισθησία της ηρωίδας της – η οποία τελικά αποδεικνύεται πιο σκληροτράχηλη από όλους – αλλά με ξένισαν οι σκηνοθετικές λύσεις που επέβαλλαν την παρουσία της εκεί όπου οι δύο κεντρικοί πρωταγωνιστές προσπάθησαν να χτίσουν την μεταξύ τους αμφίσημη σχέση. Η Νικολούζου χρησιμοποιήθηκε ως η αφανής παρατηρητής της πτώσης της Μπλανς, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται κάπως η ερμηνευτική της προσπάθεια. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης ως Μιτς, έδεσε με την Γέρου, και έστρωσε με την απλότητα της ερμηνείας του την τραχύτητα του περιβάλλοντος χώρου.

Το λεωφορείο για ακόμα μία φορά ταξίδεψε τους ευσεβείς πόθους κάποιων ανθρώπων να κάνουν τέχνη με το ταλέντο τους, κι αυτό δεν είχε παρά μονάχα θετική εξέλιξη στην θεατρική διαδρομή του κειμένου. Ο Ουίλιαμς δεν θα πάψει ποτέ να μας μαγεύει, ως Μπλανς, ως Μάγκι και ως κάθε γυναικεία βασανισμένη μορφή των έργων του, με τις οποίες ανέπνευσε και με τις οποίες αναπνέουμε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΠΑΤΡΩΝ στο Θέατρο ΙΛΙΣΙΑ “ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ”, κριτική Νίκης Πρασσά

  1. na prostheso oti k i olia lazaridou ipirxe mia katapliktiki blans toylaxiston gia mena … diskolos o rolos tis blans den einai tixaio poy ton paizoun poli dinamikoi ithopioi…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.